Appeal dismissed because the defendant was properly summoned and the lower court correctly rejected the claim as abusive.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a first-instance judgment regarding the abuse of the right to withhold work. The appellants argued that the lower court erred in finding their claims abusive, while the respondent company contended that the appellants' actions were legally unfounded. The court ruled that the appeal was inadmissible because the respondent company had been properly and timely summoned to the hearing, satisfying the procedural requirements for the appeal to proceed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110 para. 2, 498 para. 1, 568 para. 1, 2, 4 and 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure: If the opposing party to the hearing is absent, the Supreme Court must verify whether the summons was lawfully and timely served; if so, the hearing proceeds in their absence, and the appeal is dismissed if the substantive claim is found abusive.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 674 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 674 / 2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1)A. (Α.) S. (Σ.) του B., κατοίκου ... και 2)Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Μαρκέτο, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει ..., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15/6/2011 (με αριθμό κατάθεσης .../2011) και από 11/10/2012 (με αριθμό κατάθεσης .../2012) αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και την από 10/12/2012 (με αριθμό κατάθεσης .../2013) συμπληρωματική αγωγή του 2ου των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6092/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 98/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 9/6/2015 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 677/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 31/1/2017 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λουκάς Μόρφης ανέγνωσε την από 12/2/2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απολείπεται ο αντίδικος του επιμεληθέντος της συζητήσεως διαδίκου, εξετάζει ο Άρειος Πάγος εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε, εάν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, προβαίνει στην συζήτηση εν απουσία αυτού.
Στην προκειμένη υπόθεση, με την από 31ης Ιανουαρίου 2017 κλήση των αναιρεσειόντων - καλούντων φέρεται προς συζήτηση κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο η υπό κρίση από 9ης Ιουνίου 2015 αίτηση αναιρέσεως μετά την έκδοση της υπ' αριθμόν 677/2016 αποφάσεως του Τμήματος τούτου, με την οποία εκηρύχθη απαράδεκτη η συζήτηση.
Από τις υπ' αριθμούς .../26 Οκτωβρίου 2015 και .../4 Μαΐου 2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού της περιφερείας του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Κ. προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και της ως άνω κλήσεως αντιστοίχως έχουν νομίμως και εμπροθέσμως κατά τις διατάξεις των άρθρων 122 επ., 498, 499 και 568 ΚΠολΔ επιδοθεί επιμελεία των αναιρεσειόντων - καλούντων στην αναιρεσίβλητο - καθ' ης η κλήση, η οποία δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο, συνεπώς η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να χωρήσει εν απουσία αυτής.
Επειδή, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 98/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, εκδοθείσης αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία απερρίφθη η από 23ης Δεκεμβρίου 2013 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμόν 6092/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, καθ' ο μέρος είχε δι' αυτής απορριφθεί η υπ' αριθμόν καταθέσεως .../2012 αγωγή αυτών κατά της αναιρεσιβλήτου, αφορώσα εργατική διαφορά, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ, πρέπει συνεπώς κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται και επί της συμβάσεως εργασίας, εν συνδυασμώ προς τις διατάξεις των άρθρων 353, 648 και 656 ΑΚ, συνάγεται ότι, εάν ο εργαζόμενος έχει κατά του εργοδότη ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή προς την εργασία του, δικαιούται να αρνηθεί την παροχή αυτής, έως ότου ο εργοδότης εκπληρώσει την εν λόγω υποχρέωσή του, οπότε κατά το χρονικό διάστημα ασκήσεως του δικαιώματος επισχέσεως, ο εργαζόμενος απαλλάσσεται οριστικώς της υποχρεώσεως παροχής της εργασίας, μη υποχρεούμενος μετά την άρση της επισχέσεως στην παροχή της εν λόγω εργασίας σε άλλον χρόνο, ενώ ο εργοδότης είναι υπερήμερος και οφείλει αποδοχές υπερημερίας.
Δεν επάγεται όμως υπερημερία του εργοδότη η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως, η υπερβαίνουσα κατά την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ τα όρια της καλής πίστεως ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, ιδίως όταν δεν υπάρχει χρονικώς αξιόλογη καθυστέρηση εκπληρώσεως της υποχρεώσεως του εργοδότη, ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα αυτού, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραγία ή σε εξαιρετικώς δυσμενείς περιστάσεις, ή όταν η επίσχεση προκαλεί δυσανάλογη ζημία στην επιχείρηση σε σχέση με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιοπίστου και αξιοχρέου εργοδότη ή όταν η ληξιπρόθεσμη οφειλή είναι ασήμαντη.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Στην κρινομένη υπόθεση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Δυνάμει συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, που υπογράφηκαν στον Κορυδαλλό, μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης, την 1-4-2008 και 6-10-2007, αντιστοίχως, η δεύτερη, που δραστηριοποιείται στον κατασκευαστικό κλάδο, προσέλαβε τους πρώτους για να εργασθούν, ο μεν πρώτος με την ειδικότητα του βοηθού χειριστή μηχανημάτων έργου, ο δε δεύτερος με την ειδικότητα του μηχανικού αυτοκινήτων.
Ειδικότερα, ο πρώτος παρείχε τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση της εναγομένης έως τις 8-9-2009, με συμφωνημένο ημερομίσθιο 47,236 και επαναπροσλήφθηκε στις 29-6-2009, με συμφωνημένο ημερομίσθιο 59,16. Επίσης, ο δεύτερος ενάγοντας, παρείχε τις υπηρεσίες του έναντι αρχικού συμφωνημένου ημερομισθίου 43,296, το οποίο τελικώς αναπροσαρμόσθηκε στο ποσό των 49,26.
Οι ενάγοντες, οι οποίοι εργάζονταν και υπερωριακώς και κατά τις ημέρες του Σαββάτου, παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη έως τις 27-7-2010 και 31-5-2010 αντιστοίχως, οπότε προέβησαν έκτοτε σε επίσχεση εργασίας, διεκδικώντας την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-12-2009 έως 30-6-2010, ο πρώτος και από 1-12-2009 έως 31-5-2010, ο δεύτερος.
Να σημειωθεί, ότι στην ίδια ενέργεια δηλαδή σε επίσχεση εργασίας, είχαν προβεί και άλλοι εργαζόμενοι της εναγομένης, για τον ίδιο λόγο. Ακολούθως, οι ενάγοντες άσκησαν κατά της εναγομένης τις από 28-7-2010 (με αριθμούς 8140 και 8141, αντιστοίχως) αγωγές τους, με τις οποίες ζήτησαν την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους, επί των οποίων εκδόθηκαν οι με αριθμούς 1045/2011 και 1044/2011 αποφάσεις αντιστοίχως, που επικυρώθηκαν με τις με αριθμούς 554/2012 και 544/2012 αποφάσεις αυτού του Δικαστηρίου, που έκανε μερικώς δεκτές τις αγωγές, επιδικάζοντάς τους τα αναφερόμενα σε αυτές ποσά.
Εν συνεχεία οι ενάγοντες, επικαλούμενοι την εξακολούθηση της επισχέσεως εργασίας έως σήμερα, άσκησαν τις επίδικες αγωγές, ζητώντας τα παραπάνω. Ωστόσο αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη, άρχισε περίπου από το έτος 2009, να καθυστερεί και στη συνέχεια να μην καταβάλει πλήρεις τις αποδοχές των μισθωτών της, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, οι οποίοι όμως δικαιώθηκαν με τις προαναφερθείσες αποφάσεις που τους επιδίκασαν τα αναφερόμενα σε αυτές ποσά, κρίνοντας την έως τότε επίσχεση εργασίας ως νόμιμη, αφού αφορούσε ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις τους.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη είναι εταιρία δραστηριοποιούμενη πλέον της 35ετίας στον κατασκευαστικό κλάδο, αναλαμβάνοντας μεγάλα έργα, όπως μεταξύ άλλων και πολλές από τις ολυμπιακές αθλητικές εγκαταστάσεις, και απασχολώντας μεγάλο αριθμό εργαζομένων (περίπου 300). Ήταν δε πάντοτε συνεπής στις υποχρεώσεις της προς τους εργαζομένους και τους τρίτους, έχοντας καταστεί αξιόπιστη και αξιόχρεη στη σχετική αγορά.
Εντούτοις, από το έτος 2009, η εναγομένη άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, εξαιτίας της γενικευμένης οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα, και ιδιαίτερα τον κατασκευαστικό κλάδο και άρχισε να καθυστερεί η πληρωμή της από τον κύριο εργοδότη της που ήταν το Δημόσιο (καθώς αναλάμβανε κυρίως δημόσια έργα).
Η επιδείνωση των οικονομικών της υπήρξε ραγδαία και συγκεκριμένα μειώθηκαν δραστικά τα έσοδά της, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της τόσο προς τους εργαζομένους της όσο και προς τρίτους δηλαδή προμηθευτές, τράπεζες κλπ. Συνεπεία αυτής της καταστάσεως, πολλοί από τους εργαζομένους της άσκησαν το δικαίωμα της επισχέσεως εργασίας και ακολούθως προσέφυγαν στα δικαστήρια, αξιώνοντας τις δεδουλευμένες και μη καταβληθείσες αποδοχές τους καθώς και μισθούς υπερημερίας, για το διάστημα της επισχέσεως.
Παράλληλα η εναγομένη, με την από 26-11-2010 αίτησή της ενώπιον του αρμοδίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ζήτησε την υπαγωγή της στην τότε ισχύουσα διαδικασία συνδιαλλαγής, καθώς και τη λήψη προληπτικών μέτρων. Με την 127/2011 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, διατάχθηκε το άνοιγμα της συνδιαλλαγής. Τελικώς, με την από 28-9-2012 αίτησή της, η εναγομένη ζήτησε την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης στην οποία είχε καταλήξει με την εκ του νόμου προβλεπόμενη πλειοψηφία των πιστωτών της, η οποία επικυρώθηκε με την 5943/2012 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου.
Με τον τρόπο αυτό, η εναγομένη επέλεξε, επεδίωξε και τελικώς πέτυχε να διατηρήσει την επιχείρησή της, γεγονός που εξυπηρετεί την οικονομία και τους εργαζομένους της αλλά και οδηγεί στη δημιουργία εισοδήματος για την ικανοποίηση των δανειστών της και την τήρηση της συμφωνίας. Ωστόσο, η εναγομένη αναλαμβάνει πλέον άκρως περιορισμένο αριθμό έργων, με αποτέλεσμα να χρειάζεται περιορισμένο αριθμό προσωπικού, όλων των ειδικοτήτων, μη δυνάμενη να απασχολήσει το σύνολο των εργαζομένων που διατηρούσε στο παρελθόν, αφού δεν μπορεί αντικειμενικά να τους απασχολήσει, λόγω ελλείψεως αντικειμένου εργασίας και δεν δύναται να τους καταβάλει τις αποδοχές τους.
Η δε δυσχερής κατάσταση της οικονομίας της χώρας, βαίνει συνεχώς επιδεινούμενη, χωρίς να εξαρτάται από τις ενέργειες ή τη θέληση της εναγομένης. Το γεγονός δε, ότι η εναγομένη, όταν άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, δεν προέβη σε απολύσεις εργαζομένων της, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, οφείλεται όχι σε κακοβουλία της και σε προσπάθεια εξαναγκασμού των εργαζομένων της να παραιτηθούν, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, αλλά επειδή θα υποχρεωνόταν να καταβάλει υπέρογκες αποζημιώσεις απολύσεως, που θα επιβάρυναν ακόμη περισσότερο την ήδη δυσμενή οικονομική θέση στην οποία είχε περιέλθει.
Αντί αυτού, και παράλληλα με τις ανωτέρω ενέργειες (αίτηση συν/γής κλπ), επέλεξε την τμηματική εξόφληση ποσών προς τους εργαζομένους, ιδίως σε έργα που είχε αναλάβει και εκτελούνταν, προκειμένου αυτά να περατωθούν και να παραδοθούν εγκαίρως, για να αποφευχθεί περαιτέρω επιβάρυνση της οικονομικής της θέσεως, ενώ προέβη και σε προσημειώσεις ακινήτων της ακόμη και της προσωπικής περιουσίας του νομίμου εκπροσώπου της και βασικού μετόχου της, παρά τους περί του αντιθέτου αβάσιμους ισχυρισμούς των εναγόντων.
Προσπαθούσε δε καθ' όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, να ικανοποιεί, με καθυστέρηση μεν αλλά συμμέτρως, όλους τους εργαζομένους της. Όλα δε τα παραπάνω περιστατικά ήταν γνωστά στο σύνολο των εργαζομένων της καθώς ο ίδιος ο νόμιμος εκπρόσωπός της είχε μεταβεί σε όλα τα εργοτάξια της εταιρίας και είχε ενημερώσει τους εργαζομένους για τις δυσκολίες που υπήρχαν, ενώ όλοι ήταν ενήμεροι για τις προαναφερθείσες προσπάθειες της εναγομένης για ανάκαμψη, αφού κάποιοι εκ των εργαζομένων της είχαν παρέμβει και στις σχετικές δίκες, όπως και οι ενάγοντες.
Να σημειωθεί εδώ, ότι ενώ στη δίκη για την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης παρενέβησαν πολλοί εργαζόμενοι, οι οποίοι ζήτησαν την αποδοχή της αιτήσεως, στηρίζοντας την προσπάθεια εξυγίανσης της εναγομένης εργοδότριάς τους, που θα ωφελούσε εμμέσως και αυτούς, οι ενάγοντες ζήτησαν, με κύρια παρέμβασή τους και κατά το κύριο αίτημά τους, την απόρριψη της αιτήσεως και δεν παρενέβησαν υπέρ αυτής όπως αβασίμως ισχυρίζονται (βλ την 5943/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά).
Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω, η άρνηση της εναγομένης να δεχθεί εφεξής δηλαδή από το Νοέμβριο του έτους 2010, τις υπηρεσίες των εναγόντων, δεν οφείλεται σε κακοβουλία της, η δε συμπεριφορά των εναγόντων να εμμένουν στην επίσχεση εργασίας, από τον Νοέμβριο του έτους 2010 και εφεξής, διεκδικώντας μισθούς υπερημερίας και τις λοιπές παροχές, δεν εξυπηρετεί πλέον τα συμφέροντά τους αλλά γίνεται με μοναδικό σκοπό την άσκηση πίεσης σε βάρος της εναγομένης, της οποίας θα δυσχερανθεί η προσπάθεια εξυγίανσης, με σοβαρό κίνδυνο ανατροπής της συμφωνίας με τους δανειστές αλλά και δυσχέρειας στην τήρηση των όρων της 5943/2012 αποφάσεως (που αφορούν και τους ενάγοντες και άλλους εργαζομένους, ως προς τις επιδικασθησόμενες απαιτήσεις τους) καθώς και κίνδυνο μη πληρωμής των νυν εργαζομένων της, και επομένως το σχετικό δικαίωμά τους ασκείται πλέον καταχρηστικά, κατά την έννοια που εκτέθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Να σημειωθεί εδώ, ότι όταν το Σεπτέμβριο του έτους 2010, τον Οκτώβριο του έτους 2010 και το Μάρτιο του έτους 2011, συζητήθηκαν οι πρώτες αγωγές εργαζομένων της εναγομένης, με αντικείμενο την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών και μισθών υπερημερίας λόγω επισχέσεως εργασίας, η εναγομένη δεν προέβαλε την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, αποδεχόμενη αφενός μεν το δίκαιο των αιτημάτων των εργαζομένων της και αφετέρου διότι πίστευε ότι θα ανέκαμπτε οικονομικά, ενόψει και των ενεργειών στις οποίες είχε προβεί προς αυτήν την κατεύθυνση.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως δηλαδή ως καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων περί επισχέσεως εργασίας για το από Νοέμβριο του έτους 2010 και εφεξής χρονικό διάστημα, δεχόμενο ως βάσιμη την υποβληθείσα από την εναγομένη ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεώς του, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός περί του αντιθέτου λόγος της κρινομένης εφέσεως και η τελευταία στο σύνολό της ως αβάσιμη".
Υπό τις ως άνω παραδοχές, επί των οποίων εστήριξε την απορριπτική της εφέσεως κρίση του το Εφετείο, αφ' ενός ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 281, 325, 353, 648 και 656 ΑΚ, αφού τα ανελέγκτως υπ' αυτού γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι η παράλειψη της αναιρεσιβλήτου να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις της έναντι των αναιρεσειόντων και να τους απασχολήσει ή να τους απολύσει εγκύρως δεν είναι προϊόν κακοβουλίας ή δυστροπίας αλλά υπαρκτής οικονομικής αδυναμίας, εν όψει της οποίας η άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως εργασίας δεν είναι εφεξής πρόσφορη να οδηγήσει σε ικανοποίηση των απαιτήσεων των αναιρεσειόντων, και ότι η περαιτέρω εμμονή αυτών στην επίσχεση της εργασίας ως μέσο πιέσεως της αναιρεσιβλήτου δυσχεραίνει κατά σημαίνοντα λόγο την προσπάθεια εξυγιάνσεως αυτής, ενώ δεν εξυπηρετεί πλέον τα συμφέροντα των ιδίων, ενέχουσα τον σοβαρό κίνδυνο της ανατροπής της συμφωνίας με τους δανειστές λόγω αδυναμίας τηρήσεως των όρων της υπ' αριθμόν 5943/2012 αποφάσεως σχετικώς με τις απαιτήσεις των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και των ιδίων των αναιρεσειόντων, αλλά και της αδυναμίας πληρωμής των κατά τον ενεστώτα χρόνο απασχολουμένων στην εταιρία, με εντεύθεν περαιτέρω επιβάρυνση της οικονομικής της θέσεως και παύση της λειτουργίας της, συνολικώς εκτιμώμενα, θεμελιώνουν πλήρως την καταχρηστικότητα της περαιτέρω ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσειόντων ως καθ' υπέρβαση των ορίων των επιβαλλομένων από την καλή πίστη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό αυτού, αφ' ετέρου δεν εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δεν ώφειλε δε να περιλάβει περαιτέρω ως αναιρετικά της υπαιτιότητος της αναιρεσιβλήτου στοιχεία, εάν αυτή είχε φροντίσει να μειώσει το εργατικό κόστος της επιχειρήσεώς της με την εφαρμογή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας ή την θέση των εργαζομένων σε διαθεσιμότητα, ούτε να προσδιορίσει το συγκεκριμένο κόστος των απολύσεων του πλεονάζοντος προσωπικού.
Συνεπώς πάντες οι λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος του νικώντος διαδίκου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9ης Ιουνίου 2015 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 98/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ