Supreme Court dismisses lawyer's appeal for legal fees, ruling the appellate court's decision was procedurally correct and factually sound.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the lawyer's appeal against the First Instance Court's decision on legal fees. The appellant argued the appellate court erred in applying fee regulations and failed to justify its reasoning regarding a separate lawsuit. The court rejected these claims, finding the appellate court's decision well-reasoned and the appellant's arguments based on false premises.
Legislator headnote
AI generatedArticles 91, 92 § 1, 98 & 100 § 1 of the Code of Lawyers; The Supreme Court holds that a lawyer is entitled to fees even if the underlying claim is not a specific monetary demand, provided the appellate court's reasoning is clear and sufficient for review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 675 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 675/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γιαννακάκι και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νικολέττα Βλασσιώτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/11/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5843/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/1/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παρασταθείς αναιρεσείων και ο πληρεξούσιός του ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 7-1-2019 και με αριθ. κατάθεσης 362/27/14-1-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας υπ' αριθ. 5843/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 10-4-2017 έφεση της αναιρεσίβλητης -εναγομένης κατά της υπ' αριθ. 30/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 19-11-2015 αγωγή δικηγορικής αμοιβής του αναιρεσείοντος κατ' αυτής (αναιρεσίβλητης) και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε την αγωγή εν μέρει. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 91, 92 § 1, 98 & 100 § 1 του Κώδικα Περί Δικηγόρων (ΝΔ 3026/1954), που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση λόγω του χρόνου γενέσεως των επιδίκων αξιώσεων, συνάγεται ότι ο δικηγόρος, ως άμισθος δημόσιος λειτουργός, που καθήκον έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση των υποθέσεων του εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και αρχής, δικαιούται να λάβει, εκτός από τη δικαστηριακή ή άλλη δαπάνη, και αμοιβή, το ύψος της οποίας, εάν ειδικώς δεν έχει συμφωνηθεί με τον εντολέα του, δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τα όρια που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 100 επ.
του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 100 § 1 εδ. α' του Κώδικα αυτού, "το ελάχιστον όριον της αμοιβής για την σύνταξιν κυρίας αγωγής ορίζεται εις ποσοστόν 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής". Αντικείμενο της αγωγής επί της αξίας του οποίου ορίζεται το ποσοστό 2% αποτελεί, όπως προκύπτει από την παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό με την § 2 του ίδιου άρθρου, εφόσον το αίτημα της αγωγής συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, το αίτημα αυτής κατά το χρόνο της άσκησής της ή, εάν επακολουθήσει συζήτηση αυτής, κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησής της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όχι κατά το χρόνο της παροχής της σχετικής υπηρεσίας από τον δικηγόρο.
Και τούτο, διότι κατά το χρόνο αυτό διαμορφώνεται τελικά, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, το αντικείμενο της αγωγής και, συνεπώς, οι προϋποθέσεις του προσδιορισμού της αξίας αυτού (ΑΠ 728/2018, ΑΠ 1264/2017). Επομένως, όπως προκύπτει και από το συνδυασμό των άρθρων 68, 69 § 1ε' 219 § 1 εδ. α' ΚΠολΔ και 201 ΑΚ, δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής και δεν υπολογίζεται στην αμοιβή του δικηγόρου, εκείνο για το οποίο η δικαστική του διάγνωση (και ως προς το δικαίωμα) εξαρτάται από μελλοντικό της επ' ακροατηρίου συζητήσεως και αβέβαιο γεγονός, όπως από την έκβαση άλλης (στο μέλλον) δίκης μεταξύ τρίτων προσώπων, αφού το ζήτημα τούτο δεν είναι εισέτι ώριμο προς κρίση κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής.
Περαιτέρω, προκειμένου περί συντάξεως και καταθέσεως προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοδικείου, το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου του ενάγοντος, σύμφωνα με το άρθρο 107 § 1 του Κωδ.Δικ., είναι ίσο με το ήμισυ εκείνου που ορίζεται στα άρθρα 100 επ. για τη σύνταξη της αγωγής.
Τέλος κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται και (αρ. 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου... (αρ. 19) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης...".
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο, δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "...Με την από 6-10-2008 ομόφωνη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρίας, ανατέθηκε στη συνεργάτιδα του εφεσίβλητου, δικηγόρο Αθηνών, Αλεξάνδρα Ζηνέλη, η εντολή κατάθεσης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών της από 3-10-2008 αγωγής της εκκαλούσας σε βάρος των πρώην μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της, που συμμετείχαν στις 30-12-2003 στη λήψη απόφασης για την αγορά με το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Ιωάννας Γαβριέλη -Αναγνωστάκη, 20 ακινήτων από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. και από την εταιρία με την επωνυμία "...". Το σχέδιο της αγωγής αυτής είχε τεθεί υπόψη του Διοικητικού Συμβουλίου της εκκαλούσας και είχε εγκριθεί από αυτό με την ίδια ως άνω απόφαση.
Πράγματι, η ανωτέρω δικηγόρος, συνέταξε και κατέθεσε την από 3-10-2008 αγωγή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έλαβε αριθμό κατάθεσης 210537/10719/17-11-2008 και προσδιορίσθηκε προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 10-6-2010. Στην αγωγή αυτή, που στρεφόταν κατά των πρώην μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εκκαλούσας, ήτοι κατά των Π.
Τ., Γ. Σ., Κ. Χ., Κ. Ι. και Κ. Α., ιστορούσε τούτη (εκκαλούσα), ότι οι ανωτέρω, ενεργώντας δολίως και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 18, 22α, 22β του Ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιριών, 31 και 32 του ΕμπΝ, 68, 714, 297, 298 και 914 του ΑΚ, προέβησαν στη σύναψη του υπ' αριθμ. 22186/30-12-2003, προαναφερομένου συμβολαίου αγοραπωλησίας, με το οποίο αυτή αγόρασε 20 ακίνητα από την ΕΤΕ Α.Ε.
και από την εταιρία "...", τα οποία είτε είχαν χαρακτηρισθεί ως κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου είτε βρίσκονταν εντός ζώνης ρέματος και ως εκ τούτου δεν ήταν εκμεταλλεύσιμα, με συνέπεια η αγορά τους να είναι οικονομικά καταστροφική γι' αυτήν. Με βάση αυτό το ιστορικό, ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για αποζημίωση και για χρηματική ικανοποίηση, τα ακόλουθα ποσά:
α) ποσόν 1.906.694,03 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο προκαταβληθέν τίμημα αγοράς (1.567.478 ευρώ) και στα έξοδα του συμβολαίου (339.216,33 ευρώ), β) ποσόν 2.482.356,78 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο φόρο μεταβίβασης (2.182.356,78 ευρώ) και στη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (300.000 ευρώ) και γ) ποσόν 19.623,925,36 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο πιστωθέν τίμημα της αγοράς των ακινήτων (14.107.306,76 ευρώ) και στους επ' αυτού τόκους (5.516.618,60 ευρώ), το οποίο ζητήθηκε υπό την αίρεση της μη ακύρωσης του συμβολαίου αγοραπωλησίας...
Με την από 27-9-2010 ομόφωνη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εκκαλούσας, ανατέθηκε στον εφεσίβλητο, δικηγόρο Αθηνών, η εντολή να παρασταθεί και να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση της από 3-10-2008 (αριθμός 10719/2008) αγωγής της εναντίον των πρώην μελών του Δ.Σ. αυτής, Π.
Τ., Γ. Σ. και Κ. Χ. (καθόσον για τους αρχικά εναχθέντες Κ. Α. και Κ. Ι. είχε χωρήσει, από την 10-5-2010, παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής), στην ορισθείσα μετ' αναβολή δικάσιμο της 2-12-2010. Πράγματι, σε εκτέλεση της εντολής αυτής, ο εφεσίβλητος συνέταξε, υπέγραψε και κατέθεσε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τις από 10-11-2010 Προτάσεις της εκκαλούσας προς υποστήριξη της από 3-10-2008 αγωγής της (ημερομηνία κατάθεσης αυτών η 11n-11-2010) καθώς και την από 16-11-2010 Προσθήκη -Αντίκρουση, προς απόκρουση των περιεχομένων στις Προτάσεις που κατέθεσαν οι εναγόμενοι ισχυρισμών και ενστάσεων αυτών.
Κατά τη δικάσιμο της 2-12-2010, η συζήτηση της ως άνω αγωγής αναβλήθηκε, λόγω παρέλευσης του ωραρίου εργασίας του Γραμματέως της έδρας, για την 24-1-2013, οπότε η εκκαλούσα, παραστάσα δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Χρήστου Ζέρβα, στον οποίο εδόθη η σχετική εντολή, με την από 3-12-2012 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, παραιτήθηκε του δικογράφου της από 3-10-2008 αγωγής της κατά των εναγομένων πρώην μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου...".
Και με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσείοντα, ως αμοιβή που δικαιούται βάσει του άρθρου 107 § 1 του εφαρμοστέου εν προκειμένω ΝΔ 3026/1954, για τη σύνταξη και κατάθεση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης επί της από 3-10-2008 αγωγής, το ήμισυ της οριζόμενης για την σύνταξη της αγωγής αυτής, δηλαδή ποσοστό 1% επί του αντικειμένου της δίκης κατά τον παραπάνω χρόνο, το οποίο προσδιόρισε, με βάση τα δύο πρώτα αιτήματα της από 3-10-2008 αγωγής, στο ποσόν των 43.890,51 € (ήτοι 1.906.694,03 + 2.482.356,78 Χ 1%) και δεν συνυπολόγισε το τρίτο αίτημα αυτής για ποσόν 19.623.925,36 €, διότι κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο δεν είχε πληρωθεί η αίρεση υπό την οποία ασκήθηκε η σχετική αξίωση, η οποία ως εκ τούτου δεν είχε καταστεί αντικείμενο της δίκης.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή, μη συνυπολογίζοντας στην αμοιβή του αναιρεσείοντος για τις προτάσεις που κατέθεσε, το τρίτο κονδύλιο της από 3-10-2008 αγωγής, δεν παραβίασε, τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του ΝΔ 3026/1954, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, βάσει της χρηματικής απαίτησης της αγωγής που αποτελεί το αντικείμενο της δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 100 § 1 εδ.
α' ΝΔ 3026/1954, όπως ερμηνεύτηκε παραπάνω, δοθέντος ότι η δικαστική διάγνωση του τρίτου κονδυλίου της από 3-10-2008 αγωγής, κατά το χρόνο της παραίτησης από του δικογράφου αυτής (24-1-2013) εξαρτιόταν από το μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός της μη ακύρωσης, δυνάμει της από 23-12-2008 αγωγής, του ... προαναφερόμενου συμβολαίου, άλλως δεν υπήρχε αξίωση αποζημίωσης.
Και επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σημειώνεται ότι με την από 23-12-2008 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στρεφόμενη κατά της ΕΤΕ ΑΕ, την οποία άσκησε κατ' εντολήν της αναιρεσίβλητης η συνεργάτης του αναιρεσείοντος δικηγόρος Αλεξάνδρα Ζηνέλη, ζητούσε αυτή (αναιρεσίβλητη) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της αγοραπωλησίας που καταρτίσθηκε με το ως άνω υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο για τους αναφερόμενους σ' αυτή, λόγους (ιδιότητα των πωληθέντων ως εκτός συναλλαγής πραγμάτων, υπέρβαση του εταιρικού σκοπού εκ μέρους των μελών της διοίκησής της, αντίθεση της δικαιοπραξίας στις απαγορευτικές διατάξεις των άρθρων 178, 179 και 281 ΑΚ). Η τελευταία αυτή αγωγή συζητήθηκε στις 2-12-2010 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον αναιρεσείοντα και απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 2371/26-5-2011 απόφασή του, ενώ με την υπ' αριθμ. 7403/18-12-2013 [μεταγενέστερη του χρόνου παραίτησης της από 3-10-2008 αγωγής], απόφαση του Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε η κατ' αυτής ασκηθείσα έφεση της αναιρεσίβλητης, οπότε κατέστη τελεσίδικη η πρωτόδικη απορριπτική απόφαση και ήδη (όπως ο αναιρεσείων αναφέρει στην υπό κρίση αγωγή του) αμετάκλητη.
Η αξία της αγοραπωλησίας αυτής για την οποία ζητείτο η ακύρωση του συμβολαίου ανέρχεται στο επίμαχο με την αναίρεση αγωγικό κονδύλιο και επομένως ο αναιρεσείων δικαιούται από την αναιρεσίβλητη την ίδια δικηγορική αμοιβή του για την εκπροσώπησή της στη δίκη εκείνη.
Περαιτέρω, ο δεύτερος (επικουρικός) λόγος αναίρεσης εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας το αίτημα αμοιβής του αναιρεσείοντος επί του τρίτου κονδυλίου της από 3-10-2008 αγωγής α) εσφαλμένα εδέχθη ως εφαρμοζόμενη τη διάταξη της § 2 του άρθρου 100 του ΝΔ 3026/1954, η οποία αφορά την περίπτωση που το αίτημα της αγωγής δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, β) εσφαλμένα υπέλαβε ότι το νόμω και ουσία βάσιμο του αγωγικού αιτήματος αποτελεί προϋπόθεση για τον υπολογισμό επ' αυτού της δικηγορικής αμοιβής του και γ) εσφαλμένα έκρινε τούτο εξογκωμένο, ερείδεται επί εσφαλμένων προϋποθέσεων και είναι απορριπτέος, καθότι το Εφετείο δεν περιέλαβε στην απόφασή του τις παραδοχές αυτές. Ενώ, ο ίδιος λόγος ερειδόμενος στον αρ. 19 του ίδιου άρθρου, ότι το Εφετείο δεν αιτιολογεί στην προσβαλλόμενη απόφαση α) για ποιο λόγο δεν έχει καταστεί αντικείμενο της τότε δίκης η ως άνω αίρεση και β) ποια έκβαση και ποια επιρροή είχε η πλήρωσή της σε σχέση με το αίτημα της αγωγής, είναι αβάσιμος, καθότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και επομένως πρέπει να απορριφθεί.
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται ελλείψει αιτήματος από την αναιρεσίβλητη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-1-2019 και με αριθμό καταθέσεως 362/27/14-1-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5843/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ