Legislator Case Law & Legislation
675/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting challenge to lower court's fact-finding on lease termination.

Case Number 675/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a lease dispute. The appellant argued that the lower court erred in finding the lease continued despite evidence of a new agreement, but the court noted the lower court provided sufficient reasoning to reject this claim. Consequently, the appeal was declared inadmissible for attacking the factual evaluation of the case.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not overturn a lower court's decision based on an error in the evaluation of factual circumstances if the lower court's reasoning is sufficient, clear, and non-contradictory.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility factual evaluation Code of Civil Procedure lease termination procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 236/2010
Supreme Court Case 2156/2007
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 675 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 675/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σακελλαριάδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Δ., 2) Ζ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Χ. - Ε. Κ. του Χ., συζ. Ζ. Μ., κατοίκου ... και 4) Ε. Μ. του Ν., κατοίκου .... Οι 2ος και 3η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Α. Μ. του Δ. (1η ως άνω), απεβίωσε στις 20-2-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της α. Ε. Κ. του Ε. και της Ε., β. Ε. Κ. του Ε. και της Α., γ. Ν. Κ. του Σ. και δ. Ε. Κ. του Σ., κάτοικοι ..., εκ των οποίων οι με στοιχ. β και δ παρίστανται μετ' αυτού και οι με στοιχ. α και γ εκπροσωπούνται από τον ίδιο. Ο 4ος των αναιρεσιβλήτων Ε. Μ. του Ν., δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2014 αγωγή του 4ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας και συνεκδικάστηκε με την από 12-8-2014 αγωγή των 2ου και 3ης των ήδη αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Α. Μ. του Δ., με την από 19-9-2014 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο και με τις προτάσεις πρόσθετη παρέμβαση του 4ου αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1520/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2017 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-9-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. …96Δ'/4-6-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Κέρκυρας Δημοσθένη Τσιριγώτη προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον τέταρτο αναιρεσίβλητο Ε. Μ.. Ο τελευταίος όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του τέταρτου αναιρεσίβλητου (ΚΠολΔ 576 § 2).

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (ΑΠ 171/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αριθ.

Πρωτ. 68/3/2018/ 21-2-2018 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Δήμου …. η πρώτη αναιρεσίβλητη Α. Μ. απεβίωσε στις 20-2-2018, ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως, που κατατέθηκε όπως προκύπτει από τη σχετική πράξη που έχει συνταχθεί στο τέλος της, στις 8-9-2017. Εγγύτεροι αυτής συγγενείς και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αρ.

πρωτ. ….63/15-3-2018 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου …. είναι οι Ε. Κ. του Ε. και της Ε., Ε. Κ. του Ε. και της Α., Ν. Κ. και Ε. Κ.. Με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους στο ακροατήριο, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, οι ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της (βλ. και υπ' αριθμ. …47/6-12-2018 πιστοπ. του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου περί μη δημοσίευσης διαθήκης της θανούσας, 1667/6-12-2018 πιστοπ.

του ίδιου γραμματέα περί μη αποποίησης της κληρονομίας της θανούσας και 19691/6-12-2018 πιστοπ. του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη κατάθεσης αγωγής αμφισβήτησης κληρονομικού δικαιώματος που προσκομίζονται) γνωστοποίησαν νόμιμα το θάνατο της πιο πάνω άμεσης δικαιοπαρόχου τους και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.

Με την πρωτοβάθμια 1520/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (ΚΠολΔ 647 επ. όπως ίσχυαν μέχρι την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο Ν. 4335/23-7-2015) συνεκδικάστηκαν α) η από 27-5-2014 αγωγή αναγνώρισης σύμβασης μισθώσεως, αναγνώρισης του ενάγοντος ως κατόχου του μισθίου καταστήματος και αποζημίωσης, του 4ου αναιρεσίβλητου κατά των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, β) η από 12-8-2014 αγωγή καταβολής καθυστερούμενων μισθωμάτων και αποζημίωσης λόγω κακής χρήσεως του μισθίου, των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, γ) η από 19-9-2014 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος κατά του 4ου αναιρεσίβλητου και δ) η ασκηθείσα προφορικώς στο ακροατήριο και με τις προτάσεις πρόσθετη παρέμβαση του 4ου αναιρεσίβλητου υπέρ του εναγομένου της δεύτερης αγωγής - ήδη αναιρεσείοντος.

Απορρίφθηκαν δε στο σύνολό τους, για τους λόγους που αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση. Οι ηττηθέντες ενάγοντες άσκησαν τις από 30-3-2015 και 16-12-2015 αντίθετες εφέσεις και το Μονομελές Εφετείο Κέρκυρας εξέδωσε την 66/2017 απόφασή του με την οποία εξαφάνισε την εκκαλουμένη, απέρριψε την από 27-5-2014 αγωγή και έκανε εν μέρει δεκτή την από 12-8-2014 αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στους ενάγοντες - τρεις πρώτους αναιρεσίβλητους, τα οφειλόμενα μηνιαία μισθώματα του χρονικού διαστήματος Μαΐου 2013 - Αυγούστου 2014, ήτοι συνολικό ποσό 27.840 ευρώ (16 μήνες χ 1.740 €), αναλόγως του ποσοστού συγκυριότητας καθενός των τελευταίων επί του επιδίκου, με τον νόμιμο τόκο από την έκτη ημέρα κάθε μισθωτικού μήνα.

Κατά της Εφετειακής αυτής απόφασης, κατά το μέρος που δέχθηκε την από 12-8-2014 αγωγή ασκεί την ένδικη αίτηση αναίρεσης ο αναιρεσείων ηττηθείς εναγόμενος. Η αίτηση παραδεκτά στρέφεται και κατά του 4ου αναιρεσίβλητου, ως προσθέτως παρεμβάντος, ο οποίος πρέπει να καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης (ΚΠολΔ 81 § 3, 82 εδ.

γ').

Σύμφωνα με το άρθρο 5 § 1 ΠΔ 34/1995, η μίσθωση ισχύει για δώδεκα (12) έτη, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο ή αόριστο χρόνο, μπορεί όμως να λυθεί με νεότερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 ΑΚ προκύπτει ότι η εμπορική μίσθωση, όπως και κάθε άλλη σύμβαση, μπορεί να λυθεί με νεότερη αντίθετη συμφωνία, η οποία μπορεί να έχει ως περιεχόμενο, είτε την άμεση λύση της μίσθωσης, είτε τη λύση της σε χρόνο συντομότερο από εκείνον που ισχύει σύμφωνα με το νόμο.

Η μεταγενέστερη αυτή της συνάψεως της συμβάσεως εμπορικής μισθώσεως συμφωνία για να είναι έγκυρη, πρέπει να καταρτίζεται ανάμεσα στον εκμισθωτή και το μισθωτή, επί υπομισθώσεως δε, για την ταυτότητα του νομίμου λόγου, από τον υπεκμισθωτή και τον υπομισθωτή και να αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, να συμφωνείται δε η άμεση λύση της μίσθωσης ή η λύση της σε ρητά καθοριζόμενο χρονικό σημείο.

Στην περίπτωση αυτή η λύση της μίσθωσης επέρχεται ευθύς ως συμπληρωθεί ο συμφωνηθείς εγγύτερος χρόνος (ΑΚ 599 αρ. 1). Εξάλλου, η οικιοθελής απόδοση του μισθίου από τον μισθωτή αποτελεί ουσιαστικά πρόταση προς τον εκμισθωτή για κατάρτιση σύμβασης λύσης της μίσθωσης και η παραλαβή του από τον τελευταίο αποδοχή της πρότασης και ολοκλήρωση επομένως αυτής (ΑΚ 185, 189, 192), συγχρόνως όμως αποτελεί και συμφωνία (πρόταση και αποδοχή) εκτέλεσης της σύμβασης πρόωρης, πριν από τη πάροδο του συμβατικού ή νόμιμου χρόνου, απόδοσης του μισθίου.

Για την τελευταία αυτή συμφωνία δεν απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 5 § 1 του ΠΔ/τος 34/1995, εφόσον η αντισυμφωνία γίνεται μετά τη σύναψη της μίσθωσης και σε εκτέλεσή της ο μισθωτής αποδίδει το μίσθιο στον εκμισθωτή και εκείνος το παραλαμβάνει με σκοπό τη λύση της μίσθωσης (ΑΠ 1597/2013, ΑΠ 504/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Κέρκυρας δέχτηκε τα εξής: "Δυνάμει του από 20 Μαρτίου 2006 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως η Μ. Μ. και η πρώτη των εκκαλούντων Α. Μ., αδελφές, εκμίσθωσαν στους Ν. Κ., εφεσίβλητο στην δεύτερη έφεση και Ν. Μ., για οποιαδήποτε εμπορική χρήση, ένα ακίνητό τους, που βρίσκεται στην …., του οποίου ήταν συγκύριες κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου η καθεμία.

Συγκεκριμένα, εκμίσθωσαν στους τελευταίους ένα ισόγειο κατάστημά τους, εμβαδού 98,22 τετραγωνικών μέτρων, αποτελούμενο από έναν χώρο, μικρή αποθήκη και δύο WC, το οποίο βρίσκεται στην οδό ..., ενώ η διάρκεια της μισθώσεως συμφωνήθηκε μέχρι τις 31-3-2018. Ακολούθως, με το υπ' αριθμ. ...65/25-2-2011 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Α.

Β., η Μ. Μ. μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως το ανωτέρω, εξ αδιαιρέτου, ποσοστό της επί του μισθίου ακινήτου, στους εκκαλούντες Ζ. Μ. και Χ. - Ε. Κ., οι οποίοι κατέστησαν συγκύριοι του ακινήτου κατά ποσοστό 25%, εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενώ κατά το ποσοστό αυτό υπεισήλθαν, ως συνεκμισθωτές και στην λειτουργούσα επαγγελματική μίσθωση του μισθίου.

Οι προαναφερθέντες συμμισθωτές του ακινήτου, προκειμένου να το εκμεταλλευθούν, συνέστησαν Ε.Π.Ε., την οποία, στην συνέχεια, έλυσαν και από τις 30 Απριλίου 2013 ο εφεσίβλητος Ν. Κ. ανέλαβε μόνος του και ατομικώς την συνέχιση της συμβάσεως μισθώσεως, επ' ονόματί του, ενώ προς τούτο υπέγραψε και την από 11 Μαρτίου 2013 υπεύθυνη δήλωση, στην οποία ρητώς ανέφερε ότι αναλάμβανε την δέσμευση να εξοφλήσει εντός του 2013 τα οφειλόμενα, μέχρι τότε, μισθώματα του χρονικού διαστήματος Νοεμβρίου 2012 - Απριλίου 2013, ήτοι ποσού 1.740 ευρώ για κάθε μήνα και ότι μοναδικός πλέον μισθωτής του μισθίου παρέμενε αυτός.

Στις 17 Μαΐου 2013 ο τελευταίος κάλεσε τους εκκαλούντες εκμισθωτές στο γραφείο του, προκειμένου να τους καταβάλει τα μισθώματα των μηνών Μαΐου και Ιουνίου 2013, οπότε προσήλθαν οι πρώτη και τρίτη, ενώ απουσίαζε ο δεύτερος αυτών. Πράγματι ο Ν. Κ. κατέβαλε το ποσό των δύο ως άνω μισθωμάτων, στις χορηγηθείσες, όμως, αποδείξεις εισπράξεως, οι οποίες φέρονται ότι υπογράφηκαν από τις ως άνω εκκαλούσες και τις οποίες οι τελευταίες καλοπίστως υπέγραψαν, αναφέρεται ότι καταβαλών είναι ο εκκαλών Ε.

Μ., ενώ ως μίσθωμα αναγράφονταν, όχι το μέχρι τότε καταβαλλόμενο μίσθωμα των 1.740 ευρώ, αλλά ποσό 1.680 ευρώ. Ειδικότερα, αναγράφονταν στην μία απόδειξη ποσό 1.680 ευρώ, ως μίσθωμα του Μαΐου 2013 και στην άλλη απόδειξη ποσό 1.680 ευρώ, ως εγγύηση καλής λειτουργίας της συμβάσεως μισθώσεως. Ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι, με την μεσολάβηση του Ν.

Κ., μεταξύ αυτού και των παραπάνω εκκαλουσών, της τρίτης ενεργούσας και για λογαριασμό του δευτέρου των εκκαλούντων, καταρτίσθηκε προφορικώς σύμβαση μισθώσεως του επιδίκου μισθίου, δυνάμει της οποίας υπεισήλθε αυτός ως μισθωτής του μισθίου ακινήτου και ότι παρέμενε σε εκκρεμότητα η υπογραφή του σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού και από τους τρείς συνεκμισθωτές.

Ισχυρίζεται, ακόμη, ότι με την συναίνεση των ως άνω εκκαλουσών και παρουσία τους, ο Ν. Κ. του παρέδωσε και τα κλειδιά αυτού. Οι ισχυρισμοί, όμως, αυτοί του Ε. Μ. δεν αποδεικνύονται ως βάσιμοι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Ειδικότερα, ουδόλως αποδείχθηκε ότι μεταξύ των εκκαλούντων συνεκμισθωτών και του Ν.

Κ. συμφωνήθηκε η, με οποιονδήποτε τρόπο, λύση της μεταξύ τους συμβάσεως μισθώσεως, η οποία εξακολουθεί υφισταμένη, ώστε, στην συνέχεια, το μίσθιο να εκμισθωθεί στον Ε. Μ.. Η παρουσία του κατά την επίσκεψη των εκκαλουσών στο γραφείο του Ν. Μ. δεν αποδεικνύει και την προφορική κατάρτιση συμβάσεως μισθώσεως του επιδίκου ακινήτου, όπως αυτός αβασίμως ισχυρίζεται, δεδομένου ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει κατάρτιση συμβάσεως μισθώσεως του επιδίκου κατά τον ανωτέρω χρόνο.

Λογικώς η οποιαδήποτε κατάρτιση συμβάσεως μισθώσεως θα έπρεπε, για την ολοκλήρωσή της, να περιβληθεί υποχρεωτικώς έγγραφο τύπο, ώστε ο τελευταίος να ακολουθήσει την νόμιμη οδό από τις αρμόδιες Υπηρεσίες του Δήμου … και να λάβει άδεια λειτουργίας του μισθίου. Αυτό, όμως, δεν συνέβη. Σημειωτέον ότι το επικαλούμενο από τον Ε.

Μ. συμφωνηθέν μίσθωμα υπολείπεται του μέχρι τότε καταβαλλομένου, γεγονός το οποίο, κατά λογική συνέπεια, αποδυναμώνει τους αγωγικούς του ισχυρισμούς, καθόσον δεν αποδείχθηκε κανένας λόγος για τους εκκαλούντες συνεκμισθωτές να θελήσουν να εκμισθώσουν το ακίνητό τους με χαμηλότερο μηνιαίο μίσθωμα από το ήδη καταβαλλόμενο.

Αν και με την από 4-6-2013 εξώδικη διαμαρτυρία τους οι εκκαλούντες αντέδρασαν, όταν διαπίστωσαν την ανάμειξη του τελευταίου στην κατοχή του μισθίου, εν τούτοις, ο Ε. Μ., αφού συνέταξε μόνος του απλό έντυπο ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως του επιδίκου, το οποίο και υπέγραψε μόνον αυτός, επιμελήθηκε και έλαβε προσωρινή άδεια λειτουργίας του επιδίκου μισθίου ως καφετέριας μέχρι τον Δεκέμβριο του 2013, οπότε, κατόπιν ενεργειών των τελευταίων και αφού δεν προσκομίσθηκε ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως αυτού, σφραγίσθηκε νομίμως από την αρμόδια Υπηρεσία του Δήμου …..

Δεν αποδείχθηκε, συνεπώς, ότι μεταξύ των εκκαλούντων καταρτίσθηκε σύμβαση μισθώσεως του επιδίκου ακινήτου, ενώ αποδείχθηκε ότι ο Ν. Κ. παρανόμως παρέδωσε τα κλειδιά του μισθίου στον Ε. Μ., χωρίς προηγούμενη συμφωνία με τους εκκαλούντες συνεκμισθωτές και χωρίς να έχει προηγηθεί νόμιμη λύση της συμβάσεως μισθώσεως, την οποία είχε καταρτίσει με αυτούς".

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικού μέσου, μεταξύ των οποίων η ομολογία, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Διότι, ναι μεν η δικαστική ομολογία περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο, για να δημιουργηθεί, όμως λόγος αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται ότι την επικαλέσθηκε κατά νόμιμο τρόπο και να το αποδεικνύει προσκομίζοντας τις προτάσεις του (ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 894/2008).

Στη προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης, ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία των εναγόντων (τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων) περιεχόμενη στην από 12-8-2014 αγωγή τους εναντίον του.

Συγκεκριμένα από τα ομολογούμενα στην αγωγή τους πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν αρνούνται ούτε στο δικόγραφο της έφεσης, ήτοι ότι ενώ διαπίστωσαν μετά τη συνάντηση της 17-5-2013 ότι ως μισθωτής στις δύο αποδείξεις 1680 € έκαστη εφέρετο ο Ε. Μ., διαμαρτυρήθηκαν με εξώδικη δήλωσή τους μετά 20 ημέρες και την ίδια δήλωση κοινοποίησαν στο Δήμο … για να ματαιώσουν τη χορήγηση οριστικής άδειας λειτουργίας καταστήματος στον Ε.

Μ. μετά από 5 μήνες, συνάγεται ομολογία τους ότι συμφώνησαν προφορικά τη λύση της μίσθωσης με τον Ν. Κ. (αναιρεσείοντα εναγόμενο) και τη σύναψη νέας μίσθωσης από το Μάιο 2013 με τον Ε. Μ.. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι της δικαστικής αυτής ομολογίας έγινε νόμιμη επίκληση από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Σε κάθε περίπτωση πάντως είναι και αβάσιμος, αφού εκ των εκτιθεμένων στην αναίρεση, ουδόλως προκύπτει από τα δικόγραφα αυτά, ομολογία των αναιρεσιβλήτων (στη συνάντηση της 17-5-2013 στο γραφείο του αναιρεσείοντος) ότι συμφώνησαν προφορικά τη λύση της μισθώσεως με αυτόν (αναιρεσείοντα) και τη σύναψη νέας μίσθωσης από τον Μάιο του 2013 με τον Ε.

Μ..

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλομΑΠ 24/1992, ΟλομΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων βάλλει κατά της Εφετειακής απόφασης, αποδίδοντάς της πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι επί του ισχυρισμού του ότι η μίσθωση λύθηκε με νεώτερη συμφωνία (άρθ. 5 § 1 ΠΔ 34/1995, 361 ΑΚ), απέρριψε αυτόν με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος, ότι η μίσθωση λύθηκε με νεώτερη συμφωνία, πράγματι αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγής των εκμισθωτών για καταβολή μισθωμάτων, μεταγενέστερων της συμφωνίας, βλ. ΑΠ 236/2010, ΑΠ 2156/2007). Ωστόσο, κρίνοντας ως άνω το Εφετείο και απορρίπτοντας τον ουσιώδη αυτό ισχυρισμό ως ουσιαστικά αβάσιμο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.

Ειδικότερα, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, με σαφείς, επαρκείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες δέχθηκε ότι η μεταξύ των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων και του αναιρεσείοντος σύμβαση μισθώσεως του επίδικου μισθίου καταστήματος δεν λύθηκε, αλλά συνεχίστηκε καθόλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα και με την αιτιολογία αυτή δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει σ' αυτούς τα κατά τα άνω υπ' αυτού προσδιοριζόμενα χρηματικά ποσά.

Οι παραδοχές αυτές του Εφετείου, ουδόλως αντιφάσκουν από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά α) της υπογραφής στη συνάντηση της 17-5-2013 των δύο αποδείξεων που εξέδωσε ο Ε. Μ., ποσού 1.680 € έκαστη, ως μίσθωμα Μαΐου 2013 η μία και ως εγγύηση η άλλη, δεδομένου ότι το Εφετείο αιτιολογεί ότι την υπογραφή αυτή οι εκμισθωτές έθεσαν καλοπίστως εν αγνοία τους, αφού ήδη είχαν λάβει από τον Ν.

Κ. το συμφωνηθέν μίσθωμα των 1.740 € για κάθε μήνα Μάιο και Ιούνιο 2013, β) της μη άμεσης αντίδρασής τους έναντι του Ε. Μ. έως τις 4-6-2013, διότι τότε διαπίστωσαν την ανάμειξη του τελευταίου στην κατοχή του μισθίου και γ) της παράδοσης των κλειδιών από τον Ν. Κ. στον Ε. Μ., καθότι το Εφετείο δέχεται ότι η παράδοση αυτή έγινε παράνομα, χωρίς προηγούμενη συμφωνία με τους εκμισθωτές και χωρίς να έχει προηγηθεί νόμιμη λύση της σύμβασης μισθώσεως, την οποία είχε καταρτίσει με αυτούς.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, που του αποδίδεται με το λόγο αυτό αναιρέσεως (δεύτερο), ο οποίος κατά το μέρος τούτο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με το λόγο αυτό αναιρέσεως, υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων και κατά το μέρος αυτό, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος (ΚΠολΔ 561 § 1).

Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις και αιτούνται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-9-2017 και με αριθμό καταθέσεως 21/2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 66/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ