Legislator Case Law & Legislation
674/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in employment promotion dispute, ruling no good faith violation occurred.

Case Number 674/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Athens' decision regarding his failed promotion to Deputy Director. The court found that the employer's negative assessment of the applicant's eligibility was not contrary to good faith, as he did not clearly surpass his colleagues in required criteria like language skills or seminar attendance. Consequently, the Court of Athens correctly applied Civil Code provisions on future acts and good faith, and the Supreme Court rejected the claim of document distortion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 201 and 207(1) of the Civil Code; A promotion agreement contingent on future conditions is not contrary to good faith if the employer reasonably determines the employee lacks the required conditions, and the employer's assessment is not based on a distorted document.

Keywords

AI generated
employment promotion good faith principle future contingent act civil code articles dismissal of appeal employer assessment document distortion

Cited Legislation

AI generated
Article 201 of the Civil Code
Article 207(1) of the Civil Code
Article 559(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 674 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 674/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Φρεσκάκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 709/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 8822/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 11-1-2002 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 395/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την παραπάνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 744/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-4-2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 22-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίτηση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αιρέσεως), κατά δε το άρθρο 207 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.

Τέτοια αναβλητική δικαιοπραξία, στην οποία έχει εφαρμογή το άρθρο 201 ΑΚ, είναι και εκείνη με την οποία συμφωνείται μεταξύ εργοδότη και μισθωτού ότι η προαγωγή του τελευταίου θα γίνει αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη ή όργανο αυτού, πράγμα το οποίο συμβαίνει και όταν η προαγωγική εξέλιξη των υπαλλήλων προβλέπεται από Κανονισμό του εργοδότη που έχει συμβατική ισχύ.

Στην περίπτωση αυτή, παρακώλυση της πληρώσεως της αιρέσεως εναντίον της καλής πίστεως υπάρχει κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως και όταν ο εργοδότης ή όργανό του κρίνει ότι ο μισθωτός δεν έχει τις προϋποθέσεις που συμφωνήθηκαν για την προαγωγή, εφόσον η συγκεκριμένη αρνητική κρίση είναι καταφανώς, δηλαδή κατ' αντικειμενική κρίση, άδικη και όχι όταν η κρίση αυτή θα μπορούσε, κατ' υποκειμενική εκτίμηση, να ήταν διαφορετική.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ, η προαγωγή των υπαλλήλων της από τον 3ο βαθμό (του εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου) στον 2ο βαθμό (του Υποδιευθυντή) αποφασίζεται από το Γενικό Συμβούλιο αυτής κατά απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση, μετά γνώμη του Διοικητή, όταν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσεως, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας ενός έτους στον 3ο βαθμό, γ) ύπαρξη προσόντων ανώτερης θέσεως, δ) επίδειξη εξαιρετικής επιδόσεως, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας κατά την άσκηση της υπηρεσίας και ε) επίδειξη ικανότητας συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού διαθεσίμων μέσων και προσωπικού κατά τρόπο αυξητικό του υπηρεσιακού έργου και της παραγωγικότητας των εργαζομένων.

Πέραν των προϋποθέσεων αυτών, με το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, όπως τροποποιήθηκε με τις από 27-2-1987, 21-12-1990 και 29-8-1991 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου αυτής, από το έτος 1990 και εφεξής προβλέφθηκαν ως αξιολογικά στοιχεία για την προαγωγή στους ανώτερους βαθμούς οι πρόσθετες γνώσεις και η ικανότητα εκτελέσεως εξειδικευμένων καθηκόντων, όπως η ικανότητα διεκπεραιώσεως συγχρόνων τραπεζικών εργασιών, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών, η ικανότητα χειρισμού θεμάτων νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής, λειτουργίας, εποπτείας και ελέγχου του πιστωτικού συστήματος, η γνώση και η ικανότητα ασκήσεως αποτελεσματικής διοικήσεως και βελτιώσεως των τρόπων διοικήσεως κλπ.

Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδάφ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα εξής: Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ο ενάγων (αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εναγομένη (αναιρεσίβλητη) την 25.9.1971, εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της, στον ταμειακό κλάδο και, προαχθείς διαδοχικά, κατέλαβε το βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη από 1.12.1992.

Είναι πτυχιούχος της Παντείου Ανωτάτης Σχολής (αμφοτέρων των τμημάτων αυτής, ήτοι Δημόσιας Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης), γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα (χωρίς να έχει σχετικούς τίτλους ή πιστοποιητικά), έχει παρακολουθήσει τέσσερα σεμινάρια και η βαθμολογία αυτού, όπως προκύπτει από τα σχετικά φύλλα επίδοσης, ήταν κατά τα έτη 1987, 1988 και 1989 επτά 1 και ένα 2 (με κλίμακα βαθμολογίας 1-5 με άριστα το 1), ενώ κατά τα μεταγενέστερα έτη δεν συντάχθηκαν φύλλα επίδοσης των υπαλλήλων της εναγομένης.

Εξ απόψεως ασκήσεως υπευθύνων καθηκόντων υπηρέτησε: α) ως προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ανταλλακτηρίου Δυτικού Αερολιμένα Αθηνών από 15.2.1984 έως 19.3.1986, β) ως προϊστάμενος της υπηρεσίας Ανταλλακτηρίου Ανατολικού Αερολιμένα Αθηνών από 20.3.1986 έως 5.10.1986, γ) ως αναπληρωτής προϊσταμένου του Τμήματος Μηχανογραφικού Ελέγχου από 20.9.1989 έως 28.10.1990, δ) ως Προϊστάμενος του Τμήματος Ελέγχου Διαχειρίσεων από 29.10.1990 έως 31.5.1992, ε) ως Προϊστάμενος του Τμήματος Λογιστικού Ελέγχου από 1.6.1992 έως 3.2.1993 και στ) ως Προϊστάμενος του Τμήματος Ελέγχου Διαχειρίσεων από 4.2.1993 μέχρι την άσκηση της αγωγής, ενώ κατά το από 6.10.1986 έως 19.9.1989 χρονικό διάστημα υπηρέτησε στη Διεύθυνση Γενικής Επιθεώρησης ως Επιθεωρητής Β', ασκώντας καθήκοντα ανάλογα με αυτά του αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος.

Κατά της προαγωγικές κρίσεις του έτους 1998 το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης, κατόπιν προτάσεως του Διοικητή αυτής, προήγαγε, με απόφαση της 9.9.1998, στο βαθμό του Υποδιευθυντή τους εντεταλμένους τμηματάρχες 1)Ψ, 2) Ζ, 3) Φ και 4) Ξ, ενώ παρέλειψε να προαγάγει τον ενάγοντα. Οι παραπάνω προαχθέντες είχαν τα εξής τυπικά και ουσιαστικά προσόντα:

Α) Ο πρώτος απ' αυτούς (Ψ) προσλήφθηκε την 29.7.1974, προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη την 1.7.1994, είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς, γνωρίζει κατά την αγγλική γλώσσα (έχοντας μάλιστα συμμετάσχει σε σχετικό σεμινάριο), έχει παρακολουθήσει τρία σεμινάρια και η βαθμολογία αυτού κατά τα έτη 1987, 1988 και 1989 ήταν οκτώ 1 (άριστη).

Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα: α) ως προϊστάμενος υπηρεσίας του τμήματος εξωτερικού συναλλάγματος από 13.3.1981 έως 9.9.1993, β) ως προϊστάμενος του τμήματος σχέσεων με το Δημόσιο από 29.9.1995 έως 13.11.1996 και γ) ως Υποδιευθυντής της Διεύθυνσης Εργασιών Δημοσίων από 14.11.1996 μέχρι της ως άνω προαγωγής του. Β) Ο δεύτερος (Ζ) προσλήφθηκε την 29.6.1974, προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη την 1.12.1992, είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής και της Ανώτατης Σχολής Οικονομικών Επιστημών, γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα (κάτοχος PROFICIENCY MICHIGAN), έχει παρακολουθήσει πέντε σεμινάρια, μετεκπαιδεύθηκε επί θεμάτων εμπορικών και βιομηχανικών χορηγήσεων στην Τράπεζα CHASE MANHATTAN της Νέας Υόρκης και η βαθμολογία του κατά τα έτη 1987, 1988, 1989 ήταν οκτώ 1 (άριστη).

Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα: α) ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας στη Διεύθυνση Πιστώσεων και Νομίσματος από 7.6.1988 έως 11.6.1992, β) ως αναπληρωτής - προϊστάμενος τμήματος της ίδιας ως άνω Διεύθυνσης από 12.6.1992 έως 30.8.1995 και γ) ως προϊστάμενος τμήματος της ίδιας Διεύθυνσης από 1.9.1995 μέχρι της ως άνω προαγωγής του. Γ) Ο τρίτος (Φ) προσλήφθηκε την 2.10.1970, προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη την 1.7.1994, είναι πτυχιούχος της Ανώτατης Σχολής Οικονομικών Επιστημών, γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα (κάτοχος PROFICIENCY MICHIGAN), έχει παρακολουθήσει πέντε σεμινάρια και η βαθμολογία του κατά τα έτη 1987, 1988, 1989 ήταν οκτώ 1 (άριστη).

Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα: α) αναπληρωτής - προϊστάμενος τμήματος από 1.3.1990 έως 30.12.1993, β) ως προϊστάμενος τμήματος προσλήψεων και κίνησης προσωπικού από 31.12.1993 έως 1.8.1995 και γ) ως Υποδιευθυντής της Διεύθυνσης Διοικητικού από 2.8.1995 μέχρι της ως άνω προαγωγής του. Δ) Ο τέταρτος (Ξ) προσλήφθηκε την 19.7.1976, προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη την 1.7.1994, είναι πτυχιούχος της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών και της Ανώτατης Σχολής Οικονομικών Επιστημών, γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα (κάτοχος ADVANCE COURCE), έχει παρακολουθήσει έξι σεμινάρια και η βαθμολογία του κατά τα έτη 1987, 1988, 1989 ήταν επτά 1 και ένα 2, οκτώ 1 και οκτώ 1, αντίστοιχα.

Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα: α) ως αναπληρωτής - προϊστάμενος τμήματος Νομισματικής και Πιστωτικής πολιτικής από 22.6.1983 έως 25.1.1995, β) ως προϊστάμενος τμήματος πιστωτικών συστημάτων και χρηματαγοράς - κεφαλαιαγοράς από 26.1.1995 έως 1.8.1995 και γ) ως Υποδιευθυντής της Διεύθυνσης Νομισματικής Πολιτικής και Τραπεζικών Εργασιών από 2.8.1995 μέχρι της ως άνω προαγωγής του.

Από τη σύγκριση των προσόντων του ενάγοντος με αυτά των παραπάνω συναδέλφων του προκύπτει ότι ο ενάγων: α) υστερεί έναντι όλων των ανωτέρω συναδέλφων του ως προς τη βαθμολογία, καθώς και ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων έναντι των 2ου, 3ου και 4ου (ενώ έχει παρακολουθήσει ένα παραπάνω από τον 1ο), β) υστερεί έναντι του 1ου, 3ου και 4ου ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων (διότι αυτός ουδέποτε άσκησε καθήκοντα Υποδιευθυντή), ενώ υπερέχει ελαφρώς του 2ου ως προς την χρονική έκταση ασκήσεως τοιούτων καθηκόντων, γ) είναι ισότιμος έναντι όλων των παραπάνω προαχθέντων ως προς τους τίτλους σπουδών (είναι όλοι πτυχιούχοι ανωτάτων Σχολών), δ) υστερεί ως προς το βαθμό γνώσης της αγγλικής γλώσσας έναντι των 2ου, 3ου και 4ου, ενώ είναι ισότιμος με τον 1ο ως προς το στοιχείο αυτό, ε) υστερεί του 3ου ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα και υπερέχει των λοιπών ως προς το στοιχείο αυτό και στ) υπερτερεί των 1ου, 3ου και 4ου ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό, ενώ είναι ισότιμος με τον 2ο ως προς το εν λόγω προσόν.

Ενόψει των ανωτέρω και λαμβανομένου υπόψη ότι στις κατ' απόλυτη εκλογή προαγωγές (όπως εν προκειμένω) προέχουσα βαρύτητα έχει η βαθμολογία των κρινομένων (που απεικονίζει την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση τούτων) και η άσκηση υπευθύνων καθηκόντων δεν υφίσταται κατάδηλη υπεροχή του ενάγοντος έναντι των ανωτέρω συναδέλφων του και ως εκ τούτου η μη προαγωγή του κατά τις παραπάνω προαγωγικές κρίσεις δεν είναι αντίθετη με τις αρχές της καλής πίστεως.

Περαιτέρω, με την 13/17.11.1999 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1999, κατά τις οποίες ο ενάγων παρελήφθη, προάχθηκαν στο βαθμό του Υποδιευθυντή, μεταξύ άλλων, οι παρακάτω συνάδελφοι του ενάγοντος, οι οποίοι είχαν τα έναντι εκάστου τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: 1)Μ:

Προσλήφθηκε την 19.7.1976, προάχθηκε στο βαθμό του εντεταλμένου Τμηματάρχη την 1.1.1997, είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής και της Ανώτατης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών, έχει παρακολουθήσει 13 σεμινάρια, γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα (κάτοχος πτυχίου INTERMEDIATE από το 1994) και η βαθμολογία του κατά τα έτη 1987, 1988, 1989 ήταν επτά 1 και ένα 2.

Έχει συμμετάσχει σε πληθώρα συμβουλίων και Επιτροπών της εναγομένης (για θέματα αναδιοργάνωσης της εναγομένης, ασφάλισης των περιουσιακών στοιχείων αυτής, σύνταξης κανονισμού χορήγησης στεγαστικών δανείων, επιδοματικής πολιτικής, προγραμματισμού προμηθειών στο Δημόσιο Τομέα, μελέτης της οικονομικής κατάστασης των ασφαλιστικών ταμείων του προσωπικού της κλπ) και εκπροσώπησε επανειλημμένα την εναγομένη στο εξωτερικό (Γαλλία, Ιταλία, Πορτογαλία, Αγγλία, Ιρλανδία, Σουηδία, Πολωνία).

Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα: α) ως προϊστάμενος υπηρεσίας στο τμήμα οικονομικών θεμάτων προσωπικού, του τμήματος σχέσεων με τις Τράπεζες και του τμήματος λογιστικού ελέγχου από 1.8.1990 έως 27.9.1995 και γ) ως προϊστάμενος του τμήματος οικονομικών θεμάτων από 28.9.1995 μέχρι της ως άνω προαγωγής του. 2)Ν: Προσλήφθηκε την 19.7.1976, προάχθηκε στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη την 1.7.1994, είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής (τόσον του νομικού τμήματος, όσο και των Πολιτικών Επιστημών), γνωρίζει άριστα την αγγλική και γαλλική γλώσσα (κάτοχος Lower και diplome d' etudes superieures αντίστοιχα), καλά την ιταλική και μέτρια την ισπανική (χωρίς να κατέχει σχετικούς τίτλους σπουδών ), έχει παρακολουθήσει 4 σεμινάρια και από το 1986 μέχρι της ως άνω προαγωγής του εκλεγόταν συνεχώς πρόεδρος του συλλόγου υπαλλήλων της εναγομένης, ενώ κατά τη δεκαετία 1990-2000 διετέλεσε συγχρόνως και αντιπρόεδρος της Επιτροπής συνδικαλιστικών Οργανώσεων Κεντρικών Τραπεζών Ευρώπης.

Ωσαύτως με την ιδιότητα του Προέδρου του ΣΥΤΕ διετέλεσε μέλος του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης και των ασφαλιστικών ταμείων του προσωπικού της καθώς και μέλος του Προεδρείου της ΟΤΟΕ, υπεύθυνος επί θεμάτων πιστωτικού συστήματος (1985-1989). Έχει συγγράψει 16 μελέτες επί θεμάτων οικονομικού και τραπεζικού ενδιαφέροντος, έχει συντάξει βιβλίο με τίτλο "Η οικονομική και νομισματική Ένωση και η Εισαγωγή του Ενιαίου Ευρωπαϊκού νομίσματος" και έχει δημοσιεύσει πληθώρα μελετών και άρθρων οικονομικού ενδιαφέροντος στην αγγλική και γαλλική γλώσσα.

Λόγω της ως άνω συνδικαλιστικής του δραστηριότητας ήταν αποσπασμένος στο ΣΥΤΕ από το 1986 μέχρι της ως άνω προαγωγής του και ο χρόνος αυτός λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία σύμφωνα με το άρθρο 20 εδ. δ' της από 4.8.1982 ΣΣΕ μεταξύ ΟΤΟΕ και Τραπεζών, η οποία έχει ισχύ νόμου κατ' άρθρο 29 του ν. 1346/1983. 3) ΟΚ: Προσλήφθηκε την 16.4.1976, προάχθηκε στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη την 1.7.1994, είναι πτυχιούχος του Μαθηματικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος πληροφορικής (master of Science computer), έχει παρακολουθήσει ένα σεμινάριο, γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα (κάτοχος διπλώματος Certificate) και η βαθμολογία του κατά έτη 1987, 1988, 1989 ήταν επτά 1 και ένα 2.

Από της προσλήψεώς του υπηρέτησε στη Διεύθυνση πληροφορικής και οργάνωσης της εναγομένης και ήταν αναπληρωτής προϊστάμενος του τμήματος Μηχανοργάνωσης (Πληροφορικής) από 12.11.1986 έως 25.2.1993 και προϊστάμενος του εν λόγω τμήματος από 26.2.1993 μέχρι της προαγωγής του, η δε συμβολή του στη μηχανοργάνωση της εναγομένης ήταν ιδιαίτερα αποφασιστικής σημασίας. 4) Ο Λ:

Προσλήφθηκε την 13.8.1974, προάχθηκε στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη την 1.7.1994, είναι πτυχιούχος της Παντείου Ανωτάτης Σχολής (αμφοτέρων των τμημάτων, ήτοι Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης), έχει παρακολουθήσει δύο σεμινάρια, γνωρίζει μετρίως την αγγλική γλώσσα (χωρίς να κατέχει σχετικού τίτλου σπουδών) και η βαθμολογία του κατά τα έτη 1987, 1988, 1989 ήταν επτά 1 και ένα 2.

Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα: α) ως προϊστάμενος υπηρεσίας στο τμήμα ναυτιλιακού συναλλάγματος στο υποκατάστημα Πειραιώς από το έτος 1985 έως 20.2.1991, β) ως προϊστάμενος υπηρεσίας στο τμήμα ταμείων και γραμματίων του ιδίου υποκαταστήματος από 21.2.1991 έως 15.2.1995, γ) ως προϊστάμενος του τμήματος εργασιών εσωτερικού του ιδίου υποκαταστήματος από 16.2.1995 έως 20.10.1996 και δ) ως υποδιευθυντής του ιδίου υποκαταστήματος από 21.10.1996 μέχρι της ως άνω προαγωγής του. 5) ΟΒ:

Προσλήφθηκε την 23.8.1971, προάχθηκε στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη την 1.7.1994, είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής (του τμήματος Οικονομικών Επιστημών) και της Ανώτατης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα (χωρίς να κατέχει σχετικούς τίτλους σπουδών), έχει παρακολουθήσει τρία σεμινάρια και η βαθμολογία του κατά τα έτη 1987, 1988 και 1989 ήταν οκτώ 1 (άριστη).

Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα: α) ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας στο τμήμα παρακολούθησης πράξεων συναλλάγματος από 16.7.1984 έως 23.9.1986, β) ως αναπληρωτής του άνω τμήματος από 24-9-1986 έως 21-3-1989, γ) ως αναπληρωτής προϊστάμενος τμήματος Διαχείρισης συναλλάγματος διαθεσίμων από 22.3.1989 έως 4.4.1993, δ) ως προϊστάμενος του τμήματος υποστήριξης εργασιών συναλλάγματος από 5.4.1993 έως 21.9.1998 και ε) ως προϊστάμενος του τμήματος ελέγχου συναλλαγών σε συνάλλαγμα από 22.9.1989 μέχρι της ως άνω προαγωγής του.

Από τη σύγκριση των προστεθέντων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των ανωτέρω προαχθέντων με αυτά του ενάγοντος προκύπτει ότι ο τελευταίος: 1) υπερέχει του Μ ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα και ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό, υστερεί όμως τούτου ως προς τους τίτλους σπουδών (διότι ο ανωτέρω είναι κάτοχος πτυχίων δύο ανωτάτων σχολών) ως προς το βαθμό γνώσης της αγγλικής γλώσσας και ως προς την επιμόρφωση (παρακολούθηση σεμιναρίων), ενώ είναι ισότιμοι ως προς τη βαθμολογία και την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, 2) υπερέχει του Ν ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα και ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό, είναι ισότιμοι ως προς τους τίτλους σπουδών, μειονεκτεί όμως έναντι τούτου ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών και ως προς την επιμόρφωση (διότι ναι μεν αμφότεροι έχουν παρακολουθήσει τον ίδιο αριθμό σεμιναρίων, πλην όμως ο ανωτέρω συγκρινόμενος έχει πλούσια συγγραφική δράση επί θεμάτων σχετικών με το αντικείμενο εργασιών της εναγομένης), ενώ δεν προκύπτει υπεροχή τούτου (ενάγοντος) ως προς τη βαθμολογία και την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, διότι:

α) ο χρόνος της προστατευόμενης από το άρθρο 23 παρ. 1 του Συντάγματος προαναφερθείσας συνδικαλιστικής δραστηριότητας του ανωτέρω προαχθέντος λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία από το νόμο και ως εκ τούτου η μη σύνταξη σχετικών φύλλων επίδοση γι' αυτόν κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα όχι μόνο δεν παρέχει υπεροχή του ενάγοντος ως προς τη βαθμολογία, αλλά θεωρείται, ενόψει της προαναφερθείσας βαθμολογίας αυτού, τουλάχιστον ότι είναι ισότιμος ως προς το στοιχείο αυτό με τον ανωτέρω προαχθέντα και β) η άσκηση καθηκόντων ως προέδρου του συλλόγου υπαλλήλων της εναγομένης και η ως εκ της ιδιότητας αυτής συμμετοχή του ανωτέρω προαχθέντος στο Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης, στα διοικητικά συμβούλια των ασφαλιστικών ταμείων του προσωπικού της και στο Προεδρείο της ΟΤΟΕ, δηλαδή σε όργανα τα οποία λαμβάνουν αποφασιστικής σημασίας αποφάσεις για τη λειτουργία και τις δραστηριότητες της εναγομένης καθώς και για την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση και εξέλιξη του προσωπικού της, δεν είναι ήσσονος σημασίας και σπουδαιότητας από τα υπεύθυνα καθήκοντα του ενάγοντος, που άσκησε ο τελευταίος κατά το έτος 1986 μέχρι των ως άνω προαγωγών. 3) Υπερέχει του Κ ως προς τη γενική και την στον κατεχόμενο βαθμό υπηρεσιακή αρχαιότητα, καθώς και ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων, μειονεκτεί όμως τούτου ως προς το βαθμό γνώσης της αγγλικής γλώσσας, ενώ είναι ισότιμος με αυτόν ως προς τους τίτλους σπουδών, τη βαθμολογία και την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων. 4) Υπερέχει του Λ ως προς τη γενική και στον κατεχόμενο βαθμό υπηρεσιακή αρχαιότητα και τον αριθμό των σεμιναρίων, είναι ισότιμος ως προς τους τίτλους σπουδών και το βαθμό γνώσης της αγγλικής γλώσσας, ενώ μειονεκτεί ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, δεδομένου ότι, σε αντίθεση με τον ανωτέρω, ουδέποτε άσκησε καθήκοντα Υποδιευθυντή. 5) Υστερεί του Β ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, τους τίτλους σπουδών και τη βαθμολογία, υπερέχει τούτου ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό και τον αριθμό των σεμιναρίων και είναι ισότιμος ως προς το βαθμό γνώσης της αγγλικής γλώσσας και την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων.

Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών δεν υφίσταται κατάδηλη υπεροχή του ενάγοντος ως προς τους παραπάνω συναδέλφους του και ως εκ τούτου η μη προαγωγή του κατά τις παραπάνω προαγωγικές κρίσεις δεν είναι αντίθετη με τις αρχές της καλής πίστεως. Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας Τράπεζας κατά της πρωτόδικης 709/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να προαγάγει τον αναιρεσίβλητο στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1.9.1998, και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ως προς αμφότερες (κύρια και επικουρική) τις βάσεις της.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες) τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 ΑΚ και κατά συνέπεια οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίθετοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στο εφετείο η εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση της παραμορφώσεως του περιεχομένου εγγράφου και συγκεκριμένα του συνταχθέντος από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα Α/Α 11 Ατομικού Δελτίου βαθμολογίας του9 προταθέντος για σύγκριση και προαχθέντος κατά τις προαγωγές της 17.11.1999 συναδέλφου του αναιρεσείοντος Λ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δεν σχημάτισε την επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του περί μη κατάδηλης υπεροχής του έναντι των προταθέντων κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1999 συναδέλφων του Μ, Ν, Κ, Λ και Β αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το ως άνω έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, το οποίο (έγγραφο) άλλωστε αφορά μόνο σε ένα εκ των στοιχείων αξιολογήσεως (βαθμολογία) του ως άνω Λ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.4.2005 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 744/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ