Supreme Court suspends appeal hearing pending Full Bench ruling on constitutional equality issue regarding public sector salary supplements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court suspended the appeal hearing regarding the constitutionality of a public sector salary supplement. The government challenged the lower court's finding that denying this supplement violated the principle of equality, while the plaintiffs argued it was a mandatory right. The court decided to postpone the case to avoid conflicting rulings with a pending Full Bench decision on the same legal issue.
Legislator headnote
AI generatedArt. 249 KPolD; When a pending appeal depends on a constitutional issue already referred to the Full Bench for a final ruling, the court must suspend the proceedings to ensure uniformity and prevent contradictory decisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 674 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 674/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Δημόπουλο Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Π. του K. κατοίκου ..., 2) Π. Τ. του Χ. κατοίκου ..., 3) Ε. Α. του Α., κατοίκου ..., 4) Γ. Μ. του Χ. κατοίκου ..., 5) Δ. Χ. του Α., κατοίκου ..., 6) Χ. Τ. του Γ. κατοίκου ..., 7) Β. Δ. του Κ. κατοίκου ..., 8) Σ. Ν. του Α. κατοίκου ..., 9) Σ. Χ. του Γ. κατοίκου ..., 10) Γ. Δ. του Σ. κατοίκου ....
Οι υπό στοιχεία 1, 2, 3, 5, 6, 7, 8, 9, 10 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καρακώστα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Ο υπό στοιχείο 4 αναιρεσίβλητος, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/3/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1267/2007 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 280/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησε το αναιρεσείον με την από 22/3/2010 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 941/2011απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με την από 21/1/2012 κλήση τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1139/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση εκ νέου απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν εκ νέου προς συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με την από 17/6/2013 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Τρούσας, ανέγνωσε την από 29/04/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 17-6-2013 κλήση των αναιρεσιβλήτων, πλην του τετάρτου από αυτούς Γ. Μ., μετά τη έκδοση της 1139/2013 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 12-2-2013. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίστηκε ούτε κατέθεσε δήλωση κατ'άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων (Γ. Μ.), ο οποίος όμως κλήθηκε για να παραστεί στην παρούσα συζήτηση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους παριστάμενους αναιρεσεσίβλητους έκθεση επιδόσεως .../ 4-11-2013 της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Τ. Π. Π.. Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία του νομίμως κλητευθέντος ως άνω διαδίκου, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ., αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου‚ να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικά ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητικά αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διατάξεως αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγήν εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά στο άρθρο 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται και οι διατάξεις του άρθρου 249 Κ.Πολ.Δ., γιατί η απαρίθμηση στο πρώτο άρθρο δεν είναι αποκλειστική, προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, να διατάξει την αναβολή (αναστολή) της δίκης, όταν η διάγνωση της διαφοράς, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του, εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την επίλυση του νομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου και συναρτάται με έννομη σχέση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη γέννηση του επιδίκου δικαιώματος‚ ενώ παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος , θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού.
Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την υπ' αριθμ. 280/2010 απόφασή του, δέχθηκε, ότι η μη χορήγηση στους ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητους), οι οποίοι συνδέονται με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και πληρούν τη μοναδική προϋπόθεση που τίθεται από το νόμο, (την υπαγωγή τους στο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης), της παροχής των 176 ευρώ του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002‚ συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος).
Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου που είχε απορρίψει την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητους) την παροχή των 176 ευρώ, του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002.
Την κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προσβάλλει το αναιρεσείον, με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 13 του Ν. 2738/1999, 14 του Ν. 3016/2002 και 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003.
Όμως , η ευδοκίμηση ή μη του λόγου αυτού αναιρέσεως, εξαρτάται από την κρίση για το ζήτημα, της επέκτασης ή μη, κατ' εφαρμογή της συνταγματική ς αρχής της ισότητας (άρθρα 4 παρ. 1 του Συντάγματος)‚ της χορήγησης της παροχή ς των 176 ευρώ και σε κατηγορίες υπαλλήλων για τους οποίους δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του Ν. 3016 / 2002, το οποίο, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας‚ διότι αφορά σε μεγάλη κατηγορία εργαζομένων στο Δημόσιο‚ τους ΟΤΑ και τα λοιπά Ν.Π.Δ.Δ., έχει παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την 2233 /2013 απόφαση του Β1 Τμήματος‚ έχει δε ορισθεί δικάσιμος, προς συζήτηση αυτού, η 10η Απριλίου 2014.
Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, ευλόγως, περίπτωση, εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 249 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση (ανασταλεί η δίκη) μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, για το ως άνω ζήτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει τη συζήτηση επί της από 22-3-2010 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 280/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μέχρις ότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου‚ για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την 2233/2013 απόφαση του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ