Supreme Court dismisses appeal on lease breach, ruling tenant's claim for damages was accepted but appeal inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the tenant's appeal against the First Instance Court's decision to award damages for lease breach. The tenant argued the landlord was overdue in fixing the property defect, but the court found the landlord had already become overdue by October 2011. Consequently, the court accepted the tenant's claim for damages and costs, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577 and 578 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: When a lessor becomes overdue in removing a defect, the lessee may claim damages; if the lessee's claim is accepted, the appeal is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 676 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 676/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ρ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Δουκακάρου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο αναιρεσείων παραιτείται από τον 3ο λόγο αναίρεσης της από 12-12-2017 αιτήσεώς του για αναίρεση της 72/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) α. Μ. Κ. του Κ., χας Σ. Σ., κατοίκου ..., β. Χ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., γ. Κ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., δ. Α. Κ. του Κ., ε. Γ. Κ. του Α., στ. Κ. - Π. Κ. του Α., κατοίκων ..., όλων, ως κληρονόμων εκ διαθήκης του αποβιώσαντος στις 19-3-2014 αρχικού διαδίκου Κ. Κ. του Α., 2) Ε. Χ. του Ι., κατοίκου ... και 3) Μ. συζ. Ι. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κατρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 72/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-12-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 578 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 577 αυτού, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, αντί για τη μείωση ή τη μη καταβολή του μισθώματος, να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της σύμβασης, όταν ο εκμισθωτής έγινε υπερήμερος ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος ή της έλλειψης της ιδιότητας. Σ' αυτή την περίπτωση όμως ο μισθωτής έχει και δικαίωμα να επιχειρήσει ο ίδιος την άρση και να απαιτήσει τη δαπάνη.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλ. οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που ορίζουν, αντιστοίχως, ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, που υπάρχει κενό στη σύμβαση ή αμφιβολία για τις βουλήσεις που δηλώθηκαν.
Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Η διαπίστωση αυτή μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει αυτή εμμέσως, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεως, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως.
Αν, παρά την άμεση ή έμμεση αυτή διαπίστωση της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας, το δικαστήριο της ουσίας δεν προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, παραβιάζει, με τη μη εφαρμογή τους, τους κανόνες αυτούς, που καθιερώνουν οι πιο πάνω διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Περίπτωση δε τέτοιας έμμεσης, αλλά σαφούς, διαπιστώσεως περί υπάρξεως κενού σε κάποια σύμβαση ή αμφιβολίας ως προς τις βουλήσεις των συμβληθέντων, συντρέχει, μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για τη μορφή και το περιεχόμενο κάποιας συμβάσεως, καταφεύγει σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία, που βρίσκονται εκτός του συμβολαίου ή γενικώς του εγγράφου, με το οποίο καταρτίσθηκε η σύμβαση (ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1581/2007).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλομΑΠ 26/2004) και ιδίως, η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως ή όταν στην απόφαση δεν, διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει, οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2017, ΑΠ 1665/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου με την αναιρεσιβαλλόμενη 72/2015 απόφασή του, δικάζον κατ' έφεση του ηττηθέντος ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος την από 10-2-2012 αγωγή αυτού κατά των εναγομένων - εφεσιβλήτων (στη θέση του πρώτου των οποίων υπεισήλθαν οι υπό στοιχεία 1α' έως 1στ' εφεσίβλητοι) και ήδη αναιρεσίβλητοι, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (ΚΠολΔ 647 επ.
όπως ίσχυαν μέχρι την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο Ν. 4335/23-7-2015), με την οποία (αγωγή) αυτός αιτήθηκε ως μισθωτής μισθίου καταστήματος συγκυριότητας των αντιδίκων του συνεκμισθωτών, να υποχρεωθούν αυτοί, (μεταξύ άλλων κονδυλίων που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα δίκη ελλείψει αναιρετικού λόγου), σε αποζημίωση για μη εκτέλεση της μισθωτικής σύμβασης λόγω υπερημερίας τους ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος που εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια λειτουργίας αυτής, δέχθηκε τα εξής: "Με το από 1.3.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής μίσθωσης οι εναγόμενοι εκμίσθωσαν στον ενάγοντα ένα ακίνητο συγκυριότητάς τους, που βρίσκεται στην ….
και στην οδό …., έχει συνολική επιφάνεια 487,94 τ.μ. και αποτελείται από ισόγειο κτίσμα με χώρο κύριας χρήσης και τουαλέτες και από προαύλιο χώρο (περίβολο), που χρησιμοποιείται ως είσοδος - έξοδος του ακινήτου και ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων των πελατών της επιχείρησης που θα λειτουργεί σ' αυτό, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος και δη ως (πολυ)χώρο εκδηλώσεων - κέντρο διασκέδασης.
Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε δωδεκαετής, με έναρξη την 1.3.2011 και λήξη στις 28.2.2023, αντί μηνιαίου μισθώματος 1.400 ευρώ τα δύο πρώτα έτη, συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου και αναπροσαρμοζόμενου κατά ποσοστό 3% κάθε επόμενο έτος... Στις 27.5.2011, ενώ ο ενάγων είχε εγκαταστήσει και θέσει σε λειτουργία στο μίσθιο την επιχείρησή του με τον τίτλο "Πρυτανείο", κατέρρευσε εξ ολοκλήρου η στέγη από κεραμίδια στο βορειοδυτικό τμήμα του ισόγειου κτίσματος, εμβαδού 180 τ.μ., όπου λειτουργούσαν οι βοηθητικοί χώροι της επιχείρησης και δη κουζίνα, αποθήκη και τουαλέτες.
Η κεραμοσκεπή στηριζόταν σε ξύλινη οροφή, αποτελούμενη σε όλο το μήκος και πλάτος από μεγάλες δοκούς... Οι δοκοί ήταν στερεωμένες ("πακτωμένες") σε ανοίγματα που είχαν γίνει στους πέτρινους τοίχους γι' αυτό το σκοπό (τις λεγόμενες "φωλιές"). Η κατάρρευση προήλθε από μία δοκό που έπεσε παρασύροντας τρία "ψαλίδια" της ξύλινης οροφής και αυτά με τη σειρά τους παρέσυραν την κεραμοσκεπή.
Η πτώση της δοκού προήλθε από σήψη στην άκρη της, στο σημείο που ήταν πακτωμένη στη "φωλιά", λόγω εμφάνισης υγρασίας, που δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτή λόγω της μεγάλης υψομετρικής διαφοράς (περί τα 6,5 μ.) μεταξύ δαπέδου αποθήκης και δοκού... Αμέσως μετά την εμφάνιση του ως άνω πραγματικού ελαττώματος, οι διάδικοι συμφώνησαν να γίνει άμεσα άρση αυτού με δαπάνες των εναγομένων, τα δε μισθώματα θα τα κατέβαλλε ο ενάγων στον εργολάβο που θα αναλάμβανε το έργο, έναντι της αμοιβής του.
Προς τούτο κλήθηκε ο εμπειροτέχνης οικοδομών Ε. Π., ο οποίος γνωμάτευσε για τα αίτια της κατάρρευσης και ανέλαβε με εντολή των εναγομένων την πρώτη φάση εργασιών για αποκατάσταση της χρήσης του μισθίου, που περιελάμβανε την αποξήλωση της πεσμένης σκεπής, την απομάκρυνση των αδρανών υλικών, την διόρθωση των παλαιών ψαλιδιών (ζευκτών) που είχαν παραμείνει στο οικοδόμημα και την υποστύλωση του υπόλοιπου τμήματος της στέγης, ώστε να είναι δυνατή η λειτουργία του μισθίου κατά τη θερινή περίοδο, με κόστος του έργου 12.200 ευρώ.
Η δεύτερη φάση των εργασιών που αφορούσε στην τοποθέτηση νέας στέγης συμφωνήθηκε να γίνει μέχρι το τέλος της θερινής περιόδου, χωρίς να οριστεί καταληκτική ημερομηνία. Αφού αποπερατώθηκε εντός μερικών ημερών η πρώτη φάση των εργασιών αποκατάστασης, το μίσθιο κατέστη κατάλληλο για τη χρήση που προοριζόταν κατά τη θερινή περίοδο και ο ενάγων συνέχισε τη λειτουργία της επιχείρησής του καθ' όλη τη διάρκεια της θερινής περιόδου, χωρίς να παρεμποδιστεί έστω και εν μέρει αυτή και, συνακόλουθα, η συμφωνημένη χρήση του μισθίου.
Περαιτέρω οι εναγόμενοι προέβησαν σε σειρά ενεργειών για την δεύτερη φάση επισκευής, που αφορούσε στην τοποθέτηση νέας στέγης στο τμήμα που είχε καταρρεύσει... Ωστόσο, ο ενάγων κοινοποίησε στους εναγομένους την από 1.8.2011 εξώδικη δήλωση, στην μεν τρίτη εναγομένη στις 9.8.2011, στους δε πρώτο και δεύτερο στις 22.9.2011 με την οποία τους καλούσε να αποκαταστήσουν άμεσα και σε κάθε περίπτωση μέσα σε εύλογη προθεσμία το μέρος της στέγης του μισθίου που κατέρρευσε - χωρίς να προσδιορίζει την κατ' αυτόν εύλογη προθεσμία - επιφυλασσόμενος να διεκδικήσει κάθε θετική και αποθετική ζημία του.
Εξάλλου, αν και έκανε πλήρη χρήση του μισθίου, δεν κατέβαλε κανένα από τα οφειλόμενα μισθώματα από τον μήνα Ιούνιο 2011 και μετά, παρά τη συμφωνία των διαδίκων να τα καταβάλλει στον εμπειροτέχνη Ε. Π. που είχε προβεί στις πρώτες εργασίες αποκατάστασης της χρήσης του μισθίου. Γι' αυτό και οι εναγόμενοι, που διαπίστωσαν τη μη καταβολή τους στον τελευταίο μετά την κοινοποίηση σ' αυτούς της ως άνω εξώδικης δήλωσης, του κατέβαλαν τα οφειλόμενα τμηματικά στις 30.9.2011, 14.10.2011 και 18.11.2011.
Κατόπιν τούτου οι εναγόμενοι κοινοποίησαν στον ενάγοντα στις 10.10.2011 εξώδικη πρόσκλησή τους, με την οποία, ως επέχουσα θέση έγγραφης όχλησης κατ' άρθρο 662Α ΚΠολΔ, τον καλούσαν να τους καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα (Ιουνίου έως και Οκτωβρίου 2011), και εκείνος τους κοινοποίησε στις 17.10.2011 εξώδικη δήλωση με την οποία δήλωνε ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει τα μισθώματα αυτά, εξαιτίας της αδυναμίας του να χρησιμοποιήσει προσηκόντως το μίσθιο λόγω της κατάρρευσης της στέγης και περαιτέρω ότι κατήγγειλε τη σύμβαση της μίσθωσης λόγω του από δική τους υπαιτιότητα εμφανισθέντος και μη εισέτι αποκατασταθέντος πραγματικού ελαττώματος.
Παράλληλα απομάκρυνε από το μίσθιο όλα τα κινητά και τον εν γένει εξοπλισμό της επιχείρησής του και παρέδωσε στους εναγομένους τα κλειδιά του μισθίου... Περαιτέρω, ως προς το αίτημα της αποκατάστασης της θετικής ζημίας που υπέστη ο ενάγων λόγω μη εκτέλεσης της σύμβασης, η οποία συνίσταται στις δαπάνες του για την αγορά του εξοπλισμού και την εν γένει εγκατάσταση της επιχείρησής του, ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των 35.549,48 ευρώ (όπως προσδιορίζονται κατ' είδος και αντίστοιχη επιμέρους δαπάνη), πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Όπως έχει προαναφερθεί, αμέσως μετά την κατάρρευση μέρους της στέγης του μισθίου, οι διάδικοι συμφώνησαν να αποκατασταθεί το ελάττωμα που εμφανίστηκε με δαπάνες των εναγομένων και τούτο μέχρι το τέλος της καλοκαιρινής περιόδου, ο δε ενάγων θα κατέβαλλε τα μισθώματα στον εργολάβο που θα αναλάμβανε την αποκατάσταση.
Επομένως ο ενάγων... επέλεξε την εκτέλεση της σύμβασης, ήτοι τη συνέχιση λειτουργίας της επιχείρησής του στο μίσθιο, με βάση την ως άνω συμφωνία των μερών περί αποκατάστασης του πραγματικού ελαττώματος. Κατόπιν τούτου, ερευνητέο είναι εάν οι εναγόμενοι εκμισθωτές έγιναν υπερήμεροι ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος με βάση την συμφωνία των διαδίκων για την άρση του, κατ' άρθρο 578 παρ. 2 εδ.
α' του ΑΚ. Όπως προαναφέρθηκε, οι εναγόμενοι προέβησαν σε ορισμένες ενέργειες με σκοπό την αποκατάσταση της στέγης του μισθίου, μία τουλάχιστον από τις οποίες ήταν σε γνώση του ενάγοντος και δη η ανάληψη και εκπόνηση της τεχνικής μελέτης του πολιτικού μηχανικού Ζ. Μ.. Καταληκτική ημερομηνία αποκατάστασης δεν είχε συμφωνηθεί από τα μέρη, αλλά είχε οριστεί το τέλος της καλοκαιρινής περιόδου, ευελπιστώντας προφανώς στην καλοκαιρία και την απουσία ξαφνικών βροχοπτώσεων.
Η διάρκεια της καλοκαιρινής περιόδου είναι βέβαια ένα φυσικό φαινόμενο, που κατά την κοινή πείρα διαφοροποιείται από έτος σε έτος και μάλιστα κατά τα τελευταία έτη παρατηρούνται γενικότερα φαινόμενα αφενός απότομης, αλλά και σύντομης σε διάρκεια, μεταβολής των καιρικών συνθηκών και αφετέρου παρατεταμένης καλοκαιρίας κατά τους φθινοπωρινούς μήνες.
Ενόψει των ανωτέρω, ωστόσο, ο ενάγων δεν έταξε ορισμένη προθεσμία στους εναγομένους για την αποκατάσταση του πραγματικού ελαττώματος με την από 1.8.2011 εξώδικη πρόσκλησή του, αλλά ζήτησε άμεση αποκατάσταση και σε κάθε περίπτωση μέσα σε εύλογη προθεσμία (μην προσδιορίζοντάς την εντούτοις, όπως ήδη επισημάνθηκε), έτσι ώστε να μπορεί να διερευνηθεί αφενός αν η ταχθείσα προθεσμία ήταν εύλογη και αφετέρου αν οι εναγόμενοι κατέστησαν υπερήμεροι ως προς την παρέλευση της εύλογης προθεσμίας, σε συνδυασμό με την προηγούμενη συμφωνία των διαδίκων και τα όσα γι' αυτήν αναφέρθηκαν αμέσως παραπάνω.
Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο οδηγείται στη δικανική πεποίθηση ότι η αξίωση για αποκατάσταση της θετικής ζημίας του ενάγοντος λόγω υπερημερίας των εναγομένων ως προς την αποκατάσταση του πραγματικού ελαττώματος είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η δικανική αυτή πεποίθηση ενισχύεται αφενός από το γεγονός ότι ο ενάγων κοινοποίησε μεν την ως άνω εξώδικη πρόσκλησή του στην τρίτη εναγομένη στις 9.8.2011, στον πρώτο όμως και τον δεύτερο των εναγόντων πολύ αργότερα και δη στις 22.9.2011 και αφετέρου από την με αριθ. 6789/2012 ένορκη βεβαίωση του Φ.
Π., που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, ο οποίος ήταν εργαζόμενος στην επιχείρηση, και σύμφωνα με την οποία "στα μέσα Σεπτεμβρίου 2011 ο κ. Ρ. μας κάλεσε και μας ανακοίνωσε ότι η λειτουργία της επιχείρησης δεν μπορεί να συνεχιστεί", δηλαδή είχε λάβει την απόφασή του πριν ακόμη θέσει "εύλογη προθεσμία" στον πρώτο και δεύτερο των εναγομένων για την αποκατάσταση.
Με βάση τ' ανωτέρω, ο ισχυρισμός του ενάγοντος και οι σχετικές μαρτυρίες που περιέχονται στις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από αυτόν ένορκες βεβαιώσεις περί του ότι διαμαρτυρόταν προφορικά στους εναγομένους και ζητούσε την άρση του πραγματικού ελαττώματος δεν μπορεί να κατατείνει σε κρίση περί υπερημερίας των τελευταίων.
Αντίθετα, όσα προαναφέρθηκαν, οδηγούν στον σχηματισμό της πεποίθησης ότι ο ενάγων επέλεξε να παύσει τη λειτουργία της επιχείρησής του για τους δικούς του λόγους, πριν ακόμη καταστούν υπερήμεροι οι εναγόμενοι ως προς την άρση του ένδικου πραγματικού ελαττώματος. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε που έκρινε, με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, τα ίδια και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς το υπό έρευνα κεφάλαιο της αποκατάστασης της θετικής ζημίας του ενάγοντος".
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο αντιμετωπίζοντας ασάφεια στη βούληση των διαδίκων ως προς τη συμφωνία σχετικά με την αποκατάσταση του ελαττώματος "μέχρι το τέλος της καλοκαιρινής περιόδου", προέβη σε ερμηνεία αυτής με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και το επικληθέν και προσκομισθέν από τους διαδίκους αποδεικτικό υλικό και δεν προσέτρεξε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, άλλως δεν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για το σκοπό της ερμηνείας της εν προκειμένω κρίσιμης συμφωνίας των διαδίκων "να αποκατασταθεί το ελάττωμα που εμφανίστηκε με δαπάνες των εναγομένων και τούτο μέχρι το τέλος της καλοκαιρινής περιόδου".
Σύμφωνα με το ανωτέρω παραδεκτώς επισκοπούμενο (ΚΠολΔ 561 § 2) περιεχόμενο της απόφασής του, το Εφετείο έκρινε ότι καταληκτική ημερομηνία αποκατάστασης του προκύψαντος πραγματικού ελαττώματος του μισθίου δεν είχε συμφωνηθεί από τα μέρη, αλλά είχε οριστεί το τέλος της καλοκαιρινής περιόδου, η διάρκεια της οποίας, κατά την κοινή πείρα, εξαρτάται από την απουσία ξαφνικών βροχοπτώσεων και καλύπτει και την παρατεταμένη καλοκαιρία κατά τους φθινοπωρινούς μήνες, η οποία διαφοροποιείται από έτος σε έτος, με την από 1-8-2011 δε εξώδικη πρόσκλησή του (που επέδωσε στους αναιρεσίβλητους στις 9-8-2011 και 22-9-2011) ο αναιρεσείων ζήτησε άμεση αποκατάσταση και σε κάθε περίπτωση μέσα σε εύλογη προθεσμία χωρίς να προσδιορίζει αυτή, ώστε να μπορεί να διερευνηθεί αφενός αν η ταχθείσα προθεσμία ήταν εύλογη και αφετέρου αν οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν υπερήμεροι ως προς την παρέλευση της εύλογης προθεσμίας.
Επομένως, το Εφετείο, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία στην επίδικη συμφωνία των διαδίκων για αποκατάσταση του ελαττώματος του μισθίου "μέχρι το τέλος της καλοκαιρινής περιόδου" που να έχρηζε συμπλήρωσης ή ερμηνείας με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ούτε προέβη σε ερμηνεία αυτής βάσει άλλων αποδεικτικών στοιχείων, αλλά αποδίδοντας στην επίμαχη φράση "μέχρι το τέλος της καλοκαιρινής περιόδου" την, κατά την κοινή πείρα (ΚΠολΔ 336 §§ 1 & 4), έννοια, απεφάνθη ότι καταληκτική ημερομηνία αποκατάστασης του προκύψαντος πραγματικού ελαττώματος του μισθίου δεν είχε συμφωνηθεί από τα μέρη.
Στη συνέχεια δε, με βάση τα όσα αποδείχθηκαν, κατέληξε το Εφετείο, ότι ο αναιρεσείων επέλεξε να παύσει τη λειτουργία της επιχείρησής του για τους δικούς του λόγους, πριν ακόμη καταστούν υπερήμεροι οι αναιρεσίβλητοι ως προς την άρση του επίδικου πραγματικού ελαττώματος. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου (1ος), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραλείψεως προσφυγής στους κανόνες ερμηνείας των δικαιοπραξιών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 578 εδ. β', 341 και 298 ΑΚ απέρριψε την αγωγή του ως κατ' ουσία αβάσιμη ως προς το κεφάλαιό της που αφορά την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας, ενώ κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα έπρεπε να κρίνει ότι, όταν τον Οκτώβριο του 2011 κατήγγειλε την επίμαχη μισθωτική σύμβαση, οι αντίδικοί του είχαν ήδη καταστεί υπερήμεροι ως προς την εκπλήρωση της παραπάνω παροχής τους (άρση του πραγματικού ελαττώματος του μισθίου μέχρι το τέλος της καλοκαιρινής περιόδου) και να δεχθεί την αγωγή.
Και ο λόγος αυτός της αναίρεσης ο οποίος ουσιαστικά είναι απότοκος του πρώτου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού κατά τις παραδοχές του Εφετείου, σύμφωνα και με όσα κατά την ανάπτυξη του προηγούμενου λόγου αναίρεσης αναφέρονται, καταληκτική ημερομηνία αποκατάστασης του προκύψαντος πραγματικού ελαττώματος του μισθίου δεν είχε συμφωνηθεί από τα μέρη, αλλά είχε οριστεί το τέλος της καλοκαιρινής περιόδου, η διάρκεια της οποίας, κατά την κοινή πείρα, εξαρτάται από την απουσία ξαφνικών βροχοπτώσεων και καλύπτει και την παρατεταμένη καλοκαιρία κατά τους φθινοπωρινούς μήνες, η οποία διαφοροποιείται από έτος σε έτος, με την από 1-8-2011 δε εξώδικη πρόσκλησή του (που επέδωσε στους αναιρεσίβλητους στις 9-8-2011 και 22-9-2011) ο αναιρεσείων ζήτησε άμεση αποκατάσταση και σε κάθε περίπτωση μέσα σε εύλογη προθεσμία χωρίς να προσδιορίζει αυτή, ώστε να μπορεί να διερευνηθεί αφενός αν η ταχθείσα προθεσμία ήταν εύλογη και αφετέρου αν οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν υπερήμεροι ως προς την παρέλευση της εύλογης προθεσμίας.
Δεδομένου ότι ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του παραιτήθηκε του τρίτου και τελευταίου λόγου αναιρέσεως και απορριπτομένου του ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων με τις προτάσεις τους, περί απαραδέκτου της αναίρεσης, λόγω σιωπηρής αποδοχής της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης από τον αναιρεσείοντα, εισπράττοντας απ' αυτούς την επιδικαζόμενη αποζημίωση και τη δικαστική δαπάνη, ως αβασίμου.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων με την αγωγή του, πέραν του επίδικου κονδυλίου είχε ζητήσει και αποζημίωση για την αποθετική του ζημία εξ αδικοπραξίας (αμέλεια των αναιρεσιβλήτων στη συντήρηση της στέγης) και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εκ των οποίων το πρώτο απορρίφθηκε ως αόριστο και το δεύτερο έγινε δεκτό, το οποίο και εισέπραξε από τους αναιρεσίβλητους μαζί με τη δικαστική δαπάνη.
Επομένως, μόνο κατά το μέρος τούτο υπάρχει αποδοχή, το οποίο δεν είναι επίδικο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-12-2017 και με αριθμό καταθέσεως 39/21-12-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 72/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12
Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ