Legislator Case Law & Legislation
676/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding procedural time limits and substantive law violations.

Case Number 676/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the widow and her children against the appellate court's decision. The appellants argued that the lower court violated substantive law by failing to reject the claim due to the excessive delay in proceedings, which they claimed exceeded thirty years. The court ruled that the relevant provision regarding the acceleration of proceedings applies only to substantive rights, not procedural ones, thereby rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible when the appellant challenges a decision on procedural grounds that do not constitute a violation of substantive law, as procedural rights cannot be the basis for an appeal under the cited articles.

Keywords

AI generated
inadmissibility appeal procedural time limits substantive law violation acceleration of proceedings Code of Civil Procedure appellate review legal standing

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Case 728/2010
Case 639/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 676 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 676/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των καθών η κλήση: 1) Θ. - Α. χήρας Π. Π., το γένος Ν. - Π. Β., κατοίκου ... 2) Δ. - Α. θυγ. Π. Π., κατοίκου ... και 3) Η. Π. Π., κατοίκου ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού αναιρεσείοντος Π. Π., ο οποίος απεβίωσε στις 7-4-2011, όπως προκύπτει από την από 20-10-2015 κλήση ενώπιον του Αρείου Πάγου και από το υπ' αριθμ.57/2015 πρακτικό του Αρείου Πάγου.

Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα - Κωνσταντίνο Τζήμα, ο οποίος στο σημείο αυτό δήλωσε στο ακροατήριο ότι οι ανωτέρω καθών η κλήση παραιτούνται από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους 4ο έως και 16ο των αναιρεσιβλήτων.

Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: ...", ο οποίος τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από τους συνεκκαθαριστές του: 1) Ι. Α. του Δ., 2) Μ. σύζυγο Ε. Ρ. και 3) Δ. Ζ. του Κ., ο οποίος αντικατέστησε την αρχική εκκαθαρίστρια Μ. Α., όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 92/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, κατοίκων .... Οι 1ος και 2η εκ των εκκαθαριστών παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα - Μαρία Τζεφεράκου, ενώ ο 3ος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Θ. Π. Κ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Π. Κ., πατέρα αυτής, 2) Α. Κ. του Γ., συζύγου Γ. Β., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Γ. Κ., 3) Μ. Π. του Ι. και Χ. Π. του Ι., κατοίκων ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων των αποβιωσάντων γονέων τους Ι.

Μ. Π. και Ι. χήρας Ι. Π., 4) Α. Δ. Κ., κατοίκου ..., 5) α. Ν. Ε. Β., Α. συζ. Ν. Β., κατοίκων ..., ως ειδικών διαδόχων του Δ. Π. 6) Β. Δ. Υ., κατοίκου ..., 7) Κ. Β. Τ., κατοίκου ..., 8) Κ. Γ. Π., κατοίκου ..., 9)α. Ι. Σ. του Ε., κατοίκου ..., β. Ν. Σ. του Ε., κατοίκου ..., γ. Ν. Π. του Χ., κατοίκου ..., δ. Ε. Π. του Χ., κατοίκου ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης Α.

χήρας Ν. Π., κληρονόμου του προαποβιώσαντος συζύγου της αρχικού διαδίκου Ν. Π. 10) Π. συζ. Χ. Σ. και ήδη συζ. Κ. Β., το γένος Χ. Π., κατοίκου ..., β) Χ. συζ. Μ. Τ., κατοίκου ..., γ) Μ. συζ. Ν. Π., κατοίκου ..., δ) Ε. συζ. Θ. Δ., κατοίκου ... ε) Θ. Χ. Π., κατοίκου ..., στ) Δ. συζ. Γ. Κ., το γένος Χ. Π., κατοίκου ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων των αποβιωσάντων γονέων τους Χ.

και Π. Π., 11) Ε. θυγ. Η. Σ., κατοίκου ... ως ειδικής διαδόχου των Η. και Μ. Σ., 12) Γ. Κ. Α., κατοίκου ..., 13) Ν. Γ. Β., κατοίκου ..., 14) α. Γ. Σ. Ρ., κατοίκου ... β. Λ. Σ. Ρ., κατοίκου ... γ. Δ. Σ. Ρ., κατοίκου ..., δ. Χ. συζ. Η. Β., το γένος Σ. Ρ., κατοίκου ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων των αποβιωσάντων Θ. και ..., 15) α. Ε. χήρας Δ. Π., Π. Δ. Π., Κ.

Δ. Π., κατοίκων ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Δ. Π. Π., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-1971 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με λοιπές προσεπικλήσεις και πρόσθετες παρεμβάσεις. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9950/1972 και 10985/1974 μη οριστικές και 1415/1981 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 9949/1987 και 4830/2002 μη οριστικές και 10049/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι καθών η κλήση με την από 10-9-2007 αίτησή τους. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο ήδη 1ος αναιρεσίβλητος, ...", με την από 20-10-2015 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 3-12-2010 έκθεση της ήδη αποχωρησάσης από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ευφημίας Λαμπροπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των καθών η κλήση ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του παρασταθέντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 20-10-2015 κλήση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατόπιν ματαιώσεως της συζητήσεως αυτής κατά την ορισθείσα, με την από 24-7-2014 κλήση του ιδίου, δικάσιμο της 28-9-2015, λόγω του δηλωθέντος θανάτου του αναιρεσείοντος και της επελθούσης εντεύθεν βιαίας διακοπής της δίκης.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287 και 290 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικος και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκουσίως με ρητή ή σιωπηρά δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στη δικονομική του θέση.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα: 1) την υπ' αριθμ. ...-4-2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου, του ληξιάρχου Αθηνών, 2) το υπ' αριθμ. πρωτ. .../4-5-2011 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του ..., 3) τα υπ' αριθμ. πρωτ. .../31-5-2011, ...2017/28-9-2017 και .../26-9- 2017 πιστοποιητικά του γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών και τα υπ' αριθμ..../28-9-2017 και .../28-9-2017 πιστοποιητικά του γραμματέως του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, προκύπτει ότι την 7-4-2011, ήτοι μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, απεβίωσε ο αναιρεσείων Π.

Π. του Η., ο οποίος δεν κατέλιπε διαθήκη και έτσι κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Θ. - Α. Π. και τα τέκνα του Δ. - Α. Π. και Η. Π., που ήταν οι πλησιέστεροι συγγενείς αυτού και οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία του. Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, οι ανωτέρω κληρονόμοι του αποβιώσαντος, υπεισήλθαν στη θέση του δικαιοπαρόχου των και συνεχίζουν την βιαίως λόγω θανάτου αυτού διακοπείσα δίκη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 294 εδαφ. 1, 295 παρ. 1 εδαφ.α' και 297 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία, (299, 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι, ο αναιρεσείων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, χωρίς συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της υποθέσεως, η παραίτηση δε αυτή γενομένη είτε με δήλωση του παραιτουμένου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, για την οποία δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητος, καταχωριζομένη στα πρακτικά είτε με δικόγραφο επιδιδόμενο στον αναιρεσίβλητο, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, επιφέρουσα, αναδρομικώς, την κατάργηση της δίκης επί του ενδίκου μέσου, χωρίς να απαιτείται η έκδοση σχετικής αποφάσεως, εκτός αν ο αντίδικος του παραιτουμένου του οποίου δεν είναι απαραίτητη η κλήτευση στη σχετική δίκη εμμένει, για οποιαδήποτε λόγο, στην έκδοση αποφάσεως οπότε το δικαστήριο θα χωρήσει στη δημοσίευση αυτής με διατακτικό τις δικονομικές συνέπειες της παραιτήσεως (Α.Π. 382/2016, 1830/2006, 351/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, νομίμως εκπροσωπούμενοι διά του πληρεξουσίου των δικηγόρου Ανδρέα Τζήμα, δήλωσαν ότι παραιτούνται από του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους υπ' αριθμ. 4 έως και 16 αναιρεσιβλήτους. Η δήλωση αυτή, καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά, είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, παραδεκτή και νόμιμη, και έχει ως συνέπεια η αίτηση αναιρέσεως να θεωρείται ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους, μη ασκηθείσα, καταργουμένης της δίκης ως προς αυτούς, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, ούτε και αποδεικνύεται κλήτευσή των.

Κατά το άρθρο 576 παρ.1-3 του Κ.Πολ.Δ., όπως η παράγραφος 3 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 του ν.4139/2013, "1. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. 2. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. 3. Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ' και δ' του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 575 εδ.β' του ιδίου Κώδικος, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητος της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά την μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεως αυτού κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά την αρχική δε αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, ήτοι μετά ή διά του έχοντος ρητή πληρεξουσιότητα δικηγόρου του, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη δικάσιμο αυτή, αφού η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της επισπεύσεως ή της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο δεν καλύφθηκε λόγω της μη νομίμου παραστάσεώς του κατ' αυτήν (Α.Π.314/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 10 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10.049/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Η συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως ορισθείσα αρχικώς για την δικάσιμο της 13-12-2010 ματαιώθηκε, καθόσον επήλθε βιαία διακοπή της δίκης από λόγους αναγομένους στο πρόσωπο των εκκαθαριστών του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Ακολούθως η κρινομένη αίτηση επανεισήχθη προς συζήτηση με την από 24-7-2014 κλήση του πρώτου αναιρεσιβλήτου και ορίσθηκε δικάσιμος η 28-9-2015, κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε και πάλι λόγω του δηλωθέντος θανάτου του αναιρεσείοντος και της επελθούσης βιαίας εκ του λόγου τούτου διακοπής της δίκης. Επακολούθησε η αναφερομένη στην αρχή της παρούσης κλήση του πρώτου αναιρεσείοντος με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η 22-2-2016, κατά την οποία η συζήτηση της αιτήσεως ανεβλήθη, λόγω αποχής των δικηγόρων, για τη δικάσιμο της 30-1-2017 και κατ' αυτήν για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο.

Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο και κατά τη νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.. οι δευτέρα και τρίτη των αναιρεσιβλήτων Α. Κ. και Α. Κ.. Από τα έγγραφα του φακέλλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση ούτε της αιτήσεως αναιρέσεως ούτε της από 20-10-2015 κλήσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου, με την οποίαν η υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση κατόπιν ματαιώσεως της συζητήσεως αυτής κατά τη δικάσιμο της 28-9-2015, ούτε άλλωστε και επικαλείται επίδοση προς αυτούς της κλήσεως ο επισπεύδων τη συζήτηση πρώτος αναιρεσίβλητος, ούτε και προσκομίζει τις σχετικές εκθέσεις επιδόσεως.

Ενόψει δε τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κλήτευση αυτών η μετά τις ρηθείσες αναβολές εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο, αφού προϋπόθεση προς τούτο αποτελεί η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευσή των ή η νόμιμη παράσταση αυτών κατά την αρχική δικάσιμο που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Ενόψει των ανωτέρω και των νομικών δεδομένων που προπαρετέθησαν, πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη του Δικαστηρίου έρευνα, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τις απολειπόμενες και μη κλητευθείσες ως άνω διαδίκους, ως προς τις οποίες και πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση, και να χωρήσει περαιτέρω η συζήτηση αυτής μόνο ως προς τον παριστάμενο πρώτο αναιρεσίβλητο, εφόσον πρόκειται περί απλής και όχι αναγκαστικής ομοδικίας.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης αναιρετικής δίκης, προκύπτουν τα εξής: Ο πρώτος αναιρεσίβλητος υπό εκκαθάριση τελών οικοδομικός συνεταιρισμός με την επωνυμία "..., με την από 10 Ιουνίου 1971 (ένδικη) αγωγή του, επικαλούμενος, ακυρότητα, για τους αναφερομένους σ' αυτήν λόγους, των υπ' αριθμ. ...-4-1963, ...-6-1963 και ...-6-1963 αποφάσεων του διοικητικού του συμβουλίου, με τις οποίες αποφασίστηκε η με εκούσιο πλειστηριασμό πώληση και η μετ' αυτόν κατακύρωση υπέρ των δύο πρώτων εναγομένων Γ.

Κ. (πατρός και δικαιοπαρόχου της τρίτης αναιρεσιβλήτου Α. Κ., συζ. Γ. Β.) και Π. Κ. (πατρός και δικαιοπαρόχου της δευτέρας αναιρεσίβλητης Α. Κ.) του περιγραφομένου στην αγωγή αγροτεμαχίου και ήδη οικοπέδου, ιδιοκτησίας του, εκτάσεως 112.500 τ.μ., κειμένου στο ..., καθώς και της μεταβιβαστικής του ακινήτου συμβάσεως πωλήσεως που επακολούθησε, περί της οποίας συνετάχθη το υπ' αριθμ..../8-2-1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κηφισίας Αττικής Π.

Μ., επί πλέον δε κατάληψη και κατοχή του εν λόγω ακινήτου από τους εναγομένους, (αρχικούς και εν συνεχεία αγοραστές τμημάτων αυτού, μεταξύ των οποίων και ο πατέρας και δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Π. Π.) ζήτησε αφ' ενός μεν να αναγνωρισθούν ως άκυροι οι ανωτέρω αποφάσεις του διοικητικού του συμβουλίου και η επακολουθήσασα σύμβαση πωλήσεως του ακινήτου, αφ' ετέρου δε να αναγνωρισθεί αυτός (ενάγων) κύριος του ιδίου ακινήτου, περιελθόντος σ' αυτόν κατά τον εκτιθέμενο στην αγωγή νόμιμο τρόπο.

Επί της αγωγής αυτής και των συνεκδικασθεισών παρεμπιπτουσών αγωγών που ασκήθηκαν κατά των δύο πρώτων εναγομένων από τους λοιπούς εναγομένους, αγοραστές τμημάτων του επιδίκου ακινήτου, (μεταξύ των οποίων και ο πατέρας των αναιρεσειόντων), με αντικείμενο την αποζημίωσή των σε περίπτωση ήττας των στην επί της κυρίας αγωγής δίκη, εκδόθηκαν αρχικώς οι υπ' αριθμ. 9950/1972 και 10985/1974 μη οριστικές αποφάσεις του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου περί εμμαρτύρων αποδείξεων και χορηγήσεως νέας προθεσμίας για τη διεξαγωγή αυτών, αντιστοίχως, και εν συνεχεία, η υπ' αριθμ. 1415/1981 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία έγιναν δεκτές οι συνεκδικασθείσες αγωγές και δη εξ ολοκλήρου η κυρία και εν μέρει οι παρεμπίπτουσες.

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση μεταξύ άλλων και ο πατέρας και δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, η οποία και απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την ήδη προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν επίσης και οι συνεκδικασθείσες εφέσεις των λοιπών εναγομένων. Η τελευταία αυτή απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε την κυρία αγωγή, πλήττεται με την υπό κρίση αίτηση για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 599 Κ.Πολ.Δ.(Ολ.Α.Π. 2/2001).

Στη προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν εκήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 220 Κ.Πολ.Δ. δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, που έχει ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, και την αναγνώριση της κυριότητος του ενάγοντος, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, επί του επιδίκου ακινήτου, για το λόγο ότι αυτή δεν είχε εγγραφεί νομίμως και εμπροθέσμως στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι στην, παραδεκτώς επισκοπουμένη, κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., υπ' αριθμ. 9950/1972 προδικαστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία εξεδόθη αρχικώς επί της ενδίκου αγωγής και διέταξε αποδείξεις αναφέρεται ότι η εν λόγω αγωγή έχει καταχωρηθεί στο οικείο βιβλίο διεκδικήσεων, όπως προκύπτει από το μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. .../19-7-1971 πιστοποιητικό του αρμόδιου υποθηκοφύλακα Αμαρουσίου.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 27 και 28/1998, 7/2006 και 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (Α.Π. 653/2011, 625/2008, 38/2008).

Εξάλλου, στους περιοριστικώς καθοριζομένους, στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγους αναιρέσεως δεν περιλαμβάνεται και η εσφαλμένη εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ.2 ιδίου Κώδικος δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους αναφερομένους στο άρθρο 559.

Έτσι, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αν και δεν περιλαμβάνονται στο δικόγραφο αυτής ή αντιθέτως δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς αν και περιλαμβάνονται στο δικόγραφο αυτής, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 (και όχι 8) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., υπό την έννοια ότι αξίωσε για την εφαρμογή της διατάξεως που εφάρμοσε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που κανόνας απαιτεί για την εφαρμογή του ή τη μη εφαρμογή του (Α.Π.675/2011, 231/2004, 1734/2009).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., ο νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών, που εκτίθενται στην αγωγή για τη νομική θεμελίωσή της, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή αυτών, έστω και αν είναι διαφορετική εκείνης στην οποία προβαίνει ο ενάγων, η ενέργεια δε αυτή του δικαστηρίου δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, καθόσον αυτή συγκροτείται από τα θεμελιωτικά του αιτήματος της πραγματικά περιστατικά, που επικαλείται ο ενάγων και όχι από το νομικό χαρακτηρισμό αυτών από τον τελευταίο.

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Η διάταξη αυτή, έχουσα έντονο χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, ως αποσκοπούσα στην καταπολέμηση της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και κατά την ενάσκηση παντός εν γένει δικαιώματος, καταλαμβάνει και το δικαίωμα των μελών του διοικητικού συμβουλίου νομικού προσώπου, που εκπροσωπούν αυτό να λαμβάνει αποφάσεις, που αφορούν τη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του.

Συνεπώς, αν τα εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο μέλη του διοικητικού συμβουλίου ενεργούν μεν στα πλαίσια των παρεχομένων σ' αυτά, από το νόμο ή το καταστατικό, εξουσιών και αρμοδιοτήτων, πλην όμως κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, οι σχετικές αποφάσεις των είναι άκυρες, λόγω αντιθέσεών των στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. (σχετ. Α.Π. 1294/2004, 187/2005, 1294/2004, 1126/06, 1969/1990).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της από 10 Ιουνίου 1971 αγωγής, του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, υπό εκκαθάριση τελούντος Οικοδομικού Συνεταιρισμού, στρεφομένη , μεταξύ άλλων και κατά του ήδη αποβιώσαντος και κληρονομηθέντος από τους αναιρεσείοντες, συζύγου και πατρός αυτών, αντιστοίχως, Π.

Π., προκύπτει, ότι ο ενάγων εξέθεσε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος των τα εξής: Με τις υπ' αριθμ. ....4.1963, ....6.1963 και ...-6-1963 αποφάσεις του διοικητικού του συμβουλίου, απεφασίσθη η διά εκουσίου πλειστηριασμού πώληση και η μετά τούτον (πλειστηριασμό) κατακύρωση υπέρ των δύο πρώτων εναγομένων, Γ.

Κ. (πατρός και δικαιοπαρόχου της τρίτης αναιρεσιβλήτου) και Π. Κ. (πατρός και δικαιοπαρόχου της δεύτερης αναιρεσιβλήτου), του περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου, ιδιοκτησίας του, εκτάσεως 112.500 τετραγωνικών μέτρων, κειμένου στην .... Οι ανωτέρω αποφάσεις ήταν άκυρες για τους αναφερομένους στην αγωγή τυπικούς λόγους (μη νόμιμη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου, μη υπογραφή τους από όλα τα συμμετασχόντα μέλη, μη νόμιμη συμμετοχή του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου), οι οποίοι και δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω.

Ο αποφασισθείς, κατά τα ανωτέρω εκούσιος πλειστηριασμός διενεργήθηκε την 23 Ιουνίου 1963, "εν κρυπτώ", διότι οι σχετικές ανακοινώσεις για τη διενέργεια αυτού δημοσιεύθηκαν σε ένα και μόνο "λαθρόβιον έντυπον" υπό τον τίτλο "..." και κατ' αυτόν εμφανίστηκαν και πλειοδότησαν, από κοινού, οι προαναφερθέντες δύο πρώτοι εναγόμενοι Π.

Κ. και Γ. Κ., επί θυγατρί γαμβρός του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του εν λόγω συνεταιρισμού, Γ. Κ., στους οποίους κατεκυρώθη το ακίνητο αντί του εξευτελιστικού τιμήματος των 163.350 δραχμών, ενώ η πραγματική του αξία ανερχόταν, τουλάχιστον σε 1.000.000 δραχμές. Μετά την κατακύρωση του αποτελέσματος του διαγωνισμού, ο προαναφερόμενος πρόεδρος του διοικητικού του συμβουλίου και ο γραμματέας αυτού Β.

Β., ενεργούντες ως νόμιμοι εκπρόσωποι του συνεταιρισμού, προέβησαν στην προς τους ανωτέρω πλειοδότες μεταβίβαση από κοινού του περί ου ο λόγος ακινήτου, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1964 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κηφισίας Π. Μ., νομίμως μεταγραφέντος. Ακολούθως δε οι ως άνω αγοραστές, προέβησαν στην κατάτμηση μέρους του κτηθέντος ακινήτου με την πώληση και μεταβίβαση τμημάτων αυτού στους λοιπούς εναγομένους (κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα), ενώ το εναπομείναν ακίνητο διένειμαν μεταξύ τους με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. .../1967 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κηφισιάς Ν.

Α. και έλαβαν έκταση 22 στρεμμάτων ο καθένας. Η προεκτεθείσα διά πλειστηριασμού πώληση του ακινήτου του, με τον τρόπο που έγινε (εν κρυπτώ με μόνη τη δημοσίευση της σχετικής αποφάσεως σε ένα "λαθρόβιο έντυπο", ώστε να μη υπάρξει προσέλευση πλειοδοτών) συνιστά, ενόψει και του προειρημένου εξευτελιστικού τιμήματος κατακυρώσεως, καθαρώς χαριστική πράξη προς τους πλειοδοτήσαντες αγοραστές, ο ένας εκ των οποίων ήταν και επί θυγατρί γαμβρός του προέδρου του διοικητικού του συμβουλίου, κειμένη εκτός του σκοπού του συνεταιρισμού και μη επιτρεπομένη ούτε από το καταστατικό ούτε από το άρθρο 32 του ν. 602/1915 και ως τοιαύτη ήταν άκυρη.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, ο ενάγων ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των αποφάσεων του διοικητικού του συμβουλίου και της γενομένης δυνάμει αυτών μεταβιβάσεως του ακινήτου και η κυριότητά του επί του ιδίου ακινήτου. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δικάζοντας, μεταξύ των άλλων, και επί της εφέσεως του ρηθέντος δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτοδίκου οριστικής αποφάσεως, η οποία είχε δεχθεί την αγωγή, ως προς την προεκτεθείσα βάση της, έκρινε, όπως και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμω και ουσία βάσιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 281,174, 180 και 1094 του Α.Κ.

και 70 του Κ.Πολ.Δ. και απέρριψε ακολούθως την έφεση του ως άνω εναγομένου. Ειδικότερα το Εφετείο, συντασσόμενο με την αντίστοιχη σχετική κρίση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έκρινε ότι στην ένδικη αγωγή κατά τη διατύπωση, αλλά και την εκτίμηση του νοηματικού της περιεχομένου , περιέχεται με σαφήνεια ιστορική βάση, υπαγομένη στη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., συνισταμένη στο ότι η προσβαλλομένη ως άκυρη πώληση έγινε με εκούσιο πλειστηριασμό εξαιρετικά περιορισμένης δημοσιότητος στο γαμβρό επί θυγατρί του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του ενάγοντος και με εξευτελιστικό τίμημα, ενώ από την όλη διατύπωση και το πνεύμα του αγωγικού δικογράφου, προκύπτει, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, και η προβολή του ισχυρισμού της γνώσεως των εναγομένων αγοραστών (μάλιστα συμπαιγνίας), καθόσον εκτίθεται ότι σκοπός της πωλήσεως ήταν ακριβώς η παροχή σ' αυτούς δυσαναλόγως μεγάλου, σε σχέση με την αντιπαροχή, περιουσιακού οφέλους σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, συνιστώσα παράβαση της διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ., ο ισχυρισμός δε αυτός, με τον ίδιο τρόπο και έννοια, περιελήφθη και στο θέμα αποδείξεως που έταξε το Πρωτοβάθμιο Δικαστηρίου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η ένδικη αγωγή, υπό το προεκτεθέν ιστορικό της περιεχόμενο, θεμελιούται στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τη συγκεκριμένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη, το πραγματικό της οποίας συγκροτείται, κατ' ορθή εκτίμηση των εκτιθεμένων στο αγωγικό δικόγραφο πραγματικών γεγονότων.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους, προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., (με τον δεύτερο), (πράγματι όμως 1) του ίδιου άρθρου•και από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 με τον τρίτο, υπό την έννοια ότι το Εφετείο εσφαλμένως εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., διότι η εκποίηση του επιδίκου οικοπέδου του ενάγοντος - πρώτου αναρεσιβλήτου, δεν συνιστά δικαίωμα, αλλά φυσική ευχέρεια και έκφραση συμβατικής ελευθερίας, επί της οποίας δεν εφαρμόζεται η συγκεκριμένη διάταξη, σε κάθε περίπτωση δε με την αγωγή δεν προβάλλεται ισχυρισμός περί καταχρηστικότητος και δεν ζητείται αναγνώριση εκ του λόγου τούτου ακυρότητος των προσβαλλομένων αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου του συνεταιρισμού και του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, τυγχάνουν αβάσιμοι.

Οι διά του πρώτου ως άνω λόγου αναιρέσεως αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες ειδικότερα στο ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η αγωγή θεμελιώνεται στην διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.: α) έλαβε παρά το νόμο υπόψη πράγματα που δεν περιέχονται στο δικόγραφο αυτής β) επεδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε είναι απαράδεκτες, αφού ως προς την ρηθείσα κρίση του Εφετείου περί του νόμω βασίμου της αγωγής, δεν στοιχειοθετούνται οι αντίστοιχες αναιρετικές πλημμέλειες.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: 1) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας 2) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση 3) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Εξάλλου, η έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση.

Οι ισχυρισμοί δε που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, όπως είναι και οι αναγόμενοι στην ικανότητα διαδίκου, στην εκπροσώπηση και νομιμοποίηση αυτού, δεν είναι αναγκαίως και δημοσίας τάξεως. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημοσία τάξη, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.Α.Π. 15/2000, Α.Π.818/2017, 168/2015, 529/2009, 1725/2008, 1401/2008).

Εξάλλου, με τα άρθρα 59, 60 παρ.1, 64, 65 του ν. 602/1915, που ίσχυε κατά το χρόνο λύσεως και θέσεως υπό εκκαθάριση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ορίζονται τα εξής: "Η εκκαθάρισις ενεργείται υπό της διοικήσεως, εάν δεν έχει ανατεθεί υπό του καταστατικού ή δι' αποφάσεως της συνελεύσεως εις άλλα πρόσωπα. Εκκαθαρισταί διορίζονται εις ή τρεις.

Τη αιτήσει του εποπτικού συμβουλίου ή του κατά το άρθρον 41 εδ. 2 αριθμού συνεταίρων, δύνανται να διορισθώσιν εκκαθαρισταί υπό του ειρηνοδικείου" (άρθρο 59) "Οι υπό του ειρηνοδικείου διορισθέντες εκκαθαρισταί δύνανται να ανακληθώσι καθ' όν τρόπον διωρίσθησαν", (άρθρο 60 παρ.1)."Οι εκκαθαρισταί αποπερατώνουν τας εκκρεμείς υποθέσεις, εκπληρούσι τας υποχρεώσεις του διαλυθέντος συνεταιρισμού, εισπράττουν τας απαιτήσεις και μετατρέπουν εις μετρητά την περιουσίαν του συνεταιρισμού.

Εκπροσωπούσι δικαστικώς και εξωδίκως τον συνεταιρισμόν. Προς περάτωσιν εκκρεμών υποθέσεων δύνανται να συνάπτωσι νέας δικαιοπραξίας" (άρθρο 64). "Οι εκκαθαρισταί έχουν πάντα τα δικαιώματα και καθήκοντα των μελών της Διοικήσεως και υπόκεινται εις την εποπτείαν του εποπτικού συμβουλίου. ..." (άρθρο 65). Επίσης κατά το άρθρο 9 του επακολουθήσαντος ν.δ. 886/1971 που αφορά I τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς "1.

Οι οριζόμενοι κατά τας διατάξεις του άρθρου 59 του Ν. 602/1915 εκκαθαρισταί Οικοδομικών Συνεταιρισμών δύναται, τη αιτήσει του έχοντος έννομον συμφέρον, να αντικαθίστανται δι' αποφάσεως του οικείου Ειρηνοδικείου ένεκα σπουδαίων λόγων... 2. Εν περιπτώσει αδυναμίας διορισμού εκκαθαριστών εκ των μελών του Συνεταιρισμού, ως εκκαθαρισταί διορίζονται έτερα πρόσωπα επιλεγόμενα υπό του αρμοδίου Δικαστηρίου. 3.

Η αποπεράτωσις της εκκαθαρίσεως των διαλυομένων Οικοδομικών Συνεταιρισμών ενεργείται, εντός τακτής προθεσμίας, οριζομένης διά πράξεως του αρμοδίου Δικαστηρίου, εφ' όσον οι εκκαθαρισταί διωρίσθησαν ή αντικατεστάθησαν υπ' αυτού.... Η προθεσμία αύτη δεν δύναται να ορισθή μείζων των 2 ετών, επιτρεπομένης όμως της παρατάσεώς της υπό του αρμοδίου δικαστηρίου επί τη αιτήσει των εκκαθαριστών και εφ' όσον συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος. 4.

Διά τον καθορισμόν ή την παράτασιν της προθεσμίας αποπερατώσεως της εκκαθαρίσεως λαμβάνονται υπ' όψιν τα περιουσιακά στοιχεία του διαλυθέντος Οικοδομικού Συνεταιρισμού, αι εκκρεμείς υποθέσεις, αι υποχρεώσεις και αι απαιτήσεις αυτού ως και οι υπό του άρθρου 66 του Ν. 602/1915 ή άλλων νόμων τιθέμενοι όροι ή περιορισμοί".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεως προς εκείνες των άρθρων 72, 74 Α.Κ., 62, 64 παρ.2, 68 και 790 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι σε περίπτωση λύσεως του νομικού προσώπου (επομένως και του συνεταιρισμού) ακολουθεί υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως το στάδιο της εκκαθαρίσεως, μέχρι δε να περατωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες αυτής ο συνεταιρισμός θεωρείται υφιστάμενος και συνακολούθως διατηρεί τη νομική του προσωπικότητα και την ικανότητα να είναι διάδικος, νομιμοποιούμενος ενεργητικώς και παθητικώς για τη διεξαγωγή των σχετικών δικών, στις οποίες εκπροσωπείται νομίμως δια του εκκαθαριστού ή των εκκαθαριστών αυτού, που διορίζονται με απόφαση του ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα του.

Οι εκκαθαριστές εκπροσωπούν δικαστικώς και εξωδίκως το συνεταιρισμό και έχουν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μελών του διοικητικού συμβουλίου αυτού. Εξ ουδεμιάς των ανωτέρω ή άλλων διατάξεων συνάγεται ότι ο υπό εκκαθάριση τελών συνεταιρισμός δεν δικαιούται, διαρκούσης της εκκαθαρίσεως, να προβεί στην άσκηση αγωγής ή ότι η κατά τη διάρκεια της εκκαθαρίσεως έλλειψη εκπροσωπήσεως του συνεταιρισμού, λόγω μη εγκαίρου παρατάσεως της θητείας ή αντικαταστάσεως των διορισθέντων εκκαθαριστών, συνεπάγεται την περάτωση της εκκαθαρίσεως και την απώλεια της νομικής του προσωπικότητος, με περαιτέρω συνέπεια την απώλεια της ικανότητος του να είναι διάδικος.

Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθαρίσεως, αν διαπιστωθεί, ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος του συνεταιρισμού, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθαρίσεως και συνεχίζεται η εκπροσώπηση του συνεταιρισμού από τους εκκαθαριστές. (Α.Π. 216/2012, 693/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, η προσβαλλομένη απόφαση ψέγεται για την μη κήρυξη απαραδέκτου της ενδίκου αγωγής, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατά την άσκηση και τη συζήτηση αυτής και προσάπτονται συναφώς στην απόφαση επάλληλες αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ..

Ειδικότερα για τη στοιχειοθέτηση των ως άνω αιτιάσεων οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται: α) ότι η άσκηση της ενδίκου αγωγής, δεν συνιστά πράξη αποπερατώσεως εκκρεμούς υποθέσεως, ώστε να υπάγεται στην αρμοδιότητα των εκκαθαριστών, αλλά έναρξη νέας δικαστικής διαμάχης, που υπερβαίνει τα όρια της εξουσίας αυτών, όπως διαγράφονται στο άρθρο 64 του ν. 602/1915, και συνεπώς το Εφετείο κρίνοντας ότι ο ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικώς και εκπροσωπείται νομίμως από τους εκκαθαριστές και μη κηρύσσοντας αυτεπαγγέλτως απαράδεκτη την αγωγή υπέπεσε στις ρηθείσες αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ.

και β) ότι ο ενάγων, κατά τη συζήτηση της αγωγής, μετά την οποία εξεδόθη η οριστική επ' αυτής απόφαση, είχε παύσει να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο, λόγω μη εγκαίρου παρατάσεως (προ της λήξεως αυτής) της προθεσμίας αποπερατώσεως της εκκαθαρίσεως και της θητείας των εκκαθαριστών, με αποτέλεσμα, λόγω των κενών διαστημάτων που μεσολάβησαν στην προθεσμία εκκαθαρίσεως και στην εκπροσώπηση του ενάγοντος, να έχει επέλθει περάτωση της εκκαθαρίσεως και εντεύθεν απώλεια της νομικής του προσωπικότητος και της ικανότητος του να είναι διάδικος.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., διότι στηρίζεται σε ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είχαν προταθεί νομίμως ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας. Οι ισχυρισμοί δε αυτοί δεν αφορούν την δημοσία τάξη , όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, ούτε υπάγονται σε κάποια άλλη από τις εξαιρέσεις της προδιαληφθείσης διατάξεως του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..

Συνεπώς θα έπρεπε να είχαν υποβληθεί ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και του Εφετείου με λόγο εφέσεως κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, που δέχθηκε την αγωγή, και με επίκληση των γεγονότων που ήδη επικαλούνται, για την θεμελίωσή των. Τούτο όμως δεν συνέβη, όπως και οι αναιρεσείοντες συνομολογούν, αλλά προκύπτει και από την επισκόπηση των ενώπιον των ως άνω Δικαστηρίων προτάσεών τους.

Σε κάθε περίπτωση όμως οι ανωτέρω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων και αν ακόμη ήθελαν κριθεί παραδεκτοί, τυγχάνουν μη νόμιμοι διότι: α) Η άσκηση της ενδίκου αγωγής για απαιτήσεις του υπό εκκαθάριση τελούντος ενάγοντος, συνεταιρισμού, σαφώς και εντάσσεται στις εργασίες της εκκαθαρίσεως και ως τοιαύτη εμπίπτει στα όρια της εξουσίας των εκκαθαριστών οι οποίοι σύμφωνα με το άρθρο 65 του ν. 602/1915 έχουν πάντα τα δικαιώματα και καθήκοντα των μελών της Διοικήσεως, στα οποία περιλαμβάνεται βεβαίως και η άσκηση αγωγών για διεκδίκηση και διασφάλιση απαιτήσεων και δικαιωμάτων του συνεταιρισμού και β) η παρεμβολή κενών διαστημάτων κατά τις αλλεπάλληλες παρατάσεις της προθεσμίας αποπερατώσεως της εκκαθαρίσεως και της θητείας των εκκαθαριστών, που έγιναν, διαρκούσης της εκκαθαρίσεως, δεν συνεπάγεται την περάτωση της εκκαθαρίσεως και την παύση της νομικής προσωπικότητος του ενάγοντος συνεταιρισμού, με περαιτέρω συνέπεια την απώλεια της ικανότητος του να είναι διάδικος, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη.

Πολύ δε περισσότερο, αφού ως προελέχθη, ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθαρίσεως, εάν διαπιστωθεί η ύπαρξη εκκρεμότητος, εγκύρως επαναλαμβάνονται οι εργασίες της εκκαθαρίσεως και συνεχίζεται η εκπροσώπηση του συνεταιρισμού από τους εκκαθαριστές.

Κατά το άρθρο 281 του Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο επί δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνες του ουσιαστικού δικαίου όχι δε και επί ασκήσεως δικαιωμάτων ή δυνατοτήτων που απορρέουν από κανόνες του δικονομικού δικαίου (Α.Π. 728/2010, 639/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες, προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, για παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου και παρά το νόμο μη κήρυξη απαράδεκτου. Ειδικότερα δε ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ., δεν απέρριψε την αγωγή, κατά παραδοχήν του προβληθέντος ισχυρισμού του δικαιοπαρόχου των περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του πρώτου αναιρεσιβλήτου να φέρει προς συζήτηση ενώπιον του την υπόθεση δεκαεπτά έτη μετά από την έκδοση της υπ' αριθμ. 9949/1987 αποφάσεώς του με την οποία είχε ανασταλεί η πρόοδος της δίκης, τριάντα δε έτη από την άσκηση της αγωγής και σαράντα τρία έτη από την πώληση της οποίας ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητος.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., ως ήδη εξετέθη, δεν έχει εφαρμογή επί ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως, εν προκειμένω, η επίσπευση της συζητήσεως της εφέσεως του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, της οποίας άλλωστε θα μπορούσε ο ίδιος να είχε επιμεληθεί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Θεωρεί μη ασκηθείσα την από 10 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση των: 1) Θ. - Α. χήρας Π. Π. 2) Δ. - Α. Π. Π. και 3) Ηλία Π. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10.049/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τους αναιρεσιβλήτους: 1α) Μ. Π. του Ι. και ) Χ. Π. του Ι., 2) Α. Δ. Κ., 3α) Ν. Ε. Β., ) Α. συζ. Ν. Β., 4) Β. Δ. Υ., 5) Κ. Β. Τ., 5) Κ. Γ. Π., 6α) Ι. Σ. του Ε., β) Ν. Σ. του Ε., ) Ν. Π. του Χ. και δ) Ε. Π. του Χ., 7) Π. πρώην συζ. Χ. Σ. και ήδη συζ. Κ. Β., β) Χ. συζ. Μ. Τ., ) Μ. συζ. Ν. Π., ) Ε. συζ. Θ. Δ., ) Θ. Χ. Π., στ) Δ. συζ. Γ. Κ.,8) Ε. θυγ. Η. Σ., 9) Γ. Κ. Α., 10) Ν. Γ. Β., 11) Γ. Σ. Ρ., ) Λ. Σ. Ρ., γ) Δ. Σ. Ρ., ) Χ. συζ. Η. Β., 12) Ε. χήρα Δ. Π., ) Π. Δ. Π. και ) Κ. Δ. Π.

Κηρύσσει απαράδεκτη της συζήτηση της από 10 Σεπτεμβρίου 2007 αιτήσεως των 1) Θ. - Α. χήρας Π. Π., 2)Δ. - Α. Π. Π. και 3) Η. Π. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10.049/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς την δευτέρα και την τρίτη των αναιρεσιβλήτων 1) Αθηνά θυγ. Π. Κ. και Α. Κ. συζ. Γ. Β..

Απορρίπτει την από 10 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση των: 1) Θ. - Α. χήρας Π. Π. 2)Δ. - Α. Π. Π. και 3) Ηλία Π. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10.049/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, υπό εκκαθάριση Οικοδομικό Συνεταιρισμό με την επωνυμία "..., νομίμως εκπροσωπούμενο. Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ