Legislator Case Law & Legislation
676/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in construction accident case, upholding employer liability for safety violations.

Case Number 676/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's judgment regarding a construction site accident. The appellant, an engineer, argued that the employer failed to enforce safety regulations, but the court found she was jointly liable as the designated supervisor. The court ruled that the lower court correctly applied the law regarding employer fault and rejected the appeal as baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 932 of the Civil Code; Article 16 of Law 551/1915: Compensation for moral damage in work accidents requires fault by the employer or supervisor; the employer's failure to enforce safety regulations constitutes such fault.

Keywords

AI generated
work accident liability employer fault safety regulations moral damage compensation construction site supervision joint liability appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 914, 932 of the Civil Code
Article 16 of Law 551/1915
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 676 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 676/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Σ. κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπουλούκο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Π. του Ζ. (I. P. του Z.) κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Καυκούλα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2021/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4233/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-10-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 24-11-2014 έκθεσή του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Αυγουλέα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από το συνδυασμό ων διατάξεων των άρθρων 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του Ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προοτηθέντων από αυτόν προσώπων, ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι’ αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.

Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προοτηθέντων απ’ αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου, πράξεως ή παραλείψεως.

Τέτοιο πταίσμα, προκειμένου περί οικοδομικών εν γένει εργασιών, θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του Π.Δ. 778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμο υπεύθυνους του έργου. Εξάλλου, ο ν. 1396/1983 "μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και σε ιδιωτικά έργα" προβλέπει:

α) στο άρθρο 3, τις υποχρεώσεις του εργολάβου, οι οποίες, εκτός άλλων, συνίστανται στη λήψη και στην τήρηση των μέτρων ασφαλείας, που αφορούν ολόκληρο το έργο, καθώς και στην τήρηση των οδηγιών του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου, β) στο άρθρο 4, τις υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ’ έναν εργολάβο, οι οποίες είναι 1.

να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι, ή υπεργολάβοι. 2. Σε περίπτωση διακοπής των εργασιών να λάβει όλα τα μέτρα, τα οποία του υποδεικνύει εγγράφως ο επιβλέπων το έργο και να τα διατηρεί αναλλοίωτα καθ’ όλη τη διάρκεια της διακοπής. 3.

Πριν από την έναρξη των εργασιών που διακόπηκαν να ειδοποιήσει εγγράφως τον επιβλέποντα το έργο και γ) στο άρθρο 7, τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού, οι οποίες είναι: Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος.

Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεση τους. Να δίνει οδηγίες, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρηση τους. 3.

Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει σχετικές οδηγίες. 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται.

Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου. Περαιτέρω, με τα άρθρα 1, 78, 79 και 111 του π.δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού" ορίζεται ότι: "Επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται υπό των κατά νόμων υπευθύνων, πέραν των διατάξεων του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων (αρ. 1).

Δια την πρόληψιν ατυχημάτων από άμεσον ή έμμεσον επαφήν ή προσέγγισιν προς δίκτυα ή λοιπά στοιχεία ηλεκτρικών εγκαταστάσεων υπό τάσιν, πρέπει ειδικότερον: α) Να λαμβάνονται όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση εργαζομένων εις ηλεκτροφόρους αγωγούς ή στοιχεία, ασχέτως τάσεως των.

β) Αι μεταφοραί, χειρωνακτικώς ή μη, σιδηροπλισμού, σωλήνων, κιγκλιδωμάτων κ.ά. και αι εγκαταστάσεις μηχανημάτων, τροχιών αναβατορίων, πυραύλων κ.ά., ως και αι προσεγγίσεις αντλιών σκυροδέματος πραγματοποιούνται μακράν από ηλεκτροφόρους αγωγούς, ασχέτως τάσεως, γ) Εις περιοχάς όπου υπάρχουν εναέρια ηλεκτρικά δίκτυα ή εγκαταστάσεις, εφόσον εργάζονται ή κινούνται υψηλά οχήματα - μηχανήματα, γερανοί, εκσκαφείς κ.λπ., να λαμβάνονται πέραν των εις την προηγουμένην παράγραφον και μετά έγγραφην έγκρισιν της ΔΕΗ πρόσθετα ειδικά μέτρα ασφαλείας.

Αντιπροσωπευτικά των σχετικών μέτρων αναφέρονται η καταβίβασις του ιστού, η κατασκευή ειδικών ξύλινων πλαισίων - περιθωρίων ασφαλείας εις σημεία συνήθων διελεύσεων κάτωθεν γραμμών, δ) Οιαδήποτε απαιτουμένη επέμβασις εις τα δίκτυα της ΔΕΗ (όπως ανύψωση, διακοπή ρεύματος κ.λπ.) να πραγματοποιείται υπό ταύτης, μετά έγγραφον αίτησιντου ενδιαφερομένου... (αρ.78).

Εάν πλησίον εργοταξίου διέρχονται αγωγοί ηλεκτρικού εύματος ειδοποιείται εγγράφως, υπό του εκτελούντος το έργον, προ της ενάρξεως τωνεργασιών, η αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ. Τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία πρέπει να ληφθούν,εξετάζονται από κοινού υπό της ΔΕΗ, του εκτελούντος το έργο και του επιβλέποντος τούτομηχανικού.

Κατόπιν δε της εγγράφου εγκρίσεως της αρμόδιας υπηρεσίας της ΔΕΗ, λαμβάνονται όλα τα κατά περίπτωσιν ενδεικνυόμενα περαιτέρω προστατευτικά μέτρα και ιδίως κατασκευή προστατευτικών σανιδωμάτων (αρ.79). Δια την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος, ως και του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικός και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται ανελλιπώς καθ’ όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων.

Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας (αρ. 111), Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 778/1980, του ν. 1396/1983 και του π.δ. 1073/1981, συνάγεται ότι 1) σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ’ έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου, τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτό, όλα τα μέτρα ασφαλείας τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που,ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι και 2) ο πολιτικός μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου έχει νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον ιδιοκτήτη ή στον εργολάβο (και τον τυχόν υπάρχοντα υπεργολάβο) για τη λήψη των ενδεικνυομένων μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος, μεταξύ των οποίων είναι η κατασκευή ειδικών ξύλινων πλαισίων - περιθωρίων ασφαλείας κάτω από ηλεκτροφόρους αγωγούς, και για τη λήψη μέτρων, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση και η επαφή εργαζομένων πλησίον διερχομένου ηλεκτροφόρου αγωγού, Περαιτέρω, η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε διπλωματούχο μηχανικό η εκπόνηση μελέτης προς έκδοση οικοδομικής άδειας και η επίβλεψη του οικοδομικού έργου, στο οποίο αφορά αυτή, φέρει το χαρακτήρα συμβάσεως μισθώσεως έργου, η κατάρτιση της οποίας δεν υπόκειται σε συστατικό τύπο.

Στην περίπτωση αυτή ο μηχανικός έχει και τις υποχρεώσεις του εργολάβου, όπως πιο πάνω διαγράφηκαν. 2. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλ, αν το δικαστήριο της ουσίας, απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ., νοούνται μόνον οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς.

Αν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά πλεοναστικά διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ’ ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι.

Από τη διάταξη δε του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

3. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, μετά από εκτίμηση των μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής κρίσιμα περιστατικά: "Η πρώτη εναγομένη, τεχνική εταιρία, της οποίας πρόεδρος του ΔΣ και διευθύνων σύμβουλος είναι ο δεύτερος εναγόμενος, είχε αναλάβει την ανέγερση διωρόφου οικοδομής, επί της Λεωφόρου ...

στο ...-Αττικής, οι δε οικοδομικές εργασίες επί της οικοδομής αυτής στις 13 Ιανουαρίου 2005 βρίσκονταν στο στάδιο τοποθέτησης σιδηρού οπλισμού (σιδέρωμα) στην πλάκα οροφής του δεύτερου ορόφου. Ο πέμπτος εναγόμενος είχε αναλάβει ως υπεργολάβος σιδήρου μπετόν την τοποθέτηση σιδηρού οπλισμού στην ως άνω οικοδομή και είχε προσλάβει τον ενάγοντα ως βοηθό σιδερά, ο δε τρίτος εναγόμενος, είχε αναλάβει ως υπεύθυνος εργοδηγός- την παρακολούθηση και τον έλεγχο των συνεργείων που απασχολούνταν στην οικοδομή.

Τέλος, η τέταρτη εναγομένη, πολιτικός μηχανικός, ήταν η επιβλέπουσα μηχανικός του έργου, στην οποία η πρώτη εναγομένη, που είχε επιφυλάξει δια τον εαυτό της τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, είχε αναθέσει την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τους υπεργολάβους, ούτως ώστε, να υπάρχει σχέση πρόστησης ανάμεσα στην πρώτη εναγομένη και στον 5° εναγόμενο-υπεργολάβο.

Στις 13.1.2005 ο ενάγων, εργαζόταν στο δεύτερο όροφο στην ταράτσα της υπό κατασκευή κατοικίας, όπου πάνω από την πλάκα, προς την πλευρά της οδού ... και σε ύψος δύο περίπου μέτρων διέρχονταν καλώδια μέσης τάσης της ΔΕΗ. Ο ενάγων στην προσπάθεια του να μετακινήσει μία σιδερένια μπετόβεργα, διαμέτρου δέκα χιλιοστών του μέτρου και μήκους τεσσάρων μέτρων, ήλθε σε επαφή με τα εναέρια ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ με συνέπεια να υποστεί ηλεκτροπληξία με πύλη εισόδου τον αριστερό ώμο και πύλη εξόδου τα άκρα των ποδιών του.

Κατόπιν των ανωτέρω, ο ενάγων διεκομίσθη στο Νοσοκομείο "Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός", όπου διαπιστώθηκαν εγκαύματα άνω και κάτω άκρων και αριστερής ωμοπλάτης, ενώ στις 17.1,2005 διεκομίσθη στο "ΓΝΑ Γεώργιος Γεννηματάς", όπου νοσηλεύτηκε στην κλινική πλαστικής χειρουργικής έως τις 2.3.2005, λόγω ηλεκτρικού εγκαύματος πάχους και έκτασης 5% ολικής επιφάνειας σώματος, που αφορούσε αμφότερα τα άνω και κάτω άκρα.

Στις 27.1,2005 υποβλήθηκε σε ακρωτηριασμό 1ου και 2ου δακτύλου αριστερού άκρου ποδός, καθώς και σε ακρωτηριασμό 1ου αι 4ου δακτύλου δεξιού άκρου ποδός και στις 24.2.2005 σε κάλυψη αριστερού δελτοειδούς και των εγκαυματικών επιφανειών των άκρων ποδών με δερματικά μοσχεύματα μερικού πάχους, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτ. ...2005 πιστοποιητικό του ΓΝΑ "Γ.

ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ". Ακολούθως, στις 21.7.2006 υποβλήθηκε σε νευροωτολογικό έλεγχο, από τον

οποίο διαπιστώθηκε διαταραχή του κεντρικού τμήματος της ισορροπίας με έμφαση στην περιοχή των αιθουσαίων πυρήνων στην αιθουσο-παρεγκεφαλιδική και αιθουσονωτιαία σύνδεση, όπως προκύπτει από την από 21.7,2006 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Γ. Γ., του νοσοκομείου "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ". Ο πραγματογνώμονας ιατρός, Θ.

Σ., χειρουργός ορθοπεδικός, που διορίστηκε με την 1795/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην από 20.11.2008 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης διαπιστώνει ότι ο ενάγων έχει σημαντική δυσχέρεια ορθοστάτησης κα βάδισης, αδυναμία λήψεως βαθέως καθίσματος και εγέρσεως, με συνέπεια να μετακινείται με τη βοήθεια αναπηρικού αμαξιδίου και βακτηρίων χειρός.

Επίσης, απαντώντας στα ερωτήματα που του τέθηκαν με την ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναφέρει ότι ο ενάγων έχει καταστεί ανίκανος προς εργασία, συνεπεία των βλαβών που υπέστη από την ηλεκτροπληξία, ότι η κατάσταση της υγείας του θεωρείται μόνιμη, καθώς βάσει των ιατρικών δεδομένων, της βιβλιογραφίας και της κλινικής του εικόνας δεν πρόκειται να υπάρξει στο άμεσο ή το απώτερο μέλλον βελτίωση ή πλήρης αποκατάσταση της υγείας του, γεγονός που μπορεί να του προκαλέσει μεγαλύτερη ψυχολογική επιβάρυνση λόγω μείωσης της κοινωνικής του ζωής και αρνητικού επηρεασμού της οικογενειακής του γαλήνης.

Στη συνέχεια, ο τεχνικός σύμβουλος της πρώτης εναγομένης, ιατρός, ορθοπεδικός χειρουργός, Γ.Ε. Κ., στην από 27.11.2008 ιατρική γνωμάτευση, αναφέρει ότι ο ενάγων συνεπεία του τραυματισμού του έχει αδυναμία βάδισης και αυτοεξυπηρέτησης και μετακινείται με αναπηρικό καροτσάκι, ότι πρέπει να υποβάλλεται σε συνεχή έλεγχο με εξελιγμένες θεραπευτικές αγωγές για να τον βοηθούν να καλυτερεύσει την ποιότητα της ζωής του.

Ο ενάγων, συνεπεία του εν λόγω τραυματισμού του, λαμβάνει σύνταξη αναπηρίας από τις 13.1,2005 έως τις 31. 8. 2008, με ποσοστό αναπηρίας 67% λόγω του εργατικού ατυχήματος. Στις 6.8.2008 επανεξετάσθηκε από την 1π υγειονομική επιτροπή ΙΚΑ, οπότε και παρατάθηκε η σύνταξη του έως τις 31.8.2011. Για το σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντα, συνυπαίτιοι είναι όλοι οι εναγόμενοι:

η μεν πρώτη, ως εργολάβος του ως άνω έργου, ο δεύτερος ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος αυτής, ο τρίτος ως εργοδηγός του εργοταξίου προστηθείς από την πρώτη εναγόμενη, η τέταρτη ως επιβλέπουσα μηχανικός και ο πέμπτος ως υπεργολάβος και εργοδότης του ενάγοντα επίσης προστηθείς από την πρώτη εναγομένη, υπό τις οδηγίες και εντολές των οποίων, εργαζόταν ο ενάγων.

Οι ως άνω δεν επέδειξαν την προσοχή και επιμέλεια, που οφείλουν και μπορούν να καταβάλουν, υπό τις ίδιες συνθήκες, ο μέσος συνετός εργολάβος, εργοδηγός, πολιτικός μηχανικός και υπεργολάβος αντίστοιχα, αυτή δε η συμπεριφορά τους τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τον τραυματισμό του ενάγοντα. Ειδικότερα, αυτοί υπό τις ανωτέρω ιδιότητες τους, αν και τελούσαν σε γνώση ότι σε ύψος δυο μέτρων από την ταράτσα του 2ου ορόφου διήρχοντο ηλεκτροφόροι αγωγοί μέσης τάσεως της ΔΕΗ, παρέλειψαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας των εργαζομένων, αν και ήταν υποχρεωμένοι προς τούτο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1,2,3,5,7 του ν. 1396/1983 και των άρθρων 78, 79 του π.δ. 1073/1981 και ειδικότερα επέτρεψαν την εκτέλεση εργασιών τοποθέτησης σιδηρού οπλισμού στην ταράτσα του 2ου ορόφου της υπό ανέγερση οικοδομής, χωρίς να λάβουν τα αναγκαία και επιβαλλόμενα μέτρα ασφαλείας, ώστε να αποκλεισθεί η προσέγγιση των εργαζομένων σε ηλεκτροφόρους αγωγούς.

Συγκεκριμένα, έπρεπε ο δεύτερος εναγόμενος διευθύνων σύμβουλος της πρώτης καθώς και η τέταρτη εναγομένη επιβλέπουσα μηχανικός, σε συνεννόηση με τη ΔΕΗ να προβούν στη λήψη των αναγκαίων και κατάλληλων μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων προς αποφυγή ηλεκτροπληξίας, όπως η κατασκευή ειδικών ξύλινων πλαισίων, περιθωρίων ασφαλείας ή προσωρινή μεταφορά των ηλεκτροφόρων αγωγών ή διακοπή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος κατά την εκτέλεση των εργασιών, οι δε τρίτος εργοδηγός και πέμπτος-υπεργολάβος, δεν έπρεπε να επιτρέψουν στο συνεργείο να προβεί στην τοποθέτηση σιδηρού οπλισμού στην ταράτσα πριν βεβαιωθούν ότι διεκόπη το ρεύμα".

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια όλων των εναγομένων (μεταξύ των οποίων και η αναιρείουσα πολιτικός μηχανικός), καθώς και ότι συνυπαίτιος του τραυματισμού του κατά 15% είναι και ο ενάγων-παθών, κατά παραδοχή ως εν μέρει κατ’ ουσία βάσιμου του περί συνυπαιτιότητας ισχυρισμού όλων των εναγομένων, κατ’ άρθρο 300 ΑΚ.

που είναι νόμιμος και παραδεκτά προτείνεται κατ’ ένσταση και επί της εν λόγω αξίωσης του ενάγοντα για χρηματική ικανοποίηση λόγω του εργατικού ατυχήματος πρέπει να γίνει δεκτός κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμος. Διότι αυτός ως έμπειρος και εξειδικευμένος εργάτης, με πολύχρονη πείρα στην εργασία τοποθέτησης σιδηρού οπλισμού, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται με την αγωγή του, ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι τα καλώδια που διέρχονταν πάνω από την ταράτσα ήταν ηλεκτροφόρα και ότι αν θα έπρεπε να ανασηκώσει κάποια μπετόβεργα, γνώριζε ότι όφειλε να καταβάλει την προσήκουσα από τις περιστάσεις προσοχή προκειμένου να μην ακουμπήσει η εν λόγω μπετόβεργα στα ηλεκτροφόρα καλώδια".

Με βάση τις σκέψεις αυτές το Εφετείο δέχτηκε, ως κατ’ ουσίαν βάσιμες τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε: 1) απορρίψει τον ισχυρισμό των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του παθόντος και 2) επιδικάσει προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης σε βάρος όλων των εναγομένων μικρότερο ποσό των 100.000 ευρώ και των 150.000 ευρώ για τους α’ και β’ αυτών, Στη συνέχεια αφού δίκασε την αγωγή δέχτηκε αυτή, ως εν μέρει κατ’ ουσία βάσιμη καθώς και ότι ο ενάγων ήταν συνυπαίτιος του ατυχήματος κατά 15 % και επιδίκασε το ποσό των 100.000 ευρώ, σε βάρος όλων των εναγομένων και επί πλέον σε βάρος των πρώτης και δεύτερου (κυρίας του έργου και εκπροσώπου αυτής, που δεν είναι διάδικοι) το ποσό των 50.000 ευρώ, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος αναιρεσίβλητου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος, εξαιτίας της μη λήψης προς τούτο των αναγκαίων και επιβαλλόμενων από το νόμο μέτρων ασφαλείας, υπό την ιδιότητα της ως επιβλέπουσας μηχανικού του εκτελούμενου έργου, και του αιτιώδους συνδέσμου της παράλειψης της αυτής στο ένδικο εργατικό ατύχημα, που είχε ως αποτέλεσμα το βαρύτατο τραυματισμό του ενάγοντος, που την καθιστούσαν υπόχρεη στην αποκατάσταση, με χρηματική ικανοποίηση, της ηθικής βλάβης του τελευταίου, ανεξάρτητα από την συγκλίνουσα στο ίδιο ατύχημα υπαιτιότητα των συνεναγομένων της και του οικείου πταίσματος σ’ αυτό του τραυματισθέντος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 681, 914, 922, 926, 932 ΑΚ, 16 του ν. 551/1915, 4 παρ. 1 και 3 του Ν. 1396/1983, και 1, 78, 79, 111 ΠΔ 1073/1981, καθόσον τα ανελέγκτως επί της ουσίας δεκτά γεγονότα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της υπαιτιότητας στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, ως προς την παράλειψη αυτής να λάβει τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας που επιβάλλονταν και για την ίδια από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, και συνδέονταν αιτιωδώς στην επέλευση του ως άνω ζημιογόνου αποτελέσματος, δικαιολογούσαν δε την παραδοχή της ένδικης αγωγής, και ως προς αυτήν, από νομικής και ουσιαστικής απόψεως.Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του που αφορά τον άριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ, πρέπει ν’ απορριφθεί σαν αβάσιμος. 4.

Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, αναφορικά με τα κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στην επέλευση του ένδικου εργατικού ατυχήματος και του αιτιώδους συνδέσμου της παράλειψης της (αμέλειας) προς το ζημιογόνο αποτέλεσμα, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Ειδικότερα, όσον αφορά την υποχρέωση της αναιρεσείουσας στη λήψη των, από τις προαναφερθείσες διατάξεις, επιβαλλόμενων προστατευτικών μέτρων, από την παράλειψη εφαρμογής των οποίων τεκμαίρεται η ύπαρξη αμέλειας της στην επέλευση του ένδικου εργατικού ατυχήματος, διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της, η αναιρεσείουσα ήταν επιβλέπουσα μηχανικός του συγκεκριμένου έργου, διότι σ’ αυτήν η ιδιοκτήτρια της οικοδομής είχε αναθέσει την επίβλεψη του συγκεκριμένου έργου με σχετική σύμβαση (έργου), ενώ είχε (η κυρία του έργου) επιφυλάξει για τον εαυτό της τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου καθώς και το δικαίωμα παροχής οδηγιών, με αποτέλεσμα για τη λήψη αυτών να ευθύνεται και η αναιρεσείουσα, ως εργολάβος αλλά και ως προστηθείσα από την κυρία του έργου και έχουσα την ίδια με εκείνη ευθύνη για τη λήψη ων προαναφερόμενων μέτρων.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του που αφορά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚπολΔ, είναι ουσιαστικά αβάσιμος. 5.Τέλος, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους, που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλαν στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο 6.

Κατά συνέπεια, αφού απορρίφθηκαν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει η κρινόµενη αίτηση ν’ απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου. (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ),

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-10-2-12 αιτήσεως αναιρέσεως για αναίρεση της 4233/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών,

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ