Legislator Case Law & Legislation
676/2014 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor contract termination due to employer's failure to pay wages and language requirements.

Case Number 676/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance judgment terminating a labor contract. The employer failed to pay outstanding wages and bonuses, justifying the termination under Article 672 of the Civil Code. The court found the lower court erred in applying Article 23 of Law 2527/1999 regarding the employer's language requirements for special collaborators.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) of the Code of Civil Procedure; Article 174 of the Civil Code: A violation of substantive law occurs when a court applies a rule incorrectly or attaches a different meaning to it, and a contract violating a mandatory public order provision is void.

Keywords

AI generated
labor contract termination unpaid wages substantive law violation mandatory public order language requirements appeal admissibility contract validity

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 174 of the Civil Code
Article 23 of Law 2527/1999
Article 672 of the Civil Code
Article 673 of the Civil Code
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 676 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 676/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΖΟΥΝΤΟ" που εδρεύει στο Νέο Φάληρο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κλαπαδάκη-Βογιατζόγλου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παναγιωτόπουλο που ανακάλεσε την από 27/1/2014 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά.

Εκδόθηκε η 4665/2011 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 4/11/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Παπασταματίου ανέγνωσε την από 20/1/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αναίρεση.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988).

Στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 227/2012, ΑΠ 1522/2011).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, δικαιοπραξία και αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί περιορισμό της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων που θεσπίσθηκε με το άρθρο 361 του ιδίου κώδικα, καθιερώνεται η αρχή της ακυρότητας της δικαιοπραξίας όταν αντιβαίνει σε απαγορευτική ή επιτακτικού χαρακτήρα δημόσιας τάξης διάταξη οποιουδήποτε νόμου.

Αντιβαίνει δε σε απαγορευτική διάταξη κάποιου νόμου μια δικαιοπραξία όχι μόνο όταν έρχεται σε αντίθεση με αυτόν ευθέως, αλλά και όταν επιδιώκεται με αυτή αποτέλεσμα που αποδοκιμάζεται από το νόμο (Α.Π. 926/2011). Περαιτέρω κατά το άρθρο 23 του νόμου 2725/1999 (Ερασιτεχνικός-Επαγγελματικός ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ κ.λ.π.). Ειδικός συνεργάτης ομοσπονδίας 1.

Κάθε ομοσπονδία που περιλαμβάνει απάνω από εκατό (100) αθλητικά σωματεία Μέλη δικαιούται, εκτιμώντας τις ανάγκες, τις δραστηριότητες και την προοπτική της, να προσλαμβάνει ειδικό συνεργάτη. 2. Ο ειδικός συνεργάτης προσλαμβάνεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας χρονικής διάρκειας τεσσάρων (4) ετών, που επιτρέπεται να ανανεώνεται ή να παρατείνεται για ίσο χρονικό διάστημα κάθε φορά.

Η πρόσληψη γίνεται με απόφαση του Δ.Σ. Ως ειδικός συνεργάτης επιλέγεται πρόσωπο αναγνωρισμένου κύρους που έχει διακριθεί στο χώρο του αθλητισμού, κατά προτίμηση, ή στον επιχειρηματικό ή επαγγελματικό τομέα, κατέχει πτυχίο ή δίπλωμα ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της ημεδαπής ή ισότιμου πανεπιστημίου της αλλοδαπής και κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών ετήσιας τουλάχιστον διάρκειας ή έχει εμπειρία δύο (2) τουλάχιστον ετών σε αθλητικά θέματα και γνωρίζει άριστα δύο (2) τουλάχιστον ξένες γλώσσες χωρών της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης.

Οι πάσης φύσεως αποδοχές του ειδικού συνεργάτη και γενικά κάθε παροχή σε αυτόν καθορίζοντας από το Δ.Σ., σε κάθε όμως περίπτωση δεν μπορούν να υπερβαίνουν τις αποδοχές που λαμβάνει ο Γενικός Διευθυντής Κεντρικής Υπηρεσίας Υπουργείου, έγγαμος με δύο τέκνα και με εικοσαετή προϋπηρεσία. Ο ειδικός συνεργάτης συμβάλλεται υποχρεωτικά εγγράφως με την ομοσπονδία και η σχετική σύμβαση, για να είναι έγκυρη, απαιτείται να κατατεθεί και να θεωρηθεί από την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) .

Ακόμη κατά το άρθρο 27 του ιδίου νόμου Κανονισμοί "Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του άρθρου 104, με γενικούς ή ειδικούς κανονισμούς, που ψηφίζει η γενική συνέλευση των μελών κάθε αθλητική ομοσπονδίας του οικείου αθλήματος ή του οικείου κλάδου άθλησης, τίθενται οι κανόνες που ισχύουν για όλα τα θέματα που αφορούν την οργάνωση και τη διεξαγωγή του αθλήματος ή των αθλημάτων που υπάγονται σε αυτή, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.

Για την κατάρτιση των παραπάνω κανονισμών λαμβάνονται υπόψη οι ισχύοντες διεθνείς Κανονισμοί. Η τήρηση των κανόνων αυτών είναι υποχρεωτική για τα αθλητικά σωματεία και τις αθλητικές ενώσεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα της οικείας ομοσπονδίας. Οι Κανονισμοί και οι τροποποιήσεις τους υπόκεινται σε έλεγχο νομιμότητας από τον Υπουργό Πολιτισμού.

Μετά την παρέλευση απράκτου ενός μηνός από την ημερομηνία υποβολής τους, οι Κανονισμοί αυτοί θεωρούνται ότι έχουν νομίμως εκδοθεί. Αν κατά τον έλεγχο νομιμότητας κανονισμού διαπιστωθεί ότι οι ρυθμίσεις αυτού πρέπει να τροποποιηθούν, να συμπληρωθούν ή να εναρμονιστούν, ο κανονισμός αναπέμπεται στην οικεία ομοσπονδία, της οποίας το Δ.Σ.

οφείλει να συμμορφωθεί, μέσα σε δέκα ημέρες από την αναπομπή. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, ο Υπουργός μπορεί να αναστείλει την τακτική επιχορήγηση της ομοσπονδίας". Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 23 ν.2725/1999 προκύπτει, ότι για το έγκυρο της πρόσληψης Ειδικού συνεργάτη Ομοσπονδίας, εκτός από την κατάρτιση εγγράφως της σύμβασης και της κατάθεσης αυτής σε Δ.Ο.Υ., πρέπει αυτός να συγκεντρώνει όλα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που ορίζονται στο άρθρο αυτό, διαφορετικά η σύμβαση είναι άκυρη κατά τις διατάξεις των άρθρων 3,174 και 180 ΑΚ και λογίζεται ως μη γενομένη και για να ζητήσει ο ειδικός συνεργάτης, σε περίπτωση καταγγελίας της ορισμένου χρόνου σύμβασής του, τους μισθούς που θα ελάμβανε μέχρι τη συμφωνηθείσα λήξη της σύμβασης απαιτείται και απαραίτητη προϋπόθεση η εγκυρότητα της σύμβασης.

Εξάλλου, οι καταρτιζόμενοι κατά το άρθρο 27 ν.2725/1999 κανονισμοί περιλαμβάνουν κανόνες δικαίου μόνο για θέματα που αφορούν την οργάνωση και διεξαγωγή του αθλήματος ή των αθλημάτων που υπάγονται σε αυτή και όχι για άλλα εκτός απ'αυτή θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε: "ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του προς την εναγομένη Ομοσπονδία από το έτος 2001, με την ιδιότητα του ειδικού συνεργάτη-τεχνικού συμβούλου, ως πτυχιούχος Τ.Ε.Φ.Α.Α.

με ειδικότητα στο τζούντο και ειδικευμένος προπονητής στο συγκεκριμένο άθλημα. Συγκεκριμένα, ο ενάγων ασκούσε καθήκοντα υπευθύνου της επιστημονικής Επιτροπής του εναγομένου, με βασικές, μεταξύ των άλλων, αρμοδιότητες, το σχεδιασμό και την επιστημονική καθοδήγηση της προετοιμασίας των εθνικών ομάδων του τζούντο το συντονισμό των προπονητών τους, την κατάρτιση των ετησίων αγωνιστικών συστημάτων και προγραμμάτων του ελληνικού τζούντο την αναλυτική κατάρτιση του ετησίου προϋπολογισμού της εναγομένης Ομοσπονδίας και την εκπροσώπησή της σε διάφορα επιστημονικά διεθνή ..........

Τη 1.3.2010 με την κατάρτιση νέας έγγραφης σύμβασης εργασίας τετραετούς διάρκειας που έληξε στις 28-2-2014, θεωρηθείσας από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Α' Πειραιά, ώστε να εναρμονίζεται με τις προϋποθέσεις εγκυρότητας που τίθενται στο άρθρο 23 του αθλητικού νόμου 2725/1999 και στον εσωτερικό κανονισμό του εναγομένου, ανανεώθηκε η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων, με συμφωνηθέν καθεστώς πενθήμερης απασχόλησης του ενάγοντος και μηνιαίες αποδοχές ύψους 1500 ευρώ, καταβαλλόμενες στο τέλος κάθε μήνα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο σωματείο δεν έχει καταβάλει, από 1.7.2010 και μετά τις δεδουλευμένες αποδοχές του ενάγοντος και ειδικότερα του οφείλει: Α. 1) για μισθούς το συνολικό ποσό των (1500 Χ 6) 9.000 ευρώ, 2) για δώρο Χριστουγέννων του 2010 το ποσό των 1500 ευρώ για επίδομα αδείας του ιδίου έτους 750 ευρώ και συνολικά 11.200 ευρώ.

Εξαιτίας της προεκτιθέμενης αδικαιολόγητης μη καταβολής των αποδοχών του ενάγοντος για την παρασχεθείσα εργασία του στο εναγόμενο, ο πρώτος προέβη σε καταγγελία της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που έλαβε χώρα με την επίδοση της υπό κρίση αγωγής στην εναγομένη Ομοσπονδία στις 24.12.2010...

Η καταγγελία αυτή έγινε, κατά αντικειμενική κρίση και λαμβανομένων υπόψη της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών κατ'άρθρο 672 ΑΚ, για το σπουδαίο λόγο της προπεριγραφείσας αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εναγομένου, συνισταμένης στην αδικαιολόγητη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του ενάγοντος για διάστημα έξι μηνών, η οποία καθιστούσε μη ανεκτή εκ μέρους του τελευταίου τη συνέχιση της επίδικης εργασιακής σύμβασης.

Κατ'ακολουθίαν ο ενάγων δικαιούται των κατ'άρθρο 673 Α.Κ. αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την απώλεια των αποδοχών, τις οποίες θα εισέπραττε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν ελάμβανε χώρα η ως άνω καταγγελία, το χρονικό διάστημα από την καταγγελία μέχρι την αυτοδίκαιη λύση της ένδικης σύμβασης με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου διάρκειάς της, ήτοι μέχρι 28.2.2014.

Συγκεκριμένα δικαιούται ... 66.000 ευρώ". Ακολούθως ανεγνώρισε ότι το εναγόμενο (αναιρεσείων) οφείλει στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) το ποσό των 77.200 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα εφήρμοσε την εφαρμόσιμη στην παρούσα υπόθεση, σε αντίθεση με τις διατάξεις του κανονισμού της αναιρεσείουσας, διάταξη του άρθρου 23 παρ.2 του ν.2725/1999, που προϋποθέτει για την έγκυρη κατάρτιση σύμβασης με ειδικό συνεργάτη, να συγκεντρώνει ο τελευταίος στο πρόσωπό του τα αναφερόμενα στο άρθρο αυτό προσόντα, μεταξύ των οποίων και αυτό της άριστης γνώσης δύο τουλάχιστον ξένων γλωσσών χωρών της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης.

Πρέπει επομένως να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης με την οποία το αναιρεσείον παραπονείται για την εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 23 του ν.2527/1999.

Κατ'ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστήριο εκτός από εκείνον που την δίκασε (άρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος διάδικος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθμ. 4665/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ