Supreme Court partially allows appeal against lower court's failure to consider unproposed facts under Article 559(8) of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court erred by considering facts regarding the wife's lost income that were not raised in the original complaint. The court found the lower court had improperly applied Article 930 of the Civil Code to these unproposed facts, violating the principle that only presented matters can be considered. Consequently, the decision was annulled in part and remitted to a newly constituted court for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(8) K.Pol.D.; Art. 930(3) C.C.: The Court of Appeal erred by considering facts not proposed in the complaint, which constitute grounds for appeal under Article 559(8) of the Civil Procedure Code.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 676 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 676/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24-1-2000, 21-3-2000, 26-9-2000 και 27-9-2000 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2216/2001, 1856/2002 μη οριστικές, 5888/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2663/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, ανέγνωσε την από 30 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από το νομίμως παραστάν αναιρεσείον επίσημο αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την επ' αυτού επισημείωση του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Κ. και την κάτω από την αίτηση αναιρέσεως εντολή προς επίδοση του πληρεξουσίου δικηγόρου, αποδεικνύεται η κλήτευση του αναιρεσείοντος για την στην αρχή της παρούσης αναφερομένης δικάσιμο ως και η επίσπευση αυτής από τον μη παραστάντα και μη εκπροσωπηθέντα κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου αναιρεσίβλητο.
Συνεπώς πρέπει να γίνει η συζήτηση της υποθέσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παράγραφος 1 Κ.Πολ.Δ. σαν να είναι παρών και ο εν λόγω διάδικος (αναιρεσίβλητος).
ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται "αν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ως "πράγματα" νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος.
Είναι πράγματα και συνεπώς η μη λήψη υπόψη ιδρύει τον προβλεπόμενο από την άνω διάταξη λόγο αναιρέσεως, η βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτής και των διαφόρων αιτημάτων της περιστατικά. Ειδικότερα δε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο γεγονότων μη περιεχομένων στην αγωγή για τη θεμελίωσή της. Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον εκθέτει ότι με την ασκηθείσα από 21.03.2000 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου εναντίον του αγωγή από τον ήδη αναιρεσίβλητο, η οποία κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία επαναλαμβάνεται και στο αναιρετήριο ισχυριζόταν ο τελευταίος τα ακόλουθα: "Η σύζυγός μου Α., το γένος Κ., είχε προσληφθεί στις 16 Ιουνίου 1997 από την επιχείρηση: "..." με έδρα στο ... (...) ως εργάτρια καθαρισμού, με καταβαλλόμενο στις 31-12-1998 μικτό ημερομίσθιο επτά χιλιάδων (7.000) δραχμών.
Με δεδομένη την ανάγκη μου για συνεχή παρουσία δευτέρου ατόμου, καθώς δεν δύναμαι να αυτοεξυπηρετηθώ, λόγω των εναπομεινάντων διαταραχών των φλοϊκών λειτουργιών στα πλαίσια και του οργανικού ψυχοσυνδρόμου, όπως γνωμάτευσαν οι θεράποντες γιατροί μου, αλλά και της βέβαιας πλέον αδυναμίας μου να αυτοεξυπηρετηθώ και στο μέλλον, οπωσδήποτε δε για χρονικό διάστημα μέχρι και τις 24-12-2004, ζήτησα από τη σύζυγό μου, και στην ουσία την ανάγκασα, να ζητήσει από την εργοδότριά της εταιρία να λύσουν τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας.
Αίτημα, που αποδέχθηκε η εν λόγω εταιρία, αφού έλαβε υπόψη της τους λόγους για τους οποίους υποβλήθηκε, και με την από 31-12-1998 καταγγελία σύμβασης εργασίας απέλυσε τη σύζυγό μου, ενώ της κατέβαλε και τη νόμιμη αποζημίωση από 32.536 δραχμές. Ακολούθως, από 1/1/1999 και συνεχώς μέχρι σήμερα αλλά μετά βεβαιότητας μέχρι και την 31-12-2004, η σύζυγός μου ασχολείται αποκλειστικά με τη φροντίδα μου και μου παρέχει όλες εκείνες τις φροντίδες, που έχει άμεση ανάγκη ένα άτομο, το οποίο όπως ακριβώς εγώ, δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί.
Συγκεκριμένα, μου δίνει τα φάρμακά μου, με συνοδεύει στα νοσοκομεία, καθαρίζει το σώμα μου, με βοηθάει στο ντύσιμο, μου δίνει το φαγητό μου, με συνοδεύει στη τουαλέττα, με τοποθετεί στο κρεβάτι μου, και γενικά με φροντίζει καθημερινά και σχεδόν επί 24 ώρες καθημερινά. Εξάλλου η σύζυγός μου είναι το μοναδικό μέλος της οικογένειάς μου, που μπορεί να μου παρέχει τέτοιου είδους φροντίδες και υπηρεσίες.
Ωστόσο, για να παράσχει σε εμένα τις εξ ηθικού καθήκοντος και εκ λόγων ευπρεπείας οφειλόμενες, υπηρεσίες και φροντίδες, στερήθηκε από 1/1/1999 και μέχρι το χρόνο ασκήσεως της αγωγής και θα στερηθεί μετά βεβαιότητας μέχρι και την 31-12-2004, το εκ της εργασίας της προερχόμενο εισόδημα. Με δεδομένη δε την ηλικία της (διάγει σήμερα το 38ο έτος), την άριστη υγεία της, τις οικογενειακές μας υποχρεώσεις (έχουμε δύο ανήλικα παιδιά) και την έλλειψη οποιουδήποτε άλλου εισοδήματος, είναι απόλυτα βέβαιο ότι θα εργαζόταν καθόλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα.
Όπως προαναφέρθηκε το ημερομίσθιό της στις 31-12-1998 ανερχόταν στο ποσό των 7.000 δραχμών. Λαμβάνοντας δε υπόψη, ότι, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα εργαζόταν επί 26 ημέρες κάθε ημερολογιακό μήνα, έτσι όπως έπραττε εξάλλου και στο παρελθόν, και με σταθερό ακόμη ημερομίσθιο -πράγμα βεβαίως απίθανο, αφού είναι γνωστό τοις πάσιν, ότι οι μισθοί και τα ημερομίσθια αυξάνονται κάθε έτος- θα κέρδιζε το ποσό των 182.000 δρχ.
το μήνα (26 ημέρες Χ 7.000 δρχ.). Συνακόλουθα θα λάμβανε για κάθε έτος, που θα εργαζόταν το ποσό των 2.457.000 δραχμών, ήτοι 182.000 δρχ. το μήνα επί 13 και 1/2 μήνες (συνυπολογίζω πλέον των δώδεκα μηνών και ένα μήνα για επίδομα "δώρο" Χριστουγέννων και μισό μήνα για επίδομα "δώρο" Πάσχα). Άρα, για τα έτη 1999, 2000, 2001, 2002, 2003 και 2004 θα λάμβανε το συνολικό ποσό των 14.742.000 δραχμών (6 έτη Χ 2.184.000 δρχ.), εισόδημα το οποίο απώλεσε οριστικά η σύζυγός μου, χωρίς καμιά υποκειμενική ή αντικειμενική υπαιτιότητα ή αδυναμία της.
Μάλιστα το απολεσθέν αυτό εισόδημα δεν υπάρχει καμιά απολύτως δυνατότητα να αποκατασταθεί από οποιαδήποτε άλλη πηγή. Αν λάβει κανείς υπόψη του τις πραγματικές συνθήκες της οικογενειακής και συζυγικής μας ζωής, αφού από το 1981, που παντρευτήκαμε, μέχρι και σήμερα, ζούμε συνεχώς μαζί και αναλώναμε και οι δύο όσα από την εργασία του ο καθένας μας αποκόμιζε για την ικανοποίηση των οικογενειακών μας αναγκών.
Επιπρόσθετα η οικογένειά μας αποτελείται και από δύο ανήλικα τέκνα, τον Δ. που γεννήθηκε στις 17-9-1982 και το Θ. που γεννήθηκε στις 3-10-1984. Επειδή είναι απόλυτα σίγουρο ότι η σύζυγός μου θα εξακολουθούσε να εργάζεται από 1/1/1999 έως και 31/12/2004 και θα συνεισέφερε στη δημιουργία του κοινού οικογενειακού εισοδήματος, αν δεν την είχα εξαναγκάσει να εγκαταλείψει την εργασία της μετά τον πολυτραυματισμό μου.
Επειδή από το παραπάνω αναφερόμενο εισόδημά της, το 1/5 αυτού θα ανάλωνε για προσωπικές βασικές της ανάγκες, ποσοστό επίσης 1/5 αυτού, θα συνεισέφερε για την ικανοποίηση των αναγκών των δύο ανηλίκων τέκνων μας. Οπότε θα υπολειπόταν οπωσδήποτε ποσοστό 3/5 του εισοδήματός της, το οποίο ασφαλώς θα ανάλωνε για εμένα προσωπικά, ήτοι ποσό οκτώ εκατομμυρίων οκτακοσίων σαράντα πέντε χιλιάδων διακοσίων (8.845.200) δραχμών (14.742.000 συνολικό εισόδημα Χ 3/5).
Επειδή το παραπάνω αναφερόμενο ποσό απωλέσθηκε οριστικά για εμένα, χωρίς καμία υπαιτιότητά μου η ευθύνη μου και δεν υπάρχει καμία δυνατότητα να αποκατασταθεί από άλλη πηγή. Αλλά, κι αν ακόμη θεωρηθεί, ότι δεν έπρεπε να υποχρεώσω τη σύζυγό μου Α. Κ. να διακόψει τη παροχή της εργασίας της, θα ήμουν αναγκασμένος εκ των πραγμάτων να προσλάβω τρίτο άτομο.
Ειδικότερα, με δεδομένη τη κατάσταση της υγείας μου, αφού μετά τον πολυτραυματισμό μου, έχω καταστεί άτομο με ειδικές ανάγκες, θα ήμουν αναγκασμένος να προσλάβω επαγγελματία νοσηλεύτρια, προσωπική υπηρέτρια, μάγειρα κ.λ.π. Ωστόσο, για την πληρωμή του ατόμου αυτού θα ήμουν υποχρεωμένος να καταβάλω κατ' ελάχιστον το ποσό των 8.000 δρχ.
ημερησίως, όπως είναι κοινώς γνωστό, ότι πληρώνονται τα άτομα αυτά. Πλην όμως, εγώ δεν είχα τη δυνατότητα να καταβάλω το ποσό αυτό, αλλά κι αν ακόμη θεωρήσει κανείς ότι είχα τη δυνατότητα, η επί μέρους κατά μήνα ή κατά έτος δαπάνη θα ήταν δυσανάλογα μεγαλύτερη από την ωφέλεια, που θα είχα, αν η σύζυγός μου συνέχιζε να εργάζεται και να δαπανά για την ικανοποίηση των δικών μου αναγκών, τα 3/5 του εισοδήματός της.
Δηλαδή, η θετική περιουσιακή ζημία μου θα υπερέβαινε κατά πολύ την περιουσιακή - εισοδηματική μου ωφέλεια, αφού θα έπρεπε να καταβάλω για το χρονικό διάστημα από 1/1/1999 έως 31/12/2004 τουλάχιστον το συνολικό ποσό των 17.000.000 δραχμών, ενώ θα κέρδιζα από την εργασία της συζύγου μου μόλις το ποσό των 8.845.200 δραχμών.
Κατά συνέπεια, και σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω, υπέστην αποθετική περιουσιακή ζημία που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 25.693.200 δραχμών, το οποίο συντίθεται εκ του ποσού των 8.845.200 δρχ. (εξαιτίας του απολεσθέντος ποσοστού των 3/5 του εισοδήματος της συζύγου μου) και εκ του ποσού των 16.848.000 δρχ. (εξαιτίας του απολεσθέντος εισοδήματος από τη δική μου εργασία).
Το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε την ως άνω αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου απέρριψε το πιο πάνω αίτημα ως αβάσιμο. Κατά της ως άνω αποφάσεως ο αναιρεσίβλητος άσκησε έφεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών με την οποία προσέβαλε και την ως άνω παραδοχή. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Αποδεικνύεται επίσης ότι ο ενάγων λόγω του σοβαρού τραυματισμού του και των εξ αυτού συνεπειών ήταν αναγκαίο να έχει την συνδρομή και την προσφορά των υπηρεσιών τρίτου προσώπου καθ' όσον αδυνατούσε να αυτοεξυηπηρετείται. Τις υπηρεσίες δε αυτές αποκλειστικής νοσοκόμου - συνοδού προσέφερε η σύζυγός του Αθανασία, η οποία ας σημειωθεί ότι ενώ εργαζόταν μέχρι τότε στην επιχείρηση ...
S.A." ως εργάτρια καθορισμού αποχώρησε από την εργασία της αυτή για να είναι πλησίον του ενάγοντος που είχε ανάγκη της φροντίδας άλλου προσώπου. Έτσι η σύζυγός του ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη φροντίδα του για χρονικό διάστημα 24 μηνών (από 1.1.2000 και εντεύθεν) κατά το οποίο ήταν απολύτως αναγκαία η συνδρομή της αυτή, με καθημερινή απασχόληση για το σκοπό αυτό που αποτιμάται στο ποσό των 8.000 δραχμών ημερησίως, ποσό το οποίο άλλωστε ο ενάγων θα κατέβαλε σε τρίτο πρόσωπο για την ίδια εργασία και το οποίο δικαιούται να αξιώσει.
Έτσι για την αιτία αυτή δικαιούται να λάβει το συνολικό ποσό των 5.700.000 δραχμών ή ευρώ 16.904. Ακολούθως το Εφετείο με βάση τις ως άνω παραδοχές του, δέχθηκε το σχετικό λόγο εφέσεως, εξαφάνισε κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την αγωγή κατά το ως άνω ποσό το οποίο και επιδίκασε. Κρίνοντας ως άνω το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα ενώ με την αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε ως αποζημίωση το προσδιοριζόμενο σ' αυτή ποσό λόγω στερήσεως της συνεισφοράς της συζύγου του στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και ειδικότερα ποσοστό των επί της επαγγελματικής της απασχολήσεως την οποία κατά την αγωγή αναγκάσθηκε να διακόψει εισοδημάτων της και αφορούσε τον ενάγοντα με βάση την ΑΚ 929 εδ.
β' , εν τούτοις το Εφετείο επιδίκασε το μνησθέν ανωτέρω ποσό θεωρήσαν αυτό ως ζημία τούτου καθ' εφαρμογή του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ με τη σκέψη ότι το ποσό αυτό ναι μεν δεν κατέβαλε ο ενάγων στη σύζυγό του για τις επί πλέον υπηρεσίες που του προσέφερε λόγω της σοβαρής βλάβης της υγείας του, όμως θα κατέβαλε το ίδιο σε τρίτο πρόσωπο αν τούτο προσλαβανόταν απ' αυτόν για τον ίδιο σκοπό, κατά μεταβολή όμως της βάσεως της αγωγής και ήταν ανεπίτρεπτη στο Εφετέιο (βλ.
ΚΠολΔ 224). Δηλαδή το Εφετείο δέχθηκε βάση αγωγής που αποτελεί "πράγματα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που δεν περιείχετο στο εισαγωγικό δικόγραφο αυτής.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει αιτίαση κατά της αποφάσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, ήτοι μόνο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της (άρθρο 580 παράγραφος 3 ΚΠολΔ) στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση και να καταδικασθεί ο ηττώμενος αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2663/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσης.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ