Legislator Case Law & Legislation
675/2024 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal for retrial, ruling the criminal council's acquittal is irrelevant to the civil contract liability case.

Case Number 675/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's request for a retrial of its civil judgment against the individual. The court found the bank had legitimate access to criminal proceedings as a civil party and that the criminal council's acquittal did not prove the bank's ignorance of the indictment. Consequently, the court held the criminal decision was not a critical document for the civil case based on contract law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 544 no. 7 and 561 § 2 of the Code of Civil Procedure; The criminal council's acquittal is not a critical document for civil proceedings based on contract liability when the criminal facts do not match the civil cause of action.

Keywords

AI generated
retrial request civil party status criminal acquittal contractual liability critical document irrelevant evidence dismissed appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 561 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 147 paragraph 1 letter a of the Code of Civil Procedure
Article 147 paragraph 1 letter gamma of the Code of Civil Procedure
Article 544 no. 7 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 675 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 675/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αιτούσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια.

Του καθού η αίτηση: Χ. Σ. του Ι., κατοίκου Ε. Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του: 1) Γεώργιο Παπαδημητρίου και 2) Δημήτριο Ρίζο

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-4-2010 αγωγή του ήδη καθού η αίτηση, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4284/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 5828/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε καθού η αίτηση με την από 31-1-2014 αίτησή του και τους από 15-9-2014 πρόσθετους λόγους αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2118/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την υπ' αριθμ.5828/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2501/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο καθού η αίτηση με την από 16-7-2018 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1432/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 2501/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και διακράτησε την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε δικάσιμο που θα οριζόταν με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 6-2-2020 κλήση του καθού η αίτηση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 72/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, που δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των διακοσίων πενήντα πέντε χιλιάδων πενήντα (255.050) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Την αναψηλάφηση της υπ' αριθμ. 72/2022 απόφασης του Αρείου Πάγου ζητεί η αιτούσα με την από 9-11-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αιτούσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του καθού η αίτηση την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναψηλάφηση της 72/2022 απόφασης του Αρείου Πάγου, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ): Με την από 13-4-2010 αγωγή του, ο ενάγων και ήδη καθ' ου η αίτηση αναψηλάφησης ανέφερε ότι είχε τοποθετήσει το χρηματικό ποσό των 389.000 ευρώ σε λογαριασμό ταμιευτηρίου της εναγόμενης-αιτούσας την αναψηλάφηση τράπεζας, ότι το ποσό αυτό αναλήφθηκε από το λογαριασμό του χωρίς τη γνώση και συναίνεσή του, και συγκεκριμένα μεταφέρθηκε με τέσσερεις διαφορετικές συναλλαγές από την Α.

Κ. σε έτερο λογαριασμό, κοινό μεταξύ του ενάγοντος και του Θ. Β., και αναλήφθηκε από τον τελευταίο, ότι οι ενέργειες των ανωτέρω ήταν παράνομες, δεδομένου ότι η Α.. Κ., για να επιτύχει τη μεταφορά, εμφάνισε στους υπαλλήλους της τράπεζας τέσσερεις έγγραφες εξουσιοδοτήσεις, που έφεραν την υπογραφή του ενάγοντος και με τις οποίες ο ίδιος φερόταν ότι εξουσιοδοτούσε αυτήν να προβεί σε μεταφορές χρημάτων από τον ατομικό λογαριασμό του στον κοινό λογαριασμό, όμως ο ίδιος δεν είχε εκδώσει τις ανωτέρω εξουσιοδοτήσεις, στις οποίες η υπογραφή του είχε πλαστογραφηθεί από τους Α..

Κ. και Θ.. Β., ούτε είχε ανοίξει κοινό λογαριασμό με τον τελευταίο, ο οποίος είχε πλαστογραφήσει την υπογραφή του ενάγοντος στα αναγκαία για το άνοιγμά του έγγραφα. Ότι στις ανωτέρω παράνομες πράξεις συνήργησαν ο διευθυντής, ο προϊστάμενος και ο ταμίας του καταστήματος της εναγομένης, οι οποίοι δέχτηκαν τις εξουσιοδοτήσεις ως γνήσιες, παρόλο που δεν έφεραν βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του ενάγοντος από δημόσια αρχή, δεν επικοινώνησαν τηλεφωνικά μαζί του για να επιβεβαιώσουν το περιεχόμενο των εξουσιοδοτήσεων και γνωστοποίησαν στους Α..

Κ. και Θ.. Β. τον αριθμό του λογαριασμού ταμιευτηρίου του. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει, βάσει των διατάξεων περί ανώμαλης παρακαταθήκης και του ν.δ. από 17-7/13-8-1923, επειδή οι υπάλληλοι της ενήργησαν με δόλο, άλλως με βαριά αμέλεια, αλλά και βάσει των διατάξεων περί αδικοπραξίας, 389.000 ευρώ για το συνολικό ποσό, που αναλήφθηκε από τον λογαριασμό του, 8.097 ευρώ για τους καταθετικούς τόκους του ποσού αυτού, που απώλεσε, και 400.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Η αγωγή έγινε δεκτή, μόνο ως προς τη βάση της από ενδοσυμβατική ευθύνη, λόγω ερημοδικίας της εναγομένης τράπεζας, με την 4284/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η εναγόμενη άσκησε έφεση και εκδόθηκε η 5828/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι η μεταφορά των χρημάτων από το λογαριασμό του ενάγοντος στον κοινό λογαριασμό του με τον Θ..

Β. έγινε με τη γνώση και συναίνεσή του (ενάγοντος). Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 2118/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου και η υπόθεση επανήλθε προς κρίση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο με την 2501/2018 απόφασή του δέχτηκε εν μέρει την αγωγή, ως προς τη βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης, και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα 248.000 ευρώ.

Η ανωτέρω 2501/2018 εφετειακή απόφαση αναιρέθηκε εκ νέου με την 1432/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου και η υπόθεση κρίθηκε στην ουσία της σε δεύτερο βαθμό κατ' άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ με την 72/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα 255.050 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής στρέφεται τώρα η εναγόμενη τράπεζα με την κρινόμενη από 9-11-2022 αίτηση αναψηλάφησης και ζητεί την εξαφάνισή της, προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 539 § 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν την δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 544 του ίδιου Κώδικα, αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο για τους επακριβώς καθορισμένους σε αυτό λόγους.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 495 § 1 και 538 επ. ΚΠολΔ, το έκτακτο ένδικο μέσο της αίτησης αναψηλάφησης ασκείται με δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου που έχει εκδώσει στην προσβαλλόμενη απόφαση και εκδικάζεται από το ίδιο δικαστήριο, αφού η άσκηση της αναψηλάφησης δεν έχει μεταβιβαστικό αποτέλεσμα (Α.Π. 245/2017, Α.Π. 870/2013).

Η δίκη ενώπιον του δικαστηρίου της αναψηλάφησης διέρχεται συνολικά τέσσερα στάδια. Στο πρώτο, το δικαστήριο εξετάζει το παραδεκτό της αναψηλάφησης, αν δηλαδή αυτή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις. Στο δεύτερο στάδιο εξετάζει το παραδεκτό και νόμιμο καθενός από τους λόγους της αναψηλάφησης, ενώ στο τρίτο εξετάζει την ουσιαστική βασιμότητά τους.

Εν συνεχεία, αν κάποιος λόγος κριθεί ουσιαστικά βάσιμος, ακολουθεί η εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά το τελευταίο στάδιο, το δικαστήριο εξετάζει την ουσία της υπόθεσης, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την αναψηλάφηση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 538 ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 45 § 1 του ν. 3994/2011, "με αναψηλάφηση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, των εφετείων και του Αρείου Πάγου, εφόσον δικάζει κατ' ουσίαν, σε κάθε δε περίπτωση εφόσον πρόκειται για στηριζόμενο στον αριθμό 10 του άρθρου 544 λόγο", ενώ μετά την αντικατάστασή της με το ν. 4335/2015 ισχύει ως εξής: "με αναψηλάφηση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, των εφετείων και του Αρείου Πάγου εφόσον δικάζει κατ' ουσίαν".

Η ως άνω διάταξη, κατά το σκέλος της που αναφέρεται σε αποφάσεις του Αρείου Πάγου που δικάζει κατ' ουσίαν, ήταν αρχικώς ανεφάρμοστη, διότι, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ με το άρθρο 31 § 1 ν. 2172/1993, ο Άρειος Πάγος, αν αναιρούσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παρέπεμπε την υπόθεση στο ίδιο ή σε άλλο δικαστήριο, ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο που την εξέδωσε, με συνέπεια να μη δικάζει κατ' ουσίαν και να μην υπόκεινται σε αναψηλάφηση οι αποφάσεις του ως ακυρωτικού (Ολ.

Α.Π. 16/2003). Στη συνέχεια όμως, μετά την εκ νέου αντικατάσταση του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ, αρχικά με το άρθρο 12 § 4 ν. 4055/2012, ακολούθως με το άρθρο 65 § 1 ν. 4139/2013 και τέλος με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 ν. 4335/2015 (που ισχύει από 1-1-2016), ο Άρειος Πάγος μπορεί να δικάσει κατ' ουσίαν την υπόθεση στις αναφερόμενες σε αυτήν περιπτώσεις και οι σχετικές αποφάσεις του υπόκεινται σε αναψηλάφηση (Α.Π. 971/2020).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 544 αρ. 7 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 31 ν. 4842/2021, αναψηλάφηση επιτρέπεται, αν ο διάδικος, που τη ζητεί, βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης νέα κρίσιμα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει ισχυρισμός που προβλήθηκε ή που δεν μπορούσε να προβληθεί και τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή γιατί τα παρακράτησε ο αντίδικος του ή τρίτος, που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικο του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το νέο έγγραφο που βρήκε ή έλαβε στην κατοχή του ο αιτών την αναψηλάφηση, για να μπορεί να υποστηρίξει την αίτησή του, πρέπει: α) να υπήρχε κατά το χρόνο της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή δεν αρκούν έγγραφα, που συντάχθηκαν μετά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης με αναψηλάφηση απόφασης, εκτός αν, κατ' εξαίρεση, προκύπτει από το περιεχόμενο τους η ύπαρξη και το περιεχόμενο άλλου κρίσιμου εγγράφου, που είχε εκδοθεί πριν από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, του οποίου, όμως, η έγκαιρη προσκόμιση δεν ήταν δυνατή για έναν από τους λόγους που ορίζονται στην ανωτέρω διάταξη, β) να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι, από το έγγραφο αυτό, προκύπτει απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού, που προβλήθηκε ή που δεν μπορούσε να προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη, στην παραδοχή ή μη του οποίου στηρίζεται το διατακτικό προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να καθίσταται εμφανές ότι, αν τούτο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, θα οδηγούσε σε διαφορετική επί της ουσίας κρίση της υπόθεσης υπέρ αυτού που ζητεί την αναψηλάφηση, δηλαδή μόνον όταν η αποδεικτική ισχύς του νέου αποδεικτικού εγγράφου είναι τόσο ισχυρή (αποφασιστική), ώστε να καθιστά οφθαλμοφανές το σφάλμα της απόφασης και να κλονίζει πλήρως τα θεμέλιά της, πρέπει δε ο αιτών την αναψηλάφηση να προσδιορίζει ποιά πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται αμέσως από το έγγραφο αυτό και να αναφέρει ότι επικαλέστηκε τα περιστατικά αυτά προς θεμελίωση είτε της αγωγής, είτε αυτοτελούς ισχυρισμού προς αντίκρουσή της, ή ότι δεν μπορούσε, λόγω της έλλειψης του εγγράφου ή της άγνοιάς του περί την ύπαρξή του, να προβάλει το σχετικό ισχυρισμό, και γ) η μη έγκαιρη προσκόμισή του να οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε παρακράτησή του από τον αντίδικο του αιτούντος ή από τρίτο, σε συνεννόηση με τον τελευταίο.

Ανώτερη βία είναι κάθε απρόβλεπτο, εξωτερικό γεγονός, το οποίο, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, στο χώρο δε του δικονομικού δικαίου, τέτοιο γεγονός συνιστά και η ανυπαίτια άγνοια της ύπαρξης κρίσιμων εγγράφων, από την οποία άγνοια, συνακόλουθα, ανακύπτει και αδυναμία έγκαιρης προσκόμισής τους στη δίκη.

Δεν αποτελεί ανώτερη βία το γεγονός ότι ο διάδικος από δική του προηγηθείσα ενέργεια δεν μπόρεσε να βρει εγκαίρως το έγγραφο. Ενόψει των ανωτέρω, συνάγεται ότι έγγραφα, ικανά να στηρίξουν τον ως άνω λόγο αναψηλάφησης είναι αυτά, από τα οποία προκύπτει άμεση και πλήρης απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού και, ως τέτοια, νοείται αυτή που δημιουργεί στο δικαστήριο, χωρίς ίχνος αμφιβολίας, δικανική πεποίθηση, σύμφωνα με τους περί αποδείξεως κανόνες του ΚΠολΔ.

Επομένως, δεν είναι κρίσιμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, εκείνα τα έγγραφα, που μπορούν απλώς να χρησιμεύσουν ως αρχή έγγραφης απόδειξης ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Α.Π. 1884/2022, Α.Π. 1302/2022, Α.Π. 112/2022, Α.Π. 103/2018, Α.Π. 1169/2017). Για να είναι ορισμένο το δικόγραφο της αίτησης αναψηλάφησης, που στηρίζεται στον με αρ. 7 λόγο του άρθρου 544 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθενται σε αυτό όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία.

Ειδικότερα, για να κριθεί αν το νέο έγγραφο είναι κρίσιμο, πρέπει να αναφέρονται στην αίτηση: α) τα πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύονται αμέσως και πλήρως από το έγγραφο αυτό και β) ότι είχε ο αιτών επικαλεσθεί τα περιστατικά αυτά προς θεμελίωση, είτε της αγωγής, είτε αυτοτελούς ισχυρισμού προς αντίκρουση εκείνης, και περαιτέρω να προσδιορίζονται τα γεγονότα που κατά τον αιτούντα συνιστούν ανώτερη βία.

Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν εκτίθενται στο δικόγραφο τα περιστατικά ή τα γεγονότα που επικαλείται ο αιτών ότι αποτελούν ανώτερη βία, η αίτηση αναψηλάφησης είναι απαράδεκτη (Α.Π. 25/2022). Εξάλλου, το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό, το οποίο συνιστά και ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική, λόγω της αυτοτέλειας των δύο διαδικασιών (ποινικής και πολιτικής), επιβάλλεται, όμως, να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό δικαστικό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν, με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση.

Ειδικότερα, στην περίπτωση της αθωωτικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου, που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος, συνακόλουθα δε σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής με την αιτιολογία ότι, διαφορετικά, δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 § 2 Ε.Σ.Δ.Α.

και 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Η θεώρηση αυτή δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα νέο είδος δεδικασμένου, που δεν προβλέπεται από τον ΚΠολΔ. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών (Ολ.Α.Π. 4/2020, Α.Π. 1884/2022, Α.Π. 1252/2022, Α.Π. 1238/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναψηλάφησης η αιτούσα-εναγόμενη τράπεζα αναφέρει ότι μετά την έκδοση της 72/2022 απόφασης του Αρείου Πάγου, που δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, με την από 12-10-2022 αίτησή της προς τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών αναζήτησε την έκβαση της από 12-4-2010 μήνυσης του καθ' ου-εναγομένου Χ.

Σ. κατά των Α. Κ., Θ. Β. κ.λπ. για πλαστογραφία και απάτη, και, κατόπιν της παρασχεθείσης αδείας του, την 18-10-2022 έλαβε αντίγραφο του ήδη αμετάκλητου 1089/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των ανωτέρω προσώπων και του υπαλλήλου της τράπεζας Δ.

Σ. για τα αδικήματα της κακουργηματικής πλαστογραφίας και απάτης με όφελος και ζημία άνω των 120.000 ευρώ, αλλά και άνω των 150.000 ευρώ, σύμφωνα με τις επιβαρυντικές διατάξεις του ν. 1608/1950, με την αιτιολογία ότι ο Χ. Σ. γνώριζε και είχε δώσει την εντολή, άλλως την έγκρισή του, για την πραγματοποίηση της μεταφοράς των κεφαλαίων από το λογαριασμό του στον κοινό λογαριασμό με τον Θ..

Β., που είχε ανοιγεί νομίμως. Ζητεί δε α) την παραδοχή της αίτησής της και την εξαφάνιση της 72/2022 απόφασης, επειδή από το σκεπτικό του ανωτέρω βουλεύματος προκύπτει ανταποδεικτικά ότι ο καθ' ου η αίτηση συνήνεσε στις συναλλαγές, που αναφέρονται στην αγωγή του, άλλως προκύπτει απόδειξη της νομίμως προβληθείσας ένστασής της περί συνυπαιτιότητάς του σε ποσοστό 98% για το σύνολο των συναλλαγών, αν είχε τεθεί δε το βούλευμα υπόψη του Δικαστηρίου, θα οδηγούσε σε διαφορετική επί της ουσίας κρίση της υπόθεσης υπέρ της αιτούσας, και β) να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και να υποχρεωθεί ο καθ' ου να της επιστρέψει το ποσό των 481.288,20 ευρώ, που του κατέβαλε η αιτούσα σε συμμόρφωση με την 72/2022 απόφαση.

Για τη στοιχειοθέτηση ανώτερης βίας, η αιτούσα αναφέρει ότι δεν είχε, ούτε μπορούσε να έχει γνώση της πορείας της ποινικής υπόθεσης, ωστόσο ο ισχυρισμός της αυτός δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει ανώτερη βία με τη μορφή της ανυπαίτιας άγνοιας της ύπαρξης του βουλεύματος και της συνακόλουθης αδυναμίας έγκαιρης προσκόμισής του στη δίκη, δεδομένου ότι, εφόσον η αιτούσα δεν επικαλείται πλήρη άγνοια της παράλληλης ποινικής διαδικασίας και καθυστερημένη πληροφόρησή της γι' αυτήν, ήταν σε θέση, με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, να παρακολουθήσει τη δεκαετή (από το έτος 2010 έως το έτος 2020) διεξαγωγή της και να πληροφορηθεί εγκαίρως την έκδοση του βουλεύματος, αφού, κατά τα αναφερόμενα στην αίτηση, της χορηγήθηκε άδεια από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών για να λάβει αντίγραφο του βουλεύματος, δηλαδή έγινε δεκτό ότι είχε σχετικώς έννομο συμφέρον κατ' άρθρο 147 εδ.

α' Κ.Π.Δ., το οποίο μπορούσε να δικαιολογήσει την ενημέρωσή της ακόμη και κατά το στάδιο της ανάκρισης κατ' άρθρο 147 εδ. γ' Κ.Π.Δ., επομένως η άγνοιά της για την έκδοση του βουλεύματος δεν ήταν ανυπαίτια. Άλλωστε, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του βουλεύματος, που αναφέρεται στην αίτηση, η ποινική δίωξη είχε ασκηθεί και σύμφωνα με τις επιβαρυντικές διατάξεις του προϊσχύσαντος ν. 1608/1950, δηλαδή τα αδικήματα της κακουργηματικής πλαστογραφίας και απάτης φέρονταν ότι τελέσθηκαν και εις βάρος της αιτούσας τράπεζας κατ' άρθρα 1 εδ.

α' ν. 1608/1950 και 263Α § 1 περ. β' Π.Κ., όπως το τελευταίο ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το ν. 4619/2019, επομένως η αιτούσα μπορούσε και για το λόγο αυτό, λαμβάνοντας μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, να μετάσχει στην ποινική διαδικασία ως πολιτικώς ενάγουσα ή υποστηρίζουσα την κατηγορία και να έχει ευθέως πρόσβαση στο σχετικό υλικό.

Επομένως από τα αναφερόμενα στην αίτηση δεν προκύπτει η συνδρομή ανώτερης βίας με την επιχειρούμενη να στοιχειοθετηθεί μορφή της ανυπαίτιας άγνοιας, και πρέπει να απορριφθεί η αίτηση για το λόγο αυτό ως απαράδεκτη. Τούτο δε ανεξαρτήτως της μη νομιμότητας του μοναδικού της λόγου, αφού το επικαλούμενο βούλευμα, όπως το περιεχόμενο του αναφέρεται στην αίτηση, δεν συνιστά κρίσιμο έγγραφο με την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη έννοια του άρθρου 544 αρ. 7 ΚΠολΔ, εφόσον από αυτό δεν προκύπτει άμεση και πλήρης απόδειξη για τα ανταποδεικτικά περιστατικά της εντολής, άλλως έγκρισης εκ μέρους του καθ' ου των επίδικων τραπεζικών συναλλαγών, ούτε για την ένσταση συνυπαιτιότητας, αλλά το Δικαστήριο θα προέβαινε στην εκτίμηση του εγγράφου αποκλειστικά και μόνο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, πολύ περισσότερο ενόψει του ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται καν ζήτημα εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας (οπότε και πάλι το βούλευμα θα εκτιμάτο ως δικαστικό τεκμήριο, αλλά με αυξημένη βαρύτητα, και το αστικό δικαστήριο θα είχε τη δυνατότητα να εκφέρει διαφορετική κρίση με αιτιολογημένη απόφαση, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη), εφόσον η απαλλακτική κρίση του Συμβουλίου αφορά ποινικό αδίκημα, που δεν ταυτίζεται με την ιστορική και νομική βάση της αγωγής, όπως αυτή έγινε δεκτή με την 72/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου και η οποία στηρίζεται σε ενδοσυμβατική ευθύνη από σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης και όχι σε αδικοπραξία λόγω πλαστογραφίας και απάτης, ούτε οι κατηγορούμενοι στην ποινική διαδικασία ήταν διάδικοι στην αστική δίκη.

Ενόψει αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη των διαδίκων επειδή οι διατάξεις που εφαρμόσθηκαν είναι δυσερμήνευτες (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-11-2022 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Άλφα Τράπεζα Α.Ε." για αναψηλάφηση της 72/2022 απόφασης του Αρείου Πάγου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ