Legislator Case Law & Legislation
675/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding seafarer employment contracts and social security contributions.

Case Number 675/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by shipping companies and a seafarer against the Second Instance Court of Piraeus. The appellants argued that the lower court erred in accepting certain employment contracts as proven without evidence and misread their content. The court rejected these claims, stating that the Second Instance Court correctly evaluated the documents in conjunction with other evidence and that its assessment of their content was a matter of fact review, not a legal error subject to appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 83, 84, 85, 88, 89, 90 of the Code of Social Security; Articles 559(10), 559(20), 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on alleged misreading of evidence is inadmissible if the lower court merely evaluates the document differently from the opposing party's view, as this constitutes a reviewable fact assessment rather than a legal error.

Keywords

AI generated
seafarer employment contracts social security contributions appeal admissibility misreading evidence fact assessment review shipping industry disputes labor law procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 83, 84(1), 8, 85, 88(6), 89, 90 of the Code of Social Security
Article 28(2) of Law 1085/1980
Article 28(3) of Law 1085/1980
Article 86(7) of Presidential Decree 913/1978
Article 37(13) of Presidential Decree 913/1978
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 675 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 675/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 6η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "INTERNATIONAL CRUISES SA" (ΙΝΤΕΡΝΑΣΙΟΝΑΛ ΚΡΟΥΪΖΙΣ ΕΣ ΕΪ), που εδρεύει στο Μαϊάμι των ΗΠΑ και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) εταιρείας με την επωνυμία "INFINITY INC" (ΙΝΦΙΝΙΤΙ ΙΝΚ), που εδρεύει στις Μπαχάμες και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) εταιρείας με την επωνυμία "SUMMIT INC" (ΣΑΜΙΤ ΙΝΚ), που εδρεύει στις Μπαχάμες και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) Μ. Φ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λιβανό.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σαξώνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1903/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 227/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-5-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 21-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 83, 84 παρ. 1 και 8, 85, 88 παρ. 6, 89 και 90 του κωδικοποιημένου, με το π.δ. 913/1978, νόμου 792/1978, όπως η παρ. 7 του άρθρου 89 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 παρ. 2 του ν. 1085/1980 και η παρ. 7 προστέθηκε στο άρθρο 88 με το άρθρο 28 παρ. 3 του ίδιου νόμου (1085/1980), προκύπτει ότι οι πλοιοκτήτες έχουν υποχρέωση να καταβάλουν στο Ν.Α.Τ. την εισφορά των ναυτικών, παρακρατώντας την από τις αποδοχές τους κατά τον χρόνο καταβολής. Τα ποσά αυτά (εργοδοτικές εισφορές) δεν είναι καταβλητέα στον ασφαλισμένο ναυτικό, αλλά ανήκουν στο Ν.Α.Τ., υπέρ του οποίου και παρακρατούνται και, για το λόγο αυτό, ο ναυτικός δεν έχει άμεση αξίωση κατά του εργοδότη, προκειμένου να απαιτήσει τις εισφορές αυτές. Σε περίπτωση, όμως, μη ασφάλισης του εργαζόμενου ναυτικού από τον εργοδότη και ως εκ τούτου μη καταβολής στο Ν.Α.Τ. των αναλογουσών ασφαλιστικών εισφορών, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του α.ν. 86/1967 (άρθρ. 86 παρ. 7 π.δ. 913/1978), ο δε ναυτικός, για να απολαύσει το όφελος των εισφορών αυτών, θα πρέπει να τις καταβάλει ο ίδιος, με δικά του χρήματα, προσαυξημένες κατά 7% (άρθρ. 37 παρ. 13 του άνω κωδ. ν. 792/1978, όπως προστέθηκε με το άρθρ. 1 παρ. 2 του ν. 1711/1987), ή να εργασθεί μεταγενέστερα για ίσο χρόνο. Επομένως, οι εισφορές αυτές, με την παραπάνω μορφή, αποτελούν ζημία (ΑΚ 914) για το ναυτικό, ο οποίος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση από τον υπόχρεο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, που δίκασε, δέχθηκε όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής: Δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν στον Πειραιά, στις 15-3-2004, 5-12-2004, 26-8-2005 και 7-5-2006, μεταξύ του ενάγοντος (αναιρεσίβλητου) και της πρώτης εναγομένης (πρώτης αναιρεσείουσας), η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα των εδρευουσών στις Μπαχάμες δεύτερης εναγομένης (δεύτερης αναιρεσείουσας) και τρίτης εναγομένης (τρίτης αναιρεσείουσας), πλοιοκτητριών εταιρειών των με σημαία Μπαχαμών κρουαζιερόπλοιων "I..." και "S...", προσελήφθη ο ενάγων για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στα πλοία αυτά ως αρχιθαλαμηπόλος, σύμφωνα με τους όρους των (ελληνικών) Σ.Σ.Ν.Ε.

για τα πληρώματα των επιβατηγών τουριστικών μεσογειακών πλοίων. Εις εκτέλεση των συμβάσεων αυτών, ο ενάγων ναυτολογήθηκε στα παραπάνω πλοία και προσέφερε τις συμφωνημένες υπηρεσίες του (ως αρχιθαλαμηπόλος), κατά τον αντίστοιχο χρόνο της ισχύος τους, ήτοι: α) από 15-3-2004 έως και 14-9-2004 στο πλοίο "S...", β) από 5-12- 2004 έως και 15-6-2005 στο πλοίο "I...", γ) από 26-8- 2005 έως και 20-2-2006 στο πλοίο "S..." και δ) από 7-5- 2006 έως και 27-11-2006 στο πλοίο "S...".

Στις συμβάσεις αυτές, η συμβληθείσα, ως αντιπρόσωπος της εκάστοτε πλοιοκτήτριας δεύτερης ή τρίτης των εναγομένων, πρώτη εναγομένη, εκπροσωπήθηκε από τον τέταρτο εναγόμενο (τέταρτο αναιρεσείοντα). Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι, με τις από 14-9-2004, 3-8-2005, 29-6-2006 και 22-12-2004 τέσσερις συμβάσεις ασφαλίσεως, που συνομολογήθηκαν μεταξύ, αφενός του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (Ν.Α.Τ.) και αφετέρου:

α) της τρίτης των εναγομένων, πλοιοκτήτριας του ως άνω με ξένη σημαία πλοίου "S..." (που συμβλήθηκε διά της αντιπροσώπου της πρώτης των εναγομένων), οι τρεις πρώτες συμβάσεις και της δεύτερης των εναγομένων, πλοιοκτήτριας του ως άνω με ξένη σημαία πλοίου "I..." (που συμβλήθηκε επίσης διά της αντιπροσώπου της πρώτης των εναγομένων), η τελευταία σύμβαση, και β) της ίδιας αυτής αντιπροσώπου (πρώτης των εναγομένων), συμβληθείσας διά του νομίμου εκπροσώπου της, τέταρτου εναγομένου, οι ως άνω πλοιοκτήτριες και η αντιπρόσωπός τους ανέλαβαν, ως συνεργοδότριες, έναντι του ΝΑΤ την εις ολόκληρο υποχρέωση ασφαλίσεως, κατά τις διατάξεις του π.δ. 913/1978, όλων ανεξαιρέτως, αδιακρίτως ειδικότητας, των μελών του υπηρετούντος στα εν λόγω πλοία πληρώματος, κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2004 έως και 30-5-2007, με καταβολή σε τούτο (ΝΑΤ), τόσο των υπέρ αυτού νόμιμων ασφαλιστικών (εργοδοτικών και εργατικών) εισφορών, όσο και των αναλογουσών κρατήσεων υπέρ των λοιπών δικαιούχων Ταμείων.

Αλλά και για τον πριν την σύναψη των συμβάσεων αυτών χρόνο είχαν έναντι του Ν.Α.Τ. την εις ολόκληρο υποχρέωση ασφαλίσεως, ενόψει του ότι τότε τα παραπάνω πλοία είχαν την ελληνική σημαία.

Συνεπώς -συνεχίζει το Εφετείο- και για τον ενάγοντα, ως μέλος του πληρώματος των εν λόγω πλοίων, μετά την μεταβολή σε αλλοδαπή της σημαίας τους, νόμιμα για όλη την περίοδο από 1-6-2004 έως και 30-5-2007, συμβεβλημένων με το ΝΑΤ (β.δ. 19/1967), οι εναγόμενες είχαν νόμιμη υποχρέωση ασφαλίσεώς του (ενάγοντα) για την διάρκεια των συμβάσεών του, με καταβολή στο ΝΑΤ των νόμιμων ασφαλιστικών εισφορών (μετά των υπέρ των λοιπών δικαιούχων φορέων κρατήσεων), που συναποτελούσαν: 1) οι βαρύνουσες τις ίδιες (πρώτη, δεύτερη και τρίτη των εναγομένων) εισφορές εργοδότη και 2) οι από το νόμο βαρύνουσες τον ίδιο τον ενάγοντα εργατικές (ναυτικές) εισφορές, οι οποίες και έπρεπε να παρακρατούνται κάθε φορά από τις αποδοχές του και να αποδίδονται στο δικαιούχο ΝΑΤ, μαζί με τις πρώτες (εργοδοτικές εισφορές) από τις έναντι τούτου (Ν.Α.Τ.) συνυπόχρεες εναγόμενες εταιρείες.

Αποδείχθηκε όμως - όπως δέχεται περαιτέρω το Εφετείο - ότι, κατά παραβίαση της νόμιμης αυτής ειδικής υποχρέωσής τους (ασφαλιστικής κάλυψης του ενάγοντος ναυτικού), η οποία απέρρεε, άλλωστε, και από την παρεπόμενη γενική, κατά το κοινό εργατικό δίκαιο, υποχρέωσή τους πρόνοιας και διαφύλαξης, καθώς και προστασίας των δικαιολογημένων συμφερόντων του ενάγοντος, οι εναγόμενες εταιρείες και μάλιστα η πρώτη, διά του νομίμου εκπροσώπου της και οργάνου της, τέταρτου των εναγομένων, η δε δεύτερη και τρίτη διά των καταστατικών οργάνων τους, παρέλειψαν εξαρχής και καθ' όλη την διάρκεια της ισχύος των παραπάνω τεσσάρων συμβάσεων του ενάγοντος να ασφαλίσουν αυτόν στο Ν.Α.Τ.

Προκειμένου δε να αποφύγουν την δαπάνη του ποσού των βαρυνουσών τις ίδιες εργοδοτικών εισφορών, δεν συμπεριελάμβαναν τον ενάγοντα στις περιοδικώς κατατιθέμενες στο Ν.Α.Τ. καταστάσεις των μελών του πληρώματος του συγκεκριμένου, κάθε φορά, πλοίου τους, αλλά, με σκοπό την παραπλάνηση και των αρμοδίων λιμενικών αρχών, όταν το πλοίο ελλιμενιζόταν στο λιμάνι του Πειραιά, εμφάνιζαν τον ενάγοντα - όπως και τα άλλα μέλη του προσωπικού της υπηρεσίας ενδιαιτημάτων - ως επιβάτη, εφοδιάζοντάς τον για τον σκοπό αυτό με σχετική καρτέλα επιβάτη και υποχρεώνοντάς τον να φέρει, όχι την υπηρεσιακή στολή του, αλλά κοινά ρούχα.

Έτσι - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - από την παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά των εναγομένων εταιρειών υπέστη ο ενάγων ζημία, αφού το αντίστοιχο συνολικό διάστημα της ναυτικής υπηρεσίας του στα εν λόγω συμβεβλημένα με το Ν.Α.Τ. πλοία, δεν προσμετράται ως συντάξιμος χρόνος αυτού, με αποτέλεσμα να είναι υποχρεωμένος να εξαγοράσει την σχετική υπηρεσία του, καταβάλλοντας ο ίδιος τις προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές και εργατικές), κατά τις διατάξεις του άρθρου 37 του κωδ.

ν. 792/1978. Η δε αποκαταστατέα ζημία του (ενάγοντος) ανέρχεται στο ποσό που θα πρέπει να δαπανήσει αυτός για την εξαγορά του αντίστοιχου τμήματος των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, του παραπάνω χρονικού διαστήματος, δοθέντος ότι, κατά τον χαρακτήρα τους, οι εργοδοτικές εισφορές αποτελούν τελικά όφελος του εργαζόμενου, το οποίο, στην προκείμενη περίπτωση, απωλέσθηκε για τον ενάγοντα, εξαιτίας της σε βάρος του αυτοτελούς αδικοπρακτικής συμπεριφοράς από κοινού της πρώτης εναγομένης με την εκάστοτε πλοιοκτήτρια εταιρεία, που ευθύνονται εις ολόκληρο για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών (βλ.

και άρθρο 86 παρ. 6 Π.Δ. 913/1978). Αντιθέτως -δέχθηκε επίσης το Εφετείο- το τμήμα των από το νόμο βαρυνουσών τον ίδιο τον ενάγοντα εργατικών (ναυτικών) εισφορών, δεν αποτελεί αποκαταστατέα από τους εναγόμενους ζημία του, αφού και στην περίπτωση νόμιμης ασφάλισης αυτού, οι εισφορές του ναυτικού θα παρακρατούνταν (από τις εναγόμενες) από τις αποδοχές του, στις οποίες ενσωματώνονταν, και θα αποδίδονταν στη συνέχεια στο δικαιούχο Ν.Α.Τ.

Κατόπιν τούτων και ενόψει του ότι οι εναγόμενοι δεν προέβησαν σε καμία σχετική αφαίρεση - παρακράτηση των παραπάνω εργατικών (ναυτικών) εισφορών από τους καταβληθέντες στον ενάγοντα μισθούς, κατά τα αντίστοιχα της διάρκειας των συμβάσεων ναυτικής εργασίας του χρονικά διαστήματα, το Εφετείο κατέληξε ότι τα σχετικά κονδύλια της ένδικης αγωγής (αποζημιωτικά της δαπάνης για εργατικές εισφορές) είναι απορριπτέα ως αβάσιμα κατ' ουσίαν.

Γίνεται ακόμη δεκτό από το Εφετείο ότι, κατά τις σχετικές διατάξεις των νόμων 792/1978 (που κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 913/1978), 1085/1980, 1220/1981, του άρθρ. 4 παρ. 13 του ν. 485/1976, του άρθρ. 1 του ν. 1711/1987 και της Υ.Α. 30037/2051/86/1980, που είναι αναλογικά εφαρμοστέες και στην περίπτωση συμβεβλημένου με το Ν.Α.Τ. πλοίου με αλλοδαπή σημαία, το πλήρωμα του οποίου παρέμεινε τελικά ανασφάλιστο από υπαιτιότητα του εργοδότη πλοιοκτήτη ή διαχειριστή, οι νόμιμες εισφορές πλοιοκτήτη (εργοδοτικές), τις οποίες θα πρέπει να καταβάλει ο ενάγων στο Ν.Α.Τ., εκτός από τις εργατικές εισφορές που τον βαρύνουν, για την εξαγορά της προαναφερθείσας υπηρεσίας του στα παραπάνω πλοία, ανέρχονται σε ποσοστά 18% για το Ν.Α.Τ., 0,18% για την Ε.Ν., 2% για το Κ.Ε.Α.Ν.

και 2% για το Ε.Λ.Ο.Ε.Ν., υπολογιζόμενα στο βασικό μισθολόγιο των οικείων Συλλογικών Συμβάσεων Ναυτικής Εργασίας, πληρωμάτων επιβατηγών τουριστικών μεσογειακών πλοίων, της ειδικότητας του ενάγοντος, προσαυξημένο με το επίδομα αδείας, πλέον προσαύξησης 7%. Δέχθηκε επίσης το Εφετείο, ότι οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος, εφόσον πηγάζουν από αδικοπραξία, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 του ΑΚ και όχι στην παραγραφή, που ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 289 παρ. 1 του ΚΙΝΔ και 1 παρ. 3 Ν. 762/1978, και ότι η πενταετής αυτή παραγραφή, η οποία άρχισε από τους παραπάνω χρόνους (από 15-3-2004 έως 27-11-2006), δεν είχε συμπληρωθεί κατά την 29-12-2008, που επιδόθηκε στους εναγομένους η ένδικη αγωγή και συνεπώς - κατέληξε το Εφετείο - η ένσταση των εναγομένων περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.

Αποδείχθηκε - δέχεται περαιτέρω το Εφετείο - ότι από την επιδειχθείσα σε βάρος του ενάγοντος αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά των εναγομένων προσβλήθηκε η προσωπικότητά του ως εργαζομένου και ότι για την αποκατάσταση της επελθούσας ηθικής βλάβης του δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, το εύλογο ύψος της οποίας ανέρχεται, συνεκτιμωμένων του είδους της προσβολής και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκε αυτή, του βαθμού του πταίσματος των αρμοδίων οργάνων των εναγομένων εταιρειών και της οικονομικής κατάστασης των μερών, στο ποσό των 1000 ευρώ.

Τέλος, όσον αφορά τον προβληθέντα από τους εναγομένους ισχυρισμό ότι η ένδικη αγωγή ασκείται κατά κατάχρηση δικαιώματος, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Οι εναγόμενοι προβάλλουν επικουρικά (και επαναφέρουν με αυτοτελή λόγο έφεσης) καταχρηστικότητα των αγωγικών αξιώσεων, για τους λόγους ότι: α) ο ενάγων γνώριζε εξαρχής, από την σύναψη των υπόψη συμβάσεών του, και αποδέχθηκε αδιαμαρτύρητα το καθεστώς της μη ασφάλισεώς του, η οποία (μη ασφάλισή του) αποτελούσε επιχειρηματική επιλογή τους (εναγομένων) και β) ο ενάγων παρείχε ανεπιφύλακτα τις υπηρεσίες του καθ' όλη την διάρκεια των συμβάσεών του υπό το συγκεκριμένο καθεστώς και, με τον τρόπο αυτό, δημιουργήθηκε σ' αυτούς η εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκούσε τις ήδη ένδικες αξιώσεις του, η εξοικονόμηση της δαπάνης ικανοποιήσεως των οποίων αποτελούσε παράγοντα της ακολουθούμενης τιμολογιακής πολιτικής τους στην εκμετάλλευση του κάθε πλοίου.

Τα επικαλούμενα, όμως, αυτά πραγματικά περιστατικά -είπε το Εφετείο- και αληθινά υποτιθέμενα, αλλά και ως πλέγμα λαμβανόμενα, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη χωρίς πρόταση των διαδίκων "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ούτε παρείδε τέτοια, ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις περί αδικοπρακτικής ευθύνης των εναγομένων και σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο αν, με τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά, εφαρμόσθηκαν ορθά ή όχι οι προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Πρέπει, λοιπόν, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως και οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ τέταρτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, κατά τις σχετικές τους αιτιάσεις, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξάλλου, με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που και στην ένδικη αγωγή εκτίθενται, όπως από αυτή προκύπτει, συννόμως εισήχθη η ένδικη αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, το οποίο είχε δικαιοδοσία προς εκδίκασή της, διότι η μεταξύ των διαδίκων διαφορά προέκυψε από την λειτουργία ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων, που καταρτίσθηκαν μεταξύ του ενάγοντος και των εναγομένων, υπαγομένη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Συνεπώς δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε "πράγματα" με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, συντρέχει όταν το δικαστήριο δέχεται τα πράγματα αυτά, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη. Δεν απαιτείται όμως να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από τις προσαχθείσες αποδείξεις και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και "απ' όλα, χωρίς καμία εξαίρεση, τα νόμιμα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα".

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δέχθηκε πραγματικά περιστατικά ως αποδειχθέντα, χωρίς αποδείξεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε λάθος ως προς την ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και στη συνέχεια μορφώνει την κρίση του‚ στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως στο κατ' αυτό τον τρόπο παραμορφωθέν έγγραφο.

Επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, ενώ διαγιγνώσκει ορθώς το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά στη συνέχεια αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο επικαλούμενος το έγγραφο θεωρεί ορθό, διότι τότε πρόκειται για πλημμέλεια που ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ούτε ακόμη όταν το δικαστήριο της ουσίας συνεκτίμησε το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, οπότε δεν είναι δυνατή, λόγω της συνεκτίμησής του, η διακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας που του αποδόθηκε και η κρίση που προκύπτει από την συνεκτίμησή του με τα άλλα αποδεικτικά μέσα είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Συνεπώς ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, που αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια της εσφαλμένης αναγνώσεως (παραμορφώσεως) του περιεχομένου των ως άνω τεσσάρων εγγράφων συμβάσεων ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου του ενάγοντος, είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο εκτιμά κατά τρόπο διαφορετικό το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών σε σχέση με εκείνο που οι εναγόμενοι θεωρούν ορθό, σε κάθε δε περίπτωση τις παραπάνω έγγραφες συμβάσεις το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα για να καταλήξει στην κρίση του ότι ο ενάγων προσλήφθηκε (και απασχολήθηκε) από τις εναγόμενες πλοιοκτήτριες εταιρείες, οι οποίες ήταν και οι εργοδότριες αυτού, χωρίς να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι στηρίχθηκε (το Εφετείο) αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στις έγγραφες αυτές συμβάσεις.

Ενόψει όλων των προεκτεθέντων και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-5-2010 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL CRUISES S.A.", της εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝFINIΤΥ ΙΝC", της εταιρείας με την επωνυμία "SUMMIT INC" και του Μ. Φ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 227/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιά. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ