Legislator Case Law & Legislation
674/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor contract termination due to abuse of rights and bad faith.

Case Number 674/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision to terminate his employment contract. The appellant had waited nearly nine years to claim his right to terminate the contract, despite the employer's school being closed and the potential disruption to the company's technical staff schedule. The court ruled that such prolonged inaction violated good faith and exceeded the limits of the right to terminate, thereby upholding the lower court's judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 185-196 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code; Article 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure. The right to terminate a labor contract cannot be exercised in bad faith or after an unreasonably long delay, as such conduct violates good faith and the social purpose of the right.

Keywords

AI generated
abuse of rights good faith principle labor contract termination prolonged inaction bad faith conduct civil procedure appeal social purpose of rights

Cited Legislation

AI generated
Article 648 of the Civil Code
Articles 185 to 196 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 674 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 674/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Κατσαμπάνη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ ΑΕ), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγλαΐα Μαργαρίτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2235/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2175/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-3-2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 27-8-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 648 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 185 έως 196 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η σύμβαση εργασίας μπορεί να καταρτίζεται και κατόπιν διαγωνισμού, δηλαδή δοκιμασίας, η οποία ενεργείται από τον εργοδότη αναφορικά με τα προσόντα και την εν γένει ικανότητα του υποψήφιου για πρόσληψη μισθωτού.

Η προκήρυξη από τον εργοδότη διαγωνισμού για την πρόσληψη υπαλλήλων ή εργατών αποτελεί πρόταση τούτου που απευθύνεται προς αόριστο αριθμό προσώπων, με την οποία καλεί τα πρόσωπα αυτά να προσέλθουν για να διαγωνιστούν, υποσχόμενος ότι θα προσλάβει ορισμένο αριθμό από αυτά και δη εκείνους που θα επιτύχουν στο διαγωνισμό αυτόν.

Ο εργοδότης που έκανε την πρόταση δεσμεύεται από αυτή, μη δυνάμενος έτσι να την ανακαλέσει καθ' όλο το χρόνο κατά τον οποίο ο ίδιος έταξε προς υποβολή των αιτήσεων εκ μέρους των ενδιαφερομένων για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό, εκτός αν αυτός με την προκήρυξη του διαγωνισμού επιφύλαξε στον εαυτό του το δικαίωμα να ανακαλέσει την πρότασή του και πριν από την πάροδο της εν λόγω προθεσμίας ή αν συνάγεται ότι έχει το δικαίωμα τούτο από τη φύση της συμβάσεως ή από τις ειδικές περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η προκήρυξη του διαγωνισμού.

Μετά την υποβολή της αιτήσεως από τον ενδιαφερόμενο και τη συμμετοχή αυτού στο διαγωνισμό που προκηρύχθηκε (γεγονότα τα οποία επέχουν θέση αποδοχής της προτάσεως), καθώς και τη γνώση αυτών από τον προτείναντα εργοδότη, θεωρείται ότι καταρτίστηκε μεταξύ αυτών η σύμβαση εργασίας, η οποία όμως τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας του ενδιαφερομένου στο διαγωνισμό, μετά δε την επιτυχία τούτου και την εντός της προθεσμίας ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού, δηλαδή μετά την πλήρωση της αιρέσεως αυτής, αυτός θεωρείται αυτοδικαίως ως οριστικός υπάλληλος ή εργάτης του εργοδότη (άρθρο 201 ΑΚ).

Ενώ, αν ο εργοδότης που προκήρυξε το διαγωνισμό εμπόδισε με οποιοδήποτε τρόπο αντίθετα προς την καλή πίστη την πλήρωση της ως άνω από αυτόν τεθείσας αιρέσεως, η αίρεση αυτή θεωρείται ότι πληρώθηκε και έτσι ο διαγωνισθείς θεωρείται ως επιτυχών στο διαγωνισμό και ως εκ τούτου υπάλληλος ή εργάτης (ανάλογα) του εργοδότη από τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε από τον ίδιο στην προκήρυξη του διαγωνισμού (άρθρο 207 ΑΚ).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, κατά τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτήν η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/2001).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσέως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ :

Με τις ... και ... αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΤΕ (αναιρεσίβλητης) αποφασίστηκε η διενέργεια διαγωνισμών για την εισαγωγή και εκπαίδευση στη Σχολή Προσωπικού ΟΤΕ 855 σπουδαστών, προοριζομένων για την κάλυψη αναγκών του τεχνικού κλάδου του ΟΤΕ σε κατονομαζόμενες περιοχές της Χώρας. Με την ...

απόφαση-Διακήρυξη της Δ/νσης Εκπαίδευσης του ΟΤΕ καθορίστηκαν οι ειδικότητες τεχνιτών, μεταξύ των οποίων και εκείνη των τεχνικών δικτύων, τα απαιτούμενα προσόντα και οι τίτλοι σπουδών και επίσης ορίστηκε ότι οι επιτυχόντες στο διαγωνισμό κατά την σειρά της επιτυχίας και μέχρι του ορισμένου αριθμού κατά ειδικότητα και Νομό θα καλούνταν για εισαγωγή στη Σχολή Προσωπικού του ΟΤΕ για εκπαίδευση με δαπάνες που θα βάρυναν τον ΟΤΕ.

Οι υποψήφιοι μπορούσαν να λάβουν μέρος στο διαγωνισμό, υποβάλλοντας αίτηση-δήλωση ότι έχουν όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις (γραμματικά προσόντα, ηλικία, τίτλους σπουδών κ.λπ.), οι οποίες θα ελέγχονταν, σύμφωνα με την προκήρυξη μετά την επιτυχία τους στο διαγωνισμό. Στους διαγωνισμούς αυτούς, που δεν πραγματοποιήθηκαν στις καθορισμένες ημερομηνίες (25 και 26/11/1989), αλλά στις 17 και 18 Μαρτίου 1990, λόγω αναστολής των διορισμών στο Δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, στον οποίο περιλαμβανόταν και ο ΟΤΕ, έλαβε μέρος και ο αναιρεσείων με την υποβολή σχετικής αίτησης για το διαγωνισμό τεχνικών δικτύων (γενικό) Νομού Αττικής.

Το σύνολο των επιτυχόντων στους διαγωνισμούς ήταν 531 και από αυτούς οι 187 πέτυχαν στο διαγωνισμό τεχνικών δικτύων Νομού Αττικής (γενικό). Στον εν λόγω διαγωνισμό μεταξύ των επιτυχόντων ήταν και ο αναιρεσείων, ο οποίος στο πίνακα που καταρτίστηκε κατά σειρά βαθμολογικής επίδοσης είχε αριθμό 148. Στη συνέχεια, με την 156/19-12-1990 απόφαση της Πενταμελούς Επιτροπής Υπουργών εγκρίθηκε κατ' εξαίρεση του μέτρου της αναστολής διορισμών, η πρόσληψη στον ΟΤΕ 150 τεχνικών υπαλλήλων διαφόρων ειδικοτήτων με βάση τη σειρά επιτυχίας τους στον άνω διαγωνισμό.

Ακολούθησε η 193/21-6-1994 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, με την οποία εγκρίθηκε η πρόσληψη των υπόλοιπων επιτυχόντων, από τους οποίους η αναιρεσίβλητη προσέλαβε τους 113, ενώ σε 44 δεν απεστάλησαν προσκλήσεις, διότι στερούνταν του απαιτούμενου από την προκήρυξη τίτλου σπουδών. Παρά την ως άνω σειρά επιτυχίας του ο αναιρεσείων δεν κλήθηκε από τον ΟΤΕ για υπογραφή της σχετικής σύμβασης και για εισαγωγή στην Σχολή Εκπαίδευσης του προσωπικού του, ούτε του γνωστοποιήθηκε ότι δεν είχε τα απαιτούμενα για την κατάρτιση της σύμβασης τυπικά προσόντα (τίτλους σπουδών ή άλλα).

Όπως προαναφέρθηκε, ο αναιρεσείων στον πίνακα επιτυχόντων του τμήματος Τεχνικών Δικτύων είχε σειρά 148 και ναι μεν οι 150 πρώτοι προσληφθέντες προέρχονταν από όλες τις ειδικότητες, πλην όμως δεν διαπιστώθηκε ότι ο αναιρεσείων με βάση τη σειρά κατάταξής τους δεν συμπεριλαμβανόταν σ' αυτούς (τους 150 πρώτους), ούτε στους στη συνέχεια 113 προσληφθέντες το έτος 1994.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων μετά την συμμετοχή του στο διαγωνισμό και την επιτυχία του αδράνησε πλήρως και δεν ενδιαφέρθηκε μέχρι και αρχές του έτους 2003 να μάθει γιατί η αναιρεσίβλητη δεν τον κάλεσε, για να υπογραφεί η μεταξύ τους σύμβαση και να τον εισαγάγει στη Σχολή του προσωπικού της, ή γιατί δεν του γνωστοποίησε το λόγο της μη πρόσληψής του.

Για πρώτη φορά ζήτησε πληροφορίες για τα παραπάνω με αίτηση που κατέθεσε στις 3-2-2003 και ακολούθως κατέθεσε την ένδικη αγωγή του. Με την συμπεριφορά του αυτή δημιούργησε στα αρμόδια όργανα της αναιρεσίβλητης την εύλογη πεποίθηση ότι αποδέχτηκε το γεγονός της μη πρόσληψής του, εν όψει και του ότι δεν ήταν δυνατόν να παραμένει χωρίς εργασία επί τόσα χρόνια.

Εξάλλου ήδη η Σχολή, στην οποία έπρεπε να εκπαιδευτεί ο αναιρεσείων έχει καταργηθεί, και γι' αυτό η εξεύρεση του τρόπου εκπαίδευσης θα δημιουργήσει προβλήματα στη λειτουργία της αναιρεσίβλητης και επιπλέον θα αναστατώσει την επετηρίδα των τεχνικών της υπαλλήλων, αφού ο αναιρεσείων ζητεί η πρόσληψή του να έχει αναδρομική ισχύ (από το έτος 1994).

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχτηκε ότι ενέχει κατάχρηση δικαιώματος η εκ μέρους του αναιρεσείοντος με την ένδικη αγωγή του άσκηση του δικαιώματος αυτού για αναγνώριση του ότι υφίσταται, μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από το τέλος Ιουλίου 1994, άλλως από 1-8-1994 και για καταψήφιση της αντιδίκου του να τον εισαγάγει στη Σχολή του Προσωπικού της προς εκπαίδευση και αποφοίτηση μετά από επιτυχημένη δοκιμασία, στη συνεχεία κάνοντας δεκτό ως βάσιμο το δεύτερο λόγο της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση αυτήν και εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, ύστερα δε από διακράτηση της υποθέσεως, κατόπιν παραδοχής ως ουσιαστικά βάσιμης της ενστάσεως της αναιρεσίβλητης για κατάχρηση δικαιώματος, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ως άνω ένδικη από 15-2-2003 αγωγή του αναιρεσείοντος.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς: α) Δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Και αυτό γιατί πράγματι, με βάση τις παραδοχές του και σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη σκέψη διαλαμβάνονται, η εκ μέρους του αναιρεσείοντος άσκηση του ως άνω δικαιώματός του υπερβαίνει και δη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αυτού, ώστε να απαγορεύεται κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος που προηγήθηκε της ασκήσεώς του (πλήρης αδράνεια και μη επίδειξη ενδιαφέροντος για την πρόσληψή του επί εννέα περίπου έτη), καθώς και η εν γένει πραγματική κατάσταση, η οποία διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ενόψει και του ότι αφενός η Σχολή στην οποία έπρεπε να εκπαιδευτεί ο αναιρεσείων έχει ήδη καταργηθεί και η εξαιτίας τούτου αναζήτηση, του τρόπου εκπαιδεύσεώς του θα δημιουργήσει προβλήματα στη λειτουργία της αναιρεσίβλητης και αφετέρου η πρόσληψη του αναιρεσείοντος θα επιφέρει αναστάτωση στην επετηρίδα των τεχνικών υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, αφού η πρόσληψη του πρώτου θα είχε αναδρομική ισχύ από το έτος 1994, κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικώς διαλαμβανόμενα, με αποτέλεσμα να μη δικαιολογείται επαρκώς η μεταγενέστερη ενάσκηση του εν λόγω δικαιώματος, η οποία αντιθέτως, εμφανίζεται να εξέρχεται προφανώς από τα όρια που επιβάλλουν τα παραπάνω αντικειμενικά κριτήρια, Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν αναφορικά με την ως άνω ένσταση της αναιρεσίβλητης για κατάχρηση δικαιώματος και πλήρεις και σαφείς είναι και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα.

Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ που εφαρμόστηκε. Ενόψει αυτών ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, τόσο κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 281 του ΑΚ, όσο και κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών επί του ζητήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό το στοιχείο β', πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο ίδιος (μοναδικός) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων αναφορικά με το αμέσως πιο πάνω ζήτημα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28 Μαρτίου 2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 2175/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ