Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds due to changed legal regime regarding salary calculations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding salary disputes. The appellant argued that prior final judgments should constitute res judicata, but the court found the legal regime governing salary calculations had changed between those judgments and the current case. Consequently, the court ruled that no res judicata existed because the underlying legal basis for the previous decisions had been altered by new collective agreements.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; Res judicata does not apply when the legal regime governing the substantive relationship has changed, thereby destroying the identity of the legal cause required for the principle to operate.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 676 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 676/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 6η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ε. Ι. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2336/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7131/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 1-9-2003 αίτησή του. Εκδόθηκε η 494/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 21-7-2011 κλήση του καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 8-2-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στη προηγούμενη δίκη.
Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο για την μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας.
Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως, από την οποία πηγάζουν περισσότερες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα, για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγομένη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεώτερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.
Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή των Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και την φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.
Επομένως, από την έναρξη της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεώτερες Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α. Περαιτέρω, με την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις 16170/1981 και 18743/1981 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. και με τον όρο 12 της 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 17663/1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο του βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του παραπάνω προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο του βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών).
Το νομικό καθεστώς της προαναφερόμενης 42/1981 Διαιτητικής Αποφάσεως μεταβλήθηκε με την 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 17853/1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και ίσχυσε από 1-7-1988. Με την συλλογική αυτή σύμβαση εργασίας, οι διατάξεις του Ν. 1505/1984 για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως τροποποιήθηκαν με το Ν. 1810/1988, επεκτάθηκαν στο σύνολό τους στους εργαζόμενους - πλην ιατρών - με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας, οι οποίοι είναι μέλη των σωματείων που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ.
Με το άρθρο 9 της παραπάνω Ε.Σ.Σ.Ε. ορίστηκε ότι, τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές, από αυτές που καθορίζονται με την συλλογική αυτή σύμβαση εργασίας, διατηρούνται. Αυτό έχει την έννοια της διατήρησης των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (Ολ.ΑΠ 3/2003).
Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να είναι παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως θα πρέπει να στηρίζεται σε ισχυρισμό που είναι νόμιμος.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, που εργάζεται από το έτος 1983 στο υπαγόμενο στις διατάξεις του Ν.Δ. 2592/1953 εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο ως ηλεκτρολόγος, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, με την ένδικη από 16-12-1999 αγωγή του ζήτησε διαφορές αποδοχών, ύψους 16.243.681 δραχμών, για το χρονικό διάστημα από 1-5-1997 έως 30-11-1999, σύμφωνα με το προηγούμενο σύστημα προσδιορισμού τους, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί την 1-7-1988, με βάση την Δ.Α. 42/1981 και τις προϊσχύσασες της Ε.Σ.Σ.Ε.
της ΠΟΕΔΗΝ διατάξεις, με υπολογισμό όμως ημερομισθίου ασφαλείας με διαφορετικές διατάξεις, ήτοι εκείνες των από 2-4-1996 και 18-5-1998 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., οι οποίες ίσχυσαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, και προσδιόρισε το κατώτατο όριο ημερομισθίου εργατοτεχνίτη σε ποσό μεγαλύτερο από το καταβαλλόμενο σ' αυτόν την 1-7-1988.
Επιπρόσθετα, ο αναιρεσείων με τις έγγραφες προτάσεις του κατά την πρωτοβάθμια και την δευτεροβάθμια δίκη προέβαλλε και τον μη περιεχόμενο στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής του ισχυρισμό, ότι επί προηγούμενων, ομοίου αντικειμένου, αγωγών αυτού, εκδόθηκαν οι τελεσίδικες 5579/1991, 470/1997 και 9549/1999 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες οι παραπάνω αγωγές του κρίθηκαν ορισμένες και νόμιμες και του επιδικάσθηκαν αντίστοιχες διαφορές, με συνέπεια να παράγεται από τις εν λόγω αποφάσεις δεδικασμένο, τόσο για το ορισμένο του δικογράφου της ένδικης αγωγής του όσο και ως προς το δικαίωμά του να αμείβεται με βάση τον διαλαμβανόμενο στην υπό κρίση αγωγή του τρόπο.
Υπό τα δεδομένα αυτά, ο αναιρεσείων, με την ένδικη αγωγή του, δεν ζήτησε την διαφορά μεταξύ των αποδοχών που λάμβανε πριν από την 1-7-1988 και εκείνων που διαμορφώθηκαν μετά ταύτα, με την εφαρμογή της από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ, την οποία διαφορά και θα εδικαιούτο εωσότου οι μεταγενέστερες αποδοχές του θα κάλυπταν σε ύψος τις βάσει των προϊσχυσασών της 1-7-1988 διατάξεων αποδοχές αυτού, αλλά την διαφορά μεταξύ, αφενός των καταβαλλομένων την 1-7-1988 αποδοχών, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά τον χρόνο αυτό, με βάση το μέχρι τότε ισχύον σύστημα προσδιορισμού τους, με την εφαρμογή, όμως, και των νεώτερων διατάξεων, των προαναφερομένων από 2-4-1996 και 18-5-1998 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
ως ευνοϊκότερων, για τον προσδιορισμό των αποδοχών του και στο μέλλον, ήτοι και κατά το επίδικο από 1-5-1997 έως 30-11-1999 χρονικό διάστημα και αφετέρου των καταβληθεισών μικρότερων αποδοχών με βάση την άνω Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ. Με το ανωτέρω, όμως, περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, διότι με αυτή ζητείται η εφαρμογή συστήματος προσδιορισμού των αποδοχών, διαφόρου του καθιερωθέντος με την από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε. (σύμβαση της ΠΟΕΔΗΝ) συστήματος, το οποίο και μόνο εφαρμόζεται από την έναρξη της ισχύος της, διατηρουμένης μόνο της αξιώσεως για καταβολή της προσωπικής διαφοράς, ήτοι των ανώτερων των καταβαλλομένων, βάσει της τελευταίας, αποδοχών.
Με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, με την αιτιολογία ότι δεν καθορίζονταν σ' αυτή ποσοτικά οι αποδοχές του ενάγοντος - αναιρεσείοντος πριν και μετά την εφαρμογή του νέου μισθολογίου, οι αποδοχές του κατά το επίδικο διάστημα, καθώς και το ύψος των επιμέρους διαφορών και επιπλέον έκρινε ότι από τις ανωτέρω 5579/1991, 470/1997 και 9549/1999 προηγούμενες τελεσίδικες αποφάσεις του δεν πηγάζει δεδικασμένο, ούτε ως προς το ορισμένο της ένδικης αγωγής, ούτε ως προς τις αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος του ήδη επίδικου χρονικού διαστήματος (1-5-1997 έως 30-11-1999), αφού κατά το διάστημα αυτό ίσχυσαν οι ως άνω από 2-4-1996 και 18-5-1998 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., με τις οποίες μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς υπό το οποίο εκδόθηκαν οι αποφάσεις εκείνες.
Το Εφετείο, άρα, δεν δέχθηκε παρά το νόμο ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις προαναφερθείσες αποφάσεις του για τις ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος ως προς το ορισμένο του δικογράφου της υπό κρίση αγωγής του και ως προς το ότι αυτός, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα‚ έπρεπε να αμείβεται με βάση την Δ.Α. 42/1981 και τις προϊσχύσασες της Ε.Σ.Σ.Ε.
της ΠΟΕΔΗΝ λοιπές σχετικές διατάξεις. Έτσι, το Δικαστήριο της ουσίας, μη δεχόμενο τέτοιο δεδικασμένο, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τους δύο λόγους του αναιρετηρίου, από τους αριθμούς 8, 14 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, αφού οι σχετικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος περί δεδικασμένου είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, μη νόμιμοι.
Επομένως, και οι δύο λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-9-2003 αίτηση του Ε. Ι. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7131/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ