Legislator Case Law & Legislation
676/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling on securities fraud claim due to lack of substantive grounds.

Case Number 676/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a securities transaction dispute. The appellant argued the lower court failed to properly investigate alleged criminal manipulation of share prices, citing Article 38 of the Criminal Procedure Code. The court rejected this, ruling that the appeal lacked merit because the lower court's decision to refer the matter to the prosecutor was based solely on the complaint without establishing the necessary factual basis for criminal liability.

Legislator headnote

AI generated

Art. 38 K.Poind; Art. 559(19) K.Poind: An appeal based on the alleged violation of criminal procedure provisions regarding the referral of a case to the prosecutor is inadmissible if the lower court did not base its decision on a finding of criminal facts but merely on the existence of a complaint.

Keywords

AI generated
securities fraud criminal referral appeal admissibility substantive grounds procedural violation

Cited Legislation

AI generated
Art. 38 K.Poind
Art. 559(19) K.Poind
Art. 561(2) K.Poind
Art. 20(1) Law 1806/1998
Art. 90 K.Poind

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 676 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 676/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του,την 1η Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζαχαρία Παπαδόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΧΕΠΕΥ" ( ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ... ΑΧΕΠΕΥ") η οποία μετονομάσθηκε σε "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕΠΕΥ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Ανδροβικ, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Σεπτεμβρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1524/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2854/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του ως και με τους με ιδιαίτερο, από 16-6-2009 δικόγραφο, προσθέτων λόγων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 2 Φεβρουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 1161/29-9-2008 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, από 118/16-6-2009 δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 2854/22-5-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών .

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 1161/29-9-2008 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 118/16-6-2009, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους προσβάλλεται η 2854/22-5-2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ. εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης, με την 128520/7193/7-9-2005 αγωγή της δι' αυτής ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΙΓΜΑ-Ζ ΑΧΕΠΕΥ" εφέρετο προς διάγνωση αξίωση αυτής κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, απορρέουσα από την διατυπούμενη στο από 13-9-1999 ιδιωτικό έγγραφο αορίστου χρόνου σύμβαση, διενεργείας χρηματιστηριακών συναλλαγών, που κατάρτισε ο εναγόμενος και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΧΙΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", η οποία συγχωνεύθηκε δι'απορροφήσεως από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΣΙΓΜΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ" και η τελευταία από την ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ζ ΑΧΕΠΕΥ", που μετονομάσθηκε σε "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΙΓΜΑ - ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ ΑΧΕΠΕΥ" και μετά την άσκηση της αγωγής και κατά τη διάρκεια της εξ αυτής εκκρεμοδικίας αρχικά σε "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΑΕΠΕΥ" και ήδη σε "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕΠΕΥ".

Επί της εν λόγω αγωγής, με αντικείμενο χρηματιστηριακές συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν κατόπιν εντολής του εναγομένου, κατά τους σχετικούς αγωγικούς ισχυρισμούς, κατά το από 14-5-2004 έως 6-7-2005 χρονικό διάστημα, εκδόθηκε η 1524/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με απορριπτική επ' αυτής, κατ' ουσίαν κρίση, και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 7157/31-8-2007 εφέσεως της εναγούσης, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως και μερική κατ' ουσίαν παραδοχή της, η 2854/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως, κατ' ακριβή κατά τούτο αναγραφή της: "Ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος κατήρτισεν μετά της ανωνύμου εταιρείας υπό την επωνυμίαν "ΧΙΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." την μετ' επικλήσεως προσκομιζομένην από 13.9.1999 έγγραφον αορίστου χρόνου σύμβασιν διενεργείας χρηματιστηριακών συναλλαγών και φυλάξεως τίτλων.

Δυνάμει της συμβάσεως αυτής η ανωτέρω χρηματιστηριακή εταιρεία, συνεφωνήθη ότι θα ελάμβανε, μεταξύ άλλων και εντολές από τον εφεσίβλητον δια την αγοράν ή πώλησιν χρηματιστηριακώς δια λογαριασμόν του τοις μετρητοίς μετοχών και λοιπών τίτλων, εισηγμένων και ελευθέρως διαπραγματευόμενων εις το Χρηματιστήριον Αξιών Αθηνών και εις οιανδήποτε άλλην ωργανωμένην αγοράν και την εν συνεχεία από την εταιρείαν αυτήν εκτέλεσίν τους ή περαιτέρω διαβίβασιν των εντολών αυτών προς εκτέλεσιν.

έναντι αμοιβής (προμηθείας). Εις τον όρον 2 της συμβάσεως αυτής συνεφωνήθη ότι οι εντολές του προς την εταιρεία θα δίδονται είτε από τον πελάτην αυτοπροσώπως είτε από ειδικώς προς τούτο εγγράφως εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους του είτε εγγράφως, ως εγγράφου νοουμένου και του τηλεομοιοτυπικού μηνύματος (φαξ) είτε προφορικώς και μέσω τηλεφώνου μόνον κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες της εταιρείας, συνεφωνήθη δε ότι η χρηματιστηριακή ως άνω εταιρεία προς ευχερεστέραν απόδειξιν του περιεχομένου των προς αυτήν εντολών και των εν γένει συμφωνιών αυτής μετά του άνω πελάτου αυτής, κατ' αρέσκειαν, θα δικαιούται και δεν θα υποχρεούται να προβαίνη εις μαγνητοφώνησιν των τηλεφωνικών μετ' αυτού συνδιαλέξεων και εξουσιοδοτήθη προς τούτο από τον άνω πελάτην, συνεφωνήθη δε ότι οι τυχόν υπάρχουσες μαγνητοταινίες οι οποίες καταγράφουν τις τηλεφωνικές εντολές του πελάτου, τα έγγραφα τα οποία αποστέλλονται προς την εταιρείαν ως και τα τηλεομοιοτυπικά μηνύματα αποτελούν πλήρη απόδειξιν έναντι αυτού ως προς την εντολήν του προς αυτήν και το περιεχόμενόν της και δύνανται να τύχουν δικαστικής επικλήσεως.

Εις τον όρον 7 συνεφωνήθη ότι ο πελάτης υποχρεούται να της προκαταβάλλη την αξίαν των κινητών αξιών την αγοράν των οποίων παραγγέλνει εις αυτήν, πλέον των σχετικών εξόδων, φόρων και τελών και λοιπών δικαιωμάτων τρίτων, τα οποία αφορούν την συναλλαγήν. Συνεφωνήθη ότι η χρηματιστηριακή εταιρεία μετά την εκτέλεσιν της εντολής οφείλει να ενημερώνη ατομικώς αυθημερόν και προσηκόντως τον πελάτην, ότι ο πελάτης δικαιούται να ενημερούται κατά πάντα χρόνον ως προς τις εγγραφές εις τους λογαριασμούς χρημάτων και αξιών οι οποίες τηρούνται επ' ονόματι και δια λογαριασμόν του από την εταιρείαν, ότι η εταιρεία οφείλει να ενημερώνη τον πελάτην εις το τέλος εκάστου ημερολογιακού μηνός σχετικώς προς τις διενεργηθείσες συναλλαγές κατόπιν εντολών του κατά την διάρκειαν του ιδίου μηνός και τις εξ αυτών χρεοπιστώσεις χρημάτων και τίτλων και ότι αύτη οφείλει να αποστέλλη εις τον πελάτην και αυτός υποχρεούται να λαμβάνη τις αντίστοιχες καταστάσεις και τις εκδοθείσες από αυτήν αποδείξεις παραδόσεως και παραλαβής τίτλων και αποδείξεις καταβολής και εισπράξεως χρημάτων, κατά περίπτωσιν αποστέλλονται δε εις τον πελάτην, εφ' όσον ζητηθούν εγγράφως, πινακίδια εκτελέσεως εντολής τα οποία αφορούν τις χρηματιστηριακές συναλλαγές τις εκτελεσθείσες δια λογαριασμόν του και κατόπιν εντολής του, ως και ότι η μη διατύπωσις εγγράφως αντιρρήσεων του πελάτου εντός πέντε εργασίμων ημερών από της αποστολής εις αυτόν των ανωτέρω εγγράφων ενημερώσεως θεωρείται ως ανεπιφύλακτος έγκρισις από τον πελάτην όλων των συναλλαγών και εν γένει δοσοληψιών του με την εταιρείαν κατά το χρονικόν διάστημα το οποίον αφορά η τοιαύτη ενημέρωσις, Ο εφεσίβλητος συνηλλάσσετο ως άνω αρχικώς μετά της άνω ανωνύμου εταιρείας υπό την επωνυμίαν "ΧΙΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." μετά δε την επισυμβάσαν την 2.3.2001 απορρόφησιν αυτής συνέχισεν, έκτοτε, συναλλασσόμενος μετά της ήδη εκκαλούσης εις τα πλαίσια της αυτής άνω συμβάσεως, όπου διετήρει τον κωδικόν 243110.

Μέχρι του Απριλίου του έτους 2004 ο εφεσίβλητος ήτο συνεπής εις τις εκ της άνω συμβάσεως υποχρεώσεις του. Επειδή ο εφεσίβλητος δεν αμφισβητεί ειδικώς την επ' ονόματι του κατάρτισιν των αμέσως κατωτέρω συναλλαγών από την εκκαλούσαν, ούτε τα ως ισχυριζόμενα εις την αγωγήν οικονομικά μεγέθη, ως προς τα οποία συνάγεται δικαστική ομολογία (αρθρ. 261 ΚΠολΔ), αλλά συνομολογεί μεν την κατάρτισιν των κατωτέρω συναλλαγών και δη επ' ονόματί του, πλην αμφισβητεί μόνον ότι αυτές εγένοντο κατ' εντολήν του προς διενέργειαν τούτων, ισχυριζόμενος ότι δεν έδωσεν τοιαύτας εντολάς και ότι οι εν θέματι συναλλαγές εγένοντο αυθαιρέτως παρά των οργάνων της εκκαλούσης και άνευ εντολής του και μάλιστα ότι δια τούτων επεχειρήθη η τέλεσις αξιοποίνων πράξεων ήτοι η χειραγώγησις μετοχών.

Συνεπώς εκ δικαστικής ομολογίας, συναγόμενης από τις προτάσεις της εκκλήτου δίκης, απεδείχθη το περιεχόμενον και τα οικονομικά μεγέθη των κατωτέρω κατ' ιδίαν χρηματιστηριακών συναλλαγών ενώ από τα λοιπά ως άνω αποδεικτικά μέσα απεδείχθησαν οι κατωτέρω κατ' ιδίαν εντολές του εφεσίβλητου προς διενέργειαν εκάστης τοιαύτης συναλλαγής.

Ούτως απεδείχθησαν τα εξής. Την 14.5.2004 ο εφεσίβλητος και ενώ είχεν μηδενίζει το μέχρι τότε χρεωστικόν του υπόλοιπον, έδωσε εντολήν εις την εκκαλούσαν προς αγοράν 1250 μετοχών της εταιρείας ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΣΩΡΟΥΧΩΝ SEX FORM προς από 2,75 έως 2,84 Ευρώ εκάστη, την οποίαν και εξετέλεσεν αύτη και εχρέωσεν τον λογαριασμόν του (ομού με τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 3.512,96 Ευρώ, εκδώσασα και τα σχετικά πινακίδια υπ' αριθ. 2771429 και 2771430.

Ούτως εδημιουργήθη, χρεωστικόν πλέον υπόλοιπον εις το χαρτοφυλάκιόν του εκ 3.512,96 Ευρώ. Την 17.5.2004 ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς αγοράν 18000 μετοχών της εταιρείας ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΣΩΡΟΥΧΩΝ SEX FORM προς από 2,86 έως 2,89 Ευρώ εκάστη, την οποία και εξετέλεσεν αύτη και εχρέωσεν τον λογαριασμόν του (ομού με τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 52.116,02 Ευρώ, εκδώσασα και το σχετικόν πινακίδιον υπ' αριθ. 2772947.

Ούτως το χρεωστικόν του υπόλοιπον εις το χαρτοφυλάκιόν του διεμορφώθη εις 55.628,98 Ευρώ. Την 19.5.2004 ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς πώλησιν 400 μετοχών της εταιρείας ΟΤΕ προς από 10,60 έως 10,70 Ευρώ εκάστη, την οποία και εξετέλεσεν αύτη και επίστωσεν τον λογαριασμόν του (παρακρατήσασα τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 4.230,26 Ευρώ εκδώσασα και το σχετικόν πινακίδιον υπ' αριθ. 2774579.

Αυθημερόν επίστωσεν εις τον λογαριασμόν του (δι' επιστροφήν προμηθείας) τα ποσά των 8,52 και 8,49 Ευρώ. Ούτως διεμορφώθη το χρεωστικόν υπόλοιπον εις το χαρτοφυλάκιόν του εις 51.390,23 Ευρώ. Αυθημερόν ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς αγοράν 2000 μετοχών της εταιρείας ΙΝΤΡΑΚΟΜ προς από 4,28 έως 4,30 Ευρώ εκάστη και 125 μετοχών της εταιρείας ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ προς 9,54 Ευρώ εκάστη την οποία και εξετέλεσεν αύτη και εχρέωσεν τον λογαριασμόν του (ομού με τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν), με 55.429,86 Ευρώ εκδώσασα και το σχετικόν πινακίδιον υπ' αριθ. 2774578.

Ούτως το χρεωστικόν του υπόλοιπον εις το χαρτοφυλάκιόν του διεμορφώθη εις 106.828,58 Ευρώ. Την 20.5.2004 ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς πώλησιν 2000 μετοχών της εταιρείας ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΗΜ. ΣΥΜ. προς 6,64 Ευρώ εκάστη 2000 μετοχών της εταιρείας ΙΝΤΡΑΚΟΜ προς 4,22 Ευρώ εκάστη, 1500 μετοχών της εταιρείας ΟΤΕ προς 10,00 Ευρώ εκάστη. 3000 μετοχών της εταιρείας ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ προς 9,38 Ευρώ εκάστη, τις οποίες και εξετέλεσεν αύτη και επίστωσεν τον λογαριασμόν του (παρακρατήσασα τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 64.311,91 Ευρώ, εκδώσασα και το σχετικόν πινακίδιον υπ' αριθ. 2775932.

Αυθημερόν επίστωσεν εις τον λογαριασμόν του (δι' επιστροφήν προμηθείας) τα ποσά των 30,46 και 30,00 Ευρώ. Ούτως διεμορφώθη το χρεωστικόν υπόλοιπον εις το χαρτοφυλάκιόν του εις 42.486,21 Ευρώ). Αυθημερόν ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς αγοράν 1500 μετοχών της εταιρείας ΟΤΕ προς από 10,14 έως 10,16 Ευρώ εκάστη, την οποίαν και εξετέλεσεν αύτη και εχρέωσεν τον λογαριασμόν του (ομού με τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 15.289,74 Ευρώ εκδώσασα το πινακίδιον υπ' αριθ. 2775931.

Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον εις το χαρτοφυλάκιόν του διεμορφώθη εις 57.806,41 Ευρώ. Την 21.5.2004 ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς αγοράν 25000 μετοχών της εταιρείας ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΣΩΡΟΥΧΩΝ SEX FORM προς από 2,84 έως 2,93 ευρώ εκάστη την οποίαν και εξετέλεσεν αύτη εχρέωσεν τον λογαριασμόν του (ομού με τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 72.717,76 Ευρώ, εκδώσασα το υπ' αριθ. 2776993 πινακίδιον.

Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον εις το χαρτοφυλάκιόν του διεμορφώθη εις Ευρώ 130,524,17. Την 24.05.2004 ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς πώλησιν 2000 μετοχών της εταιρείας ΔΕΗ προς από 19,58 έως 19,60 εκάστη και 1000 μετοχών της εταιρείας ΙΝΤΡΑΚΟΜ προς 4,18 Ευρώ εκάστη, τις οποίες και εξετέλεσεν αύτη και επίστωσεν τον λογαριασμόν του (παρακρατήσασα τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 43.060,14 Ευρώ εκδώσασα το υπ' αριθ. 2777684 πινακίδιον.

Αυθημερόν επίστωσεν εις τον λογαριασμόν του (δι' επιστροφήν προμηθείας) τα ποσά των 87,76 και 86,72 Ευρώ. Ούτως διεμορφώθη το χρεωστικόν υπόλοιπον εις το χαρτοφυλάκιόν του εις 87.376,27 Ευρώ. Αυθημερόν ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς αγοράν 2000 μετοχών της εταιρείας ΔΕΗ προς από 19,86 έως 19,90 Ευρώ εκάστη και 4000 μετοχών της εταιρείας ΙΝΤΡΑΚΟΜ προς 4,12 Ευρώ εκάστη, τις οποίες και εξετέλεσεν αύτη και εχρέωσεν τον λογαριασμόν του (ομού με τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 56.482,89 Ευρώ, εκδώσασα το πινακίδιον υπ' αριθ. 2777683.

Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον εις το χαρτοφυλάκιόν του διεμορφώθη εις 143.946,92 Ευρώ. Την 25.5.2004 ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς πώλησιν 500 μετοχών της εταιρείας ΔΕΗ προς 19,02 Ευρώ εκάστη και 3000 μετοχών της εταιρείας ΙΝΤΡΑΚΟΜ προς 3,98 Ευρώ εκάστη, τις οποίες και εξετέλεσεν αύτη και επίστωσεν τον λογαριασμόν του (παρακρατήσασα τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 21.277,78 Ευρώ, εκδώσασα το πινακίδιον υπ' αριθ. 2778520.

Αυθημερόν επίστωσεν εις τον λογαριασμόν του (δι' επιστροφήν προμηθείας) τα ποσά των 19,22 και 19,02 Ευρώ. Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον διεμορφώθη εις το χαρτοφυλάκιόν του εις 122.649,92 Ευρώ. Αυθημερόν ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς αγοράν 500 μετοχών της εταιρείας ΔΕΗ προς 19,22 Ευρώ εκάστη, την οποία και εξετέλεσεν αύτη και εχρέωσεν τον λογαριασμόν του (ομού με τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 9.647,65 Ευρώ), εκδώσασα το πινακίδιον υπ' αριθ. 2778519.

Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον εις το χαρτοφυλάκιόν του διεμορφώθη εις 132.316.79 Ευρώ. Την 26.5.2004 ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς πώλησιν 2000 μετοχών της εταιρείας ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΗΜ. ΣΥΜ προς 6,88 Ευρώ εκάστη, 2000 μετοχές ΟΠΑΠ ΑΕ προς 15,60 Ευρώ εκάστη και 2500 μετοχές ΟΤΕ προς από 9,96 έως 9,98 Ευρώ εκάστη, τις οποίες και εξετέλεσεν αύτη και επίστωσεν τον λογαριασμόν του (ομού με τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 69.415,99 Ευρώ, εκδώσασα το πινακίδιον υπ' αριθ. 2779848.

Αυθημερόν επίστωσεν εις τον λογαριασμόν του (δι' επιστροφήν προμηθείας) τα ποσά των 139,82 και 139,80 Ευρώ. Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον διεμορφώθη εις το χαρτοφυλάκιόν του εις 62.760,98 Ευρώ. Αυθημερόν ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς αγοράν 2000 μετοχών της εταιρείας ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΗΜ. ΣΥΜ προς 6,92 Ευρώ εκάστη, 2000 μετοχών της εταιρείας ΟΠΑΠ ΑΕ προς 15,60 Ευρώ εκάστη και 2500 μετοχών της εταιρείας ΟΤΕ προς από 9,90 έως 9,96 Ευρώ εκάστη, τις οποίες εξετέλεσεν αύτη και εχρέωσεν τον λογαριασμόν του (ομού με τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 70.183,32 Ευρώ, εκδώσασα το πινακίδιον υπ' αριθ. 2779847.

Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον διεμορφώθη εις το χαρτοφυλάκιόν του εις 133.084,12 Ευρώ. Την 27.5.2004 ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς πώλησιν 1100 μετοχών της εταιρείας ΟΠΑΠ ΑΕ προς 15,94 Ευρώ εκάστη, 2000 μετοχών της εταιρείας ΟΤΕ προς από 10,20 έως 10,38 Ευρώ εκάστη και 2000 μετοχών της εταιρείας ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ προς από 9,32 έως 9,38 Ευρώ εκάστη, τις οποίες και εξετέλεσεν αύτη και επίστωσεν τον λογαριασμόν του (παρακρατήσασα τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 56.411,44 Ευρώ εκδώσασα το πινακίδιον υπ' αριθ. 2780970.

Αυθημερόν επίστωσεν εις τον λογαριασμόν του (επιστροφή προμηθείας) τα ποσά των 113,61 και 112,50 Ευρώ. Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον εις το λογαριασμόν του διεμορφώθη εις 76.560,58 ευρώ. Αυθημερόν ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εγκαλούσαν προς αγοράν 250 μετοχών της εταιρείας ΔΕΛΤΑ ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΕΞΟΠΛ. & ΟΛΟΚ.

προς 9,46 ευρώ εκάστη, 1100 μετοχών της εταιρείας ΟΠΑΠ ΑΕ προς 15,86 έως 15,9 ευρώ εκάστη, 2000 Μετοχών της εταιρείας ΟΤΕ προς 9,96 ευρώ εκάστη, 2000 μετοχών της εταιρείας ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ προς 9,44 ευρώ εκάστη και 2250 μετοχών της εταιρείας ΔΕΛΤΑ ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΕΞΟΠΛ. & ΟΛΟΚ. προς από 9,50 έως 9,76 ευρώ εκάστη, τις οποίες και εξετέλεσεν αύτη και εχρέωσεν τον λογαριασμόν του (ομού με τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 80.661,04 ευρώ εκδώσασα τα πινακίδια υπ' αριθ. 2780968 και 2780969.

Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον εις το χαρτοφυλάκιόν του διεμορφώθη εις 157.334,12 ευρώ. Την 28.05.2004 ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς πώλησιν 750 μετοχών της εταιρείας ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ προς 9,38 ευρώ εκάστη, την οποία και εξετέλεσεν αύτη και επίστωσεν τον λογαριασμόν του (παρακρατήσασα τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 6.986,29 Ευρώ εκδώσασα το υπ' αριθμόν 2782170 πινακίδιον.

Αυθημερόν επίστωσεν εις τον λογαριασμόν του (δι' επιστροφήν προμηθείας) τα ποσά των 14,08 και 14,02 Ευρώ. Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον διεμορφώθη εις το χαρτοφυλάκιόν του εις 150.679,92 Ευρώ. Αυθημερόν ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς αγοράν 750 μετοχών της εταιρείας ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ προς 9,34 ευρώ εκάστη, την οποίαν και εξετέλεσεν αύτη και εχρέωσεν τον λογαριασμόν του (ομού με τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 7.032,48 ευρώ, εκδώσασα το υπ' αριθ. 2782169 πινακίδιον.

Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον διεμορφώθη εις τον λογαριασμόν του εις 157.726,42 ευρώ. Την 1.6.2004 ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς πώλησιν 1000 μετοχών της εταιρείας ΟΠΑΠ ΑΕ προς 15,30 Ευρώ εκάστη και 2000 μετοχών της εταιρείας ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ προς 9,40 ευρώ εκάστη, τις οποίες και εξετέλεσεν αύτη και επίστωσεν τον λογαριασμόν του (παρακρατήσασα τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 33.864,37 ευρώ, εκδώσασα το υπ' αριθ. 2783612 πινακίδιον.

Αυθημερόν επίστωσεν εις τον λογαριασμόν του (δι' επιστροφήν προμηθείας) τα ποσά των 68,52 και 68,20 Ευρώ. Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον διεμορφώθη εις το χαρτοφυλάκιόν του εις 123.793,53 Ευρώ. Αυθημερόν ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς αγοράν 2000 μετοχών της εταιρείας ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ προς από 21,10 έως 21,12 Ευρώ εκάστη, 1000 μετοχών της εταιρείας ΟΠΑΠ ΑΕ προς 15,46 Ευρώ εκάστη και 2000 μετοχών της εταιρείας ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ προς 9,40 Ευρώ εκάστη, τις οποίες και εξετέλεσεν αύτη και εχρέωσεν τον λογαριασμόν του (ομού με τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 76.853,51 Ευρώ εκδώσασα το υπ' αριθ. 2783611 πινακίδιον.

Ούτως το χρεωστικόν του υπόλοιπον εις το χαρτοφυλάκιόν του διεμορφώθη εις 200.715,56 Ευρώ. Την 2.6.2004 ο εφεσίβλητος της έδωσε εντολάς προς πώλησιν 3500 μετοχών της εταιρείας ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ προς από 20,56 έως 20,60 Ευρώ εκάστη και 5000 μετοχών της εταιρείας ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ προς 9,28 Ευρώ εκάστη, τις οποίες και εξετέλεσεν αύτη και επίστωσεν τον λογαριασμόν του (παρακρατήσασα τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 117.580,24 Ευρώ, εκδώσασα το υπ' αριθμόν 2784830 πινακίδιον.

Αυθημερόν επίστωσεν εις τον λογαριασμόν του (δι' επιστροφήν προμηθείας) τα ποσά των 155,44 και 154,57 Ευρώ. Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον διεμορφώθη εις το χαρτοφυλάκιόν του εις 82.979,88 Ευρώ. Αυθημερόν ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς αγοράν 1500 μετοχών της εταιρείας ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ προς από 20,52 έως 20,70 Ευρώ εκάστη, 5000 μετοχών της εταιρείας ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ από 9,32 έως 9,38 Ευρώ εκάστη τις οποίες και εξετέλεσεν αύτη και εχρέωσεν τον λογαριασμόν του (ομού με τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 78.022,62 ευρώ), εκδώσασα τα υπ' αριθ. 2784828, 2784829 πινακίδια.

Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον διεμορφώθη εις το χαρτοφυλάκιόν του εις Ευρώ 161.157,94. Την 3.6.2004 ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς πώλησιν 2500 μετοχών της εταιρείας ΔΕΛΤΑ ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΕΞΟΠΛ. & ΟΛΟΚ. προς από 10,50 έως 10,68 Ευρώ εκάστη, την οποίαν και εξετέλεσεν αύτη και επίστωσεν τον λογαριασμόν του (παρακρατήσασα τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 26.283,63 Ευρώ), εκδώσασα το υπ' αριθ. 2785816 πινακίδιον.

Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον διεμορφώθη εις το χαρτοφυλάκιόν του εις 134.874,31 Ευρώ. Την 4.6.2004 ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς πώλησιν 2000 μετοχών της εταιρείας ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ, προς από 25,24 έως 25,28 Ευρώ εκάστη και 1000 μετοχών της εταιρείας ΟΠΑΠ ΑΕ προς 15,68 Ευρώ εκάστη, τις οποίες και εξετέλεσεν αύτη και επίστωσεν τον λογαριασμόν του (παρακρατήσασα τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 65.760,63 Ευρώ, εκδώσασα το υπ' αριθ. 2786771 πινακίδιον.

Αυθημερόν επίστωσεν εις τον λογαριασμόν του (δι' επιστροφήν προμηθείας) τα ποσά των 132,44 και 132,44 Ευρώ. Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον διεμορφώθη εις το χαρτοφυλάκιόν του εις 68.981,24 Ευρώ. Αυθημερόν ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς αγοράν 2000 μετοχών της εταιρείας ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ, προς 25,18 Ευρώ εκάστη και 1000 μετοχών της εταιρείας ΟΠΑΠ ΑΕ προς 15,86 Ευρώ εκάστη, τις οποίες και εξετέλεσεν αύτη, εχρέωσεν τον λογαριασμόν του (ομού με τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 66.478,61 Ευρώ, εκδώσασα το υπ' αριθμόν 2786770 πινακίδιον.

Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον διεμορφώθη εις το χαρτοφυλάκιόν του εις 135.592,29 ευρώ. Την 7.6.2004 ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς πώλησιν 1500 μετοχών της εταιρείας ΔΕΗ προς 20,40 ευρώ εκάστη και 2500 μετοχών της εταιρείας ΟΠΑΠ ΑΕ προς 15,50 Ευρώ εκάστη, τις οποίες και εξετέλεσεν αύτη και επίστωσεν τον λογαριασμόν του (παρακρατήσασα τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 68.870,63 ευρώ, εκδώσασα το υπ' αριθμόν 2787706 πινακίδιον.

Αυθημερόν επίστωσεν εις τον λογαριασμόν του (δι' επιστροφήν προμηθείας) τα ποσά των 139,00 και 138,70 ευρώ. Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον διεμορφώθη εις το χαρτοφυλάκιόν του εις 66.582,66 ευρώ. Αυθημερόν ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς αγοράν 1500 μετοχών της εταιρείας ΔΕΗ προς 20,40 ευρώ εκάστη και 2500 μετοχών της εταιρείας ΟΠΑΠ ΑΕ προς από 45,50 έως 15,60 ευρώ εκάστη, τις οποίες και εξετέλεσεν αύτη, εχρέωσεν τον λογαριασμόν του (ομού με τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 69,771,90 ευρώ, εκδώσασα το υπ' αριθμόν 2787705 πινακίδιον.

Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον διεμορφώθη εις το χαρτοφυλάκιόν του εις 136.493,56 ευρώ, Την 18.6.2004 ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς πώλησιν 260 μετοχών της εταιρείας ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΣΩΡΟΥΧΩΝ SEX FORM προς 2,59 Ευρώ εκάστη την οποία και εξετέλεσεν αύτη και επίστωσεν τον λογαριασμόν του (παρακρατήσασα τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 665,61 Ευρώ, εκδώσασα το υπ' αριθμόν 2795324 πινακίδιον.

Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον εις το χαρτοφυλάκιόν του διεμορφώθη εις 135.827,95 Ευρώ. Την 1.7.2004 ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς πώλησιν 26.690 μετοχών της εταιρείας ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΣΩΡΟΥΧΩΝ SEX FORM προς από 1,66 έως 1,75 Ευρώ εκάστη, την οποίαν και εξετέλεσεν αύτη και επίστωσεν τον λογαριασμόν του (παρακρατήσασα τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 45.435,05 Ευρώ, εκδώσασα τα υπ' αριθ. 2802917, 2802918 και 2802919 πινακίδια.

Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον διεμορφώθη εις το χαρτοφυλάκιόν του εις 90.392,90 Ευρώ. Την 2.7.2004 ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς πώλησιν 11.600 μετοχών της εταιρείας ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΣΩΡΟΥΧΩΝ SEX FORM, προς από 1,65 έως 1,70 Ευρώ εκάστη, την οποία και εξετέλεσεν αύτη και επίστωσεν τον λογαριασμόν του (ομού με τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 19.087,56 Ευρώ, εκδώσασα το υπ' αριθμόν 2803836 πινακίδιον.

Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον εις το χαρτοφυλάκιόν του διεμορφώθη εις 71.305,34 Ευρώ. Την 5.7.2004 ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς πώλησιν 6.250 μετοχών της εταιρείας ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΣΩΡΟΥΧΩΝ SEX FORM προς από 1,55 έως 1,69 Ευρώ εκάστη, την οποία εξετέλεσεν αύτη και επίστωσεν τον λογαριασμόν του (παρακρατήσασα τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 8.795,35 Ευρώ εκδώσασα τα υπ! αριθμόν 2804432, 2804433, 2804434 πινακίδια.

Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον διεμορφώθη εις το χαρτοφυλάκιόν του εις 62.509,99 Ευρώ. Την 6.7.2004 ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολήν εις την εκκαλούσαν προς πώλησιν 200 μετοχών της εταιρείας ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΣΩΡΟΥΧΩΝ SEX FORM προς 1,55 Ευρώ εκάστη, την οποία εξετέλεσεν αύτη και επίστωσεν τον λογαριασμόν του (παρακρατήσασα τα μεταβιβαστικά και την προμήθειαν) με 303,62 Ευρώ εκάστη, εκδώσασα το υπ' αριθμόν 2805036 πινακίδιον.

Ούτως το χρεωστικόν υπόλοιπον διεμορφώθη εις το χαρτοφυλάκιόν του εις 62.206,37 Ευρώ. Από τα λοιπά ως άνω αποδεικτικά μέσα (πλην της δικαστικής ομολογίας) ιδία δε από την σαφή κατάθεσιν του μάρτυρος αποδείξεως ο οποίος έχει ιδίαν άμεσον και σαφή γνώσιν του πλέγματος των επιδίκων συναλλαγών, διότι είναι ο αντικρυστής της εκκαλούσης ο οποίος ελάμβανεν τηλεφωνικώς τις επίδικες εντολές από τον εφεσίβλητον απεδείχθη ότι ο εφεσίβλητος όντως έδωσε τις εντολές δια την διενέργειαν των ενδίκων χρηματιστηριακών συναλλαγών.

Περί τούτου ο μάρτυς αυτός είναι αναλυτικός και κατηγορηματικός και κατέθεσεν ότι το μεγαλύτερον μέρος των σχετικών εντολών (ποσοστόν το οποίον εκτιμά εις 85% των επιδίκων τοιούτων) το έλαβεν ο ίδιος, χωρίς με τούτο να εννοή ότι το υπόλοιπον ποσοστόν των εντολών δεν ελήφθησαν από τον εφεσίβλητον, αλλ' απλώς ότι ελήφθησαν από άλλον αντικρυστήν της εκκαλούσης.

Ειδικώτερον κατέθεσεν και από την κατάθεσίν του απεδείχθη ότι δια να βεβαιωθούν τα όργανα της εκκαλούσης κατά την τηλεφωνικήν επικοινωνίαν ότι όντως επρόκειτο περί του εφεσίβλητου (ο οποίος συνηλλάσσετο ατομικώς και ουχί δι' αντιπροσώπου) εζητείτο από τον τελευταίον να δώση τον κωδικόν αριθμόν του, τον αριθμόν της ταυτότητός του και τον αριθμόν του φορολογικού του μητρώου και μόνον μετά την βεβαίωσιν αυτήν η εκκαλούσα προέβαινεν εις εκτέλεσιν της εντολής.

Η εκκαλούσα δεν ενημέρωνεν τον εφεσίβλητον καθημερινώς αλλ' εις το τέλος εκάστου μηνός και ο εφεσίβλητος ουδέποτε αντέλεξεν εις οιανδήποτε συναλλαγήν, ουδ' ισχυρίσθη ότι εγένετο τοιαύτη άνευ της εντολής του. Η εκκαλούσα ηνείχετο την ύπαρξιν των χρεών του διότι προς τούτο παρενέβη υπέρ αυτού πρώην υπάλληλος της ονόματι Χριστόπουλος μάλιστα δε οι εντολές δια τις άνω συναλλαγές επί μετοχών της εταιρείας ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΣΩΡΟΥΧΩΝ SEX FORM είχον δοθή από τον εφεσίβλητον και οι αντίστοιχες εντολές είχον πραγματοποιηθή προ πάσης καταρρεύσεως των μετοχών της εταιρείας αυτής Ο εφεσίβλητος ισχυρίζεται ήδη ότι ουδέποτε έδωσεν εντολήν

προς διενέργειαν των άνω χρηματιστηριακών πράξεων και ειδικώτερον ότι άνευ εντολής του διενηργήθησαν αυτές από τον κωδικόν του προς χειραγώγησιν της τιμής μετοχών. Όμως απεδείχθη ότι ο εφεσίβλητος και μετά την τελευταίαν ένδικον συναλλαγήν προέβη εις καταθέσεις ποσών μέσω τραπεζών εις μερικήν εξόφλησιν των άνω χρεωστικών υπολοίπων αναγνωρίζων, ούτως εμμέσως πλην σαφώς, την ύπαρξιν εντολής προς διενέργειαν τούτων.

Ο εκκαλών εις τας προτάσεις του της εκκλήτου δίκης αποκρούων τα αντίγραφα των κινήσεων λογαριασμού τα οποία προσεκόμισεν η εκκαλούσα και εις τα οποία φέρεται ο εφεσίβλητος να καταθέτη εις τις Τράπεζες επ' ονόματι της χρηματιστηριακής εταιρείας, μετά τις άνω συναλλαγές, διάφορα ποσά προς εξόφλησιν των άνω οφειλών του, (καταθέσεις τις οποίες επεβεβαίωσεν ο μάρτυς αποδείξεως και οι οποίες σημαίνουν την κατά τον χρόνον των καταβολών αναγνώρισιν παρά του εφεσίβλητου της υπάρξεως ιδίων αυτού εντολών), αρνείται ότι αυτός προέβη εις τας καταβολάς, επικαλούμενος ότι αυτά δεν φέρουν τις υπογραφές αυτού ως καταθέσαντος, την αιτιολογίαν καταθέσεως και το κατάστημα εις το οποίον έγιναν οι καταθέσεις, ενώ ο μάρτυς ανταποδείξεως μη έχων ιδίαν αντίληψιν απλώς εικάζει ότι "αυτός που έδωσε τις εντολές αυτός θα κατέθεσε τα ποσά".

Όμως ο μάρτυς ανταποδείξεως, ο οποίος κατέθεσεν ότι και αυτός φέρεται ότι ηγόρασεν μετοχές της εταιρείας ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΣΩΡΟΥΧΩΝ SEX FORM εις άλλην χρηματιστηριακήν εταιρείαν πλην και αυτός αρνείται ότι έδωσεν εις την άλλην εταιρείαν εντολήν προς τούτο, δεν έχει ιδίαν αντίληψιν των συναλλαγών του εφεσίβλητου και απλώς μεταφέρει τας προς αυτόν διηγήσεις τούτου.

Συνεπώς η κατάθεσίς του δεν δύναται να ανατρέψη την σαφή και μετά λόγου γνώσεως κατάθεσιν του μάρτυρος αποδείξεως ο οποίος είναι αντικρυστής της εκκαλούσης και είναι αυτός ο οποίος έχει ιδίαν γνώσιν και αντίληψιν των συναλλαγών του και αυτός διεξεπεραίωσεν τις προς αυτόν δοθείσες εντολές του εφεσίβλητου και κατά μέγα μέρος το σύνολον των ενδίκων συναλλαγών, μετ' επιβεβαίωσιν των στοιχείων ταυτότητος του εφεσίβλητου, κατά τα προδιαληφθέντα. Την κατάθεσίν του αυτήν δεν καθιστά αναξιόπιστον η παρά του μάρτυρος γενομένη διευκρίνισις ότι καίτοι αυτός ήτο ο αρμόδιος δια την διεκπεραίωσιν των υποθέσεων του εκκαλούντος ένα ποσοστόν τούτων δεν διεξήγαγεν αυτός, εννοών, προδήλως, ότι ανεπληρώθη υπό ετέρου αντικρυστού, ουδέ η διευκρίνισις αυτού ότι ειδικώς δια τις εντολές περί τις μετοχές της εταιρείας ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΣΩΡΟΥΧΩΝ SEX FORM "υποθέτει ότι αυτός τις πήρε" από τον εφεσίβλητον.

Συνεπώς απεδείχθησαν οι αγωγικοί ισχυρισμοί ότι ο εφεσίβλητος έδωσεν εντολάς προς διενέργειαν των επιδίκων συναλλαγών και ότι εξ αυτών το χρεωστικόν υπόλοιπον εις το χαρτοφυλάκιόν του διεμορφώθη εις 63.410,05 Ευρώ. Εκ του ποσού τούτου η εκκαλούσα προαφαιρεί το συνολικόν ποσόν των 18.726,78 ως καταβληθέν προς αυτήν παρά του εφεσίβλητου, απομένοντος υπολοίπου 44.683,27 Ευρώ, από το οποίον ζητείται η επιδίκασις μόνον 38.684,31 Ευρώ". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος - εναγόμενος με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής και του προσθέτου αυτής δικογράφου λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα:

(i). Κύριο δικόγραφο Κατά το άρθρο 559 αρ. 11α ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 15 § 1 του ν. 3632/1928, χρηματιστηριακές συναλλαγές είναι οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν ως αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα, μεταξύ των οποίων, κατά το άρθρο 17§§ 1-3 του ν. 3632/1928, συγκαταλέγονται χρεόγραφα, μετοχές και ομολογίες. Στο άρθρο

16 του ιδίου νόμου καθορίζονται οι χρηματιστηριακές συναλλαγές μεταξύ των οποίων αναφέρονται οι αγοραπωλησίες χρηματιστηριακών πραγμάτων, καθώς και όλες οι παρεπόμενες δικαιοπραξίες, που σχετίζονται με τις κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις (άρθρο 1ε περ. ε' του ν. 3632/1928). Με το άρθρο 20 § 1 του ν. 1806/1988, που αντικατάστησε το εν λόγω άρθρο 16 του ν. 3632/1928, ορίστηκε ότι χρηματιστηριακή συναλλαγή θεωρείται κάθε αγοραπωλησία που καταρτίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία περί χρηματιστηρίων, καθώς (περ.

γ') και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση αγοραπωλησίας χρηματιστηριακών πραγμάτων και αξιών. Στην τελευταία αυτή κατηγορία των χρηματιστηριακών συναλλαγών (παρεπόμενων - συναφών) υπάγεται και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας. Η ανωτέρω σύμβαση (χρηματιστηριακή παραγγελία) έχει ως αντικείμενο αφενός την ανάληψη από τον χρηματιστή της υποχρεώσεως να εκτελέσει, με την κατάρτιση κύριας χρηματιστηριακής συμβάσεως, την παραγγελία (εντολή) του πελάτη για αγορά ή πώληση χρεογράφων (χρηματιστηριακών πραγμάτων) και αφετέρου την ανάληψη από τον πελάτη της υποχρεώσεως να καταβάλει στο χρηματιστή τη συμφωνηθείσα αμοιβή (προμήθεια) για την εκτέλεση της χρηματιστηριακής συναλλαγής, καθώς και το τίμημα των χρεογράφων που απετέλεσαν το αντικείμενο της συναλλαγής.

Η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά τα άρθρα 90 επ. του ΕΝ, επί της οποίας έχουν ευθεία εφαρμογή οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, της οποίας αποτελεί ειδικότερη μορφή. Κατά δε το άρθρο 719 ΑΚ ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα ό,τι έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της.

Επιπρόσθετα κατά το άρθρο 721 ΑΚ ο εντολέας έχει υποχρέωση να προκαταβάλει τις δαπάνες που απαιτούνται για την εκτέλεση της εντολής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 § 5 του ν. 3632/1928, όπως ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 18 παρ. 1 ν. 3152/2003, η παραγγελία προς τον χρηματιστή (εντολή) για να ενεργήσει νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή για λογαριασμό του μπορεί να αποδεικνύεται από έγγραφο σημείωμα που φέρει την υπογραφή του τελευταίου, το δε άρθρο 27 §§ 1,2 του ν. 1806/1988 προβλέπει ότι όλες οι εντολές προς μέλος του χρηματιστηρίου και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια όργανα να μπορούν να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων.

Για το σκοπό αυτό με απόφαση του Υπουργού, ύστερα από γνώμη του ΔΣ της ΧΑΑ και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, μπορούν να τροποποιούνται οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για τα βιβλία και τα στοιχεία των χρηματιστών και να καθορίζονται αυτά κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Μέλος του ΧΑΑ δεν μπορεί να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα παραπάνω νόμιμα τηρούμενα βιβλία και τα εκδιδόμενα και παραδιδόμενα όπου ο νόμος ορίζει στοιχεία.

Το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 59 § 1 του ν. 2533/1997, σύμφωνα με το οποίο οι εντολές προς κάθε ΕΠΕΥ που διενεργεί συναλλαγές στο ΧΑΑ, καθώς και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις, τις οποίες η ΕΠΕΥ, που συμμετέχει στο ΧΑΑ, συνάπτει για δικό της λογαριασμό, καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια για την εποπτεία όργανα να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων.

Για το σκοπό αυτό τηρούνται τα βιβλία και στοιχεία που προσδιορίζονται από το παραπάνω άρθρο, κατά τροποποίηση των προβλεφθέντων με το άρθρο 27 § 1 βιβλίων και στοιχείων. Στη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε, επαναλαμβάνεται ουσιαστικά και πάλι η προγενέστερη ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία μέλος του ΧΑΑ ή άλλη ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ δεν δικαιούται να επικαλεσθεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα νομίμως τηρούμενα βιβλία και νομίμως παραδιδόμενα στοιχεία.

Σε εκτέλεση δε νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως ^που χορηγήθηκε με το άρθρο 27 § 1 περ. α' του ν.δ. 1806/1988, εκδόθηκε η 6280/β508/17-5-1989 υ.α του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, με την οποία υποχρεούντο οι Χρηματιστές να τηρούν τριπλότυπο βιβλιάριο εντολών (πινακίδια συναλλαγών) και να αναγράφουν σε αυτό τις προς αυτούς διδόμενες από τους πελάτες του εντολές και καθορίσθηκαν και τα παρακάτω:

Το πρώτο αντίγραφο υπογράφεται από το Χρηματιστή και παραδίδεται στον παραγγελέα ενώ ο τελευταίος υπογράφει μόνο αν το ζητήσει ο Χρηματιστής. Το δεύτερο αντίγραφο συμπληρώνεται με τα στοιχεία της συναλλαγής εκτός από το ονοματεπώνυμο και την υπογραφή του παραγγελέα και ρίπτεται σφραγισμένο με την ώρα ρίψης του σε ειδική κάλπη τοποθετημένη στο Χρηματιστήριο.

Το τρίτο αντίγραφο παραμένει στο στέλεχος του βιβλιαρίου. Από τις εν λόγω διατάξεις συνάγεται ότι η απόδειξη της καταρτίσεως της συμβάσεως εντολής από τον χρηματιστή με έγγραφο υπογεγραμμένο από τον εντολέα πελάτη του είναι δυνητική, πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν ο σκοπός του νομοθέτη ήταν η καθιέρωση του έγγραφου αποδεικτικού τύπου αμφιμερώς και γενικώς.

Ειδικότερα ο νομοθέτης απέκλεισε την απόδειξη χρηματιστηριακών συναλλαγών μη καταχωρισμένων στα καθοριζόμενα βιβλία και στοιχεία, ειδικά και μόνο για την περίπτωση της επικλήσεως τους από τον χρηματιστή ή τις ΑΧΕ και τις ΕΠΕΥ, προς διασφάλιση της δυνατότητας ελέγχου αυτών από τα αρμόδια για την εποπτεία τους όργανα ως προς την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, χωρίς, πάντως, σε κάθε περίπτωση να παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των δικονομικών όπλων μεταξύ των διαδίκων. (Ολ.

ΑΠ 19/2007). Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το ότι με την νεότερη 23832/Β. 451/29-5-1992 απόφαση ΥΠΕΘΟ και στη συνέχεια με την 18/15-1-1999 απόφαση του δ. σ. του ΧΑΑ, εισήχθη υποχρεωτικά στο ΧΑΑ το σύστημα αυτοματοποιημένων συναλλαγών με μαγνητοφώνηση των συναλλαγών για λόγους ασφαλείας, ταχύτητας διεκπεραιώσεως και μειώσεως του κόστους των συναλλαγών στο ΧΑΑ και με το ν. 2396/1996 καθιερώθηκε ο θεσμός των Εταιριών Λήψης και Διαβίβασης Εντολών (ΕΛΔΕ).

Ο παραπάνω νόμος καθορίζει τη λειτουργία των ΕΛΔΕ και το πλαίσιο συνεργασίας τους με τις ΑΧΕ, σε κανένα όμως σημείο του δεν ρυθμίζει την διαδικασία καταγραφής των εντολών, ήτοι δεν προβλέπει το γραπτό τύπο για την χορήγηση των εντολών από τους επενδυτές στις ΕΛΔΕ ή από τις ΕΛΔΕ προς τις ΑΧΕ. Επομένως οι εντολές αγοραπωλησίας μετοχών από τους επενδυτές προς τους Χρηματιστές μπορεί να είναι και προφορικές και η χρηματιστηριακή παραγγελία μπορεί ν' αποδειχθεί με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και συνεπώς και με μάρτυρες (Β' Ολ.

ΑΠ 5/2009). Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι οι διαλαμβανόμενες στις αιτιολογίες της χρηματιστηριακές συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν κατόπιν εντολής του αναιρεσείοντος στηρίχθηκε, πλην άλλων, και στο μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο των μαρτύρων, ελέγχεται ως αβάσιμος.

(ii) Πρόσθετο δικόγραφο.

I. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δε εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Εξάλλου, επί πωλήσεως και αγοράς χρηματιστηριακών πραγμάτων τοις μετρητοίς, η οριζόμενη από το άρθρο 20 § 1 του ν. 3632/1928 προθεσμία των δύο ημερών, η οποία από 20-12-1996 ορίσθηκε με την 4-2005/13/1570 υ.α.

σε τρεις εργάσιμες ημέρες από της ημέρας καταρτίσεως της συναλλαγής, προς παράδοση του πράγματος και την πληρωμή του τιμήματος, αφορά στις σχέσεις των αντισυμβαλλομένων στην κύρια χρηματιστηριακή σύμβαση των χρηματιστών, σε αντιδιαστολή με εκείνη της συμβάσεως παραγγελίας μεταξύ του χρηματιστή - παραγγελιοδόχου και του παραγγελέα - εντολέα του, οι οποίοι επιτρεπτώς ηδύναντο να συμφωνήσουν, με βάση την κατά το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, τον χρόνο εκπληρώσεως των απορρεουσών από αυτή συμβατικών τους υποχρεώσεων, κατά το ελευθέρως συνομολογούμενο περιεχόμενο της εκούσιας εξωχρηματιστηριακής εκκαθαρίσεως.

Επακολούθησε στη συνέχεια ο ισχύων, κατά το άρθρο 38 αυτού, από 5-6-2001 ν. 2843/2000, κατά το άρθρο 1 § 1 του οποίου και τις 2/213/28-3-201 και 11/215/10-5-2001 αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σε περίπτωση καταρτίσεως χρηματιστηριακής συναλλαγής τοις μετρητοίς, ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στο μέλος του ΧΑΑ το τίμημα εντός της προθεσμίας εκκαθαρίσεως των συναλλαγών, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 20 § 1 του ν. 3632/1928.

Σε περίπτωση δε μη εμπρόθεσμης, εντός του τριημέρου, εξοφλήσεως, το μέλος του χρηματιστηρίου έχει πλέον υποχρέωση και όχι απλώς δικαίωμα να προβεί αμελλητί στη λήψη μέτρων για την επιδίωξη της εισπράξεως των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών του, περιλαμβανομένων και των προβλεπομένων από το άρθρο 26 του Ν. 3632/1928, μέχρι δε την πλήρη εξόφληση του τιμήματος οφείλει να μην προβαίνει για λογαριασμό του πελάτου σε οιανδήποτε άλλη αγορά κινητών αξιών.

Εάν όμως προβεί σε τέτοιου είδους συναλλαγές, οι συναλλαγές αυτές δεν πάσχουν ακυρότητα, η δε χρηματιστηριακή εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει στον χρηματιστή του πωλητή των μετοχών το τίμημα των κατά παράβαση των διατάξεων αυτών αγορασθεισών μετοχών, το οποίο και δικαιούται να αναζητήσει από τον εντολέα, υπέχουσα απλώς διοικητικές κυρώσεις κατά την χρηματιστηριακή νομοθεσία, διότι ο νόμος για την παράβαση αυτή δεν απαγγέλλει ακυρότητα ή απαράδεκτο.

Επομένως η προβαλλόμενη με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας ευθέως παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 του ν. 2843/2000, και 20 του ν. 3632/1928, σε συνδυασμό με εκείνες, των άρθρων 174, 180 ΑΚ, με την παραδοχή του περί εγκυρότητας των χρηματιστηριακών συναλλαγών παρά τη μη εμπρόθεσμη εκπλήρωση των απορρεουσών εξ αυτών συμβατικών υποχρεώσεων των δι' αυτής συμβαλλομένων, και ιδία εκείνης του αναιρεσείοντος προς πληρωμή του οφειλομένου τιμήματος για την αγορά κατ' εντολή του μετοχών με ισόποση εντεύθεν πίστωση αυτού, ελέγχεται ως αβάσιμη.

ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δεν ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές.

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Αντίθετα, ο κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος αφορά αδίκαστη αίτηση και ως τέτοια νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης και εκκρεμοδικία.

Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 8 και 9 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, που προέβαλε ο αναιρεσείων ως εναγόμενος πρωτοδίκως και επαναδιατύπωσε ως εφεσίβλητος κατά την δευτεροβάθμια δίκη, ότι οι διαλαμβανόμενες στις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης χρηματιστηριακές συναλλαγές, που πραγματοποιήθηκαν στο όνομά του και ιδία εκείνες των μετοχών της SEX FORM ΑΕ, συνολικού ποσού 128.346,74 ευρώ, διενεργήθηκαν χωρίς την εντολή του και σε κάθε περίπτωση χωρίς επιβεβαίωση αυτής, αλλά αντιθέτως συνιστούσαν αυθαίρετη χωρίς εντολή του, μεθόδευση των οργάνων της αναιρεσίβλητης για χειραγώγηση της μετοχής της "SEX FORM ΑΕ".

Με προσήκουσα αναιρετική αιτίαση, εκείνη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση των θεμελιωτικών της αγωγής πραγματικών περιστατικών και ιδία εκείνου για την ύπαρξη εντολής από τον αναιρεσείοντα για την διενέργεια από την αναιρεσίβλητη στο όνομά του των επίμαχων χρηματιστηριακών συναλλαγών, που δεν συνιστά "πράγμα", κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, σε κάθε δε περίπτωση λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την αντίθετη περί πραγμάτων κρίση του.

Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται προεχόντως ως απαράδεκτος κατ' αμφότερα τα σκέλη αυτού, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος κατά το πρώτο σκέλος αυτού.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος, Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες διαλαμβάνεται ότι οι επίμαχες χρηματιστηριακές συναλλαγές διενεργήθηκαν στο όνομα του αναιρεσείοντος "κατ' εντολή του", αγωγικό ισχυρισμό στον οποίο εντοπιζόταν και περιοριζόταν η άρνηση του τελευταίου, κατά την μη προσβαλλόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά, τα οποία δικαιολογούσαν την παραδοχή της κατ' αυτού απευθυνόμένης αγωγής της αναιρεσίβλητης.

Η αξιολόγηση αυτή των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφορικά με την σαφήνειά τους δεν διαφοροποιείται από την παράλληλη εκτίμησή της: "Τέλος επειδή εις τις προτάσεις του εφεσίβλητου καταγγέλλεται αξιόποινος πράξις αυτεπαγγέλτως διωκομένη (εννοεί τη χειραγώγηση της τιμής της μετοχής της "SEX FORM AE") πρέπει, προς ποινικήν διερεύνησιν των καταγγελλομένων, επιμελεία της Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου να διαβιβασθούν εις τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών κεκυρωμένα αντίγραφα της παρούσης, της υπό κρίσιν αγωγής, των ταυταρίθμων προς την εκκαλουμένην πρακτικών δημοσίας συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και των προτάσεων του εφεσίβλητου αμφοτέρων των βαθμών", σε συνέπεια με την οποία διέλαβε στο διατακτικό της "Διατάσσει την εις τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών διαβίβασιν, επιμελεία της Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου, νομίμων αντιγράφων της παρούσης, της υπό κρίσιν αγωγής, των ταυταρίθμων προς την εκκαλουμένην πρακτικών δημοσίας συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και των προτάσεων του εφεσιβλήτου αμφοτέρων των βαθμών".

Και τούτο για τον λόγο ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν κατέληξε στην κρίση του αυτή με βάση την παραδοχή ότι ανέκυψε ή έστω πιθανολογήθηκε η αναφερομένη ως διωκομένη αυτεπαγγέλτως αξιόποινη πράξη, ως τούτο αβιάστως προκύπτει από το σύνολο των λοιπών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, αλλά περιέλαβε τα ανωτέρω στην απόφασή του με μόνη την καταγγελία αυτής, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 38 ΚΠοινΔ, χωρίς τούτο να συνδέεται με τις λοιπές αιτιολογίες της και να ασκεί νομική επιρροή, ούτε αυτοτελώς ερευνώμενο να στοιχειοθετεί λόγο αναιρέσεως.

Επομένως η προβαλλόμενη με τον απομένοντα προς έρευνα τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 20 § 1 του ν. 1806/1998, 90 επ. Εμπ. Ν. 713, 721, 722 ΑΚ, επί των οποίων κρίθηκε ότι ερείδεται η αγωγή της αναιρεσίβλητης, συνισταμένη στην ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογίων της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ελέγχεται ως αβάσιμη.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με τους με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 1161/29-9-2008 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 118/16-6-2009, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 2854/22-5-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ