Supreme Court dismisses appeal on evidence error, ruling court considered all sworn statements despite clerical number discrepancy.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute. The appellants argued the lower court erred by failing to consider a specific sworn statement, claiming the court overlooked evidence submitted during the proceedings. The court rejected this claim, finding that the lower court had actually reviewed seven sworn statements, including the one in question, and that a minor clerical error in the document number did not constitute a legal ground for annulment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 81(1), 663-675, 559(11γ') of the Code of Civil Procedure; The court must consider all evidence lawfully submitted, and a clerical discrepancy in a document number does not justify an appeal if the substance was reviewed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 674 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 674/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Β. του Α., κατοίκου ..., έως και 21) Μ. Π. του Κ., κατοίκου ... . Οι υπό στοιχεία 1, 2, 4, 6, 7, 8, 14, 15, 18, 19, 20, 21 αναιρεσείοντες παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ευτυχίου-Δημητρίου Καλαμίδα και κατέθεσαν. προτάσεις. Οι υπό στοιχεία 3, 5, 9, 10, 11, 12, 13, 16, 17 εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Ε.Τ.Ε.), η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κομματά και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Σταύρος Ανδριόπουλος και αφού πήρε το λόγο, δήλωσε ότι εκπροσωπεί την εταιρεία "FIRST DATA HELLAS S.A" η οποία εδρεύει στο 23ο χιλιόμετρο της Εθνικής οδού Αθηνών - Λαμίας και κάνει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Ακολούθως, ο δικηγόρος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο δήλωσε ότι οι υπό στοιχεία 3, 4, 9, 10, 11, 16, 20 αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο της από 12/6/2009 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 313/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/10/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις προφορικά ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις του ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΑΘΗΝΩΝ υπέρ των εναγόντων και της εταιρείας "FIRST DATA HELLAS AE" υπέρ της εναγομένης. Εκδόθηκε η 1653/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 313/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 12/6/2009 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1598/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με τις από 1/3/2011 και 19/12/2011 κλήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 28/9/2010 έκθεση της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης και της προσθέτως παρεμβαίνουσας την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το άρθρο 81 παρ. 1 σε συνδυασμό με τα άρθρα 663 έως 675 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του Αρείου Πάγου στις εργατικές διαφορές, ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την άσκηση της αγωγής, δηλαδή με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και επίδοση αντιγράφου του δικογράφου αυτής στους διαδίκους, κατά το άρθρο 215 του Κ.Πολ.Δ, καθόσον η εξαίρεση που εισάγεται με το άρθρο 666 του Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 231 του αυτού Κώδικα, κατά την οποία επιτρέπεται η άσκηση πρόσθετης παρεμβάσεως και προφορικώς, ισχύει μόνο κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου διαδικασία. Επομένως η πρόσθετη παρέμβαση που ασκήθηκε υπέρ της αναιρεσίβλητης από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "FIRST DAΤΑ ΗΕLLΑS Α.Ε." με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να μην επιβληθεί σε βάρος της δικαστική δαπάνη υπέρ του αντιδίκων του διαδίκου υπέρ των οποίων ασκείται η πρόσθετη παρέμβαση, γιατί δεν προκλήθηκε πρόσθετη δικαστική δαπάνη από την ως άνω παρέμβαση.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 76 παρ. 1, 82 και 558 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απαιτείται να απευθύνεται και κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν η αναίρεση αναφέρεται σε σφάλμα που αφορά το παραδεκτό της πρόσθετης παρεμβάσεως ή αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει και διάταξη υπέρ του προσθέτως παρεμβάντος και δυσμενή για τον αναιρεσείοντα, οπότε απαιτείται η απεύθυνση της αναιρέσεως και κατά του προσθέτως παρεμβάντος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως , από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτο με το να μην απορρίψει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, την πρόσθετη υπέρ της εναγομένης παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "FIRST DΑΤΑ ΗΕLLΑS", η οποία ασκήθηκε στο Εφετείο με προφορική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και όχι με κατάθεση δικογράφου και επίδοση αυτού στους εκκαλούντες, όπως επιβάλλεται, αφού η εξαίρεση της ασκήσεως της πρόσθετης παρεμβάσεως με προφορική δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά εφαρμόζεται μόνον ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, κατά το άρθρο 666 του Κ.Πολ.Δ, όχι δε και στην ενώπιον του Εφετείου δίκη. Ο λόγος αυτός είναι προεχοντως απαράδεκτος, κατά την αυτεπάγγελτη από το δικαστήριο έρευνα των στοιχείων της νομιμοποιήσεως των διαδίκων, διότι το δικόγραφο της αναιρέσεως, με το οποίο πλήττεται το παραδεκτό της ασκηθείσας στο Εφετείο πρόσθετης παρεμβάσεως δεν απευθύνεται και κατά της προσθέτως υπέρ της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου παρεμβάσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "FIRST DΑΤΑ ΗΕLLΑS".
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 651 του Α.Κ., που ορίζει ότι, "αν κάτι άλλο δεν προκύπτει από τη συμφωνία ή από τις περιστάσεις, ο εργαζόμενος οφείλει να εκτελέσει αυτοπροσώπως την υποχρέωση του και η αξίωση του εργοδότη στην εργασία είναι αμεταβίβαστη", σε συνδυασμό και προς τα άρθρα 361 και 648 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι είναι έγκυρη η συμφωνία με την οποία ο εργοδότης παραχωρεί σε άλλον εργοδότη την υπηρεσία του συνδεόμενου με αυτόν με σύμβαση εργασίας μισθωτού κατόπιν συναινέσεως αυτού, οπότε η σχέση αυτή στηρίζεται στη βούληση των τριών μερών και ο παραχωρήσας εργοδότης, εκτός διαφορετικής ειδικής συμφωνίας, είναι και ο μόνος υπόχρεος προς καταβολή του μισθού, λόγω της μη μεταβολής της συμβάσεως εργασίας ως προς την υποχρέωση αυτού έναντι του μισθωτού.
Για την έννοια του δανεισμού δεν έχει σημασία η βραχυχρόνια ή μακροχρόνια παραχώρηση του εργαζόμενου από τον αρχικό εργοδότη του, με τον οποίο δεν αποκόπτεται ο ενοχικός δεσμός και ο οποίος εξακολουθεί να βαρύνεται με τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας. Λόγω δε της μη μεταβολής της εργασιακής σχέσεως μεταξύ εργοδότη (άμεσου) και μισθωτού, σε περίπτωση δανεισμού των υπηρεσιών του μισθωτού σε τρίτο (έμμεσο εργοδότη), το αν οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μεταξύ άμεσου εργοδότη και μισθωτών έγιναν για την καταστρατήγηση των διατάξεων των άρθρων 1 και 8 του Ν. 2112/1920, της Κοινοτικής Οδηγίας 99/70/ΕΚ της 28/6/1999 και του Π.Δ. 81/2003, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση της εν λόγω Οδηγίας, αφορά μόνον τις σχέσεις του μισθωτού και του άμεσου εργοδότη του, καθόσον σύμφωνα με το άρθρο 3 περ.
α ' του Π.Δ, 81/2001, για την εφαρμογή αυτού του προεδρικού διατάγματος ως εργαζόμενος ορισμένου χρόνου νοείται , "κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, συναφθείσα απευθείας μεταξύ εργοδότη και του εργαζομένου ...", περίπτωση που δεν υφίσταται επί δανεισμού εργαζόμενου.
Η προαναφερθείσα γνήσια σύμβαση δανεισμού εργασίας διαφοροποιείται από τη μη γνήσια σύμβαση δανεισμού ,που ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 20 επ. του Ν. 2956/2001,κατά τις οποίες συνιστώνται Εταιρείες Προσωρινής Απασχόλησης, στις οποίες οι εργαζόμενοι τους δεν προσφέρουν την εργασία τους σ' αυτές, αλλά σε τρίτους που θα υποδεικνύει εκάστοτε η εταιρεία αρχικός εργοδότης, και επί της οποίας είναι δυνατή, με τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 20 έως 26 του νόμου αυτού, η μετατροπή της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού με την εταιρεία προσωρινής απασχόλησης, σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα : Μεταξύ των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και των εταιρειών με την επωνυμία "ΙΝΤΕRSYS Α.Ε.", "DATAPLAN Α.Ε.", "DΕLΤΑ SΙΝGULAR Α.Ε. "ΑCΤΙΟΝ ΡLΑΝ ΗΡ Α. Ε.", καταρτίσθηκαν διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά το διάστημα των ετών 1998-2006, και στη συνέχεια οι ανωτέρω εργοδότριες, με τη σύμφωνη γνώμη των αναιρεσειόντων κατάρτιζαν με την αναιρεσίβλητη συμβάσεις δανεισμού τους στην τελευταία.
Συγκεκριμένα ,η εναγομένη για την υλοποίηση του έργου της εισαγωγής ως συστήματος μηχανογράφησης της, το σύστημα διαχείρισης πελατείας της Τράπεζας συνέστησε διαδευθυνσιακή ομάδα και ζήτησε από την εταιρεία "Εθνοντάτα Ανώνυμη Εταιρεία Μηχανογραφικών Υπηρεσιών και Οργάνωσης", που παρέχει μηχανογραφικές υπηρεσίες και υπηρεσίες οργάνωσης, την άμεση ενίσχυση αυτής, με υπαλλήλους της, γνώστες χρήσης ηλεκτρονικών υπολογιστών και προηγούμενη εμπειρία σε ανάλογα έργα.
Η "Εθνοντάτα ΑΕ" την 1/5/1989 και 1/1/200 συνήψε διαδοχικά με την εταιρεία " ΙΝΤΕΡΣΙΣ ΑΕ", που είναι εταιρεία παροχής υπηρεσιών μηχανογράφησης και οργάνωσης στον Ελληνικό χώρο, σύμβαση, με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να διαθέσει στην Εθνοντάτα ΑΕ, 10 χειρίστριες ηλεκτρονικών υπολογιστών με ειδικότητα την εισαγωγή στοιχείων σε ηλεκτρονικό υπολογιστή (data entry), με τη συμφωνία ότι μόνη κατά νόμο εργοδότρια του προσωπικού αυτού, με όλες τις υποχρεώσεις της εργατικής και λοιπής νομοθεσίας, είναι η εταιρεία " ΙΝΤΕΡΣΙΣ ΑΕ", που αναλαμβάνει την υποχρέωση να διαθέτει το προσωπικό της έναντι μηνιαίας αμοιβής, για κάθε χειρίστρια 350.000 δρχ., νόμιμα ασφαλισμένο, για το ορισμένο χρονικό διάστημα και θα επιβαρύνεται με την άδεια, το επίδομα άδειας και τις αυξήσεις των ΣΣΕ.
Η διάρκεια της ως άνω συμβάσεως ορίσθηκε τρίμηνη, με δυνατότητα παράτασης της για αόριστο χρόνο. Κατόπιν αυτού η εταιρεία "ΙΝΤΕΡΣΙΣ ΑΕ", προκειμένου να εκπληρώσει τις ως άνω συμβατικές της υποχρεώσεις προς την εταιρεία " Εθνοντάτα ΑΕ " προσέλαβε τους ενάγοντες με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που αφορούσαν στο χρονικό διάστημα από 1/4/1999 (εκτός της 8ης ενάγουσας) μέχρι 31/12/2001 και διέθεσε τις εργασίες τους στην "Εθνοντάτα Α.Ε.", η οποία με τη σειρά της, κατόπιν αιτήματος της εναγομένης, από 23/7/1999 έθεσε τους ενάγοντες στις υπηρεσίες της εναγομένης, για να εργασθούν στη διαδιευθυνσιακή ομάδα έργου ΣΥ.ΔΙ.ΠΕΛ Οι ενάγοντες από την ως άνω ημερομηνία εργάσθηκαν στις εγκαταστάσεις της εναγομένης σε διάφορα υποκαταστήματα αυτής στην υποομάδα Υποστήριξης της Εφαρμογής και εκκαθάρισης αρχείων, με αντικείμενο την Υποστήριξη του δικτύου καταστημάτων, την παρακολούθηση της εκκαθάρισης των αρχείων, τη διαμόρφωση των πινάκων τιμών κ.λ.π.
Ενώ διαρκούσε η απασχόληση των εναγόντων με τα παραπάνω έργο της εναγομένης , στα πλαίσια των πιο πάνω συμβάσεων, η εναγομένη κατάρτισε στις 20/4/2001 σύμβαση έργου με την εταιρεία "DΑΤΑ ΡLΑΝ Α.Ε.", αντικείμενο της οποίας είναι η παροχή αξιοποίησης ανθρώπινου δυναμικού στον Ελληνικό χώρο, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να διαθέσει στην εναγομένη τον απαιτούμενο εκάστοτε αριθμό χειριστών/χειριστριών ηλεκτρονικού υπολογιστή, με ειδικότητα την εισαγωγή στοιχείων σε ηλεκτρονικό υπολογιστή έναντι αμοιβής, ανερχομενης στο ύψος των αποδοχών και των εισφορών του εργοδότη του διατιθέμενου από αυτόν προσωπικού , προσαυξημένης κατά ποσοστό 10% (το ποσοστό αυτό αποτελούσε την καθαρή αμοιβή της "Dataplan ΑΕ".
Η σύμβασης με την τελευταία εταιρεία συμφωνήθηκε εξάμηνης διάρκειας και παρατάθηκε διαδοχικά έως τις 28/2/2003. Εκτοτε οι ενάγοντες έπαυσαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη .Στις 3/3/2003 η εναγομένη συνήψε με την εταιρεία "Delta Singular ΑΕ Πληροφορικής", που είναι εταιρεία παροχής υπηρεσιών μελέτης/υλοποίησης ολοκληρωμένων έργων αυτοματοποίησης σε καθετοποιημένα συστήματα συγκέντρωσης και διαχείρισης πληροφοριών ,που προσφέρει με δικό της προσωπικό, σύμβαση με την οποία συμφωνήθηκε να παρέχει στην εναγομένη, έναντι αμοιβής υπηρεσίες τηλεφωνικής και επιχειρησιακής εξυπηρέτησης και υποστήριξης και εισαγωγής και διαχείρισης δεδομένων, με προσωπικό που θα διέθετε η ίδια και θα απασχολούνταν στις εγκαταστάσεις της εναγομένης.
Η σύμβαση αυτή παρατάθηκε έως τις 31/12/2006, ενώ από το 2004 η ως άνω εταιρεία μετονομάσθηκε σε "First Data Hellas" και την 1/1/2007 καταρτίσθηκε νέα σύμβαση παροχής υπηρεσιών μεταξύ της τελευταίας και της εναγομένης, με την οποία η ως άνω εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο με προσωπικό που θα προσλάμβανε η ίδια και τις υπηρεσίες του οποίου θα διέθετε στην εναγομένη, με τη ρητή πρόβλεψη ότι η εταιρεία αυτή ως εργολήπτης θα προσλαμβάνει και θα απασχολεί με δική του μέριμνα το προσωπικό που συμμετέχει στην εκτέλεση του έργου, το οποίο υπάγεται διοικητικά, εργασιακά και ασφαλιστικά και μόνο στην εργολήπτρια εταιρεία, που είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την καταβολή μισθού, επιδομάτων και ασφαλιστικών εισφορών.
Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι όταν έληξε η σύμβαση εργασίας των εναγόντων με την Data plan Α.Ε. συνήψαν στις 3/3/2003 και 11/3/2003 (πλην της 16ηςενάγουσας που συνήψε στις 22/7/2003) με την εταιρεία " ΑCΤΙΟΝ ΡLΑΝ ΗR Α.Ε.", νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την εταιρεία "Delta Singular Α.Ε.Πληροφορικής", προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε αυτήν, ως χειριστές ηλεκτρονικών υπολογιστών, ότι με τη σύμβαση αυτή οι ενάγοντες παρείχαν στην εργοδότρια τους το δικαίωμα να τους απασχολεί στις εγκαταστάσεις άλλης επιχείρησης, στις οποίες η ανωτέρω εταιρεία είχε δικαίωμα να παραχωρεί τις υπηρεσίες τους με τη συναίνεση τους, χωρίς η επιχείρηση που θα αξιοποιούσε την εργασία τους να θεωρείται με οποιονδήποτε τρόπο εργοδότης τους, αντί μηνιαίου μισθού 901 ευρώ, ότι ακολούθως η "Delta Singular Α.Ε.
Πληροφορικής", έθεσε στη διάθεση της εναγομένης , όπως είχε δικαίωμα από την πιο πάνω σύμβαση, τις υπηρεσίες των εναγόντων μέχρι και τις 15/2/2007 και ότι οι συμβάσεις των εναγόντων με τις προαναφερθείσες εταιρείες δεν ήταν εικονικές, το δε γεγονός ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση, διότι η εργασία των εναγόντων στην εναγομένη έγινε στα πλαίσια του "μη γνήσιου" δανεισμού, στον οποίο δεν ενδιαφέρει αν ο εργαζόμενος καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του έμμεσου εργοδότη.
Επιπλέον, οι ενάγοντες ελάμβαναν μισθό, άδεια, αποδοχές και επιδόματα άδειας και αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση από τις ως άνω εταιρείες, οι οποίες ελάμβαναν από την εναγομένη αμοιβή, ενώ στην αρχική σύμβαση, μεταξύ της εταιρείας "ΙΝΤΕΡΣΙΣ ΑΕ" και της εναγομένης δεν προσδιοριζόταν ο μισθός των εναγόντων, ούτε η μορφή ή η διάρκεια των συμβάσεων τους, διότι εργοδότρια τους ήταν η ως άνω εταιρεία και όχι η εναγομένη.
Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι δεν συντρέχουν κατ' ουσίαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 22 του Ν. 2956/2001, και να θεωρηθεί ότι μετατράπηκε η σύμβαση εργασίας με την εταιρεία "Dataplan ΑΕ" (άμεση εργοδότρια) σε σύμβαση εργασίας εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την εναγομένη (έμμεση εργοδότρια), γιατί απασχολήθηκαν στην ως άνω άμεση εργοδότρια για χρονικό διάστημα μικρότερο των 18 μηνών, ενώ η άμεση εργοδότρια των εναγόντων "Delta Singular Πληροφορικής Α.Ε." στην οποία οι πρώτοι εργάσθηκαν για 4 χρόνια (από 3/3/3003 μέχρι 14/2/2007) δεν είναι Εταιρεία Προσωρινής Απασχόλησης, κατά την έννοια του νόμου 2956/2001 (άρθρο 21 αυτού), αλλά εταιρεία παροχής υπηρεσιών πληροφορικής, η οποία χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες των εναγόντων υπαλλήλων της, δυνάμει της ως άνω συμβάσεως και ως εκ τούτου δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στους ενάγοντες, οι διατάξεις του Ν. 2956/2001, για τη μετατροπή των συμβάσεων τους σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με εργοδότη την εναγομένη και ότι έχει εξαιρεθεί από την εφαρμογή των διατάξεων του Π.Δ. 81/2003 και της Οδηγίας 99/70/ΕΚ, ο έμμεσος εργοδότης, με τη διάταξη του άρθρου 3 του ως άνω Π.Δ/τος.
Κατ'ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Π.Δ. 81 /2003 της Οδηγίας 99/70 ΕΚ, των άρθρων 1 και 8 του ν. 2112/1920 που δεν ήταν εφαρμοστέες, διότι ως εργαζόμενος ορισμένου χρόνου, για την εφαρμογή του εν λόγω προεδρικού διατάγματος, προκειμένου να χαρακτηρισθούν οι (ορισμένου χρόνου) διαδοχικές των εργαζομένων που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, νοείται, "κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου , η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως η παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας ή αποπεράτωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος", και στην προκείμενη περίπτωση, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ουδέποτε συνήφθη απευθείας σύμβαση εργασίας μεταξύ εναγόντων και εναγομένης, αλλά συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μόνον μεταξύ των εναγόντων και των προαναφερομένων ανωνύμων εταιρειών (άμεσων εργοδοτριών), οι οποίες τους κατέβαλαν το συμφωνημένο μισθό, τις αποδοχές άδειας, το επίδομα άδειας, τις ασφαλιστικές εισφορές, κ.λ.π.
και οι οποίες ήταν έγκυρες και ισχυρές και δεν συνάπτονταν για την καταστρατήγηση των διατάξεων του Ν. 2112/1920,οι οποίες (άμεσες εργοδότριες) στη συνέχεια δάνειζαν τους ενάγοντες στην εναγομένη (έμμεση εργοδότρια) για την παροχή των υπηρεσιών μηχανογράφησης και ως εκ τούτου οι συμβάσεις αυτές ουδέποτε κατέστησαν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ των εναγόντων και της έμμεσης εργοδότριας εναγομένης.
Επιπλέον, στην κρινόμενη περίπτωση δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του ν. 2956/2001 (άρθρα 20 - 26 ) , ώστε να θεωρηθεί ότι οι συμβάσεις αυτές κατέστησαν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ των εναγόντων και της έμμεσης εργοδότριας εναγομένης, γιατί δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος 2956/2001 (άρθρα 20-26 ), ως προς τις άμεσες εργοδότριες "Data plan Α.Ε" (μη συμπλήρωση εργασίας 18 μηνών μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού) και "Delta Singular Πληροφορικής Α.Ε." (δεν είναι Εταιρεία Προσωρινής Απασχόλησης κατά την έννοια του νόμου αυτού).
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559αρ.1 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις ως άνω εφαρμοστέες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, για το λόγο ότι συνδέονταν με την εναγομένη με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου έγιναν για τη καταστρατήγηση των διατάξεων του Ν. 2112/1920, είναι αβάσιμος.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.
Η -παράβαση της ανωτέρω υποχρεώσεως του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ. προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και συγκεκριμένα, α) τις από 2/10/2005 άδειες εξόδου κατά τις εργάσιμες ημέρες των Α. Ν.
και Φ. Μ., β) το από 2/10/2001 υπηρεσιακό σημείωμα της αναιρεσίβλητης για μετακίνηση από μονάδα σε άλλη μονάδα της αναιρεσείουσας Β. Ν. και γ) το από 6/6/2005 πρόγραμμα εργασίας της αναιρεσίβλητης στο οποίο συμπεριλαμβάνονται ενοικιαζόμενοι υπάλληλοι. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από τη γενική βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα ..." που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα ως άνω έγγραφα και τα συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Επειδή, στα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο της ουσίας υποχρεούται να λάβει υπόψη του, εφόσον οι διάδικοι τα προσκομίζουν και τα επικαλούνται νόμιμα περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου διαδικασία των εργατικών διαφορών, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. γ' του Κ.Πολ.Δ και αποτελούν αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη την ένορκη βεβαίωση 7022/2006 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που δόθηκε μετά νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου τους, όπως προκύπτει από την 67/2006 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας ...
και την οποία είχαν προσκομίσει στο Εφετείο και είχαν επικαλεσθεί με τις προτάσεις τους ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και των προτάσεων που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δικαστήριο αυτό προκύπτει ότι αυτοί προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους (σελ. 77) επτά (7) ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, μετά νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, επτά (7) δε ένορκες βεβαιώσεις αναφέρονται και στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Οι ρητά αναφερόμενοι στην προσβαλλόμενη απόφαση αριθμοί των έξι εξ αυτών συμπίπτουν με τους αριθμούς που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ενώ η έβδομη φέρει, κατ' αυτούς, τον αριθμό 7022/2006, ενώ σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση (φέρει) τον αριθμό 7922/ 28/4/2006. Όμως, από την επισκόπηση της επίμαχης ένορκης βεβαιώσεως προκύπτει ότι ο πραγματικός αριθμός της είναι 7922 και όχι 7022, όπως από παραδρομή αναφέρεται στις ενώπιον του Εφετείου κατατεθείσες προτάσεις των αναιρεσειόντων, δόθηκε στις 28/4/2006 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών από την Κ.
Γ., μετά νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, και αυτή έλαβε υπόψη του το Εφετείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την πρόσθετη υπέρ της αναιρεσίβλητης πρόσθετη παρέμβαση.
Απορρίπτει την από 12/6/2009 αίτηση για αναίρεση της 313/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ