Supreme Court allows appeal against enforcement, ordering restitution of 33,500 euros and legal costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the enforcement of a lower court decision, ordering the respondent to return 33,500 euros with interest. The court found that the respondent's lawyer voluntarily accepted a bank draft from the appellants, which constituted a voluntary fulfillment of the appealed judgment. Consequently, the court ordered the restoration of the case to its pre-enforcement state and awarded legal costs to the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticle 579(2) of the Code of Civil Procedure; Article 261 of the Code of Civil Procedure: When a party voluntarily fulfills a judgment by accepting funds from the opposing party, the judgment is deemed executed, and the court must order restitution of the paid amount and legal costs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 676 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 676/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: ....(αναφέρονται 5 ονόματα). Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζαχαρία Σαλούστρο.
Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: ..... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σκλαβουνάκο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-1-2002 και 21-2-2002 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 284/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 2580/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 29-8-2004 αίτησή τους και τους από 23-12-2005 πρόσθετους λόγους.
Εκδόθηκε η 361/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν για συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 3-3-2006 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 10-1-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Μάριου - Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων - καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, κατά το άρθρο 703 παρ. 1 Α.Κ., εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας, για τη σύναψη μιας συμβάσεως, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτιστεί ως συνέπεια αυτής της μεσολαβήσεως ή της υποδείξεως ευκαιρίας. Από την εν λόγω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι κύριες προϋποθέσεις για την εφαρμογή αυτής είναι α) η υπόσχεση αμοιβής για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη συμβάσεως και β) η κατάρτιση της συμβάσεως ως συνέπεια της μεσολαβήσεως ή της υποδείξεως του μεσίτη.
Επίσης, για να δικαιούται ο τελευταίος αμοιβή πρέπει, εκτός των ανωτέρω, να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και της καταρτίσεως της πράξεως, για την οποία δόθηκε η εντολή. Η ύπαρξη τέτοιας αιτιώδους συνάφειας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν δηλαδή η μεσολάβηση ή η υπόδειξη ευκαιρίας βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, οπότε και μόνο δημιουργείται υποχρέωση για την καταβολή της μεσιτικής αμοιβής, είναι καθαρά πραγματικό ζήτημα και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Εξάλλου, στην εντολή προς υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη αστικής συμβάσεως δεν απαιτούνται περαιτέρω προσωπικές ενέργειες του μεσίτη, αφού αρκεί ότι έλαβε χώρα υπόδειξη ευκαιρίας και ότι η σύμβαση καταρτίστηκε λόγω της υπόδειξης αυτής, μάλιστα δε η σύναψη της συμβάσεως δεν απαιτείται να είναι αποκλειστικώς και κυρίως το προϊόν του μεσίτη, διότι δεν αποκλείεται και παρεπόμενη ενέργεια αυτού ή άλλη δευτερεύουσα προσπάθειά του να είναι υπό ορισμένες συνθήκες επαρκής ή και η μόνη απαιτούμενη, όπως το γεγονός ότι ο μεσίτη έδωσε στον εντολέα του τη διεύθυνση και το όνομα του ενδιαφερόμενου για τη σύναψη της σύμβασης, ώστε να καθιστά δυνατή την απ΄ ευθείας διαπραγμάτευση.
Λόγω δε του ενδοτικού χαρακτήρα της διατάξεως του άρθρου 703 Α.Κ., οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν ότι υποκείμενο (αγοραστής) της σκοπούμενης συμβάσεως να είναι ακόμη και εταιρία των εντολέων, όλων ή μερικών από αυτούς. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 211 Α.Κ., δήλωση βουλήσεως από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια υπέρ της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου.
Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται είτε η δήλωση γίνει ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του. Από τις εν λόγω διατάξεις συνάγεται, ότι για να ενεργήσει η δήλωση βουλήσεως αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου πρέπει ο αντιπρόσωπος να επιχειρήσει τη δικαιοπραξία στο όνομα εκείνου και να καταστήσει γνωστό σ΄ εκείνον με τον οποίο έχει συναλλαγεί ότι η ενέργεια από τη δικαιοπραξία θα παραχθεί όχι για τον εαυτό του, αλλά για τον αντιπροσωπευόμενο, πράγμα το οποίο, σε περίπτωση έλλειψης ρητής δήλωσης του αντιπροσώπου ότι ενεργεί στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, μπορεί να συναχθεί και από τις περιστάσεις.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμη βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ανέλεγκτα τα εξής:
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ως μεσίτρια αστικών συμβάσεων, κατάρτισε εγγράφως στην Αθήνα την l1-9-1997 με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, έκτο και έβδομο εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες σύμβαση, σύμφωνα με την οποία οι τελευταίοι ανέθεσαν σ' αυτήν την εντολή να τους υποδείξει μόνο ευκαιρία για την αγορά οικοπέδου στη ..... , εκτάσεως 1960 μ2, αντί συμφωνηθείσας μεσιτικής αμοιβής, ανερχόμενης στο ποσό των 4.000.000 δρχ.
και ήδη 11.738,81 ευρώ. Στη σύμβαση αυτήν ο έβδομος εναγόμενος και ήδη πέμπτος αναιρεσείων συμβλήθηκε ατομικά και ως νόμιμος αντιπρόσωπος των λοιπών ως άνω εναγομένων. Μεταξύ αυτών συμφωνήθηκε επιπλέον, ως ποινική ρήτρα, το ποσό των 4.000.000 δρχ. και ήδη 11.738, 81 ευρώ για την περίπτωση της μη έγκαιρης καταβολής της μεσιτικής αμοιβής, η οποία, κατά τη συμφωνία τους, έπρεπε να καταβληθεί από τους εντολείς, που ευθύνονται εις ολόκληρον, κατά το χρόνο υπογραφής του οικείου συμβολαίου ή προσυμφώνου συμβολαίου, καθώς επίσης, κατά τη συμφωνία τους, ότι υποκείμενο (αγοραστής) της σκοπούμενης συμβάσεως μπορούσε να είναι και εταιρία των εντολέων, όλων ή μερικών από αυτούς.
Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) σε εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως μεσιτείας, υπέδειξε την 1-9-1997 για αγορά το οικόπεδο, το οποίο δεν γνώριζαν οι εντολείς και βρίσκεται στη ..... , εκτάσεως 1970, 77 μ2. Ακολούθως, η συσταθείσα την 1-6-2000 ομόρρυθυμη εταιρία με την επωνυμία ".... Ο.Ε.", αγόρασε την 9-8-2000, κατόπιν του ..... προσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ....., το ανωτέρω οικόπεδο από τους πωλητές ..... (επικαρπωτή) και .....
και ..... (ψιλούς κυρίους). Ομόρρυθμοι εταίροι της αγοράστριας εταιρίας την 9-8-2000 ήταν οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι, καθώς και ο τέταρτος εναγόμενος, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, κατά ποσοστό συμμετοχής 25%, 25%, 35% και 15% καθένας, αντίστοιχα. Κατόπιν αυτών, κατέληξε το Εφετείο, ότι η κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως αγοράς του προαναφερόμενου ακινήτου ήταν αποτέλεσμα της ως άνω υποδείξεως της ενάγουσας, η ποία έχει αξίωση στη μεσιτική αμοιβή, που θεμελιώνεται αυτοτελώς με μόνη αυτήν την υπόδειξη ευκαιρίας.
Έτσι, τούτο, μετά παραδοχή της εφέσεως των ανωτέρω εναγομένων, δέχτηκε κατ΄ ουσίαν αμφότερες τις ένδικες αγωγέ της ενάγουσας κατά ένα μέρος και επιδίκασε υπέρ αυτής τα ως άνω ποσά της μεσιτικής αμοιβής και της ποινικής ρήτρας. Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμίμη βάση, αφού διέλαβε στην απόφασή του αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, το Εφετείο : α) Δέχτηκε μεν ότι η κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως αγοράς του προαναφερομένου ακινήτου ήταν αποτέλεσμα της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης υποδείξεως ευκαιρίας προς πραγματοποίηση της αγοράς αυτής, πλην όμως δεν εξειδικεύει στην απόφασή του τα περιστατικά τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν την έννοια της "υποδείξεως ευκαιρίας" για τη σύναψη της εν λόγω συμβάσεως, καθώς και το πως συνδέεται αιτιωδώς μια τέτοια υπόδειξη για αγορά του ως άνω ακινήτου, η οποία (υπόδειξη) έγινε, κατά τη σχετική παραδοχή του Εφετείου, την 1-9-1997, προς την εκ μέρους της τρίτης (μη συμβληθείσας στη σύμβαση μεσιτείας) ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία τελικά πραγματοποίησε και δη μετά τριετία περίπου την αγορά του ακινήτου αυτού.
Β) Δέχτηκε μεν ότι ο πέμπτος αναιρεσείων (..... ) στην ως άνω σύμβαση μεσιτείας συμβλήθηκε και υπό την ιδιότητά του ως αμέσου αντιπροσώπου των λοιπών αναιρεσειόντων, πλην όμως δεν καθορίζονται στην απόφασή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να μπορεί να συναχθεί ότι πράγματι είχε παρασχεθεί στον πέμπτο αναιρεσείοντα από τους λοιπούς αναιρεσείοντες με σχετικά ή σχετικές δικαιοπραξίες η εξουσία άμεσης αντιπροσωπεύσεώς τους στη σύμβαση μεσιτείας, ενώ, πέραν τούτου, δεν διαλαμβάνεται στην απόφαση και ότι ο πέμπτος αναιρεσείων είχε ρητώς καταστήσει γνωστό στην αναιρεσίβλητη κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μεσιτείας ότι ενεργούσε και ως άμεσος αντιπρόσωπος των λοιπών αναιρεσειόντων ή, έστω, ότι δεν προέβη μεν σε μια τέτοια ρητή δήλωση, πλην όμως η ιδιότητά του ως άμεσου αντιπροσώπου των αναιρεσειόντων αυτών κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μεσιτείας συναγόταν από συγκεκριμένες περιστάσεις, οι οποίες πάντως δεν αναφέρονται.
Εξαιτίας των ως άνω ανεπαρκώς αιτιολογιών επί των προαναφερομένων ζητημάτων, που αφορούν ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν από το Εφετείο και ιδίως εκείνων των άρθρων 703, 211, 216 και 217 του Α.Κ..
Γι΄ αυτό, τόσο ο πρώτος, όσο και ο δεύτερος λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου κατά τα σχετικά από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ μέρη τους, με τα οποία προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμη βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών αναφορικά με τα αμέσως πιο πάνω ζητήματα, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.
Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμων των λόγων αυτών αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.
2.- Επειδή, κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο ΄Αρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".
Στην περίπτωση, εξάλλου, της υποβολής της αιτήσεως με τις προτάσεις δεν τίθεται ως όρος του παραδεκτού αυτής η κατάθεση των προτάσεων τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, όπως απαιτείται, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, όταν με αυτές προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό ή το εμπρόθεσμο της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων, εφόσον αρκεί οι προτάσεις αυτές να κατατέθηκαν μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως.
Επίσης, δεν απαιτείται για τη συζήτηση αυτή αιτήσεως η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου επί της αξίας του αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται, γιατί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση διατάσσεται για την άρση της αδικίας που έγινε στον αναιρεσείοντα από την εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε (ΑΠ 1043/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, όλοι οι αναιρεσείοντες ζήτησαν με το αναιρετήριο, όπως η σχετική αίτηση διευκρινίστηκε με τις από 27-1-2006 προτάσεις των τεσσάρων πρώτων από αυτούς, που κατατέθηκαν αυθημερόν, επ΄ ευκαιρία της συζητήσεως της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως κατά την αρχική δικάσιμο της 24-1-2006, μετά την οποία εκδόθηκε η υπ΄ αριθ. 361/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (οι προτάσεις των τεσσάρων πρώτων από τους αναιρεσείοντες για την προκειμένη συζήτηση κατατέθηκαν μετά τη συζήτηση αυτήν), την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως με την επιστροφή, με το νόμιμο τόκο, κατά το ειδικότερο με τις ως άνω προτάσεις υποβληθέν σχετικό αίτημα, του ισομερώς από τους αναιρεσείοντες στην αναιρεσίβλητη καταβληθέντος συνολικού χρηματικού ποσού των 33.500 ευρώ σε εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως.
Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στην διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 579 του ΚΠολΔ. Από την επικαλούμενη και σε ανεπικύρωτο φωτοτυπικό αντίγραφο προσκομιζόμενη από 6-7-2004 απόδειξη της Δέσποινας Λωλίδου Παγίδα, δικηγόρου Πειραιά, η οποία είχε παρασταθεί ως πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσίβλητης κατά τη συζήτηση της ένδικης υποθέσεως στο Εφετείο Πειραιώς, αποδεικνύεται ότι η εν λόγω δικηγόρος, που ενεργούσε κατ΄ εντολή και για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, παρέλαβε από όλους τους αναιρεσείοντες, δια χειρός του Νικολάου Λαπαθιώτη, δικηγόρου Αθηνών, την αναφερόμενη τραπεζική επιταγή συνολικού ποσού 33.500 ευρώ, μετά την είσπραξη της οποίας θα επερχόταν πλήρης και ολοσχερής εξόφληση για κεφάλαιο και τόκους της αναιρούμενης αποφάσεως.
Από τη μη αμφισβήτηση από την αναιρεσίβλητη του γεγονότος της εισπράξεως του ποσού της εν λόγω τραπεζικής επιταγής, συνάγεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου ομολογία της αναιρεσίβλητης για το ότι πράγματι εισπράχθηκε το ποσό της αμέσως πιο πάνω τραπεζικής επιταγής (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η πιο πάνω αίτηση και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδώσει συμμέτρως στους αναιρεσείοντες το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας αποφάσεως )ΑΠ 220/1992, 1451/1991).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 2580/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάζει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της ως άνω αποφάσεως.
Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να αποδώσει συμμέτρως στους αναιρεσείοντες το ποσό των τριάντα τριών χιλιάδων πεντακοσίων (33.500) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας αποφάσεως.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ