Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling violation of substantive law requires specific error in application.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a lawyer's fee dispute. The appellant argued that the lower court violated substantive law by rejecting a specific fee calculation based on a presumed deficit, and failed to consider an expert affidavit. The court rejected these claims, holding that a violation of substantive law requires a clear error in application or interpretation, which was absent here, and that the lower court properly considered the evidence presented without needing to address every specific item individually.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1)(a) and (11)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on violation of substantive law is inadmissible if it concerns procedural rules, and a violation of substantive law is not established when the lower court's decision does not show a false interpretation or erroneous application of the law despite the existence of the relevant conditions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 674 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 674/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Ρ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ν. Ν. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κατερίνα Ζερβομπεάκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2008 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5487/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-10-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 3-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο αναιρεσείων αυτοπροσώπως ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ.559 αριθ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005). Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται, κατά τα προεκτεθέντα, στην παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και επομένως δεν στοιχειοθετείται και είναι απαράδεκτος, όταν αφορά παραβίαση δικονομικών διατάξεων (ΑΠ 1716/2009). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθ.14 του αυτού άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ο λόγος δε αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1118/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί της ένδικης αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος δικηγόρου κατά του τώρα αναιρεσιβλήτου με αντικείμενο αμοιβή του για δικαστικές και εξώδικες ενέργειές του που αφορούσαν αγωγή λογοδοσίας του αναιρεσιβλήτου κατά τρίτου προσώπου, με την προσβαλλομένη 5487/2011 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων ενάγων, δικηγόρος Αθηνών, άσκησε για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου εναγομένου στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς την από 24-1-2008 αγωγή λογοδοσίας κατά (1) της αλλοδαπής εταιρείας "ΜΑΡΙΑ ΜΑΡΙΤΑΪΜ ΕΣ ΕΪ" (2) της αλλοδαπής εταιρείας "ΦΙΛΙΚΟ ΜΑΡΟΤΑΪΜ ΕΣ ΕΪ" (3) του Δ.
Ι. και (4) του Μ. Μ. με αίτημα να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εκείνοι να καταθέσουν στην γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου λογαριασμό-κατάλογο με αντιπαράθεση των εσόδων και εξόδων του ενδίκου πλοίου καθώς και ότι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή, για το εκεί χρονικό διάστημα, να επισυνάψουν στον λογαριασμό-κατάλογο αυτόν τα δικαιολογητικά-παραστατικά έγγραφα για κάθε μία χρέωση και πίστωση να υποχρεωθούν (σε περίπτωση που δεν καταθέσουν τον λογαριασμό-κατάλογο ούτε τα δικαιολογητικά-παραστατικά) να καταβάλουν στον εναγόμενο και ενάγοντα της δίκης εκείνης το ποσό των 197.515,67 € κλπ., ότι στην ως άνω αγωγή λογοδοσίας, αντίγραφο της οποίας με κλήση για παράσταση κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 21-10-2008, καθώς και για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς την 7-2-2008 στο γραφείο του δικηγόρου του εναγομένου, τότε ενάγοντος, επιδόθηκε στους εναγομένους της δίκης εκείνης, δεν είχε περιληφθεί αξίωση καταβολής του εικαζομένου ελλείμματος, το δε επικουρικό αίτημα περί καταβολής στον ενάγοντα της δίκης εκείνης του ποσού των 197.515,76 € δεν αφορούσε εικαζόμενο έλλειμμα, αλλά στο ποσό αυτό ανερχόταν η αξίωση του τότε ενάγοντος (εναγομένου στην παρούσα δίκη) κατά των εκεί εναγομένων, από το οποίο ποσό 178.490 € κατέβαλε αυτός, κατά τους ισχυρισμούς του, προκειμένου να αγοράσει ποσοστό 15% των μετοχών της, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή θα αγόραζε το φορτηγό πλοίο "A…", διαχειρίστρια του οποίου θα ήταν η 2η εναγομένη, νόμιμος δε εκπρόσωπος αυτής και της 1ης εναγομένης ήταν ο 3ος εναγόμενος και ουσιαστικός πλοιοκτήτης του πλοίου ο 4ος εναγόμενος και για ποσό 19.025,67 € εξέδωσε αυτός (ενάγων της δίκης εκείνης) πέντε μεταχρονολογημένες μετοχές ως δάνειο προς την διαχειρίστρια του πλοίου 2η εναγομένη, ότι μεταξύ του ενάγοντος δικηγόρου και του εναγομένου πελάτη του δεν συμφωνήθηκε το ύψος της αμοιβής του πρώτου για την σύνταξη και άσκηση της αγωγής λογοδοσίας και κατά συνέπεια ο ενάγων εδικαιούτο να λάβει ως αμοιβή, με βάση το αίτημα της αγωγής εκείνης, το ελάχιστο ποσό για τις μη αποτιμητές σε χρήμα διαφορές που ορίζουν οι διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων κλπ., ότι στην προκειμένη περίπτωση το αίτημα της αγωγής λογοδοσίας δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση και ως εκ τούτου ο ενάγων δεν εδικαιούτο την ζητηθείσα αμοιβή ποσοστού 2% επί του ποσού των 1.101.436,5 €, ύψους 22.028,73 €, στο οποίο ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή του ότι ανέρχεται το εικαζόμενο έλλειμμα και συνεπώς το ζητούμενο ως άνω κονδύλιο αμοιβής ύψους 22.028,73 € είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, ότι, εφόσον δεν υπάρχει σχετικό αίτημα του ενάγοντος το δικαστήριο δεν μπορεί να προσδιορίσει το ύψος της αμοιβής του με βάση το επικουρικά αίτημα της αγωγής για την καταβολή ποσού 197.5151,67 €, αλλά ούτε και με βάση τις οριζόμενες αμοιβές για τις μη αποτιμητές σε χρήμα διαφορές σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και της σχετικής ΚΥΑ, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υποχρέωσε τον εναγόμενο, κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής, να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.226,75 € ως αμοιβή και έξοδα για άλλες δικαστικές και εξώδικες ενέργειές του σα πλαίσια της δίκης εκείνης.
Σε σχέση με την απόρριψη εκ μέρους του Εφετείου της ως άνω αξίωσής του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προβάλλει τις αναιρετικές πλημμέλειες : (α) Με το α' σκέλος του λόγου αυτού από τον αριθ1 του άρθ.559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο "παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 473 του ΚΠολΔ".
Κατά το σκέλος του αυτού ο ερευνώμενος εδώ λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η διάταξη του άρθ.473 ΚΠολΔ είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου (β) Με το β' σκέλος του από τον αριθ.14 του ίδιου άρθρου, επικουρικά, ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο "ως δήθεν μη διαλαμβανόμενο (=ελλείπον) υποχρεωτικό αίτημα της αγωγής λογοδοσίας ...
περί καταβολής ελλείμματος ...". Κατά το σκέλος αυτό ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η συναφής αξίωση του ενάγοντος απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ, τέλος, ως προς το γ' σκέλος του από τον αριθ.1 του ως άνω άρθρου για ευθεία παραβίαση λόγω μη εφαρμογής της ως προς την απορριφθείσα αξίωση του ενάγοντος της διάταξης του άρθ.121§1 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων που ορίζει ότι "Διά την σύνταξιν κυρίας ή παρεμπιπτούσης αγωγής περί λογοδοσίας, το ελάχιστον όριον αμοιβής κανονίζεται κατά το άρθρον 100 επί τη βάσει του εικαζομένου ελλείματος" ως αβάσιμος, διότι η ως άνω διάταξη δεν ήταν εφαρμοστέα και ορθά δεν εφαρμόσθηκε, καθόσον κατά τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλομένη, αλλά σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην αγωγή (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) τέτοιο "εικαζόμενο έλλειμμα" και αντίστοιχος ισχυρισμός με συναφές αίτημα δεν περιέχονταν σ' αυτήν.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τ' αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου, καθόσον καμία διάταξη δεν επιβάλλει αυτήν και μόνον αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, ενώ από την αναφορά στην απόφαση των αποδεικτικών μέσων και δη εγγράφων που κατά την εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας είχαν ιδιαίτερη αποδεικτική αξία και σημασία δεν συνάγεται κατ' ανάγκην ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά (ΑΠ 49/2015, 947/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την διαλαμβανομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, και τη νομότυπα ληφθείσα 6289/2008 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και την ως άνω ένορκη βεβαίωση και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 περ.11γ' ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-10-2014 αίτηση του Α. Ρ. για αναίρεση της 5487/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ