Legislator Case Law & Legislation
675/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal on voluntary payment reversal in labor dispute under Art. 579 CPD.

Case Number 675/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final labor judgment, ordering the respondent to return a sum voluntarily paid by the appellant. The appellant had made a voluntary payment to the respondent following the first-instance court's decision, which was later incorporated into the appellate judgment. The court accepted the request to restore the situation to the pre-payment state based on Article 579 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 579 para. 2 and 621 et seq. of the Code of Civil Procedure: A voluntary payment made by a party in compliance with a judgment that is subsequently annulled or set aside must be returned to the payer upon the restoration of the original situation.

Keywords

AI generated
voluntary payment restoration of situation labor dispute Code of Civil Procedure annulment of judgment restitution of funds appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 579 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 621 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 932 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 675 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 675/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία"Ο. Τ. Τ. Ε. (Ο..Τ..Ε..) Α..Ε..", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Β. Κ., κατοίκου …., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κουφογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 852/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 8917/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 20-7-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 20-07-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου ...20-07-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου ...2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3 και 621 επ.

του ΚΠολΔ) με αριθμό 8917/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 08-08-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...08-08-2017 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία"Ο.

Τ. Ε. (Ο..Τ..Ε..) Α..Ε.."κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 852/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί στο σύνολό της, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, κατά τη κύρια βάση αυτής, την από 19-12-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...28-12-2016 αγωγή της ενάγουσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης Β.

Κ.. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 20-07-2021 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 25-07-2019, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016 άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ...10.12.1981 απόφαση της Διοίκησης της Ο..Τ..Ε.. Α..Ε.., καθιερώθηκε για το προσωπικό της τηλεφωνικής ανταπόκρισης πενθήμερη εβδομάδα εργασίας 7 ώρες και 12 λεπτά την ημέρα και με την υπ' αριθμ. ...10.12.1981 απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης Εκμετάλλευσης της Ο..Τ..Ε.. Α..Ε.., ορίστηκε ότι το ανωτέρω ωράριο εργασίας των 7 ωρών και 12 λεπτών θα εφαρμόζεται και στο προσωπικό που απασχολείται αποκλειστικά στις αίθουσες των Κέντρων Αναγγελίας Βλαβών.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 3 του ν. 3522/2006 (ΦΕΚ Α' 276/22.12.2006), που ισχύει από 22.12.2006, ορίζεται ότι:"3. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος εφαρμόζεται, στο σύνολο του προσωπικού του Ο..Τ..Ε.. Α..Ε.., ο Εσωτερικός Κανονισμός Προσωπικού της C. Α..Ε.., ως ισχύει σήμερα, με την εξαίρεση των άρθρων 11, 12, 13, καταργούμενης κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας ή επιχειρησιακής συλλογικής συμφωνίας, απόφασης της διοίκησης του Ο..Τ..Ε..

ή εντεταλμένων οργάνων του και πρακτικής οποιουδήποτε χαρακτήρα ή νομικής δεσμευτικότητας, που αφορούν σε θέματα εσωτερικού κανονισμού του προσωπικού του Ο..Τ..Ε.. και αντίκεινται στις ρυθμίσεις του ως άνω Εσωτερικού Κανονισμού Προσωπικού της C., με την επιφύλαξη των διατάξεων των επόμενων εδαφίων. Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου:

α)...., β)...., γ) τα άρθρα 5, 7, 12, 13, 14, 16, 17, 18, 42, 46, 47 του καταργούμενου Γενικού Κανονισμού προσωπικού Ο..Τ..Ε.., μόνο για το προσωπικό που μέχρι την 14η Ιουλίου 2005 υπηρετούσε στον Ο..Τ..Ε.. Α..Ε.., ως Δόκιμο ή Μόνιμο. Ο Εσωτερικός Κανονισμός Προσωπικού των προηγούμενων εδαφίων τροποποιείται περαιτέρω, εν όλω ή εν μέρει, με Επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 5 και 6 του ν. 1876/1990 (ΦΕΚ 27 Α')".

Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι με αυτήν καταργήθηκε ο προϊσχύσας από … Γ.Κ.Π.-Ο..Τ..Ε.., ο οποίος είχε τεθεί σε εφαρμογή με την από 10.06.1999 Επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε. Mε τo N. 3522/2006 καταργήθηκε το προϋφιστάμενο περί κανονισμού εργασίας καθεστώς και εισήχθη ένα νέο μείγμα ρυθμίσεων, λαμβάνοντας "υλικό", αφενός μεν από τον Ε.Κ.Π.

της C., αφετέρου δε από τον καταργηθέντα παλαιό Γ.Κ.Π./Ο..Τ..Ε.. και από επιλεγμένους όρους προϋφισταμένων Επιχειρησιακών Σ.Σ.Ε. Η ως άνω διάταξη του Ν. 3522/2006 εκδόθηκε κατόπιν των διατάξεων του άρθρου 14 του Ν. 3429/2005, οι οποίες, αφού περιγράφουν τη διαδικασία και θέτουν προθεσμία για τη θέσπιση νέων Κανονισμών Προσωπικού για τις δημόσιες επιχειρήσεις, στο τέλος, ρητώς, αναφέρουν, στην παρ. 3 του άρθρου αυτού, ότι:"Αν για οποιοδήποτε λόγο η παραπάνω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, οι ως άνω αλλαγές γίνονται με νόμο".

Ενόψει του ότι δεν κατέστη δυνατό να συνομολογηθεί Επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε., με αντικείμενο το νέο κανονισμό εργασίας, με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 38 καταργήθηκε το προϋφιστάμενο περί γενικού κανονισμού εργασίας καθεστώς και εισήχθη ένας νέος Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Ο..Τ..Ε.., με ισχύ τυπικού νόμου, ανεξαρτήτως από τις πηγές από τις οποίες ο νομοθέτης επέλεξε τις επί μέρους διατάξεις του.

Ενόψει της επέμβασης του νομοθέτη με την ως άνω διάταξη του άρθρου 38 του Ν. 3522/2006 ο ισχύων Ε.Κ.Π./Ο..Τ..Ε.., που προέκυψε από τη συρραφή των όρων των δύο κανονισμών (της C. και του Γ.Κ.Π./Ο..Τ..Ε..), οι όροι αυτοί δεν συνιστούν έκφραση συλλογικής συμβατικής επιλογής των μερών και, κατά συνέπεια, δεν διατηρούν το χαρακτήρα τους, ως όροι συλλογικής σύμβασης εργασίας (Α.Π. 1358/2017).

Η διατύπωση του νομοθέτη (άρθρο 38 παρ. 3 Ν. 3522/2006): "εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την έναρξη του παρόντος άρθρου: α) τα άρθρα 20 παράγραφοι 1 III IV, παρ. 2-10 και τα άρθρα 23-40 του καταργούμενου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Ο..Τ..Ε.., που αφορούν στον πειθαρχικό έλεγχο του προσωπικού, β) οι υφιστάμενες ρυθμίσεις και όροι των επιχειρησιακών Σ.Σ.Ε., που αφορούν στο μισθολογικό καθεστώς, εξαιρουμένων, για όσους πρόκειται να προσληφθούν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, του χρονοεπιδόματος και όλων των λοιπών επιδομάτων, γ) τα άρθρα 5, 7, 12, 13, 14, 16, 17, 18, 42, 46, 47 του καταργούμενου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Ο..Τ..Ε.., μόνο για το προσωπικό, που μέχρι την 14η Ιουλίου 2005 υπηρετούσε στον Ο..Τ..Ε..

Α..Ε.. ως Δόκιμο ή Μόνιμο", δεν υπονοεί ότι εξακολουθούν να ισχύουν, υπό τον συλλογικό συμβατικό χαρακτήρα τους (ως όροι δηλαδή συλλογικής σύμβασης εργασίας) οι όροι αυτοί του καταργηθέντος Γ.Κ.Π./Ο..Τ..Ε.., αλλά ότι εξακολουθεί να εφαρμόζεται το περιεχόμενό τους στις κατηγορίες που προβλέπει ο νόμος, ενσωματωμένο ως "υλικό" στη νέα κανονιστική κατασκευή του νομοθέτη.

Σημειώνεται ότι για να έχει χαρακτήρα συλλογικής σύμβασης εργασίας ο νέος Γ.Κ.Π./Ο..Τ..Ε.., θα έπρεπε να αποτελεί προϊόν συλλογικών διαπραγματεύσεων, αποτυπωμένο σε Επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε., που, όμως, δεν επιτεύχθηκε και γι' αυτό, κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3429/2005, η διαμόρφωση του εν λόγω Κανονισμού ανατέθηκε στον νομοθέτη, γεγονός που έγινε με τις ρυθμίσεις του άρθρου 38 παρ. 3 του Ν. 3522/2006.

Εξάλλου, με το άρθρο 9 του ισχύοντος, κατά τα ανωτέρω και έχοντος ισχύ τυπικού νόμου νέου Εσωτερικού Κανονισμού Προσωπικού Ο..Τ..Ε.. Α..Ε.. (Ε.Κ.Π./Ο..Τ..Ε..), ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Ωράριο εργασίας των εργαζομένων είναι εκείνο που προβλέπεται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις. 2. Η Εταιρεία, ανάλογα με τις ανάγκες της, μπορεί να ορίζει για όλους ή για κατηγορίες εργαζομένων της, οποιαδήποτε μορφή ελαστικού ωραρίου ή ωραρίου κατά βάρδιες και να μετατρέπει ή καταργεί αυτό, μέσα στα πλαίσια της εκάστοτε ισχύουσας εργατικής νομοθεσίας".

Με βάση την ως άνω εξουσιοδοτική ρύθμιση του άρθρου 9 του Ε.Κ.Π./Ο..Τ..Ε.. εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...13.6.2007 Βασική Εγκύκλιος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο..Τ..Ε.., η οποία ρύθμισε τα θέματα Ωρών Εργασίας των εργαζομένων της εταιρείας, μέσα στα πλαίσια της ανωτέρω διάταξης του Ε.Κ.Π./Ο..Τ..Ε.. και της εκάστοτε κείμενης εργατικής νομοθεσίας.

Με την εν λόγω εγκύκλιο ορίστηκαν και τα εξής: "Ο καθορισμός με την παρούσα Εγκύκλιο, διάρκειας της παρεχόμενης εργασίας από τους εργαζόμενους της Εταιρείας, σε όρια μικρότερα από τα οριζόμενα από την κείμενη νομοθεσία, καθώς και ο καθορισμός των λοιπών όρων παροχής εργασίας, σε καμία περίπτωση δεν περιορίζουν το δικαίωμα της Εταιρείας να επαυξήσει τη διάρκεια της εργασίας και να μεταβάλει τους λοιπούς όρους παροχής της, μέσα στα πλαίσια της κείμενης νομοθεσίας, χωρίς αυτό να μπορεί να θεωρηθεί ως μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας".

Κατά την παράγραφο 5 στοιχ. β' και γ' της ανωτέρω εγκυκλίου: "Οι εργαζόμενοι εργάζονται 38 ώρες και 20 λεπτά εβδομαδιαίως, δηλαδή 7 ώρες και 40 λεπτά ημερησίως (στοιχ. β'). Οι εργαζόμενοι για τους οποίους, σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν μέχρι την 21.12.2006, είχε καθοριστεί ωράριο 36 ωρών εβδομαδιαίως, θα εξακολουθήσουν να εργάζονται 36 ώρες εβδομαδιαίως, δηλαδή 7 ώρες και 12 λεπτά ημερησίως.

Στη ρύθμιση αυτή υπάγονται οι εργαζόμενοι που απασχολούνται αποκλειστικά και κατά πλήρες ωράριο με συγκεκριμένα έργα και με τις προϋποθέσεις, που αναφέρονται στις εν λόγω προϊσχύσασες διατάξεις (έργο τηλεφωνικής ή τηλεγραφικής ανταπόκρισης, εργαζόμενοι που απασχολούνται βάσει προγράμματος αποκλειστικά και κατά πλήρες ωράριο εργασίας με τη λήψη και καταγραφή των αναγγελλομένων βλαβών από τους συνδρομητές της εταιρείας στα καθοριζόμενα αρμοδίως Κέντρα Αναγγελίας Βλαβών) - (στοιχ.

γ')". Επίσης, στην παρ. 9 της εν λόγω εγκυκλίου, υπό τον τίτλο Ενδιάμεση Ανάπαυση, ορίζεται : "α. Στους εργαζόμενους του εδαφίου γ' της παραγράφου 5 της παρούσας εγκυκλίου, που ακολουθούν ωράριο 36 ωρών εβδομαδιαίως, χορηγούνται τμήματα ενδιάμεσων αναπαύσεων, κατά τη διάρκεια της εργασίας τους [...]. Τα τμήματα ενδιάμεσης ανάπαυσης, που χορηγούνται στους ανωτέρω εργαζόμενους είναι τα εξής: 1. ...2. ...3. ...4.

Για συνεχή απασχόληση 7 ώρες και 12 λεπτά και άνω, ανάπαυση τρία 30λεπτα". Ακολούθως, δυνάμει της ίδιας ως άνω εξουσιοδοτικής ρύθμισης του άρθρου 9 του Εσωτερικού Κανονισμού Προσωπικού του Ο..Τ..Ε.., εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...7.4.2011 Βασική Εγκύκλιος του Τμήματος Κανονισμών Προσωπικού της Ο..Τ..Ε.. Α..Ε.., η οποία ισχύει από 01.05.2011.

Στην παράγραφο Ε - Διάρκεια εργασίας - ορίζεται: "α. Για όλους τους εργαζομένους της Εταιρείας ισχύει το σύστημα της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας [...]. β. Οι εργαζόμενοι εργάζονται 40 ώρες εβδομαδιαίως, δηλαδή 8 ώρες ημερησίως. Ειδικότερα, για το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως και 31.12.2014, σύμφωνα με τον όρο 7 της από 2/11/2011 Ε.Σ.Σ.Ε., που συνήφθη μεταξύ της Διοίκησης του Ο..Τ..Ε..

και της Ο..Μ..Ε.. - Ο..Τ..Ε.., το παραπάνω ωράριο του προσωπικού πλήρους απασχόλησης ορίζεται σε 35 ώρες, δηλαδή 7 ώρες ημερησίως. Από την ανωτέρω ρύθμιση εξαιρούνται οι Τυφλοί Τηλεφωνητές του Οικιακού Κέντρου [...]". Στη δε παράγραφο Θ - Ενδιάμεση ανάπαυση - ορίζεται: "α. Στους Εργαζόμενους, εφόσον ο χρόνος της ημερήσιας εργασίας τους υπερβαίνει τις 6 ώρες, χορηγείται ενδιάμεση ανάπαυση 15 λεπτών.

β. Ειδικά, οι εργαζόμενοι που εργάζονται αποκλειστικά και καθ' όλο το ωράριό τους μπροστά σε οθόνες οπτικής απεικόνισης, δικαιούνται τις προβλεπόμενες από το Νόμο ενδιάμεσες αναπαύσεις (διαλείμματα). Συγκεκριμένα, εφόσον δεν είναι εφικτό να οργανώνεται η ανωτέρω εργασία με τέτοιο τρόπο, ώστε φυσιολογικά να μπορεί ο εργαζόμενος να την εναλλάσσει με άλλες μορφές εργασίας, χορηγούνται στον εργαζόμενο 15' ενδιάμεσης ανάπαυσης, ανά δύο ώρες πραγματικής απασχόλησης μπροστά σε οθόνη οπτικής απεικόνισης [...].

Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται οι Εργαζόμενοι, οι οποίοι μέχρι 30.04.2011 ελάμβαναν περισσότερες της μίας ενδιάμεσες αναπαύσεις". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι και μετά τη δημοσίευση του Ν. 3522/2006 και του Νέου Εσωτερικού Κανονισμού προσωπικού Ο..Τ..Ε.. (Ε.Κ.Π./Ο..Τ..Ε..) τα καθοριζόμενα με αποφάσεις του Διοικητή του Ο..Τ..Ε.., σύμφωνα με το άρθρο 9 του εν λόγω Κανονισμού, ευνοϊκότερα χρονικά όρια εργασίας για το προσωπικό της εταιρείας, δεν συνιστούν νόμιμα ανώτατα χρονικά όρια εργασίας, αλλά συνιστούν, όπως και υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος Ειδικού Κανονισμού Ωρών Εργασίας, συμβατικά χρονικά όρια τα οποία ισχύουν, εφόσον δεν καταργηθούν από τη διοίκηση του Ο..Τ..Ε.. (κατά το ρητώς επιφυλαχθέν σε αυτήν δικαίωμα), η πέρα δε από αυτά και μέχρι τα νόμιμα ανώτατα όρια απασχόληση αμείβεται, με την αμοιβή της νόμιμης υπερωριακής εργασίας, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 435/1976, σύμφωνα με τη διατηρηθείσα σε ισχύ διάταξη του άρθρου 13 παρ. 11 του καταργηθέντος Γ.Κ.Π./Ο..Τ..Ε.. (Α.Π. 837/2012).

Προκύπτει, επίσης, ότι με βάση το Νέο Εσωτερικό Κανονισμό Προσωπικού Ο..Τ..Ε.. (Ε.Κ.Π./Ο..Τ..Ε..) και την υπ' αριθμ. ...13.6.2007 Βασική Εγκύκλιο του Διοικητή του Ο..Τ..Ε.., ορίστηκε ότι οι εργαζόμενοι, για τους οποίους, σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν μέχρι 21.12.2006, είχε καθοριστεί ωράριο 36 ωρών εβδομαδιαίως και στους οποίους, κατά τα ανωτέρω, περιλαμβάνονται οι απασχολούμενοι, αποκλειστικά και κατά πλήρες ωράριο, σε έργο τηλεφωνικής ή τηλεγραφικής ανταπόκρισης, καθώς και με τη λήψη και καταγραφή των αναγγελλόμενων βλαβών, θα εξακολουθούν να εργάζονται 36 ώρες εβδομαδιαίως, δηλαδή 7 ώρες και 12 λεπτά ημερησίως.

Προβλέφθηκε, επίσης, για τους ίδιους ως άνω εργαζόμενους, η χορήγηση τριών 30λεπτων ενδιάμεσης ανάπαυσης. Επομένως, όσον αφορά το ωράριο εργασίας και τα ημίωρα διαλείμματα του προσωπικού τηλεφωνικής ανταπόκρισης, ορίστηκαν αυτά που προβλέπονταν και με τις καταργηθείσες υπ' αριθμ. ...1981 και ...10.12.1981 αποφάσεις της Διοίκησης του Ο..Τ..Ε..

Ωστόσο, στη συνέχεια, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, με τη νεότερη υπ' αριθμ. ...7.4.2011 Βασική Εγκύκλιο του Διοικητή του Ο..Τ..Ε.., που επαναρρύθμισε τα θέματα των ωρών εργασίας των εργαζομένων της εταιρείας, με χρόνο έναρξης ισχύος την 01.05.2011, ορίστηκε, συγκεκριμένα ότι για όλους τους εργαζόμενους της Εταιρείας, ισχύει το σύστημα της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας και ότι οι εργαζόμενοι εργάζονται 40 ώρες εβδομαδιαίως, δηλαδή 8 ώρες ημερησίως, ειδικότερα, δε, για το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως 31.12.2014, σύμφωνα με τον όρο ..

της από 02.11.2011 Ε.Σ.Σ.Ε. το παραπάνω ωράριο του προσωπικού πλήρους απασχόλησης, ορίστηκε γενικά σε 35 ώρες, δηλαδή σε 7 ώρες ημερησίως. Παράλληλα, με την ίδια πιο πάνω υπ' αριθμ. ...7.4.2011 Βασική Εγκύκλιο του Διοικητή του Ο..Τ..Ε.., για τους εργαζόμενους αποκλειστικά και καθ' όλο το ωράριό τους μπροστά σε οθόνες οπτικής απεικόνισης, τροποποιήθηκαν από 01.05.2011 και οι χορηγούμενες ενδιάμεσες ημερήσιες αναπαύσεις από τρεις 30λεπτες σε τρεις 15λεπτες.

Επομένως, για το προσωπικό του Ο..Τ..Ε., που απασχολείται κατά πλήρες ωράριο σε υπηρεσίες τηλεφωνικής ή τηλεγραφικής ανταπόκρισης ή σε κέντρα καταγραφής αναγγελλομένων βλαβών, το ωράριο απασχόλησης αυτού, ορίστηκε από 1-5-2011 σε οκτώ (8) ώρες ημερησίως και κατά το διάστημα από 1-1-2012 έως 31-12-2014 σε επτά (7) ώρες ημερησίως αντικαθιστώντας το ωράριο των επτά (7) ωρών και 12 λεπτών ημερησίως, οι δε ενδιάμεσες αναπαύσεις ορίστηκαν σε τρεις 15λεπτες από τρεις 30λεπτες (Α.Π. 782/2021).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού ( Ολ.

Α.Π. 3/2020, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, στην από 19-12-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...28-12-2016 αγωγή της, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, εξέθετε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και, αφού εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό της, προσέφερε τις υπηρεσίες της, ως υπάλληλος αυτής μέχρι και την 30-12-2013, οπότε απολύθηκε.

Ότι από 01-11-2011 έως και 31-12-2013, εργαζόταν αποκλειστικά και κατά πλήρες ωράριο στο Συγκρότημα Υποστήριξης Πωλήσεων (Σ.Υ.ΠΑ), μέσα στην αίθουσα του Τμήματος Λειτουργικής Υποστήριξης, εκτελώντας έργο Τηλεφωνικής Ανταπόκρισης, απασχολούμενη από 01-11-2011 μέχρι 31-12-2011 επί 7 ώρες και 40 λεπτά ημερησίως και ελάμβανε μόνο τρία 15λεπτα διαλλείματα, αντί για 7 ώρες και 12 λεπτά ημερησίως, ενώ από 01-01-2012 έως 31-12-2013 εργαζόταν 7 ώρες αντί 6 ώρες και 35 λεπτά ημερησίως, ωράριο που είχε καθοριστεί από τη διοίκηση της εναγομένης για το προσωπικό που απασχολείται αποκλειστικά μέσα στις αίθουσες που διεξάγεται το έργο της Τηλεφωνικής Ανταπόκρισης, λόγω της παρεχόμενης ανθυγιεινής εργασίας, για την οποία μάλιστα τους χορηγούνταν και επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, χωρίς όμως να της χορηγήσει η εναγομένη τα τρία τριαντάλεπτα ενδιάμεσης ανάπαυσης ημερησίως.

Ότι, κατά το επίδικο από 01-11-2011 έως και 31-12-2013 χρονικό διάστημα, υποχρεώθηκε να εργάζεται στην εναγομένη μία ώρα και 13 λεπτά ημερησίως από 01-11-2011 έως 31-12-2011 και επί μία ώρα και 10 λεπτά ημερησίως, από 01-01-2012 έως 31-12-2013 πέραν του νομίμου ωραρίου της και συνολικά πραγματοποίησε τις αναφερόμενες ώρες υπερωριακής εργασίας, ήτοι 53,5 ώρες υπερωρίας ετησίως για το έτος 2011 και από 282 ώρες υπερωρίας ετησίως για τα έτη 2012 και 2013, αντίστοιχα (22 ημέρες μηνιαίως Χ 11 μήνες), αφού ο ένας μήνας καλύφθηκε από την κανονική της άδεια, η οποία αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, αυξημένο βάσει του Ν. 3863/2010 κατά 40%, για τις πρώτες 120 ώρες ετησίως και κατά 60%, για τις πέραν των 120 ωρών ετησίως, για τις οποίες έπρεπε η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα πέντε ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών (15.955,34), όπως αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, κυρίως με βάση τη σχετική πρόβλεψη του Κ.Ω.Ε.Π./Ο..Τ..Ε.. και την ειδικά επικαλούμενη απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης, επικουρικά, δε, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να υποχρεωθεί η εναγομένη για τις παραπάνω αιτίες να της καταβάλει το ως άνω χρηματικό ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα πέντε ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών (15.955,34), με το νόμιμο τόκο από το τέλος του αντίστοιχου έτους, εντός του οποίου κάθε επιμέρους αγωγικό κονδύλιο κατέστη απαιτητό, κατά τις ειδικότερες γενόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3 και 621 επ. του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, μετά την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015 ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 852/2017 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε την αγωγή ως ορισμένη και νόμιμη και ακολούθως δέχθηκε αυτήν στο σύνολό της, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, κατά την κύρια βάση αυτής, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα πέντε ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών (15.955,34), με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις, που ειδικότερα διαλαμβάνονται στο διατακτικό της απόφασης αυτής.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 08-08-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...08-08-2017 έφεσης από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με την οποία παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αγωγή, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 8917/2019 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (εφεξής εφεσίβλητη) [ήδη αναιρεσίβλητη] απασχολήθηκε στην εναγομένη και εφεξής εκκαλούσα [ήδη αναιρεσείουσα] ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία" Ο.

Τ. Ε. Α..Ε.. (Ο..Τ..Ε.. Α..Ε..)", ως έκτακτη Διοικητική υπάλληλος συνεχώς από τις 22-11-1988 έως τις 30-4-1991. Ακολούθως, την 1-5-1991 προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως Δόκιμος στον Κλάδο Διοικητικού - Εκμεταλλεύσεως Προσωπικού και μονιμοποιήθηκε από την ίδια ημερομηνία, έκτοτε δε εξελίχθηκε κανονικά.

Από την 10-5-2011 μετατέθηκε με αίτησή της στο τέως Συγκρότημα Υποστήριξης Πωλήσεων (Σ.Υ.Π.) … και από τις 11-5-2011 υπηρέτησε στο πρώην Τμήμα Λειτουργικής Υποστήριξης του εν λόγω Συγκροτήματος μέχρι την 31-12-2013, οπότε αποχώρησε από την υπηρεσία της, κατόπιν αίτησής της για υπαγωγή στο Πρόγραμμα Οικειοθελούς Αποχώρησης Εργαζομένων, που βρίσκονται κοντά στη Συνταξιοδότηση - Ενότητα Α και υπογραφής ιδιωτικού συμφωνητικού, περί λύσης της σύμβασης εργασίας.

Το Τμήμα Λειτουργικής Υποστήριξης του εν λόγω Συγκροτήματος, στο οποίο απασχολήθηκε η εφεσίβλητη, είχε διπλό έργο και συγκεκριμένα αποτελούσε εμπορικό και τηλεφωνικό Κέντρο. Καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από τις 1-11-2011 έως και τις 31-12-2013, η εφεσίβλητη εργαζόταν στο Τηλεφωνικό Κέντρο του παραπάνω Σ.Υ.Π.

του πρώην Τμήματος Λειτουργικής Υποστήριξης, προσφέροντας τις υπηρεσίες της ως τηλεφωνήτρια. [...]. Ο αριθμός κλήσης για το εν λόγω Τηλεφωνικό Κέντρο ήταν ο αριθμός ….., στον οποίο καλούσαν από τα καταστήματα Γ., Π., C., M., M. M., S., κ.λ.π., προκειμένου να τους παρέχει η εφεσίβλητη πληροφορίες σχετικά με κάποια προγράμματα, που τους είχαν παρασχεθεί από τον Ο..Τ..Ε.., όπως το W.

και το Π., ή σχετικά με θέματα πωλήσεων προϊόντων του Ο. (π.χ. Ο.. T.). Τα προγράμματα αυτά τα χρησιμοποιούσαν τα ανωτέρω καταστήματα, προκειμένου να διευκολύνονται σε θέματα πωλήσεων προϊόντων του Ο..Τ..Ε.., όπως το Ο..Τ..Ε.. Τ. και όλα τα προγράμματα σταθερής τηλεφωνίας του Ο..Τ..Ε... Έτσι, η εφεσίβλητη που εργαζόταν στο τηλεφωνικό αυτό κέντρο, δεχόταν καθημερινά πάρα πολλές κλήσεις, παρέχοντας πληροφορίες στα προαναφερόμενα καταστήματα και λαμβάνοντας και καταχωρώντας ζητήματα βλαβών, που είχαν αναγγελθεί από τους συνδρομητές, σχετικά με τα ανωτέρω προγράμματα και τα προϊόντα που παρείχε η εκκαλούσα.

Κατά την εκτέλεση του έργου της, η εφεσίβλητη έκανε χρήση κεφαλόφωνου (ακουστικών) και επικοινωνούσε τηλεφωνικά με τους ανωτέρω, για τον προαναφερόμενο σκοπό. Κατόπιν τούτων, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη απασχολήθηκε στο Τηλεφωνικό Κέντρο του Σ.Υ.Π. …, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από την 1-11-2011 έως και τις 31-12-2013 αποκλειστικά και κατά πλήρες ωράριο, με καθήκοντα κυρίως βλαβολήπτη, ήτοι με βασικό αντικείμενο εργασίας τη λήψη και καταγραφή των αναγγελλόμενων βλαβών, μέσω τηλεφωνικής ανταπόκρισης.

Η εκκαλούσα συνομολογεί ότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, η εφεσίβλητη δεν εργαζόταν με το μειωμένο ωράριο εργασίας των επτά (7) ωρών και δώδεκα (12) λεπτών την ημέρα, καθώς και ότι δεν χορηγούνταν σε αυτή τα τρία (3) τριαντάλεπτα ενδιάμεσης ανάπαυσης, όπως προβλέπεται για το προσωπικό της Τηλεφωνικής Ανταπόκρισης, διότι, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν τα δικαιούταν.

Εντούτοις, με βάση τα ανωτέρω αναφερθέντα, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα που η εφεσίβλητη απασχολήθηκε ως τηλεφωνήτρια, τα καθήκοντά της ήταν να λαμβάνει, μέσω κεφαλόφωνου (ακουστικών), κλήσεις απ' όλα τα καταστήματα των προααναφερομένων εταιρειών όλης της Χώρας και να επικοινωνεί τηλεφωνικά με τους ενδιαφερόμενους, για να δώσει τις πληροφορίες που ζητούσαν τις περισσότερες φορές με πολλές τηλεφωνικές προσπάθειες.

Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, τα καθήκοντα της εφεσίβλητης ήταν, αποκλειστικά και κατά πλήρες ωράριο, έργο Τηλεφωνικής Ανταπόκρισης σημειωτέον δε ότι ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται η Τηλεφωνική Ανταπόκριση, δηλαδή αν γίνεται με κεφαλόφωνο, τηλεφωνική συσκευή ή οθόνη Η/Υ, δεν αποτελεί προϋπόθεση για το χαρακτηρισμό της, διότι ο αποχαρακτηρισμός των παραπάνω εργαζομένων, ως προσωπικού που εκτελεί έργο Τηλεφωνικής Ανταπόκρισης, χωρίς αλλαγή του χώρου εργασίας και του αντικειμένου απασχόλησης, δεν αρκεί για την αποστέρηση του δικαιώματος μειωμένου ωραρίου και των τριών ενδιάμεσων ημερών αναπαύσεως, που χορηγήθηκαν με κριτήριο τη φύση των καθηκόντων τους.

Οι προαναφερόμενες εργασίες, σύμφωνα με την ….10-1-1985 Βασική Εγκύκλιο της εκκαλούσας και τις Οδηγίες για την εφαρμογή της …30-5-85 απόφασης της Διοίκησης, αποτελούν όλες έργο της Τηλεφωνικής Ανταπόκρισης.

Συνεπώς, κατά το ένδικο αυτό χρονικό διάστημα, η εφεσίβλητη έπρεπε να εργάζεται με μειωμένο ωράριο και να λαμβάνει τα 3 ημίωρα διαλλείματα ημερησίως, για τα οποία αναγκαία και μοναδική προϋπόθεση χορήγησης είναι η απασχόληση στις αίθουσες όπου διεξάγεται η τηλεφωνική ανταπόκριση, ανεξάρτητα από το φόρτο εργασίας και από το μέσο που χρησιμοποιείται [...] Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη, αφενός επειδή απασχολούνταν πέραν του νομίμου ωραρίου επί 28 λεπτά την ημέρα, αφετέρου επειδή δεν της χορηγούνταν τα προαναφερόμενα τρία ημίωρα αναπαύσεως ημερησίως, εργαζόταν παραπάνω από το νόμιμο ωράριο επί μία (1) ώρα και πενήντα οκτώ (58) λεπτά ημερησίως, χρόνος που, κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του Κανονισμού Ωρών Εργασίας του Προσωπικού του Ο..Τ..Ε.., σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 435/1976, αποτελεί υπερωριακή απασχόληση.

Άλλωστε αναγκαία και μοναδική προϋπόθεση για την υπαγωγή του προσωπικού της εκκαλούσας στην προμνησθείσα ευνοϊκή ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 1 του Κανονισμού Ωρών Εργασίας του Προσωπικού του Ο..Τ..Ε.. (Κ.Ω.Ε.Π. - Ο..Τ..Ε..) είναι η απασχόλησή του στις αίθουσες των κέντρων, όπου διεξάγεται η τηλεφωνική ανταπόκριση και τούτο ανεξαρτήτως από το φόρτο εργασίας της συγκεκριμένης υπηρεσιακής μονάδας και από το μέσο που χρησιμοποιεί (κεφαλόφωνο ή απλή τηλεφωνική συσκευή ή ηλεκτρονικό υπολογιστή).

Τούτο διότι τέτοιες διακρίσεις δεν προκύπτουν ούτε από το γράμμα, ούτε όμως και από το σκοπό των προπαρατεθεισών ρυθμίσεων, οι οποίες τέθηκαν, ενόψει των συνθηκών εργασίας, που επικρατούν στις μονάδες βλαβοληπτικών κέντρων και αφορούν όλο το προσωπικό εργασίας που απασχολείται σε αυτές τις μονάδες, γεγονός που προκύπτει και από το άρθρο 5 του Κ.Ω.Ε.Π., το οποίο αναφέρει ότι το μειωμένο ωράριο εργασίας και τα τρία ενδιάμεσα ημίωρα ανάπαυσης τα δικαιούνται ακόμη και οι προϊστάμενοι, οι επόπτες και οι βοηθοί αυτών, που εργάζονται απλά και μόνο στο χώρο που διεξάγεται η τηλεφωνική ανταπόκριση, χωρίς να χρησιμοποιούν κεφαλόφωνο, μικροτηλέφωνο, κ.λ.π. [....].

Εξάλλου, όσα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως ότι από τις 22-12-2006, ο Κ.Ω.Ε.Π.-Ο..Τ..Ε.. έχει καταργηθεί, βάσει του ν. 3522/2006 και συνεπώς η εφεσίβλητη δεν δικαιούται μειωμένου ωραρίου των 7 ωρών και 12 λεπτών και των 30λεπτων ενδιάμεσων αναπαύσεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Τούτο, διότι [...] οι εργαζόμενοι, για τους οποίους σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν μέχρι τις 21-12-2006, είχε καθοριστεί ωράριο 36 ωρών εβδομαδιαίως, θα εξακολουθήσουν να εργάζονται 36 ώρες την εβδομάδα, δηλαδή 7 ώρες και 12 λεπτά ημερησίως, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι που απασχολούνται αποκλειστικά και κατά πλήρες ωράριο με έργο τηλεφωνικής ανταπόκρισης, όπως και η εφεσίβλητη, η οποία δικαιούται μειωμένου ωραρίου και των εν λόγω 30λεπτων διαλλειμάτων.

Επίσης, από το περιεχόμενο της με αριθμό .....7-4-2011 Β.Ε., δεν μπορεί να συναχθεί ότι καταργήθηκε ο Κ.Ω.Ε.Π. - Ο..Τ..Ε.., διότι στην εγκύκλιο αυτή γίνεται λόγος μόνο για την ενδιάμεση ανάπαυση των εργαζομένων μπροστά σε οθόνες οπτικής απεικόνισης και όχι των εργαζομένων σε τηλεφωνικά κέντρα, που εκτελούν έργο τηλεφωνικής ανταπόκρισης, όπως η εφεσίβλητη.

Κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-2011 έως και 31-12-2013 η εφεσίβλητη εργαζόταν κατά πλήρες ωράριο και ελάμβανε μόνο τρία (3) 15λεπτα διαλλείματα. Συγκεκριμένα, εργαζόταν μέχρι και τις 31-12-2011, επί 7 ώρες και 40 λεπτά ημερησίως, αντί του νομίμου 7 ώρες και 12 λεπτά ημερησίως, ενώ από τις 1-1-2012 έως και τις 31-12-2013, εργαζόταν επί 7 ώρες ημερησίως, αντί 6 ώρες και 35 λεπτά ημερησίως.

Έτσι για το έτος 2011, η εφεσίβλητη εργαζόταν καθημερινά υπερωριακά 28 λεπτά, λόγω υπέρβασης ωραρίου συν 90 λεπτά, λόγω μη χορήγησης των τριών ημίωρων διαλλειμάτων, δηλαδή 118 λεπτά υπερωριακής εργασίας ημερησίως, μείον τα 45 λεπτά, λόγω της χορήγησης των τριών 15λεπτων διαλλειμάτων = 73 λεπτά, δηλαδή 1 ώρα και 13 λεπτά υπερωριακής εργασίας ημερησίως.

Για δε το επίδικο χρονικό διάστημα από τις 1-1-2012 έως και τις 31-12-2012, που εργαζόταν επί 7 ώρες ημερησίως, εργαζόταν υπερωριακά 25 λεπτά, λόγω υπέρβασης του νομίμου ωραρίου (6 ώρες και 35 λεπτά), συν 90 λεπτά, λόγω μη χορήγησης των τριών ημίωρων διαλλειμάτων, δηλαδή 118 λεπτά υπερωριακής εργασίας ημερησίως, μείον τα 45 λεπτά, λόγω της χορήγησης των τριών 15λεπτων διαλλειμάτων = 115 λεπτά υπερωριακής εργασίας ημερησίως, μείον τα 45 λεπτά, λόγω της χορήγησης των τριών 15λεπτων διαλλειμάτων = 70 λεπτά, δηλαδή 1 ώρα και 10 λεπτά υπερωριακής εργασίας ημερησίως.

Κατόπιν τούτων, η εφεσίβλητη, από την 1-11-2011 μέχρι τις 31-12-2011 πραγματοποίησε 53,50 ώρες επιπλέον εργασίας (2 μήνες Χ 22 ημέρες = 44 ημέρες Χ 1 ώρα και 13 λεπτά), ενώ από την 1-1-2012 μέχρι τις 31-12-2012 και από την 1-1-2013 μέχρι τις 31-12-2013, αφαιρουμένου ενός μηνός της κανονικής της άδειας, πραγματοποίησε 282 ώρες επιπλέον εργασίας για κάθε έτος αντίστοιχα (11 μήνες Χ 22 ημέρες = 242 ημέρες Χ 1 ώρα και 10 λεπτά, αφού ο δωδέκατος μήνας καλύπτεται από την κανονική της άδεια).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από την εφεσίβλητη εκκαθαριστικό μισθοδοσίας της ο τακτικός μηνιαίος μισθός της κατά το επίδικο έτος (2011) ανερχόταν στο ποσό των 2.738,86 Ε, κατά το έτος 2012 ανερχόταν σε 2.481,23 Ε και κατά το έτος 2013 ανερχόταν σε 2.528 Ε. Επομένως, η εφεσίβλητη δικαιούται να λάβει από την εκκαλούσα για αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης:

α) για το έτος 2011, το ποσό των 1.288,28 Ε [53,5 ώρες Χ 17,20 Ε ωρομίσθιο + 6,88 Ε (17,20 Χ 0,40) προσαύξηση ωρομισθίου], εφόσον το ωρομίσθιό της λαμβάνει προσαύξηση 40% για τις πρώτες 120 ώρες ετησίως, β) για το έτος 2012, το ποσό των 7.265,22 Ε [(120 ώρες Χ 17,01 Ε ωρομίσθιο + 6,80 Ε (17,01 Χ 0,40) προσαύξηση ωρομισθίου) = 2.857,20 Ε + (162 ώρες Χ 17,01 + 10,20 (17,01 Χ 0,60) = 4.408,02 Ε), εφόσον σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το ωρομίσθιό της λαμβάνει προσαύξηση 40% για τις πρώτες 120 ώρες και 60 % για τις πέραν των 120 ωρών ετησίως και γ) για το έτος 2013 το ποσό των 7.401,84 Ε [(120 ώρες Χ 17,33 Ε ωρομίσθιο + 6,93 Ε (17,33 Χ 0,40) προσαύξηση ωρομισθίου) = 2.911,20 Ε + (162 ώρες Χ 17,33 + 10,39 (17,01 Χ 0,60) = 4.490,64 Ε] εφόσον σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν το ωρομίσθιό της λαμβάνει προσαύξηση 40% για τις πρώτες 120 ώρες και 60% για τις πέραν των 120 ωρών ετησίως, δηλαδή συνολικά 15.955,34 Ε (1.288,28 + 7.265,22 + 7.401,84), τα ποσά δε αυτά με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την πρώτη του επομένου έτους, στο οποίο αφορούν, όπως ζητά με την αγωγή της, διότι πρόκειται για αξιώσεις που απορρέουν από εργασιακή σύμβαση, αφορούν οφειλόμενες μισθολογικές διαφορές και συνιστούν χρηματικές οφειλές καταβλητέες σε δήλη ημέρα αν δεν υπάρχει αντίθετη ειδική συμφωνία για το χρόνο πληρωμής του μισθού (άρθρο 655, 341 παρ. 1 και 345 εδ.

α' του Α.Κ. ...)". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι: α) κατά το χρονικό διάστημα από 01.11.2011 έως 31.12.2011, το προβλεπόμενο από τον Κανονισμό της αναιρεσείουσας ωράριο της αναιρεσίβλητης ήταν 7 ώρες και 12 λεπτά ημερησίως, με τρία 30λεπτα ενδιάμεσης ανάπαυσης και ότι αυτή απασχολούμενη, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί 7 ώρες και 40 λεπτά ημερησίως, χωρίς να της χορηγούνται τρία ημίωρα διαλείμματα, αλλά μόνο τρία 15λεπτα διαλείμματα, εργαζόταν υπερωριακά επί 73 λεπτά, δηλαδή 1 ώρα και 13 λεπτά ημερησίως (28 λεπτά λόγω υπέρβασης ωραρίου συν 90 λεπτά λόγω μη χορήγησης των τριών ημίωρων διαλειμμάτων, δηλαδή 118 λεπτά υπερωριακής εργασίας μείον τα 45 λεπτά της χορήγησης των τριών 15λεπτων διαλλειμάτων = 73 λεπτά, δηλαδή 1 ώρα και 13 λεπτά υπερωριακής εργασίας ημερησίως) και β) ότι κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως 31.12.2013, το προβλεπόμενο από τον Κανονισμό της αναιρεσείουσας ωράριο της αναιρεσίβλητης ήταν 6 ώρες και 35 λεπτά ημερησίως, με τρία 30 λεπτά ενδιάμεσης ανάπαυσης και ότι αυτή, απασχολούμενη, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, επί 7 ώρες ημερησίως με τρία 15λεπτα διαλείμματα, πραγματοποιούσε συνολικά 70 λεπτά υπερωριακής απασχόλησης, δηλαδή 1 ώρα και 10 λεπτά ημερησίως (25 λεπτά λόγω υπέρβασης ωραρίου συν 90 λεπτά λόγω μη χορήγησης των τριών ημίωρων διαλειμμάτων = 115 λεπτά μείον τα 45 λεπτά της χορήγησης των τριών 15λεπτων διαλλειμάτων), παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη αφενός μεν εκείνες των άρθρων 5 και 10 του Ειδικού Κανονισμού Ωρών Εργασίας Προσωπικού Ο..Τ..Ε.., οι οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είχαν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, αφού είχαν καταργηθεί, αφετέρου δε, με τη μη εφαρμογή τους, τις εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 38 παρ. 3 του ν. 3522/2006 και 9 του Εσωτερικού Κανονισμού Προσωπικού Ο..Τ..Ε.., σε συνδυασμό και με την υπ' αριθμ. ...7-04-2011 Βασική Εγκύκλιο της Διοίκησης του Ο..Τ..Ε..

Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τις μη εφαρμοσθείσες ως άνω διατάξεις, το ωράριο εργασίας της αναιρεσίβλητης οριζόταν κατά το χρονικό διάστημα από 01.11.2011 έως 31.12.2011 σε 8 ώρες ημερησίως και από 01.01.2012 έως 31.12.2013 σε 7 ώρες ημερησίως, με τη χορήγηση και στα δύο αυτά χρονικά διαστήματα τριών 15λεπτων ενδιάμεσης ανάπαυσης με αποτέλεσμα η αναιρεσίβλητη, εφόσον κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης εργαζόταν:

α) κατά το χρονικό διάστημα από 01.11.2011 έως 31.12.2011 επί 7 ώρες και 40 λεπτά ημερησίως, ήτοι όχι πέραν των προβλεπομένων, κατά την ως άνω περίοδο, οκτώ (8) ωρών ημερησίως και β) κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως 31.12.2013 επί 7 ώρες ημερησίως, ήτοι όσες ώρες όριζε το προβλεπόμενο ωράριο αυτής, δυνάμει της με αριθμό ...7-4-2011 Βασικής Εγκυκλίου του Τμήματος Κανονισμών Προσωπικού, λαμβάνοντας σε αμφότερα τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα τρία 15λεπτα ενδιάμεσης ανάπαυσης, να μην έχει υπερβεί το συμβατικό ωράριο των 8 και 7 ωρών, αντίστοιχα, ημερησίως και να μην έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία, ούτε πολύ περισσότερο υπερωριακή απασχόληση, εφόσον δεν εργάστηκε πέραν των σαράντα ωρών εβδομαδιαίως και πέραν των εννέα ωρών ημερησίως αντίστοιχα.

Επομένως, οι ενιαία εξεταζόμενοι πρώτος και δεύτερος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι.

Σύμφωνα με το άρθρο 560 αριθμός 5 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως"πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένα λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής) (Α.Π. 50/2020).

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ιδρύεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχόμενου της αγωγής, έλαβε υπόψη ανύπαρκτη βάση αυτής (Α.Π. 782/2021 Α.Π. 1332/2009, Α.Π. 463/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, η εκτίμηση του οποίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη δεν θεμελίωσε την αγωγή της στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, αλλά μόνον στις ισχύουσες για το προσωπικό του Ο..Τ..Ε.. διατάξεις. Ωστόσο, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, με επάλληλη αιτιολογία και τα εξής: "...

Επιπροσθέτως, το μειωμένο ωράριο εργασίας των επτά (7) ωρών και δώδεκα (12) λεπτών την ημέρα, καθώς και τα τρία τριαντάλεπτα ενδιάμεσης ανάπαυσης, που προβλέπεται για το προσωπικό που απασχολείται με καθήκοντα τηλεφωνικής ανταπόκρισης στα βλαβοληπτικά κέντρα, έπρεπε να χορηγηθεί στην εφεσίβλητη και με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία σημαίνει την απαγόρευση της χειροτέρευσης της θέσης ενός μισθωτού, σε σχέση με τους υπόλοιπους, που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με αυτόν.

Δηλαδή, η αρχή αυτή, η οποία συμπορεύεται με την αρχή της ισότητας του δημοσίου δικαίου, απαγορεύει κάθε αυθαίρετο αποκλεισμό ενός ή περισσότερων μισθωτών ή τις διαφοροποιήσεις τους, με κριτήρια που δεν είναι αντικειμενικά δικαιολογημένα. Στην κρινόμενη περίπτωση, πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εν λόγω αρχής, καθόσον η εφεσίβλητη, που εκτελούσε τις εργασίες της στο Σ.Υ.Π.

…, δυνάμει τηλεφωνικής ανταπόκρισης και οι συνάδελφοί της, που απασχολούνταν στα βλαβοληπτικά κέντρα, καταγράφοντας τις αναγγελλόμενες βλάβες, ομοίως δυνάμει τηλεφωνικής ανταπόκρισης, παρείχαν τις υπηρεσίες τους στον ίδιο εργοδότη, βάσει ενεργού σχέσης εργασίας και μεταξύ τους υπήρχαν καταστάσεις όμοιες αντικειμενικά, ήτοι ίδιες συνθήκες εργασίας και προσφοράς, ίδια υπηρεσία, ίδια κατηγορία μισθωτών και ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, τόσο η εφεσίβλητη, όσο και οι εν λόγω συνάδελφοί της ασκούσαν καθήκοντα όμοια ως προς το περιεχόμενο και τη φύση τους...".

Με την ανωτέρω κρίση του, όμως, το Εφετείο δέχθηκε παρά το νόμο ανύπαρκτη βάση της αγωγής, δηλαδή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια, από τον αριθμό 5 περ. α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των προαναφερομένων αναιρετικών λόγων, ως βασίμων, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και, στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο Δικαστή από αυτόν που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01/01/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

Από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, εάν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, η οποία με την επικύρωσή της από το Εφετείο θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση (Ολ. Α.Π. 22/2006, Α.Π. 130/2021, Α.Π. 51/2015, Α.Π. 464/2014, Α.Π. 1453/2010). Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού, πλέον της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής καθίσταται, κατ' άρθρο 340 του Α.Κ., υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος.

Όμως, ο αναιρεσείων δεν έχει το δικαίωμα να αξιώσει με την άνω αίτησή του τις παρακρατηθείσες από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικές εισφορές, φόρους και λοιπές κρατήσεις, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (Ολ. Α.Π. 11/2007 Α.Π. 381/2019), ούτε τα καταβληθέντα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση απόφασης, της σύνταξης επιταγής για εκτέλεση, της εντολής για τη διενέργεια αυτής και της ενεργηθείσας κατάσχεσης, διότι η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ κατά την αληθινή της έννοια, επιτρέπει την απόδοση μόνο των ποσών που η παροχή τους διατάχθηκε από την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση και όχι, άρα, και των εξόδων της μετέπειτα επιχειρηθείσας αναγκαστικής ή εκούσιας εκτέλεσής της, τα οποία βαρύνουν τον καθ' ου η εκτέλεση, όχι βάσει της απόφασης αυτής, αλλά βάσει του νόμου, ήτοι του άρθρου 932 του ΚΠολΔ (Α.Π. 152/2022, Α.Π. 1075/2020, Α.Π. 1453/2019, Α.Π. 20/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, υπέβαλε παραδεκτώς με το αναιρετήριο αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη στην επιστροφή του ποσού, που αυτή κατέβαλε σε εκούσια συμμόρφωση, προς ικανοποίηση του επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσού των δέκα πέντε χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα πέντε ευρώ και τριάντα τεσσάρων (15.955,34), μετά την αφαίρεση των ασφαλιστικών κρατήσεων, φορολογικών κρατήσεων, εργολαβικής αμοιβής και δικαστικής δαπάνης, ήτοι του συνολικού ποσού των δέκα τριών χιλιάδων εκατόν εννέα ευρώ και τριών λεπτών (13.109,03), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης μέχρι την εξόφληση.

Η αίτηση αυτή, η οποία αφορά το καταβληθέν στην αναιρεσίβλητη, σε εκούσια συμμόρφωση της καταψηφιστικής διάταξης της πρωτόδικης απόφασης, που θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως άνω ποσό είναι νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, κατ' ουσίαν.

Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα από 31-10-2019 κατάσταση εμβάσματος στον τραπεζικό λογαριασμό της αναιρεσίβλητης στην Εθνική Τράπεζα και την απόδειξη πληρωμής, προκύπτει ότι, σε εκούσια συμμόρφωση προς την πρωτόδικη απόφαση η οποία με την επικύρωσή της από το Εφετείο θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση, η αναιρεσείουσα κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη το χρηματικό ποσό των δέκα τριών χιλιάδων εκατόν εννέα ευρώ και τριών λεπτών (13.109,03), μετά την αφαίρεση των ασφαλιστικών κρατήσεων, φορολογικών κρατήσεων, εργολαβικής αμοιβής και δικαστικής δαπάνης.

Επομένως, εκ των ανωτέρω, αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκούσια εκτέλεση της απόφασης, κατ' άρθρο 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ και, ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτή η σχετική αίτηση, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να επιστρέψει στην αναιρεσείουσα το άνω χρηματικό ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 8917/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλον από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.

Δέχεται την υποβληθείσα με το αναιρετήριο δικόγραφο, αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων.

Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το χρηματικό ποσό των δέκα τριών χιλιάδων εκατόν εννέα ευρώ και τριών λεπτών (13.109,03), έντοκα από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση.

Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσίβλητης τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ