Legislator Case Law & Legislation
675/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lawyer malpractice ruling, finding no judicial admission of facts.

Case Number 675/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by three clients against a lower court decision regarding their lawyer's alleged malpractice. The clients argued that a judicial admission in their complaint documents established the lawyer's fault, but the court found this was merely an exposition of the lawyer's own reasoning without admitting liability. Consequently, the court ruled the appeal lacked legal basis and dismissed it, ordering the appellants to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 160, 162, 163 of the Lawyers Code; A claim for malpractice against a lawyer is inadmissible if the appeal relies on a judicial admission that merely restates the lawyer's argument without establishing a binding judicial finding of fault.

Keywords

AI generated
lawyer malpractice judicial admission appeal admissibility legal costs Supreme Court civil procedure liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 160, 162, 163 of the Lawyers Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 675 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 675/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Λ. Π. του Β., 2) Μ. Π. του Β., κατοίκων …, 3) Ε., συζύγου Κ. Γ., το γένος Β. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χριστίνα - Μαρία Νικολοπούλου και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Μ. του Ι., κατοίκου …., ο οποίος ανακάλεσε την από 17/9/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2502/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1894/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/5/2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 30-5-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 1894/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 2502/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει την ένδικη από 26-7-2016 αγωγή αυτών περί κακοδικίας του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου ως απαράδεκτη λόγω παραβίασης της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 163 παρ. 1 του ν. 4194/2013 προδικασίας, έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 160 παρ. 1, 162 εδ. α'και 163 παρ. 1 και 2 του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), ο δικηγόρος, ο οποίος με πράξη, ενέργεια ή παράλειψή του προκάλεσε ζημία στον εντολέα του παράνομα, από δόλο ή βαριά αμέλεια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Η αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου υπάγεται στο κατά τόπον αρμόδιο πολυμελές πρωτοδικείο που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία.

Το δικόγραφο της αγωγής: α) συντάσσεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 118 και 216 εδάφιο 1 του ΚΠολΔ, β) περιέχει όλους τους λόγους, στους οποίους ο ενάγων στηρίζει την αγωγή κακοδικίας και γ) αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους της. Στην αγωγή επισυνάπτονται:

α) τα αποδεικτικά έγγραφα που ο ενάγων επικαλείται για να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής, σε πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα και β) ειδικό πληρεξούσιο στο δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή, η έλλειψη του οποίου την καθιστά απαράδεκτη. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 73 παρ. 4 ΕισΝΚΠολΔ, η οποία παραμένει σε ισχύ και εφαρμόζεται συμπληρωματικά προς τις ως άνω ειδικότερες διατάξεις, η προβλεπόμενη αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρων επιτρέπεται, μόνο αν στηρίζεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια αυτών.

Στις παραγράφους 1, 2 και 3 της ίδιας διάταξης, όπως η πρώτη απ' αυτές τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 693/1977 "περί εκδικάσεως αγωγών κακοδικίας", ορίζεται ακόμη ότι: Α) η αγωγή που συντάσσεται σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 216 εδ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει α) να περιέχει όλους τους λόγους στους οποίους ο ενάγων στηρίζει την αγωγή κακοδικίας και β) να αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα, που ο ενάγων επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα και Β) στην αγωγή επισυνάπτονται α) τα αποδεικτικά μέσα που ο ενάγων επικαλείται για να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής, σε πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα και β) ειδικό πληρεξούσιο στο δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή, αλλιώς είναι απαράδεκτη.

Επομένως, όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 914, 297, 298 και 330 ΑΚ, στοιχεία θεμελιωτικά των λόγων της αγωγής κακοδικίας κατά των ανωτέρω προσώπων είναι: 1) αντισυμβατική ή παράνομη συμπεριφορά κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους, 2) πρόκληση ζημίας στον εντολέα, αν πρόκειται για αντισυμβατική συμπεριφορά ή και σε τρίτο πρόσωπο, αν πρόκειται για παράνομη συμπεριφορά και 3) δόλος ή βαριά αμέλεια, τελούσα σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα ζημία.

Για τον προσδιορισμό του στοιχείου του "παρανόμου", σκοπητέες είναι κυρίως οι διατάξεις που διαγράφουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των εν λόγω δημοσίων λειτουργών και ειδικότερα οι διατάξεις των οργανικών νόμων της υπηρεσίας τους. Βαριά είναι η αμέλεια, όταν η απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη προς τα αγαθά των άλλων.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη βαριάς αμέλειας, που είναι αόριστη νομική έννοια, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ως προς το αν με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά στη συγκεκριμένη περίπτωση η αμέλεια είναι βαριά (ΑΠ 1444/2017, ΑΠ 1892/2014). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 37 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν. 4194/2013), ο δικηγόρος είναι δημόσιος λειτουργός (άρθρο 1) και οφείλει να εκτελεί τα καθήκοντά του με ευσυνειδησία και επιμέλεια (άρθρ. 37 παρ. 3α').

Επίσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 7 και 36 του Κώδικα Δεοντολογίας του Δικηγορικού Λειτουργήματος, ο δικηγόρος πρέπει κατά την άσκηση του λειτουργήματός του να υπερασπίζεται τις υποθέσεις που αναλαμβάνει με ευθύτητα, ευσυνειδησία και επιμέλεια (άρθρ. 7 γ') και ο δικηγόρος, όταν αναλαμβάνει την υπεράσπιση μιας υπόθεσης, έχει υποχρέωση να μην παραμελεί την εκτέλεση της εντολής που του δόθηκε και να μην την καθυστερεί για οποιονδήποτε λόγο, αλλά να την εκτελεί με ευσυνειδησία και επιμέλεια (άρθ. 36 παρ. 2).

Επίσης, οι πιο πάνω διατάξεις, ορίζοντας δικονομικές προϋποθέσεις για την έγκυρη και παραδεκτή έγερση της αγωγής κακοδικίας κατά δικηγόρων και σύντομη αποκλειστική προθεσμία για την άσκησή της, την υποβάλλει σε ρύθμιση διαφορετική από εκείνη, στην οποία υποβάλλεται η αγωγή αποζημίωσης κατά του εντολοδόχου (ΑΚ 714) και κατά του ενδοσυμβατικώς εν γένει, βάσει των άρθρων ΑΚ 330, 335 επ., 343 επ, 382 επ, ή εξωσυμβατικώς, βάσει του άρθρου 914 ΑΚ, ευθυνομένου.

Αυτή όμως η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, διότι δικαιολογείται από ιδιαίτερους λόγους και μάλιστα κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος, ενόψει της ιδιότητας των δικηγόρων ως δημοσίων λειτουργών, προκειμένου αυτοί να ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, πράγμα που θα ήταν ανέφικτο αν η δικαστική καταδίωξη των δικηγόρων δεν περιοριζόταν στα αναγκαία πλαίσια, τόσο από την άποψη του βαθμού της υπαιτιότητας, όσο και από την άποψη των δικονομικών προϋποθέσεων άσκησης της αγωγής, η θέσπιση των οποίων, επομένως, δεν συνιστά προνομιακή μεταχείριση αυτών και δεν προσβάλλει τη συνταγματική αρχή της νομικής ισότητας των πολιτών (Ολ ΑΠ 18/1999, ΑΠ 1921/2017, ΑΠ 2217/2013, ΑΠ 829/2008).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 3/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι εκκαλούντες, ιδιοκτήτες ακινήτου, κειμένου στη …, είχαν προσφύγει, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (εφεξής ΣτΕ), επιδιώκοντας την ακύρωση συγκεκριμένων πράξεων της Διοίκησης, που αφορούσαν την κατασκευή συγκοινωνιακού κόμβου στην Ε.Ο.

Θεσσαλονίκης - Αεροδρομίου, προκειμένου να διασφαλίσουν τη σύνδεση του ακινήτου τους με το οδικό δίκτυο. Μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 3025/2013 απορριπτικής αποφάσεως του Ανωτάτου Ακυρωτικού, αναζήτησαν δικηγόρο έμπειρο περί τη διαδικασία, ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΔΔΑ), προκειμένου να προσφύγουν σ' αυτό.

Πράγματι, την 23.10.2013 ο πρώτος εκκαλών, ο οποίος ενεργούσε και για λογαριασμό των λοιπών εκκαλούντων, συναντήθηκε με τον εφεσίβλητο σε κεντρικό ξενοδοχείο της Θεσσαλονίκης και του ζήτησε να αναλάβει την υπόθεσή τους, ενώ δεκαπέντε ημέρες αργότερα του παρέδωσε και το σχετικό φάκελο. Σημειωτέον ότι η προσφυγή ενώπιον του ΕΔΔΑ υπόκειται σε εξάμηνη προθεσμία, η οποία έληγε, εν προκειμένω, την 4η.03.2014, δεδομένου ότι η απόφαση του ΣτΕ δημοσιεύθηκε την 4η.09.2013.

Ο εφεσίβλητος είχε την άποψη ότι η απευθείας προσφυγή, ενώπιον του ΕΔΔΑ, δεν είχε οποιαδήποτε τύχη να ευδοκιμήσει, ενόψει του ότι η απορριπτική απόφαση του ΣτΕ εδραζόταν στην έλλειψη εννόμου συμφέροντος των εδώ εκκαλούντων, μιας και οι τελευταίοι δεν είχαν φροντίσει να επικαλεστούν και να αποδείξουν το έννομο συμφέρον τους προς ακύρωση των προσβαλλόμενων διοικητικών πράξεων.

Επομένως, δεν μπορούσαν να προσφύγουν στο ΕΔΔΑ, ισχυριζόμενοι ότι δεν έτυχαν δίκαιης δίκης (βλ. και την από 15.06.2018 γνωμοδότηση του Κ. Α., Καθηγητή της Σχολής Νομικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Νεάπολης Πάφου, ο οποίος έχει την άποψη ότι η απόφαση του ΣτΕ δεν παρείχε προϋποθέσεις επιτυχούς προσφυγής, καθόσον οι εκκαλούντες δεν είχαν επιμεληθεί των υποθέσεών τους ενώπιον του ΣτΕ και δεν μπορούσαν να επικαλεστούν ότι δεν έτυχαν δίκαιης δίκης, θέση η οποία δεν αντικρούεται από την προσκομιζόμενη, από τους εκκαλούντες, γνωμοδότηση του καθηγητή του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Κ.

Τ.). Ο πλημμελής χειρισμός της υπόθεσης των εκκαλούντων, ενώπιον του ΣτΕ, επιβεβαιώνεται, άλλωστε, από την επισκόπηση της ίδιας της απόφασης (την οποία επιθυμούσαν να προσβάλλουν ενώπιον του ΕΔΔΑ), από την οποία προκύπτει ότι οι εκεί αιτούντες δεν ανταποκρίθηκαν στη δικονομική τους υποχρέωση να προβάλλουν, κατά τρόπο ορισμένο και εντός της προβλεπόμενης δικονομικής προθεσμίας, το έννομο συμφέρον τους προς ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων (βλ.

σκέψεις 11, 12 και ιδίως 13 της απόφασης). Ενόψει, όμως, του ότι είχε εκδοθεί και η υπ' αριθ. 1620/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, υπέρ των εκκαλούντων, που αναγνώριζε την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος αυτών να έχουν πρόσβαση στην προαναφερόμενη Εθνική Οδό, ο εφεσίβλητος προέκρινε ως διέξοδο θεραπείας των πλημμελειών των εκκαλούντων, ως προς τον χειρισμό της υπόθεσής τους, ενώπιον του ΣτΕ, την προηγούμενη προσφυγή στο ΑΕΔ, προκειμένου να αρθεί η-κατά τους ισχυρισμούς του- αντιφατική νομολογία που είχε δημιουργηθεί σε επίπεδο των δύο Ανωτάτων Δικαστηρίων.

Τον ανωτέρω συλλογισμό εξέθεσε στους εκκαλούντες, κατά τη δεύτερη χρονολογικά συνάντησή τους, όπως οι ίδιοι συνομολογούν στο δικόγραφο της αγωγής (βλ. αγωγή σ. 3, 4 και 8), και τους έπεισε ότι αυτός είναι ο επιβεβλημένος χειρισμός στην προκείμενη περίπτωση. Πράγματι, έλαβε εντολή να προσφύγει στο ΑΕΔ, οι δε εκκαλούντες τον εφοδίασαν με τη σχετική πληρεξουσιότητα.

Σε περίπτωση που η προσφυγή ενώπιον του ΑΕΔ γινόταν δεκτή, η προσφυγή στο ΕΔΔΑ θα καθίστατο άνευ αντικειμένου, ενώ, εάν η προσφυγή απορριπτόταν, η απορριπτική απόφαση του ΑΕΔ θα αποτελούσε το αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του ΕΔΔΑ. Επειδή ο χρόνος πίεζε, προηγήθηκε η άσκηση προσφυγής ενώπιον του ΑΕΔ. Την 02.12.2013, ο εφεσίβλητος κατέθεσε την από 29.11.2013 και με αριθμό έκθ.

κατάθ. 7/02.12.2013 αίτηση ενώπιον του ΑΕΔ, για την άρση της αμφισβήτησης περί της έννοιας των αναφερόμενων στην αίτηση διατάξεων, ήτοι των άρθρων 1012, 1013, 1014 και 1015α ΑΚ σε συνδυασμό με άρθρο 68 ΚΠολΔ και των άρθρων 64 § 1 α Κ.Δ.Δ. και 47 ν.δ. 18/1989, που είχε δημιουργηθεί από την έκδοση αντίθετων αποφάσεων του ΣτΕ και του Αρείου Πάγου.

Παράλληλα, έτρεχε και η προθεσμία για την άσκηση της ατομικής προσφυγής των εκκαλούντων, ενώπιον του ΕΔΔΑ, κατά της απόφασης του ΣτΕ, για την άσκηση της οποίας είχαν, ομοίως, δώσει εντολή στον εφεσίβλητο. Την κρίσιμη χρονική περίοδο, επίκειτο η αλλαγή του Εσωτερικού Κανονισμού του ΕΔΔΑ, με έναρξη ισχύος από 01.01.2014, η μεταβολή δε αυτή τελούσε σε γνώση του εφεσίβλητου, καθόσον είχε λάβει σχετική ενημέρωση απευθείας από τη Γραμματεία του Δικαστηρίου, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αρχικώς την 16.12.2013, αλλά και μεταγενέστερα, την 26.02.2014.

Από την από 26.02.2014 επιστολή του ΕΔΔΑ μάλιστα προκύπτει ότι, επισημαίνονται δύο, καίριας σημασίας, αλλαγές, αφενός, στον τρόπο υποβολής προσφυγών, οι οποίες υπό το νέο Κανονισμό θα έπρεπε να περιέχουν όλα τα ουσιώδη στοιχεία και να συνοδεύονται από τα απαραίτητα δικαιολογητικά έγγραφα, και αφετέρου, ότι η εξάμηνη προθεσμία διακόπτεται μόνον όταν η προσφυγή πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις, εν αντιθέσει με το προϊσχύον καθεστώς που η προθεσμία διακοπτόταν και από μία ατελή προσφυγή ή μία απλή επιστολή.

Ο εφεσίβλητος ισχυρίσθηκε στους εντολείς του ότι μετέβη ο ίδιος, την 20.12.2013, στην έδρα του Δικαστηρίου, προκειμένου να καταθέσει την προσφυγή. Λόγω καθυστερημένης άφιξης, παρέδωσε το δικόγραφο στο προσωπικό υποδοχής, οι οποίοι, παρουσία του, σφράγισαν τον φάκελο. Ο ισχυρισμός αυτός, ωστόσο, δεν αποδεικνύεται, καθόσον δεν προσκομίζεται κάποιο αποδεικτικό της παράδοσης του εγγράφου, ούτε επιβεβαιώνεται από κάποιο από τα αποσταλέντα στη συνέχεια, από τη Γραμματεία του Δικαστηρίου, έγγραφα σχετικώς με το ζήτημα αυτό, για τα οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω.

Εξάλλου, ο εφεσίβλητος τελεί σε αποδεικτική αδυναμία να προσκομίσει κάποιο παραστατικό (αεροπορικό εισιτήριο, απόδειξη ξενοδοχείου), από το οποίο να αποδεικνύεται η μετάβασή του στο Στρασβούργο, κατά την επίμαχη ημερομηνία, ενόψει του διαδραμόντος χρόνου και της μη τήρησης αρχείων για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα (βλ.

την από 07.05.2018 απάντηση της SWISS AIR μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο από 27.04.2018 αίτημα του εφεσίβλητου και την από 22.11.2018 απάντηση του ξενοδοχείου "Le Jean-Sebastien Bach"). Την 27.12.2013, ο εφεσίβλητος απέστειλε την προσφυγή, μέσω των ΕΛΤΑ, η οποία περιήλθε στο ΕΔΔΑ, την 03.01.2014 (βλ. προσκομιζόμενη απόδειξη παραλαβής των ΕΛ.ΤΑ.

και τεθείσα επ' αυτής σφραγίδα του παραλήπτη). Οι εκκαλούντες αμφισβητούν ότι το προσκομισθέν παραστατικό αφορά την επίμαχη προσφυγή, καθόσον εξ αυτού (του παραστατικού) δεν προκύπτει η ταυτότητα των αποσταλέντων εγγράφων και -κατά τους ισχυρισμούς τους- θα μπορούσε να αφορά έτερο έγγραφο και όχι τη δική τους προσφυγή.

Ομοίως, δεν επιβεβαιώνεται από τη σχετική αλληλογραφία με το ΕΔΔΑ, η παραλαβή της προσφυγής μέσω ταχυδρομείου. Εντούτοις, ο χρόνος παραλαβής από το ΕΔΔΑ (03.01.2014) της ταχυδρομικώς αποσταλείσας επιστολής του εφεσίβλητου συμπίπτει με την ημερομηνία καταχώρισης της προσφυγής των εκκαλούντων (03.01.2014), ούτως ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του αποσταλέντος εγγράφου.

Περαιτέρω, ο εφεσίβλητος απέστειλε την επίμαχη προσφυγή και δια τηλεομοιοτυπίας, για την οποία δεν έχει μεν στην κατοχή του αποδεικτικό στοιχείο της αποστολής, πλην, όμως, το γεγονός της αποστολής επαληθεύεται από την απαντητική επιστολή της Γραμματείας του ΕΔΔΑ, όπως θα αναφερθεί αμέσως κατωτέρω. Ειδικότερα, επειδή ο εφεσίβλητος δεν είχε ενημέρωση μέσω Γραμματείας αναφορικά με την προσφυγή, απέστειλε ταχυδρομικώς την από 07.02.2014 επιστολή του, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο (ΕΔΔΑ), την 11.02.2014 (βλ.προσκομιζόμενη απόδειξη παραλαβής των ΕΛ.ΤΑ.

και τεθείσα επ' αυτής σφραγίδα του παραλήπτη Conseil de l' Europe), την οποία (επιστολή) απέστειλε και με τηλεομοιοτυπία, αυθημερόν. Στην επιστολή του, ο εφεσίβλητος αναφέρεται στη μετάβασή του στο Στρασβούργο, την 20η.12.2013 και την παραλαβή του σχετικού φακέλου από τους υπαλλήλους της υποδοχής, αλλά και στους ετέρους τρόπους αποστολής της προσφυγής μέσω ταχυδρομείου και δια τηλεομοιοτυπίας.

Στην τηλεομοιοτυπία επισυνάπτει και το σώμα της προσφυγής, στο οποίο αναπτύσσει τους λόγους, για τους οποίους οι εντολείς του προσφεύγουν ενώπιον του ΕΔΔΑ. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η ανωτέρω επιστολή, η οποία έχει συνταχθεί από τον ίδιο τον εφεσίβλητο, προσκομίστηκε σε περισσότερα αντίγραφα με διαφορετικό περιεχόμενο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του χρόνου μετάβασής του στο Στρασβούργο.

Συγκεκριμένα, η επιστολή αυτή, ως συνημμένο στο από 19.10.2016 υπόμνημά του παροχής εξηγήσεων προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, αναφέρει ως ημερομηνία μετάβασής του την 20η.12.2013, ενώ ως συνημμένο στο από 16.11.2015 σύντομο μνημόνιο, που παρέδωσε ο εφεσίβλητος στους εκκαλούντες, όταν ανακάλεσαν την προς αυτόν εντολή, αναφέρει ως ημερομηνία μετάβασής του την 27η.12.2013.

Εντούτοις, η επιστολή, που εστάλη πράγματι στο ΕΔΔΑ, αναφέρει ως χρόνο μετάβασης την 20η.12.2013 (βλ. τηλεομοιοτυπία προς το ΕΔΔΑ, με ημερομηνία 07.02.2014). Ακολούθως, ο εφεσίβλητος απέστειλε στο ΕΔΔΑ ταχυδρομική επιστολή, την 26.02.2017 (ορθά 2014), και τηλεομοιοτυπία, την 27.02.2017 (ορθά 2014), όπου, αφού αναφέρει και πάλι τους τρεις τρόπους, που απέστειλε την προσφυγή, την οποία θεωρεί ως υποβληθείσα υπό τον προϊσχύσαντα Κανονισμό, ζήτησε να του αποστείλουν τον γραμμωτό κώδικα του έτους 2013 και το έντυπο της προσφυγής, που ίσχυε μέχρι 31.12.2013 (βλ.

προσκομιζόμενη τηλεομοιοτυπία προς το ΕΔΔΑ με ημερομηνία 27-2-2014, με συνημμένα την από 27-2-2014 επιστολή του εφεσιβλήτου, το από 26-2-2014 παραστατικό των ΕΛ.ΤΑ. και την από 07.02.2014 επιστολή του ιδίου). Εντούτοις, το ΕΔΔΑ, απαντώντας σε επιστολή με ημερομηνία 08.04.2014 του εφεσίβλητου, επιβεβαιώνει ότι έχει λάβει την εισαγωγική επιστολή, που αφορά την προσφυγή των εκκαλούντων, με τηλεομοιοτυπία, αλλά όχι πρωτότυπη, του υπενθυμίζει δε την αλλαγή στη διαδικασία υποβολής προσφυγών, γεγονός για το οποίο τον έχει ήδη ενημερώσει με το από 16.12.2013 ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (βλ.

προσκομιζόμενη από 15.04.2014 επιστολή του Ν. Σ., Προϊσταμένου νομικής υπηρεσίας του ΕΔΔΑ). Συνοψίζοντας, εξ όσων αναφέρθηκαν αποδείχθηκε ότι, η προσφυγή, που αφορούσε τους εκκαλούντες, κατατέθηκε μέσω ταχυδρομείου, αλλά και δια τηλεομοιοτυπίας. Έλαβε δε αριθμό καταχώρισης 45364/2014. Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι χρόνος εισαγωγής της προσφυγής, σε περίπτωση ταχυδρομικής αποστολής, θεωρείται η ημερομηνία αποστολής και δη η ημερομηνία της σφραγίδας του ταχυδρομείου αποστολής, κατ' άρθρο 47§6α του Εσωτερικού Κανονισμού του ΕΔΔΑ (βλ.

για το θέμα αυτό την προαναφερόμενη γνωμοδότηση του καθηγητή, Κ. Α.). Ως προς αυτό, άλλωστε, ομονοούν και οι εκκαλούντες (βλ. σ. 76/77 των προτάσεών τους, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου).

Εν προκειμένω, ημερομηνία αποστολής ήταν η 27η.12.2013 και, άρα, ευλόγως ο εφεσίβλητος θεωρούσε ότι η κατατεθείσα προσφυγή καταλαμβανόταν από τις ρυθμίσεις του προϊσχύσαντος Κανονισμού και ζητούσε να λάβει γραμμωτό κώδικα του 2013. Εντούτοις, η προσφυγή έλαβε αριθμό καταχώρισης του 2014. Το ζήτημα της υπαγωγής στον προϊσχύσαντα ή στο νέο Κανονισμό, ενδιαφέρει, εν προκειμένω, διότι υπό το νέο Κανονισμό, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από 01.01.2014, θα έπρεπε για το παραδεκτό της προσφυγής να είναι πλήρως συμπληρωμένη, με ενσωματωμένες τις πληρεξουσιότητες των εκκαλούντων, στο έντυπο της προσφυγής, η δε καταχώριση ελάμβανε χώρα αμέσως, εν αντιθέσει με όσα ίσχυαν υπό το προηγούμενο καθεστώς που ήταν δυνατή η κατάθεση ατελούς προσφυγής και η εκ των υστέρων συμπλήρωσή της.

Ο εφεσίβλητος, ωστόσο, για τους λόγους που θα εκτεθούν εκτενώς κατωτέρω, επιδίωκε να υπαχθεί η κατατεθείσα προσφυγή στην προϊσχύουσα ρύθμιση, είχε δε την εύλογη πεποίθηση ότι το είχε επιτύχει. Για τούτο, ζήτησε από τους εντολείς του και εκείνοι του απέστειλαν τις από 09.05.2014 και 23.06.2014 εξουσιοδοτήσεις με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής, με τις οποίες τον εξουσιοδοτούσαν να υποβάλει εισαγωγική προσφυγή (petition), γραπτή παρουσίαση (application), να παρασταθεί ενώπιον του ΕΔΔΑ και οτιδήποτε άλλο προβλέπεται από τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του Δικαστηρίου.

Εκ του προαναφερόμενου περιεχομένου τους, γίνεται σαφές ότι οι εξουσιοδοτήσεις αυτές αφορούν την άσκηση προσφυγής υπό τον προϊσχύσαντα Κανονισμό, αφού αναφέρονται σε "εισαγωγική προσφυγή". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η προσφυγή αυτή κατατέθηκε ελλιπής και δεν θεραπεύθηκε το απαράδεκτο. Τούτο προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 20.06.2014 επιστολή του Referendaire Π.

Β., σε απάντηση επιστολής του εφεσιβλήτου από 11-6-2014, ότι το πληρεξούσιο του εντύπου προσφυγής δεν είναι υπογεγραμμένο από τους προσφεύγοντες και ότι προκειμένου να εξετάσει το Δικαστήριο τις αιτιάσεις τους θα έπρεπε να υποβληθεί πλήρες και έγκυρο έντυπο προσφυγής με όλα τα δικαιολογητικά έγγραφα, όπως απαιτεί το άρθρο 47 του Εσωτερικού Κανονισμού του Δικαστηρίου.

Εκ του προαναφερόμενου εγγράφου, δεν προκύπτει η ύπαρξη απορριπτικής απόφασης επί της προσφυγής, όπως αβασίμως διαλαμβάνουν οι εκκαλούντες. Για να υπάρχει απόφαση στο ΕΔΔΑ απαιτείται: α) απόφαση Μονομελούς Οργάνου με σύμπραξη Εισηγητή, β) απόφαση Τμήματος και γ) απόφαση Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, ενώ στο εν λόγω έγγραφο ουδεμία αναφορά γίνεται (πρβλ.

έγγραφο που αφορά την απόρριψη της δεύτερης προσφυγής, για το οποίο γίνεται μνεία κατωτέρω). Σημειωτέον δε ότι πλέον δεν υφίσταται οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο σχετικό με την επίμαχη προσφυγή, πέραν των επιστολών που αναφέρθηκαν ανωτέρω, αφού το ΕΔΔΑ δεν τηρεί αρχεία πέραν του έτους και το σχετικό αρχείο έχει καταστραφεί (βλ.

μήνυμα του ΕΔΔΑ μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με ημερομηνία 14.12.2015). Η μη συμπλήρωση των ελλείψεων δεν οφείλεται σε αμέλεια του εφεσίβλητου, για την οποία τον ψέγουν οι εκκαλούντες, αλλά για συνειδητή ενέργεια, στο πλαίσιο του χειρισμού της υπόθεσης, εν συνόλω, όπως τουλάχιστον ο ίδιος τον είχε συλλάβει.

Ειδικότερα, ο εφεσίβλητος εσκεμμένα κρατούσε "σε διαρκή εκκρεμότητα" μια ατελή προσφυγή, αξιοποιώντας τη δυνατότητα που του παρείχε το προϊσχύον νομικό καθεστώς, αναμένοντας την εξέλιξη της δίκης του ΑΕΔ. Τούτο διότι, εάν συμπλήρωνε τις ελλείψεις και η προσφυγή αποτελούσε αντικείμενο έρευνας από το ΕΔΔΑ, δεν θα μπορούσε να επανέλθει με νέα προσφυγή, οσάκις εκδίδετο απορριπτική απόφαση από το ΑΕΔ -ενδεχόμενο σφόδρα πιθανό -, διότι θα απορριπτόταν ως απαράδεκτη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 35 § 2β της ΕΣΔΑ, μιας και το ΕΔΔΑ θα είχε αποφανθεί επί ομοειδούς υποθέσεως (βλ.

και την ως άνω γνωμοδότηση του καθηγητή Κ. Α., ο οποίος τάσσεται υπέρ του χειρισμού του εφεσίβλητου ότι δεν έπρεπε επ' ουδενί να καταχωρηθεί επισήμως η πρώτη προσφυγή, διότι θα ακυρωνόταν η δυνατότητα των εκκαλούντων να προσφύγουν στο ΕΔΔΑ, οε περίπτωση απορριπτικής αποφάσεως του ΑΕΔ). Εξάλλου, ο εφεσίβλητος δεν είχε κανέναν λόγο να εισαγάγει προς δικαστική κρίση την πρώτη προσφυγή, για την ευδοκίμηση της οποίας είχε εξαρχής διατυπώσει σοβαρές επιφυλάξεις, τις οποίες δεν απέκρυψε από τους εντολείς τους, αλλά τουναντίον τους κατέστησε κοινωνούς αυτών.

Τούτο συνάγεται από το σχεδιασμό, που έγινε ευθύς αμέσως αφότου ανέλαβε την υπόθεση, για τον οποίο (σχεδιασμό) ήταν ενήμεροι οι εκκαλούντες, ότι δηλαδή το κύριο αντικείμενο προσφυγής για δικαστική προστασία ενώπιον του ΕΔΔΑ θα αποτελούσε η απορριπτική απόφαση του ΑΕΔ. Παράλληλα, όμως, έκαναν χρήση της δυνατότητας να ασκήσουν προσφυγή κατά της απόφασης του ΣτΕ, αξιοποιώντας την προδικασία του παλαιού Κανονισμού, εν αναμονή της εξέλιξης της δίκης ενώπιον του ΑΕΔ, από την έκβαση της οποίας εξαρτιόταν και η διαδικαστική πορεία της πρώτης προσφυγής, όπως αναφέρθηκε ήδη ανωτέρω.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος επέδειξε αμέλεια ως προς τον χειρισμό της επίμαχης προσφυγής. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι παρακολουθούσε την υπόθεση αδιαλείπτως, όπως προκύπτει από την συνεχή αλληλογραφία, που διατηρούσε με το ΕΔΔΑ, με τις από 07.02.2014, 27.02.2014, 08.04.2014, 11.06.2014 επιστολές, για τις οποίες έχει γίνει ήδη λόγος ανωτέρω, και τέλος με την από 16.07.2014 επιστολή, με την οποία ενημέρωσε το Δικαστήριο για την έκδοση αντιφατικών αποφάσεων από τα Ανώτατα Δικαστήρια της Ελλάδας και ότι οι εντολείς του έχουν προσφύγει ενώπιον του ΑΕΔ, η δε προσφυγή τους συζητήθηκε την 07.05.2014 χωρίς να έχει εισέτι εκδοθεί απόφαση.

Επίσης, αποδεικνύεται ότι είχε αποστείλει παρατηρήσεις και έγγραφα προς συσχέτιση, όπως προκύπτει από το ως άνω από 20.06.2014 έγγραφο του Referendaire Π. Β., στο οποίο γίνεται η εξής αναφορά επί λέξει "... λάβετε υπόψη σας ότι κανένα από τα έγγραφα ή παρατηρήσεις που έχετε αποστείλει δεν έχει παραμείνει στο αρχείο".

Τέλος, εξ όσων αναφέρθηκαν προκύπτει, με βάση τα διδάγματα της λογικής, ότι εφόσον ο εφεσίβλητος είχε καταθέσει την εισαγωγική προσφυγή εμπροθέσμως και δη υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος Κανονισμού, δεν είχε λόγο να ψεύδεται στους εντολείς του, ως προς το ζήτημα της μετάβασής του στο Στρασβούργο και της υλικής παράδοσης της προσφυγής.

Εξάλλου, δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής η παραδοχή ότι ο εφεσίβλητος μετήλθε μια τέτοια ψευδή παράσταση μόνον και μόνον για να ενθυλακώσει το ποσό των 2.000 ευρώ, το οποίο ζήτησε για έξοδα μετάβασης στο Στρασβούργο, αφού το ποσό των 2.500 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αμοιβή του για τη σύνταξη και κατάθεση της προσφυγής, το έλαβε νομίμως για υπηρεσία, που πράγματι παρείχε.

Είναι αμελητέο το ποσό, ενόψει του ότι διακυβευόταν η επαγγελματική του αξιοπιστία, η τιμή και η υπόληψή του, ως δικηγόρου, αλλά και ως ανθρώπου. Επιπλέον, ο εφεσίβλητος δεν θα αναφερόταν σ' αυτό το γεγονός (το φερόμενο ως ψευδές) στην αλληλογραφία, που είχε με το ΕΔΔΑ, διακινδυνεύοντας να εκτεθεί έτι περαιτέρω, και μάλιστα σε ανύποπτο χρόνο (07.02.2014 και 27.02.2014), πολύ πριν δηλαδή ανακύψει η αντιδικία του με τους εκκαλούντες.

Την 08.10.2014, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4/2014 απόφαση του ΑΕΔ, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση των εκκαλούντων, ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι τα δύο Ανώτατα Δικαστήρια δεν ερμήνευσαν τις ίδιες, αλλά διαφορετικές διατάξεις και συνακόλουθα δεν συντρέχει δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Οι εκκαλούντες μέμφονται τον εφεσίβλητο ότι άσκησε, εν γνώσει του, προδήλως απαράδεκτη αίτηση.

Του προσάπτουν, επίσης, ότι ήταν εν πολλοίς και άσκοπη ενέργεια, αφού δεν ήταν αναγκαία προϋπόθεση για να προσφύγουν ενώπιον του ΕΔΔΑ, διότι η εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων μέσων, ως προϋπόθεση παραδεκτής προσφυγής στο ΕΔΔΑ είχε πληρωθεί με την έκδοση της αποφάσεως του ΣτΕ. Παραβλέπουν, όμως, ότι η προσβολή της απόφασης του ΣτΕ δεν είχε πιθανότητες επιτυχούς έκβασης και για τούτο προκρίθηκε η λύση της προσφυγής ενώπιον του ΑΕΔ, ούτως ώστε τυχόν απορριπτική απόφαση να αποτελέσει το εφαλτήριο για την προσφυγή στο ΕΔΔΑ.

Μετά την εξέλιξη αυτή και συγκεκριμένα την 02.01.2015, ο εφεσίβλητος έχοντας σχετική εντολή από τους εκκαλούντες, όπως συνομολογείται στην αγωγή, υπέβαλε, ενώπιον του ΕΔΔΑ δεύτερη προσφυγή, η οποία έλαβε αριθμό 1852/2015. Ο εφεσίβλητος, εμμένοντας σταθερός στις θέσεις του, υποστηρίζει ότι η δεύτερη, κατά σειρά, προσφυγή ασκήθηκε ενόψει της απορριπτικής αποφάσεως του ΑΕΔ, ενώ αντίθετα οι εκκαλούντες δεν δίδουν κάποια εξήγηση για ποιο λόγο χορήγησαν εντολή στον εφεσίβλητο να προβεί στην άσκησή της.

Αναφέρουν μόνον ότι πείσθηκαν από τον εφεσίβλητο, χωρίς να εκθέτουν τίνι τρόπω πείσθηκαν και κυρίως σε τί απέβλεπαν με την άσκηση της δεύτερης προσφυγής. Η εν λόγω προσφυγή απερρίφθη από μονομελή σύνθεση την 19.02.2015, διότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 34 και 35 της Σύμβασης (βλ. την από 26.02.2015 επιστολή του Ν.

Σ. προς τον εφεσίβλητο, με την οποία ενημερώνεται για την εξέλιξη αυτή, καθώς και για το ότι ο σχετικός φάκελος θα καταστραφεί μετά την πάροδο ενός έτους από την ημερομηνία της απόφασης). Κατά τη γνώμη του εφεσίβλητου, η απορριπτική κρίση του Δικαστηρίου είναι αδικαιολόγητη, διότι η προσφυγή ασκήθηκε μετά την εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων και εντός της εξάμηνης προθεσμίας δοθέντος ότι η απόφαση του ΑΕΔ δημοσιεύθηκε την 08.10.2014 και η προσφυγή υποβλήθηκε την 02.01.2015 (βλ.

και την γνωμοδότηση του Κ. Α., σύμφωνα με την οποία τηρήθηκαν όλες οι προϋποθέσεις των άρθρων 34 και 35 της ΕΣΔΑ, για την παραδεκτή άσκηση της δεύτερης προσφυγής). Σε αυτά τα δεδομένα, άλλωστε, είχε θεμελιώσει ο εφεσίβλητος την άσκηση της δεύτερης προσφυγής, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του σχετικού δικογράφου ότι δηλαδή προσβαλλόμενη, ενώπιον του ΕΔΔΑ, απόφαση είναι η απόφαση του ΑΕΔ και το εξάμηνο υπολογίζεται με βάση την απόφαση αυτή (βλ.

προσκομιζόμενο έντυπο της από 02.01.2015 προσφυγής, το οποίο έλαβαν οι εκκαλούντες από το αρχείο του ΕΔΔΑ, κατά τη μετάβαση του πρώτου εξ αυτών την 01.02.2016). Ενόψει του ότι δεν προκύπτει με ποια ειδικότερη αιτιολογία απερρίφθη η δεύτερη προσφυγή, όσα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες, ότι δηλαδή απορρίφθηκε, διότι προσέκρουε στο άρθρο 35§2β' της ΕΣΔΑ, αποτελούν εικασίες.

Εξάλλου, οι εκκαλούντες συνομολογούν ότι το έντυπο της προσφυγής ήταν προσηκόντως συμπληρωμένο. Άρα, ως προς την περαίωση της εν λόγω εντολής, ο εφεσίβλητος δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε υπαιτιότητα, αφού ο ίδιος εκτέλεσε τα καθήκοντά του με την προσήκουσα επιμέλεια, το γεγονός δε της απορριπτικής κρίσης του Δικαστηρίου δεν εμπίπτει στη δική του σφαίρα ευθύνης.

Παρέπεται ότι δεν συνιστά ζημία των εκκαλούντων όσα αυτοί κατέβαλαν για τις υπηρεσίες του εφεσίβλητου, που πράγματι παρείχε, ήτοι την σύνταξη και κατάθεση της εν λόγω προσφυγής. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι σχέσεις των διαδίκων διερράγησαν τον Οκτώβριο του έτους 2015, οπότε οι εκκαλούντες ανακάλεσαν την εντολή και την χορηγηθείσα πληρεξουσιότητα στον εφεσίβλητο για την προκείμενη υπόθεση, αλλά και για έτερες υποθέσεις που του είχαν αναθέσει.

Ακολούθησε ανταλλαγή πληθώρας εξώδικων και υποβλήθηκαν μηνύσεις εκατέρωθεν. Για την πληρότητα της παρούσης, πρέπει να αναφερθεί ότι η έγκληση των εκκαλούντων, σε βάρος του εφεσίβλητου, για τις πράξεις της απιστίας κατ' εξακολούθηση και της απάτης κατ' εξακολούθηση, ως προς το μεν αδίκημα της απιστίας, απερρίφθη, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ελλείψει δόλου του εγκαλουμένου (βλ.

την υπ' αριθ. ΕΓ 34-17/179/28Δ/2018 διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, καθώς και την υπ' αριθ. 141/2018 διάταξη της Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, που επικύρωσε την πρώτη), ενώ, αναφορικά με το αδίκημα της απάτης, ο εφεσίβλητος παραπέμφθηκε να δικαστεί, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Εξ όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, προκύπτει ότι ο εφεσίβλητος εκτέλεσε τις ανατεθείσες εντολές με την προσήκουσα επιμέλεια.

Ως εκ τούτου, δεν συνιστούν "ζημία" των εκκαλούντων, όσα αυτοί κατέβαλαν στον εφεσίβλητο, ως νόμιμη αμοιβή και έξοδα, στα οποία υποβλήθηκε για την εκτέλεση της ανατεθείσης εντολής. Αντιμάχεται δε την κοινή λογική ότι ένας πεπειραμένος και προβεβλημένος δικηγόρος είχε προειλημμένη την απόφαση, όπως διατείνονται οι εκκαλούντες, να μην εκτελέσει την ανατεθείσα εντολή, προκειμένου να προσποριστεί παρανόμως το ποσό της αμοιβής και των εξόδων, ανερχόμενο στο ποσό των 13.761 ευρώ (4.500 ευρώ, κατά το κατηγορητήριο με το οποίο παραπέμπεται).

Ως εκ περισσού, αναφέρεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες υπέστησαν περαιτέρω ζημία συνισταμένη, όπως ισχυρίζονται, στην οριστική απώλεια του δικαιώματος προσφυγής ενώπιον του ΕΔΔΑ, δεδομένου ότι δεν επικαλούνται, πολλώ μάλλον δεν αποδεικνύουν, σε ποια ιστορική και νομική βάση θα στηριζόταν η προσφυγή αυτή, ενόψει του ότι, όπως αναφέρθηκε ήδη, το ΣτΕ απέρριψε τις αιτήσεις ακυρώσεως, διότι δεν ανταποκρίθηκαν στο βάρος επίκλησης του εννόμου συμφέροντος προς άσκηση τους, ούτως ώστε να θεωρούν ότι βασίμως θεμελιώνουν κάποιο δικαίωμα, το οποίο παραβιάσθηκε από τα εθνικά δικαστήρια, και το οποίο, εν συνεχεία, απώλεσαν, εξαιτίας των χειρισμών του εφεσίβλητου".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 160 του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), 7 εδ. γ', 36 παρ. 2, 37 του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος, 914, 297, 298, 330 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό τους και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου και συγκεκριμένα η ύπαρξη βαριάς αμέλειας στο πρόσωπό του ως προς την εκπλήρωση των ανατεθεισών σ' αυτόν εντολών, τις οποίες εκτέλεσε με την προσήκουσα επιμέλεια.

Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που δεν εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση του ότι ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος εκτέλεσε τα ως άνω καθήκοντα αυτού με επιμέλεια, ενώ ουδεμία αντίφαση ούτε ανεπάρκεια υφίσταται στις παραδοχές της ως προς το εν λόγω ζήτημα. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα αναφέρεται ότι η μη συμπλήρωση των ελλείψεων για την πρώτη των προαναφερόμενων προσφυγών ενώπιον του ΕΔΔΑ εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου δεν οφείλεται σε αμέλεια, αλλά σε συνειδητή ενέργεια αυτού, για τις εκτιθέμενες με συγκεκριμένο τρόπο αιτίες και σε κάθε περίπτωση αναφέρεται ότι αυτός ενήργησε με σκοπό την επίτευξη του ευνοϊκότερου αποτελέσματος για την υπόθεση των αναιρεσειόντων.

Επίσης, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "δεν επιβεβαιώνεται από τη σχετική αλληλογραφία με το ΕΔΔΑ, η παραλαβή της (πρώτης) προσφυγής μέσω ταχυδρομείου" δεν αντιφάσκει με το συμπέρασμα στο οποίο αυτή καταλήγει ότι η εν λόγω προσφυγή κατατέθηκε μέσω ταχυδρομείου και ειδικότερα ότι ο αναιρεσίβλητος απέστειλε την προσφυγή, μέσω ΕΛΤΑ, την 27-12-2013, η οποία περιήλθε στο ΕΔΔΑ, την 03-01-2014.

Τούτο δε διότι το Εφετείο στην πρώτη πιο πάνω παραδοχή, χωρίς να δημιουργεί κάποιο ενδοιασμό, αναφέρεται μόνο στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη αλληλογραφία με το ΕΔΔΑ, ενώ στη συνέχεια από την προσήκουσα εκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών μέσων καταλήγει στο ως άνω σαφές αποδεικτικό πόρισμα ότι η εν λόγω προσφυγή απεστάλη ταχυδρομικά.

Ακόμη, ουδεμία ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης υφίσταται ως προς την αναφερόμενη συνειδητότητα των ενεργειών του αναιρεσιβλήτου να μη συμπληρώσει τις ελλείψεις της πρώτης προσφυγής ενώπιον του ΕΔΑΔ, δεδομένου ότι υπάρχει σ' αυτήν σαφής και συγκεκριμένη παραδοχή ότι ο ίδιος (αναιρεσίβλητος) δικηγόρος είχε την άποψη ότι η πρώτη προσφυγή, η οποία είχε ως αντικείμενο την απορριπτική απόφαση του ΣτΕ και την απ' αυτή παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης, δεν είχε για τους εκτιθέμενους λόγους οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχούς έκβασης και ότι αυτό ήταν αναγκαίο για να ασκηθεί κατά τρόπο παραδεκτό η δεύτερη προσφυγή ενώπιον του ΕΔΔΑ, σε περίπτωση που θα εκδίδετο μέσα στο έτος 2014 απορριπτική απόφαση του ΑΕΔ.

Ακόμη, για τον ίδιο λόγο δεν δημιουργείται αντίφαση προς τα παραπάνω και από την άλλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αναιρεσίβλητος ζήτησε και έλαβε από τους αναιρεσείοντες εξουσιοδοτήσεις για να υποβάλει εισαγωγική προσφυγή, δεδομένου ότι είναι σαφές ότι τούτο εξυπηρετούσε τον ως άνω σκοπό.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι έκτος, έβδομος κατά το δεύτερο σκέλος του και ένατος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 22/2005, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 429/2019).

Δεν συνιστούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε οι ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αποτελούν όμως "πράγματα" τα προς θεμελίωση της βάσης της αγωγής και των διαφόρων αιτημάτων της περιστατικά (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 286/2020, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 258/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον έβδομο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον πιο κάτω ισχυρισμό τους και τα προς θεμελίωση της βάσης της αγωγής τους σχετικά περιστατικά και ειδικότερα ότι η υπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου δικηγόρου ως προς την ορθή διεξαγωγή της υπόθεσης που του είχε ανατεθεί συνάγεται εναργώς από το γεγονός ότι, ενώ ήταν ήδη γνώστης της από 20-6-2014 επιστολής του Π.

Β. αναφορικά με τη μη καταχώρηση της προσφυγής αυτής (πρώτης) και της καταστροφής εντεύθεν του συναφούς αρχείου, εντούτοις την 23-6-2014 ζήτησε από τους αναιρεσείοντες την υπογραφή εξουσιοδοτήσεων, προκειμένου να μεταβεί εκ νέου στο Στρασβούργο την 24-6-2014 και να ελέγξει ότι ο φάκελος της πρώτης προσφυγής είχε παραληφθεί από το Δικαστήριο.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από το σύνολο των ως άνω παραδοχών του, έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, και τα ως άνω εκτιθέμενα από τους αναιρεσείοντες θεμελιωτικά της βάσης της αγωγής τους περιστατικά και στηριζόμενο στο σύνολο των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων κατέληξε στην ως άνω κρίση του περί του ότι η πρώτη προσφυγή ενώπιον του ΕΔΔΑ εξυπηρετούσε τον πιο πάνω σκοπό και ότι ο αναιρεσίβλητος εκτέλεσε τις ανατεθείσες σ' αυτόν ως άνω εντολές με την προσήκουσα επιμέλεια, με συνέπεια να μην συντρέχει περίπτωση της επικαλουμένης από τους αναιρεσείοντες βαριάς αμέλειας αυτού.

Περαιτέρω, η συναφής αιτίαση των τελευταίων περί μη λήψης υπόψη του ισχυρισμού τους περί καταβολής στον αναιρεσίβλητο του ποσού των 1.000 ευρώ για τη μετάβασή του στο Στρασβούργο την 24-6-2014 είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Τούτο δε διότι το δικαστήριο της ουσίας, μετά την ως άνω κρίση του περί έλλειψης υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου ως προς την αποδιδομένη σ' αυτόν πράξη, ορθά δεν ερεύνησε το ως άνω ζήτημα της επικαλουμένης ζημίας των αναιρεσειόντων.

ΙV. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά και νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 91/2020, ΑΠ 1370/2019).

Περαιτέρω, από τις πιο πάνω διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων και του ΕισΝΚΠολΔ συνάγεται ότι σε δίκη με αντικείμενο την αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου προϋπόθεση για το παραδεκτό και νόμιμο της επίκλησης αποδεικτικών μέσων από τον ενάγοντα είναι η αναγραφή με ακρίβεια στην αγωγή όλων των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και των ενόρκων βεβαιώσεων, τα οποία αποδεικτικά μέσα επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους της αγωγής.

Από τις ίδιες διατάξεις δεν προβλέπεται ως απαιτούμενη κατά τα ως άνω προϋπόθεση για τις ένορκες βεβαιώσεις, που αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο (ΚΠολΔ 339), και η επισύναψη αυτών στην αγωγή, αφού αυτή (επισύναψη) προβλέπεται για τα αποδεικτικά έγγραφα. Η πιο πάνω απαιτούμενη ακριβής αναγραφή των ενόρκων βεβαιώσεων στην αγωγή κακοδικίας ως προϋπόθεση του παραδεκτού και νομίμου της επίκλησης και προσκόμισης αυτών στη σχετική δίκη από τον ενάγοντα ισχύει και μετά την τροποποίηση του ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015 και συγκεκριμένα μετά το νέο άρθρο 237 του Κώδικα αυτού, σύμφωνα με το οποίο, εκτός των άλλων, κατά την ορισμένη δικάσιμο για συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία δεν εξετάζονται μάρτυρες.

Επίσης, με τις νέες διατάξεις των άρθρων 421-424 ΚΠολΔ, που προστέθηκαν με το ν. 4335/2015, προβλέφθηκαν οι αναφερόμενοι όροι και προϋποθέσεις του υποστατού και παραδεκτού των ενόρκων βεβαιώσεων για ζητήματα όπως η κλήτευση των αντιδίκων, η τήρηση της προθεσμίας κλήτευσης, το περιεχόμενο της κλήσης κλπ. Με τις εν λόγω διατάξεις του ν. 4335/2015 δεν προβλέφθηκε κάποια τροποποίηση στις ως άνω ρυθμίσεις για την αγωγή κακοδικίας και ως εκ τούτου αυτές εξακολουθούν να ισχύουν και μετά το ν. 4335/2015.

Βέβαια είναι διαφορετικό το ζήτημα εάν όλες οι προβλεπόμενες στα άρθρα 421-424 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύουν, προϋποθέσεις για το υποστατό και παραδεκτό των ενόρκων βεβαιώσεων και ειδικότερα ως προς τη ζήτημα αναφοράς στη σχετική κλήση ασκηθείσας αγωγής εφαρμόζονται σε υποθέσεις επί αγωγών κακοδικίας, οι οποίες κατά τα ως άνω παρουσιάζουν την αναφερόμενη ιδιαιτερότητα και διαφοροποίηση.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τις νομοτύπως ληφθείσες υπ' αριθ.

υπ' αριθ. …/…-12-2016 και …/…-12-2016 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον των Συμβολαιογράφων Θεσσαλονίκης Βασιλείου Νέτσκου και Αθηνών Στεφάνου Καταπόδη των μαρτύρων τους (αναιρεσειόντων) Ε. Σ. και Κ. Π. αντίστοιχα, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι προσκομίστηκαν κατά παράβαση του άρθρου 163 παρ. 1γ' και 2α' του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων).

Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι οι προβλεπόμενες από τις ως άνω διατάξεις δικονομικές προϋποθέσεις (προβλέψεις) άσκησης αγωγής κακοδικίας κατά δικηγόρου, μετά την τροποποίηση του ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015, καθώς και την αναβάθμιση του θεσμού των ενόρκων βεβαιώσεων μετά την κατάργηση της προφορικότητας στην τακτική διαδικασία, έχουν μεταβληθεί, έτσι ώστε ο σκοπός της καθιερούμενης "οιονεί προαπόδειξης" να πληρούται με την κατάθεση του έγγραφου αποδεικτικού υλικού της αγωγής κακοδικίας στη γραμματεία του αρμοδίου δικαστηρίου, χωρίς να απαιτείται επιπροσθέτως και η επισύναψη των ενόρκων βεβαιώσεων.

Επιπλέον, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, αν και είχαν ληφθεί νομοτύπως και μετά από εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, ενόψει του ότι αυτοί (αναιρεσείοντες), μετά την ως άνω νομοθετική μεταβολή (ν. 4335/2015), δεν είχαν τη δυνατότητα να εξετάσουν μάρτυρα απόδειξης ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, σε κάθε δε περίπτωση είχαν τη δυνατότητα υποβολής νέων αποδείξεων, σύμφωνα με τις ρητές προβλέψεις των ν. 693/1977 και 407/1914, ενώ δεν είχαν εκ του νόμου τη δυνατότητα με άλλο τρόπο να προβούν στη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πριν από την άσκηση της αγωγής τους και ως εκ τούτου δεν ήσαν επιφορτισμένοι να επισυνάψουν τις ένορκες βεβαιώσεις στο δικόγραφο της αγωγής κακοδικίας, αφού αυτές δεν συνιστούσαν "έγγραφα" κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.

ΚΠολΔ. Επιπλέον, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι, μη λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερόμενες δύο ένορκες βεβαιώσεις, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 163 παρ. 1γ και 2 α του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), αφού το θεσπιζόμενο με αυτή, επί ποινή απαραδέκτου, επισυναπτόμενο αποδεικτικό υλικό της αγωγής κακοδικίας, συνιστά προϋπόθεση για την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο για τη διαμόρφωση της ως άνω αποδεικτικής του κρίσης, ως προς τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες πιο πάνω δύο ένορκες βεβαιώσεις, ανεξαρτήτως της υποχρέωσης αυτών να τις επισυνάψουν στην αγωγή (κακοδικίας) τους, νομίμως δεν τις έλαβε υπόψη, αφού προσκομίστηκαν κατά παράβαση του άρθρου 163 παρ. 1γ του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), δηλαδή χωρίς να αναγράφονται στο δικόγραφο αυτής (αγωγής).

Τούτο δε διότι οι ως άνω προβλεπόμενοι περιορισμοί και προϋποθέσεις για την άσκηση αγωγής κακοδικίας κατά δικηγόρου, ως προς τα αποδεικτικά μέσα και έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνονται σε κάθε περίπτωση και οι ένορκες βεβαιώσεις, εξακολουθούν να ισχύουν και μετά τις τροποποιήσεις του ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015, με μόνη δυνατή διαφοροποίηση ως προς την υποχρέωση επίδοσης κλήσης στον αντίδικο για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης υπό τις προϋποθέσεις της (νέας) διάταξης του άρθρου 422 ΚΠολΔ και ειδικότερα την αναφορά (ασκηθείσας) αγωγής, χωρίς όμως να επέρχεται μετά την ισχύ του εν λόγω νόμου (4335/2015) αποδέσμευση των ενόρκων βεβαιώσεων επί αγωγής κακοδικίας από τους περιορισμούς και τις προϋποθέσεις των ως άνω διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων και του ΕισΝΚΠολΔ.

Περαιτέρω, με το ως άνω περιεχόμενο ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, αφού οι ως άνω διατάξεις, ενόψει του ότι καθορίζουν τον τρόπο και τα μέσα απόδειξης ενός γεγονότος, γενεσιουργού ουσιαστικού δικαιώματος, αποτελούν δικονομικούς κανόνες και ως εκ τούτου η παραβίασή τους δεν ιδρύει τον από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1519/2008, ΑΠ 235/2008).

V. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 582/2020, ΑΠ 544/2020, ΑΠ 91/2020).

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του: α) την με αριθ. 20244/2013 απόδειξη πώλησης αεροπορικών εισιτηρίων της εταιρείας "Τ.

Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." , β) την από 2-12-2016 βεβαίωση ταξιδίου της Aegean Airlines, γ) την από 27-6-2018 παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών προς τον Πταισματοδίκη του 12ου Τμήματος του Πταισματοδικείου Αθηνών, δ) το με αριθ. πρωτ. …/…-7-2018 έγγραφο του Πταισματοδίκη του 12ου Τμήματος του Πταισματοδικείου Αθηνών, ε) το από 4-7-2018 μήνυμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας της Suissair προς τον Πταισματοδίκη του 12ου Τμήματος του Πταισματοδικείου Αθηνών και στ) την από 4-7-2017 ηλεκτρονική επιστολή (αλληλογραφία) των αναιρεσειόντων προς την Suissair, την από 14-7-2017 απάντηση της ως άνω αεροπορικής εταιρείας και την από 14-7-2017 ηλεκτρονική αλληλογραφία των αναιρεσειόντων προς την Suissair.

Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στη προσβαλλομένη απόφαση (φύλλο 7ο, πρώτη σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα προσκομιζόμενα, μετ' επικλήσεως, έγγραφα, για ορισμένα εκ των οποίων γίνεται ειδική μνεία, χωρίς, ωστόσο, να παραλείπεται ουδέν για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του ότι ο αναιρεσίβλητος εκτέλεσε τις ανατεθείσες σ' αυτόν ως άνω εντολές με την προσήκουσα επιμέλεια.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.

VΙ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό έγγραφο από τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 646/2020, ΑΠ 224/2020, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 402/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι ο Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του επικαλουμένου και προσκομισθέντος από τους ίδιους εγγράφου και συγκεκριμένα της επικολληθείσας πάνω στο δισέλιδο (δύο πρώτες σελίδες) έντυπο προσφυγής (πρώτης) ετικέτα με το γραμμωτό κώδικα (bar code) και τον αριθμό καταχώρισης αυτής (45634/14.1.3), το οποίο εσφαλμένα ανέγνωσε ότι φέρει ημερομηνία 03.1.2014, ενώ η έννοια του "14.1.3" δεν αντιστοιχεί σε ημεροχρονολογία καταχώρησης, αλλά σε εσωτερικό αριθμό του Δικαστηρίου άσχετο προς την ημεροχονολογία.

Πλην όμως το Εφετείο, ανεξαρτήτως του ότι δεν έχει στηρίξει το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγο στο ως άνω έγγραφο, αλλά και σε άλλα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην απόφασή του, με τις πιο πάνω παραδοχές δεν δέχθηκε ως περιεχόμενο αυτού (εγγράφου) κάτι διαφορετικό από το πραγματικό και δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή του, ενόψει της σαφούς αναφοράς αυτού (εγγράφου) κατά σειρά σε έτος, μήνα και ημέρα.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο επιχειρείται στην πραγματικότητα, με πρόσχημα την εν λόγω πλημμέλεια, να αμφισβητηθεί ανεπίτρεπτα η αναιρετικά ανέλεγκτη ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος που συνήγαγε με βάση και το παραπάνω έγγραφο, δηλαδή πρόκειται στην ουσία για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει όμως από τον αναιρετικό έλεγχο.

VΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 9γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, παρέμβασης ή ενδίκου μέσου. Εξάλλου, οι διαδικαστικές αιτήσεις μπορούν να ιδρύσουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, μόνον όταν είναι υποχρεωτικές για το Δικαστήριο ουσίας και όχι όταν αυτές υπόκεινται στην κυριαρχική του εξουσία.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή ήταν παραδεκτή και σύννομη, δηλαδή να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του.

Ο ανωτέρω από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται όμως ως αβάσιμος, εάν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας.

Τα ανωτέρω δε ισχύουν και εάν η απόρριψη από το Εφετείο δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 969/2019, ΑΠ 464/2019, ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 2029/2017, ΑΠ 1506/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 9γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστη την υποβληθείσα με τις από 21-11-2018 προτάσεις τους στο ως άνω Δικαστήριο σχετική αίτησή τους περί επίδειξης των αεροπορικών εισιτηρίων του εφεσιβλήτου για την 20-12-2013 ή απλής βεβαίωσης αεροπορικής εταιρείας ή βεβαίωσης για την οποία αρκούσε μια απλή αίτηση του τελευταίου στον αρμόδιο φορέα.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (τέταρτος) είναι αβάσιμος, δεδομένου από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα την αιτιολογία αυτής ότι ο εφεσίβλητος τελεί σε αποδεικτική αδυναμία να προσκομίσει κάποιο παραστατικό (αεροπορικό εισιτήριο κλπ) από το οποίο να αποδεικνύεται η μετάβασή του στο Στρασβούργο κατά την επίμαχη ημερομηνία, συνάγεται η απόρριψη της ως άνω αίτησης.

Ανεξαρτήτως δε τούτων το ως άνω αίτημα των αναιρεσειόντων, έτσι όπως ήταν διατυπωμένο, ήταν αόριστο και μη νόμιμο. Ειδικότερα, κατά το πρώτο μέρος του (επίδειξη αεροπορικών εισιτηρίων) ήταν αόριστο, εφόσον δεν γινόταν επίκληση της κατοχής αυτού από τον αναιρεσίβλητο, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση προς τούτο, ενώ κατά το δεύτερο μέρος του (βεβαίωση αεροπορικής εταιρείας) αναφερόταν ότι το εν λόγω έγγραφο δεν βρισκόταν στην κατοχή του αναιρεσιβλήτου, αλλά ότι αυτός θα μπορούσε να το ζητήσει με μια απλή αίτησή του προς τον αρμόδιο φορέα.

Επομένως, το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, με συνέπεια ο σχετικός λόγος αναίρεσης να είναι αβάσιμος και για την αιτία αυτή.

VΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11β' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Ο λόγος ιδρύεται και επί λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ανύπαρκτου αποδεικτικού μέσου και ειδικότερα όταν το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία, δικαστική ή εξώδικη, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 352 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι η δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρισίμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, η οποία γίνεται με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος (ΑΠ 584/2019, ΑΠ 2103/2017, ΑΠ 1416/2017, ΑΠ 691/2017, ΑΠ 1831/2008).

Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος από τον αριθ. 11β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) οι αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να προσκομιστούν με επίκληση, β) ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη και γ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 881/2011).

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).

Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνον, εάν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι εάν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 985/2019, ΑΠ 309/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εξής πλημμέλειες: α) από τον αριθ. 11 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και ειδικότερα ανύπαρκτη δικαστική ομολογία αυτών ως προς το ζήτημα της προσφυγής τους στο ΑΕΔ όχι αυτοτελώς αλλά ως διέξοδο θεραπείας των πλημμελειών των ίδιων ως προς το χειρισμό της υπόθεσής τους ενώπιον του ΣΤΕ και β) από τον αριθ. 12 του ίδιου ως άνω άρθρου με την αιτίαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα ως προς την ως άνω ανύπαρκτη δικαστική ομολογία, αποδίδοντάς της πλήρη αποδεικτική δύναμη, ενώ επρόκειτο για σύνθετη δικαστική ομολογία.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (όγδοος) κατά το ως άνω πρώτο μέρος του από τον αριθ. 11β', ανεξαρτήτως της αοριστίας του, εφόσον δεν προσδιορίζεται με το αναιρετήριο η επίδραση της λήψης υπόψη της ως άνω δικαστικής ομολογίας στο διατακτικό της απόφασης, είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι στην ως άνω παραδοχή αυτής ότι "Ενόψει όμως του ότι είχε εκδοθεί και η υπ' αριθ. 1620/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου...., όπως οι ίδιοι συνομολογούν στο δικόγραφο της αγωγής (βλ.

αγωγή σ. 3,4 και 8)...και τους έπεισε ότι αυτός είναι ο επιβεβλημένος χειρισμός στην προκείμενη περίπτωση" η αναφορά σε ομολογία των αναιρεσειόντων με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής τους έχει ως περιεχόμενο μόνο την έκθεση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου κατά την εν λόγω συνάντησή τους του εκτιθέμενου συλλογισμού αυτού περί της αναγκαιότητας της άσκησης προσφυγής ενώπιον του ΑΕΔ, χωρίς να επεκτείνεται η εν λόγω ομολογία για το σχηματισμό σχετικής δικανικής κρίσης και στην πληττόμενη με το λόγο αυτό αναφορά περί επιλογής του χειρισμού αυτού της υπόθεσής τους ως διέξοδο θεραπείας των πλημμελειών των ίδιων ως προς το χειρισμό της υπόθεσής τους ενώπιον του ΣτΕ.

Τούτο ενισχύεται και από το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο σημείο της, χωρίς την επίκληση δικαστικής ομολογίας των αναιρεσειόντων, δέχεται σαφώς ότι ο αναιρεσίβλητος "είχε την άποψη ότι η απευθείας προσφυγή ενώπιον του ΕΔΔΑ δεν είχε οποιαδήποτε τύχη να ευδοκιμήσει, ενόψει του ότι η απορριπτική απόφαση του ΣτΕ εδραζόταν στην έλλειψη εννόμου συμφέροντος των εδώ εκκαλούντων, μιας και οι τελευταίοι δεν είχαν φροντίσει να επικαλεστούν και να αποδείξουν το έννομο συμφέρον τους προς ακύρωση των προσβαλλόμενων διοικητικών πράξεων".

Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω λόγος και κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθ. 11β', όπως ορθά εκτιμάται, και όχι από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, εφόσον πρόκειται περί επίκληση ανύπαρκτης δικαστικής ομολογίας, είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι ερείδεται επί της ίδιας ως άνω εσφαλμένης προϋπόθεσης.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-5-2019 αίτηση των Λ. Π., Μ. Π. και Ε. συζ. Κ. Γ., το γένος Παπαϊωάννου του Βασιλείου για αναίρεση της υπ' αριθ. 1894/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ