Supreme Court dismisses appeal on grounds of vague contradiction and inadmissible document distortion claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Thessaloniki's decision rejecting a property division lawsuit. The appellants argued the lower court's reasoning was contradictory regarding the father's possession of the land and the state's ownership prior to 1972, while also claiming document distortion. The court rejected the contradiction claim as too vague to identify the specific violated substantive law, and dismissed the distortion claim because the appellate court evaluated all evidence holistically rather than relying solely on a specific document.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 & 20 of the Code of Civil Procedure; A ground of appeal based on contradictory reasoning is inadmissible if the specific substantive law violated and the precise contradictory point are not identified, and a claim of document distortion is rejected when the appellate court conducted a holistic evaluation of all evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 674 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 674 /2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ......, 2. ......, 3. ...... και 4. ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Χατζηϊωάννου.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ...... και 2. ........, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Γούλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25.919/2000 προδικαστική, 11.456/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1985/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-10-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 11-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την ένδικη περί διανομής ακινήτου αγωγή των αναιρεσειόντων κατά παραδοχή της ενστάσεως ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία, η από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του Π.Δ.
της 12-7/10-8-1926 (με το οποίο ο νομός Θεσσαλονίκης χαρακτηρίσθηκε ως παραμεθόριος περιοχή) και του άρθρου 1 παρ.1 του Ν.Δ. 1189/1972 (με το οποίο ορίζεται ότι η κυριότης επί των κλήρων παραμεθορίων περιοχών περιέρχεται στον κληρούχο από και δια της μεταγραφής του οριστικού τίτλου κυριότητας), διότι δέχθηκε (η προσβαλλόμενη) ότι οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων και οι αναιρεσίβλητοι νέμονταν από το έτος 1972 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής το έτος 2000 το εξ αδιαιρέτου μερίδιο (1/2 εξ αδιαιρέτου) της μητέρας και δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων επί του επίδικου ακινήτου, που είχε παραχωρηθεί σ' αυτήν ως κλήρος δυνάμει του .....
τίτλου κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας Θεσσαλονίκης, και κατέστησαν έτσι κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ ο ανωτέρω τίτλος κυριότητος μεταγράφηκε την ......, όπως προκύπτει από το σώμα του προσκομισθέντος και επικαλεσθέντος τίτλου, και ως εκ τούτου, δεδομένου ότι μόνον από της μεταγραφής του τίτλου ήταν επιτρεπτή η δια χρησικτησίας κτήση της κυριότητας του ιδανικού μεριδίου της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, δεν είχε συμπληρωθεί η απαιτούμενη από το άρθρο 1045 του ΑΚ εικοσαετία άσκησης νομής μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής για την κτήση της κυριότητας του ιδανικού μεριδίου της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως ως προς το χρόνο μεταγραφής του ως άνω τίτλου κυριότητας, διότι, όπως από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, δεν γίνεται σ' αυτήν αναφορά περί του χρόνου μεταγραφής του ως άνω τίτλου. Περαιτέρω, ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, χωρίς όμως να προσδιορίζεται ειδικότερα σε τι συνίσταται η εν λόγω πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του.
ΙΙ. Από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, κατά την οποία "αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", προκύπτει ότι λογικώς η έλλειψη νόμιμης βάσης σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού ελέγχου της υπάρξεως ακολουθίας της δικανικής κρίσης ως προς την εφαρμογή διατάξεως ουσιαστικού νόμου, βάσεις της διαπιστωμένης εμπειρικής πραγματικότητας, ιδίως λόγω ελλείψεως αιτιολογιών ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Συνίσταται δε η αδυναμία ελέγχου της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού νόμου στην αδυναμία διακριβώσεως της συνδρομής του πραγματικού του κανόνα δικαίου, λόγω της μη εκθέσεως πραγματικών περιστατικών που το συγκροτούν ή ανεπαρκούς ή ασαφούς εκθέσεως ή αντιφατικότητας των περιστατικών αυτών και επακολούθως η αδυναμία ελέγχου, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις επελεύσεως της κατά την διάταξη του ουσιαστικού νόμου έννομης συνέπειας, η οποία έγινε δεκτή από την απόφαση.
Συνεπώς, για το ορισμένο του λόγου πρέπει να προσδιορίζεται το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης, αν οι αιτιολογίες που λείπουν, είναι ανεπαρκείς ή αντιφατικές και σε τι συνίσταται η αντίφαση καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του λόγου.
Εν προκειμένω, με το δεύτερο από τον αριθ.19 (και όχι από τον αριθ.17 που από παραδρομή αναγράφεται) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες, διότι δέχεται ότι "ο πατέρας των αναιρεσιβλήτων άρχισε να νέμεται το επίδικο ακίνητο από το έτος 1938, πολύ πριν δηλαδή από την κατά το έτος 1972 κύρωση της διανομής των οικοπέδων της ...., με την οποία (κύρωση) το πρώτον αυτός απέκτησε την κυριότητα αυτού, ενώ σε άλλο σημείο η προσβαλλόμενη δέχεται ότι το επίδικο οικόπεδο μέχρι την κατά το έτος 1972 κύρωση της διανομής των οικοπέδων της ..... ανήκε ακόμη στο Δημόσιο, κατά του οποίου, ως γνωστόν, δεν επιτρέπεται χρησικτησία". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, το ζήτημα το οποίο αφορούν οι ως άνω εκτιθέμενες αντιφατικές αιτιολογίες δηλαδή ο αυτοτελής ισχυρισμός των διαδίκων που θεμελιώνει ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και η επιρροή που αυτό (ζήτημα) θα είχε στην έκβαση της δίκης.
ΙΙΙ. Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στην κρίση του ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και να απορρίψει την ένδικη περί διανομής τούτου αγωγή των αναιρεσειόντων, προέβη στην συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων ήταν και τα αναφερόμενα στο τρίτο λόγο αναίρεσης. Στην περίπτωση όμως αυτή, της συνεκτιμήσεως δηλαδή όλων των αποδεικτικών στοιχείων, εφόσον το εκ της συνεκτιμήσεως αυτής πόρισμα δεν βασίστηκε αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ.20 προβλεπόμενος λόγος για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, διότι τότε πρόκειται για εκτίμηση των αποδείξεων που διαφεύγει τον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επομένως, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο προέβη στην συνεκτίμηση τούτων μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία χωρίς να εξαίρονται αυτά αναφορικώς προς την ως άνω παραδοχή του εφετείου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-10-2006 αίτηση αναιρέσεως της 1985/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2008
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ