Legislator Case Law & Legislation
674/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against excessive mental damage compensation in traffic accident case.

Case Number 674/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a lower court's award of excessive mental damage compensation in a traffic accident case. The appellant argued the sum violated the principle of proportionality and exceeded judicial discretion limits, while the appellees contended the amount was appropriate. The court agreed with the appellant on the mental damages portion, remanding the case for recalculation while upholding the award for other damages.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2 §1, 5 §1 and 2, 20, 25 §1 (ed. d') of the Constitution; Articles 3, 6, 8, 14 of the ESDA; Article 932 of the Civil Code: The Supreme Court may partially set aside a lower court's decision if the awarded compensation for mental suffering is manifestly disproportionate and exceeds the limits of judicial discretion.

Keywords

AI generated
mental damage compensation principle of proportionality judicial discretion limits traffic accident liability partial remand for retrial constitutional review excessive damages

Cited Legislation

AI generated
Article 2 §1 of the Constitution
Article 5 §1 of the Constitution
Article 20 of the Constitution
Article 25 §1 (ed. d') of the Constitution
Articles 3, 6, 8, 14 of the ESDA
Article 932 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 §3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 674 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 674/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπούτσικο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Σ. του Α., 2) Ε. Σ. του Α., κατοίκων ... και 3) Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φλωρέν - Ηρακλή Καββάδα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. εκθ. καταθ. 10/12-1-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 858/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 160/2017 του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-2-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζαμπέτα Στράτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 12/2/2018 (με αριθ. κατ. 2/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 160/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα (άρθρο 614 §§ 1 και 6 Κ.Πολ.Δ.), έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (αρθρ. 495 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της τασσομένης από το άρθρο 564 §1 Κ.Πολ.Δ. 30ήμερης προθεσμίας από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (που έγινε στις 12-2-2018, όπως προκύπτει από την …635ε/12-2-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Β. Γ., που προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι, ενώ η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 14-2-2018).

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553, § 1β , 556, 558 και 577 Κ.Πολ.Δ., είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Περαιτέρω από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α Κ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεση του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμα του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.Α.Π. 9/2015).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση, τα εξής: "Στις 8 Σεπτεμβρίου 2011, ημέρα Πέμπτη και ώρα 15:00.

περίπου, στην …., στην οδό ... και στην περιοχή "..." ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...35 D ΙΧΕ επιβατικό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας E. L., αδελφού του, εργοστασίου κατασκευής (...) MERCEDES, τύπου Ε 270 CDI και χρώματος ασημί, το οποίο ήταν εφοδιασμένο με την υπ' αριθμό ΑL/04/000 1204371 πράσινη κάρτα "πιστοποιητικό διεθνούς ασφαλίσεως", για την αστική ευθύνη προς τρίτους, βρισκόταν σταθμευμένος σε ιδιωτικό χώρο πρατηρίου υγρών καυσίμων της εταιρείας "...", όπου μόλις είχε παραλάβει το αυτοκίνητο του από το πλυντήριο.

Η εν λόγω επιχείρηση βρίσκεται στα δεξιά της οδού ..., για τον έχοντα κατεύθυνση από την πόλη της …. προς αεροδρόμιο. Ειδικότερα, ο πρώτος των εναγομένων, μόλις παρέλαβε το όχημα του από το πλυντήριο του ανωτέρω πρατηρίου υγρών καυσίμων, μπήκε σε αυτό και, οδηγώντας το, αποφάσισε να εξέλθει του εν λόγω πρατηρίου, προκειμένου να κατευθυνθεί προς την πόλη της ….

Εν συνεχεία, εξερχόμενος παράνομα και αντικανονικά από την είσοδο και όχι από την έξοδο του πρατηρίου, επιχείρησε να εξέλθει με το όχημα του από τον ιδιωτικό χώρο του πρατηρίου και να εισέλθει επί της οδού ... και δη στο ρεύμα κυκλοφορίας που οδηγεί από το Αεροδρόμιο προς την πόλη της …. αποκόπτοντας κάθετα και αιφνίδια το ρεύμα κυκλοφορίας που οδηγεί από την πόλη της … προς αεροδρόμιο, ήτοι το ρεύμα κυκλοφορίας στο οποίο κινείτο με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του ο Ι.

Σ., γιος των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφός του τρίτου. Η ανωτέρω οδός, που έλαβε χώρα το τροχαίο, είναι ευθεία, διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση και επ' αυτής υπάρχει διπλή διαχωριστική διαγράμμιση, που απαγορεύει την αναστροφή επί αυτής και την είσοδο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.

Επισημάνεται ότι το σημείο στο οποίο συνέβη το ατύχημα είναι εντός κατοικημένης περιοχής και για το λόγο αυτό οι οδηγοί οφείλουν να οδηγούν με την προσοχή τους τεταμένη, λαμβάνοντας υπόψη την πιθανότητα κάποιος πεζός να διέρχεται το δρόμο, αφού υπάρχει και στο αυτό σημείο καφετέρια, πρατήριο υγρών καυσίμων και άλλες πολλές επιχειρήσεις αλλά και κατοικίες.

Σύμφωνα δε με την προσκομιζόμενη έκθεση αυτοψίας της τροχαίας το οδόστρωμα έχει πλάτος 7,50 μέτρα δηλαδή περί τα 3,75 μέτρα για το κάθε ρεύμα πορείας, η άσφαλτος ήταν ξηρή, οι συνθήκες κυκλοφορίας ήταν άριστες και οι συνθήκες φωτισμού πάρα πολύ καλές με δεδομένο ότι ήταν καταμεσήμερο. Τέλος, ενόψει του ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή, το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι τα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 2696/1999.

Δέον να σημειωθεί, ότι συγχρόνως σχεδόν με τη μοτοσικλέτα του θανόντος κινείτο και άλλη μοτοσικλέτα, η με αριθμό κυκλοφορίας ...8 στην ίδια οδό, την οποία οδηγούσε ο Μ. Α. και ο οποίος κινούνταν στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας που βρισκόταν και η μοτοσικλέτα του θανόντος. Το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος εισήλθε κάθετα και αιφνίδια εντός του ρεύματος κυκλοφορίας από Κέρκυρα προς Αεροδρόμιο, χωρίς προηγουμένως να παραχωρήσει προτεραιότητα στα επί του ρεύματος κυκλοφορίας από αεροδρόμιο προς Κέρκυρα κινούμενα οχήματα, ως όφειλε, είχε ως αποτέλεσμα να αποκόψει την πορεία και να συγκρουσθεί με τη νομίμως κινούμενη επί του ρεύματος αυτού δίκυκλης μοτοσικλέτας με αριθ.

κυκλοφορίας ...12, μάρκας ΥΑΜΑΗΑ, χρώματος λευκού, ιδιοκτησίας του Ι. Σ. του Γ., που οδηγούσε ο ίδιος. Ο ανωτέρω κατευθυνόταν, με την προαναφερόμενη δίκυκλη μοτοσικλέτα του, από την πόλη της …, με κατεύθυνση προς το αεροδρόμιο. Ο πρώτος εναγόμενος, όταν αντελήφθη τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του θανόντος, δεν τροχοπέδησε αλλά, αντιθέτως, επιτάχυνε την πορεία του οχήματος του, επειδή πίστευε ότι θα προλάβαινε να περάσει, όπως κατηγορηματικώς κατέθεσε και ο μάρτυρας απόδειξης, που κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Με την ως άνω περιγραφόμενη παράνομη, αιφνίδια και απότομη κίνηση του, έφραξε ολόκληρο το ρεύμα κυκλοφορίας της σ' αυτό κινούμενης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο Ι. Σ., μη καταλείποντας κανένα απολύτως περιθώριο αντίδρασης στον ανωτέρω οδηγό της μοτοσικλέτας, ο οποίος, παρά τον άμεσο αριστερό αποφευκτικό ελιγμό του και την πέδηση που επεχείρησε, δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση και προσέκρουσε τελικά, στην αριστερή μπροστινή πόρτα του ζημιογόνου αυτοκίνητου, με το μπροστινό τμήμα της μηχανής του.

Κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, ο Ι. Σ. πέφτοντας από την μηχανή, κτύπησε στο ζημιογόνο όχημα με το θώρακα (θωρακική κοιλότητα), με αποτέλεσμα να υποστεί πολλαπλά θλαστικά θωρακικά τραύματα. Αμέσως μετά την προπεριγραφόμενη σύγκρουση των δύο οχημάτων, η μοτοσικλέτα του Ι. Σ. εκσφενδονίσθηκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.

Η ανωτέρω περιγραφόμενη σύγκρουση υπήρξε σφοδρότατη και οδήγησε στον θανάσιμο τραυματισμό του Ι. Σ., που υπέκυψε στιγμιαία στα πολλαπλά τραύματα του. Όπως προκύπτει και από την από 9-9-2011 έκθεση νεκροψίας νεκροτομής του ιατροδικαστή Ι. Α., ο θανών απεβίωσε από θλαστικές θωρακικές κακώσεις. Ο Ι. Σ. μεταφέρθηκε άμεσα στο Νοσοκομείο … όπου απλά και διεγνώσθη ο θάνατος του, συνταχθείσης επί τούτου της με αριθμό …3 Τόμο ….66 και από 9-9-2011 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιαρχείου του Δήμου …..

Δέον να σημειωθεί ότι, μετά το τραγικό αυτό συμβάν, ο πρώτος των εναγομένων εγκατέλειψε στην άσφαλτο τον αιμόφυρτο Ι. Σ. και εξαφανίστηκε προς άγνωστη κατεύθυνση, προφανώς για να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεων του. Τελικά ο ίδιος παραδόθηκε στην αστυνομία, με την παρουσία συνηγόρου την επομένη ημέρα.

Για την πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης ευθύνεται αποκλειστικά ο πρώτος εναγόμενος, διότι επεχείρησε να εξέλθει από την είσοδο και όχι από την έξοδο του πρατηρίου υγρών καυσίμων όπου βρισκόταν και, εξερχόμενος παράνομα και αντικανονικά, επεχείρησε να εξέλθει με το όχημα του από τον ιδιωτικό χώρο του πρατηρίου και να εισέλθει επί της οδού ...

και δη στο ρεύμα κυκλοφορίας που οδηγεί από το Αεροδρόμιο προς την πόλη της …. διασχίζοντας και κόβοντας κάθετα και αιφνίδια το ρεύμα κυκλοφορίας που οδηγεί από την πόλη της … προς αεροδρόμιο, χωρίς να ελέγξει αρκούντως προσεκτικά την κίνηση των οχημάτων επί της ανωτέρω οδού και χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα διέλευσης στα καθέτως κινούμενα οχήματα, παρότι δε αντελήφθη την νομίμως κινούμενη μοτοσικλέτα του θανόντος, δεν της παραχώρησε προτεραιότητα και δεν τροχοπέδησε, ως όφειλε, αλλά, αντιθέτως, αποφάσισε να επιταχύνει και να παρεμβληθεί στην πορεία της και να προκληθεί η σύγκρουση.

Δεν αποδείχθηκε ούτε καν ότι προσπάθησε να ακινητοποιήσει το όχημα του. Ο ισχυρισμός του ότι κατά το χρόνο της σύγκρουσης είχε ήδη διασχίσει το μεγαλύτερο μέρος του ρεύματος πορείας προς Αεροδρόμιο, κρίνεται απορριπτέος, καθόσον, όπως αποδεικνύεται και από τις προσκομιζόμενες από τον ίδιο φωτογραφίες, η μοτοσικλέτα του θανόντος συγκρούσθηκε με την μπροστινή αριστερή πόρτα του αυτοκινήτου του.

Δεδομένου ότι η οδός ... είναι από τις πλέον πολυσύχναστες οδούς της …. ο εναγόμενος οδηγός όφειλε να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικός, μέχρι να βεβαιωθεί πλήρως ότι μπορούσε να εξέλθει ακίνδυνα από το πρατήριο υγρών καυσίμων. Δεν συμπεριφέρθηκε, όμως, ως όφειλε, αλλά θεώρησε ότι δεν υπήρχε κίνδυνος και έτσι σκεπτόμενος, εξήλθε από το πρατήριο υγρών καυσίμων, εισήλθε επί της οδού ...

και δη στο ρεύμα κυκλοφορίας που οδηγεί από αεροδρόμιο προς πόλη της … κόβοντας κάθετα και αιφνίδια το ρεύμα κυκλοφορίας που οδηγεί από την πόλη της … προς αεροδρόμιο, παρενεβλήθη στην πορεία της μοτοσικλέτας και προκάλεσε το ατύχημα. Η συμπεριφορά του αυτή δεν δικαιολογείται αντικειμενικά, όχι μόνον διότι η προαναφερόμενη οδός είναι πολυσύχναστη και, επομένως, ήταν πιθανό να πλησιάζουν οχήματα αλλά επίσης, και διότι πρόκειται για ευθεία οδό και ο εναγόμενος οδηγός είχε πλήρη ορατότητα επί της οδού και είχε τη δυνατότητα να παρατηρεί την κίνηση των οχημάτων.

Η συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου απέχει από την οδηγητική συμπεριφορά που θα επεδείκνυε ο μέσος συνετός οδηγός υπό τις ίδιες περιστάσεις. Πρόκειται για παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αμελή συμπεριφορά, η οποία οδήγησε στην πρόκληση της σύγκρουσης και στον εξ αυτής θανάσιμο τραυματισμό του Ι. Σ., οδηγού της προαναφερόμενης μοτοσικλέτας, ανεξαρτήτως των όποιων παραβιάσεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (άρθρα 4 παρ.3 και 26 παρ.4 ΚΟΚ).

Αντιθέτως, κανένα ποσοστό συνυπαιτιότητας στην επέλευση του ατυχήματος δεν αποδείχθηκε ότι βαρύνει τον θανόντα, ο οποίος οδηγούσε κανονικά τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του στο ρεύμα πορείας του, με ταχύτητα ίσως λίγο μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη, όπως προκύπτει από την προανακριτική ένορκη κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Μ.

Α., η οποία, όμως, σε καμία περίπτωση δεν συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος. Μάλιστα, ο μάρτυρας αυτός, καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι: "......εγώ πήγαινα 40-50 εκείνη τη στιγμή. Δεν πρέπει να είχε το μηχανάκι ταχύτητα άνω των 60 χλμ. Κράνος δεν φορούσε.

Η περιοχή είναι κατοικημένη. Πάτησε φρένο, προσπάθησε να κάνει ελιγμό αριστερά. Δεν υπήρχε χρόνος. Η απόσταση πρέπει να ήταν 10 μέτρων, μπορεί και λιγότερο.. ..και από το χτύπημα στο αυτοκίνητο και από το πέταγμα στα αριστερά, έπαθε ζημιές. Είχε κράσπεδο και κάγκελα.......δεν περίμενα ότι θα πεταχτεί ξαφνικά από το πρατήριο...

αλλά δεν είχαμε περιθώρια......". Ο θανών, οδηγώντας στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος πορείας προς Αεροδρόμιο, δεν κατάφερε, παρά τον άμεσο αριστερό αποφευκτικό ελιγμό που επεχείρησε και την πέδηση, μόλις αντιλήφθηκε την πορεία του οχήματος του πρώτου εναγομένου, να αποφύγει τη σύγκρουση, σε αντίθεση με τον ανωτέρω αυτόπτη μάρτυρα, ο οποίος, κινούμενος στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος πορείας του, επεχείρησε δεξιό αποφευκτικό ελιγμό και πέρασε οριακά από το πίσω μέρος του οχήματος του πρώτου εναγομένου, αποφεύγοντας τη σύγκρουση.

Από όλα τα ανωτέρω εκτεθέντα, ιδίως δε από αυτά που με κατηγορηματικό τρόπο κατέθεσε ο αυτόπτης μάρτυρας, Μ. Α., η αξιοπιστία του οποίου δεν αμφισβητείται, προκύπτει ότι αφενός μεν η ταχύτητα που είχε η μοτοσικλέτα του θανόντος, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν ήταν μεγάλη, δεν συνδέεται αιτιωδώς με τον θανάσιμο τραυματισμό του και τούτο, διότι η κίνηση του ζημιογόνου οχήματος ήταν τόσο απρόβλεπτη και ξαφνική, που ακόμα και αν ο θανών κινούνταν με την επιτρεπόμενη ταχύτητα, η σύγκρουση δεν θα ήταν δυνατόν να αποφευχθεί.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου επιρρωνύεται και από την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα, Μ. Α., ο οποίος κατέθεσε ενόρκως ενώπιον τούτου του Δικαστηρίου, ότι το ζημιογόνο όχημα ήταν μόλις σε απόσταση 10 μέτρων, μπορεί και λιγότερο, από το σημείο στο οποίο κινούνταν η μοτοσυκλέτα του θανόντος, μη αφήνοντας περιθώρια αντίδρασης σε αυτόν.

Στο σημείο αυτό αξίζει να τονισθεί ότι όταν ο πρώτος εναγόμενος επιχείρησε τον επικίνδυνο και παράνομο ελιγμό ευρίσκονταν σε απόσταση ολίγων μόνο μέτρων από την κανονικώς βαίνουσα μοτοσικλέτα του θανόντος. Αυτό το γεγονός, εξηγεί την έλλειψη ιχνών τροχοπέδησης εκ μέρους της μηχανής. Ήταν τόσο απότομη και απρόσμενη η κίνηση του οδηγού του αυτοκίνητου που δεν άφησε κανένα περιθώριο αποτελεσματικού αποφευκτικού ελιγμού στον οδηγό της μοτοσικλέτας.

Επομένως, η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος ως προς την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος που προβάλλει το δεύτερο εναγόμενο είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θανών, κατά τον χρόνο του τροχαίου ατυχήματος δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, ωστόσο, όμως, όπως προκύπτει κυρίως από το με αριθμό 483/2011 πιστοποιητικό θανάτου και από την με αριθμό 64/09.09.2011 έκθεση νεκροψίας νεκροτομής του ιατροδικαστή.

Ι. Α., ο θανών απεβίωσε κυρίως από θλαστικές θωρακικές κακώσεις.

Συνεπώς, παρά το γεγονός του ότι ο θανών δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, οι σωματικές βλάβες που οδήγησαν στο θάνατο του δεν συνδέονται αιτιωδώς με κρανιοεγκεφαλική βλάβη αλλά με τα πολλαπλά θλαστικά θωρακικά τραύματα που υπέστη και κατά συνέπεια η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος ως προς την έκταση της ζημίας που προβάλλει το δεύτερο εναγόμενο είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θανών, ήταν ηλικίας μόλις 37 ετών κατά το χρόνο του θανάτου του, εργαζόταν ως αυτοκινητιστής με φορτηγό δημοσίας χρήσης, που είχε στην ιδιοκτησία του. Ήταν γιος του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων και αδελφός του τρίτου ενάγοντα. Ο τραγικός και αιφνίδιος θάνατος του έχει βυθίσει σε βαθύτατο πένθος άπαντες τους ενάγοντες και ο πόνος τους είναι, πραγματικά, βαρύς και δυσβάστακτος.

Συνεπεία του ως άνω ατυχήματος απωλέσθη η ζωή ενός ανθρώπου, που, στο άνθος της ηλικίας του, ήταν ακόμη γεμάτος όρεξη για ζωή και διάθεση για προσφορά στους οικείους και στους φίλους του. Ιδίως για τους 1ο και 2η από τους ενάγοντες, τους γονείς του, αποτελούσε σπουδαίο στήριγμα, καθώς τον είχαν μεγαλώσει με φροντίδα και προσοχή και έβλεπαν σε αυτόν το ηθικό τους στήριγμα για το μέλλον.

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι ο θανών διέμενε μαζί με τους 1ο και 2η εκ των εναγόντων, κάτι που κάνει την αίσθηση της απώλειας ακόμα εντονότερη. Για τον 3ο από τους ενάγοντες αποτελούσε ηθικό στήριγμα. Η απώλεια του γιου και αδελφού τους, με τον οποίο είχαν στενούς συναισθηματικούς και οικογενειακούς δεσμούς, ο οποίος απεβίωσε κάτω από τραγικές συνθήκες, τις οποίες προκάλεσε αποκλειστικά ο πρώτος των εναγόμενων με την παράνομη συμπεριφορά του, κλόνισαν ισχυρότατα και βαθύτατα τους ενάγοντες, αφήνοντας ανεξίτηλα σημάδια λύπης, τα οποία, όπως είναι φυσικό, τους προξένησαν απερίγραπτο ψυχικό πόνο, επέφεραν σε αυτούς απερίγραπτο πλήγμα, αληθινή ψυχική οδύνη και δημιούργησαν δυσαναπλήρωτο κενό για όλη την υπόλοιπη ζωή τους.

Ο ξαφνικός θάνατος του προξένησε, ασφαλώς, έντονο ψυχικό άλγος στους ενάγοντες, λόγω της απώλειας ενός τόσο προσφιλούς σε αυτούς προσώπου. Επομένως, λαμβανομένων υπ' όψιν του αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στην πρόκληση της σύγκρουσης και του εξ αυτής επελθόντος θανάτου του Ι.

Σ., του είδους του προπεριγραφέντος συγγενικού και ψυχικού δεσμού των εναγόντων με τον θανόντα, της έντασης του ψυχικού άλγους που βίωσαν οι ενάγοντες, της ηλικίας, καθώς επίσης και της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών, με εξαίρεση αυτής του δεύτερου εναγομένου - εκκαλούντος Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης, του οποίου η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 1114/2000 ΕλλΔνη 41.1591), κρίνεται ότι πρέπει να επιδικασθεί στον πρώτο των εναγόντων το ποσό των 35.310,10 € και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον κάθε ένας από αυτούς, το ποσό των 74.689,90 €, στη δεύτερη των εναγόντων πρέπει να επιδικασθεί το ποσό των 39.000,10 € και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλουν, εις ολόκληρον κάθε ένας από αυτούς, το ποσό των 70.999,90 € και στον τρίτο των εναγόντων πρέπει να επιδικασθεί το ποσό των 25.341,10 € και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον, κάθε ένας από αυτούς, το ποσό των 44.658,90 €, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης με αριθ. 858/ 2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, η οποία, κατά παραδοχή εν μέρει της αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος και του Λ. Ν. του Σ., είχε επιδικάσει υπέρ των εναγόντων 1) ως αποζημίωση από την ολοσχερή καταστροφή της μοτοσικλέτας και έξοδα μνημείου 4.356,60, 666,60 και 4.325,60 ευρώ στον πρώτο, δεύτερη και τρίτο ενάγοντα, αντίστοιχα, και 2) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης 110.000 ευρώ στον καθέναν από τους δύο πρώτους ενάγοντες και 70.000 ευρώ στον τρίτο ενάγοντα.

Από τις πιο πάνω δε παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 330 και 914 Α.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά α) με την έλλειψη οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας στο πρόσωπο του θανατωθέντος οδηγού της μοτοσικλέτας στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και του εντεύθεν θανάσιμου τραυματισμού του και τη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 300 Α.Κ.

και β) με την έλλειψη οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας του ίδιου, ως άνω, προσώπου στην έκταση της ζημίας, δηλ. του θανάσιμου τραυματισμού του, λόγω έλλειψης κράνους και τη μη εφαρμογή της ίδιας, ως άνω, διάταξης. Ειδικότερα, καθόσον αφορά την ως άνω με στοιχείο α' αιτίαση, που εστιάζεται στην ταχύτητα της μοτοσικλέτας (που δεν εξειδικεύεται) και την τροχοπέδηση αυτής, η προσβαλλόμενη απόφαση με επάρκεια και σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις δέχεται, προκειμένου να απορρίψει την ένσταση του αναιρεσείοντος περί συνυπαιτιότητας του οδηγού της μοτοσικλέτας, ότι αυτός οδηγούσε κανονικά τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του στο ρεύμα πορείας του με ταχύτητα λίγο μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, η οποία δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη σύγκρουση των οχημάτων και τον εξ' αυτής επελθόντα θανάσιμο τραυματισμό του, διότι ο πρώτος εναγόμενος εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας που έβαινε ο οδηγός της μοτοσικλέτας, αιφνιδιαστικά, διασχίζοντας και κόβοντας κάθετα το ρεύμα πορείας του, ενώ η απόσταση από το σημείο στο οποίο βρισκόταν η μοτοσικλέτα κατά τη στιγμή που εισήλθε στο ρεύμα πορείας αυτής ήταν μόλις 10 μέτρα και ως εκ τούτου ακόμη και αν ο οδηγός της μοτοσικλέτας εκινείτο με την επιτρεπόμενη ταχύτητα των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα η σύγκρουση των οχημάτων και ο εξαιτίας αυτής θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού της μοτοσικλέτας ήταν αναπόφευκτος, λόγω δε της ως άνω μικρής απόστασης μεταξύ των δύο οχημάτων ο οδηγός της μοτοσικλέτας δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση παρά τον άμεσο προς τα αριστερά αποφευκτικό ελιγμό που επιχείρησε και την πέδηση.

Ωσαύτως, η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την με στοιχείο β' αιτίαση με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, δέχεται, ότι ο θανών απεβίωσε από θλαστικές θωρακικές κακώσεις και συνεπώς, παρά το γεγονός ότι αυτός δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, η έλλειψη αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με το θάνατό του δεδομένου ότι αυτός οφείλεται στα πολλαπλά θλαστικά θωρακικά τραύματα που υπέστη.

Συνεπώς οι δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του, καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στα προαναφερθέντα ποσά 110.000 ευρώ για κάθε γονέα και 70.000 ευρώ για τον αδελφό, παραβίασε, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, με το να μην εφαρμόσει την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον τα επιδικασθέντα ως άνω ποσά, κατά την κοινή πείρα τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς εκείνα που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.

Επομένως είναι βάσιμος ο τρίτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, με τον οποίο θα αναιρεσείων αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 §1, 5 §1 και 2, 20, 25 §1 (εδ.

δ') του Συντάγματος, 3, 6, 8, 14 της ΕΣΔΑ και 932 του Α.Κ., επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, από τον θανάσιμο τραυματισμό του στενού συγγενούς τους, τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία, όμως, είναι υπέρμετρα και δυσαναλόγως μεγάλα σε σχέση με αυτά, που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος).

Κατά την άποψη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου τούτου, της Αρεοπαγίτη Ζαμπέτας Στράτα Εισηγήτριας, το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς εκείνα που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής, που παρατίθεται στην απόφαση.

Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση κατά τον τρίτο λόγο αυτής να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο εκδόσαν Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλο, πλην εκείνου που δίκασε (άρθρο 580 §3 Κ.Πολ.Δ.) και διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στο καταθέσαν αναιρεσείον (άρθρο 495 §3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189, 191 §2 Κ.Πολ.Δ.) όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται εν μέρει την από 12-2-2018 αίτηση για αναίρεση της 160/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας, κατά πλειοψηφία.

Αναιρεί εν μέρει κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο την 160/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στο αναιρεσείον. και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες διακόσια (3.200) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ