Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to file notice with the correct first-instance court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to appeal the second-instance judgment and two first-instance decisions. The court ruled that the appeal notice was inadmissible because it was not filed with the specific first-instance court that issued the respective judgments, violating procedural filing requirements. Consequently, the appeal was rejected in part regarding the first-instance decisions and fully rejected for the second-instance decision due to lack of admissibility.
Legislator headnote
AI generatedArticle 566 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; Article 495 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal notice challenging multiple judgments must be filed with each issuing court, and failure to do so renders the appeal inadmissible for the judgments not served upon.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 674 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 674/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. χήρας Π. Χ., το γένος Ε. Μ., 2. Α. Χ. του Π., 3. Α. Χ. του Π. και 4. Α. Χ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Κατηνιώτη.
Του αναιρεσιβλήτου : Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Αντώνιο Τατσόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Μαρτίου 1999 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2000 μη οριστική, 25/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 358/2003 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Ιανουαρίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης ανέγνωσε την από 7 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η κατάθεσή του πρέπει να γίνει στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αναίρεσης ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που απευθύνεται και κατά των με αρ. 25/2001 οριστικής και 2/2000 προδικαστικής, αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας και ζητείται η αναίρεσή τους, πρέπει κατά το μέρος αυτό ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη γιατί από τα υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία δεν προκύπτει ότι το αναιρετήριο κατατέθηκε στη γραμματεία του άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ. εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, ένεκα της οποίας ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης υπάρχει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα, εναντίον της διάταξης του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ., επιβάλλει το βάρος της απόδειξης στον ένα εκ των διαδίκων, ενώ έπρεπε να το επιβάλει στον αντίδικό του.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., για να είναι παραδεκτός ο άνω λόγος αναίρεσης θα πρέπει ο περί κακής κατανομής του βάρους απόδειξης ισχυρισμός να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται στο αναιρετήριο η προβολή του. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά το πρώτο μέρος του λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η ενσωματούμενη στη προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση με αριθμ. 2/2000 προδικαστική απόφαση του Πολ.
Πρωτοδικείου Πρεβέζης υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ. με το να θέσει μόνο θέμα απόδειξης στον ενάγοντα Π. Χ. "ότι το περιγραφόμενο στην αγωγή οικόπεδο εμβαδού 689 τ.μ. αγοράσθηκε... ότι εν πάση περιπτώσει η Κ. Π. . . . νεμήθηκε ... συνεχώς αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα άνω των 30 ετών, το οποίο συμπληρώθηκε πριν το έτος 1915....." χωρίς παράλληλα να τάξει στο αντίδικο Ελληνικό Δημόσιο θέμα αποδείξεως με περιεχόμενο ότι το επίδικο ανήκε στην κυριότητά του ως τμήμα της Οχυρωματικής Τουρκικής Τάφρου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφενός γιατί, κατά τα εκτεθέντα, δεν επιβλήθηκε στον ενάγοντα βάρος απόδειξης που έπρεπε να επιβληθεί στο αντίδικό του, αφετέρου, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, σε κάθε περίπτωση, ότι τον περί κακής κατανομής του βάρους απόδειξης ισχυρισμό προέβαλαν, ο ενάγων ή οι αναιρεσείοντες δικαιοπάροχοί του στο Εφετείο.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, με τον παραπάνω πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου και η ενσωματούμενη σ' αυτή με αρ. 2/2000 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας υπέπεσαν στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του, διότι υποχρεώνοντας η τελευταία απόφαση τον ενάγοντα Π.
Χ. ν' αποδείξει για το περιγραφόμενο στην αγωγή οικόπεδο, εμβαδού 689 τ.μ. ότι εν πάσει περιπτώσει η (απώτερη δικαιοπάροχος) Κ. Π. νεμήθηκε για χρονικό διάστημα άνω των τριάντα ετών, το ο ποίο συμπληρώθηκε πριν από το έτος 1915....", δέχθηκε ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, χωρίς να διαταχθεί γι' αυτά απόδειξη.
Ειδικώτερα θεώρησε ως αποδεδειγμένο τον ισχυρισμό του Δημοσίου ότι το άνω ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα, ενώ εάν δεν τον θεωρούσε αποδεδειγμένο δεν θα ήταν υποχρεωμένος να αποδείξει ο ενάγων ότι αυτός και οι δικαιοπάροχοί του ενέμοντο το ακίνητο από το 1885, αλλά θα αρκούσε να αποδείξει ότι ισχύουν οι προϋποθέσεις της απλής εκτάκτου χρησικτησίας και οι αξιώσεις του Δημοσίου θα απορρίπτονταν.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής. Και τούτο γιατί το Εφετείο, δεχόμενο όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασής του, ότι η φερόμενη στην δια χρησικτησίας κτήση από τον ενάγοντα της κυριότητας του άνω, εμβαδού 689 τ.μ. ακινήτου, ως δικαιοπάροχος αυτού Α. χήρα Α. Β., του μεταβίβασε δια του με αρ.
…44/1961 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Α. Δ. που μεταγράφηκε νόμιμα, ακίνητο επιφανείας 230 τ.μ. το οποίο και είχε περιέλθει σ' αυτή δυνάμει του αναφερομένου παραχωρητηρίου και ότι "το γεγονός ότι η δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Α. χήρα Α. Β., ήτο κυρία δυνάμει του ανωτέρω παραχωρητηρίου, του διαλαμβανομένου σ' αυτό ακινήτου και μόνον τούτου προκύπτει και από το περιεχόμενο του μεταβιβαστικού της κυριότητας συμβολαίου του εν λόγω ακινήτου στον ενάγοντα, στο οποίο (συμβόλαιο) δεν αναφέρεται ως όριο προς νότο (όπου και η αμφισβητούμενη οικοπεδική έκταση επιφανείας 689 τ.μ.) υπόλοιπο ιδιοκτησίας αυτής.
Συνεπώς η Α. χήρα Α. Β., μετεβίβασε στον ενάγοντα ό,τι ανήκε στην κυριότητά της και μόνο τούτο", απέρριψε καθ' ολοκληρίαν τον αγωγικό ισχυρισμό για κτήση από τον ενάγοντα της κυριότητας του άνω ακινήτου, δια χρησικτησίας.
IV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αποτελούν δε πράγματα κατά την έννοια της άνω διάταξης οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.
Α.Π. 11/1996, 25/2003). Ωστόσο λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό ή τον λόγο έφεσης και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αρ 19 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει εκτός άλλων να εκτίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης και να εξειδικεύεται περαιτέρω το σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών και ειδικότερα στην πρώτη περίπτωση ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης κατά το πρώτο μέρος του προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559_αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., γιατί δεν έλαβε υπόψη της τον πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων με τον οποίο προέβαλε το παράπονο ότι "εσφαλμένα δεν έλαβαν υπόψιν τους οι παραπάνω (εκκαλούμενες) αποφάσεις τον ΒΑΣΙΚΟ, πλήρως αποδεδειγμένο εξ εγγράφων ισχυρισμό του ότι το επίδικο οικόπεδο εμβαδού 689 τ.μ.
όπως περιγράφεται στην από 13/3/1999 ... αγωγή του στο Πολ. Πρωτ. Πρέβεζας ΟΥΔΕΠΟΤΕ ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο. Εσφαλμένα και αναπόδεικτα εξ άλλου ΔΕΧΘΗΚΑΝ ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως δήθεν τμήμα της οχύρωσης τη περιμετρική τάφρου της πόλης Πρέβεζας, εκ διαδοχής του Τουρκικού Δημοσίου.
Ειδικότερα, το Ελληνικό Δημόσιο ΔΕΝ απέδειξε τον αόριστο και αβάσιμο ισχυρισμό του, ότι το ως άνω επίδικο αλλά και τα υπόλοιπα δύο όμορα οικόπεδα (ιδιοκτησίας του) δήθεν, αποτελούσαν τμήμα της οχύρωσης της περιμετρικής τάφρου της πόλης Πρέβεζας. Ωσαύτως ΔΕΝ απέδειξε, ότι το επίδικο..... ήταν, πριν την απελευθέρωση της Πρέβεζας (1912) ιδιοκτησία του Τουρκικού Δημοσίου, ώστε ν' αποτελέσουν αντικείμενο διαδοχής υπό του Ελληνικού Δημοσίου".
Περαιτέρω δε με τον ίδιο λόγο κατά το δεύτερο μέρος του προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών. Ο άνω λόγος κατά την επί του
άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. θεμελίωσή του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των παραδοχών αυτής προκύπτει ότι έλαβε υπόψη της τον άνω λόγο έφεσης και τον απέρριψε ως αβάσιμο. Κατά δε την επί του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. θεμελίωσή του ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος γιατί στο αναιρετήριο εκτίθενται απoσπασματικά και όχι με πληρότητα οι κρίσιμες παραδοχές τnς απόφασης, από το σύνολο των οποίων και μόνον θα ήταν δυνατόν να ελεγχθεί η έλλειψη νόμιμης βάσης αυτής λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη πραγματικών περιστατικών που κατά την έννοια του άρθρου 335 Κ.Πολ.Δ., ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 42/2002). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τα μεταξύ άλλων επικληθέντα και προσκομισθέντα στο Εφετείο από τον ενάγοντα έγγραφα, ήτοι : 1) την Εφημερίδα Κυβερνήσεως αρ. φύλλου 92/21.08.1929 τεύχος Β' όπου δημοσιεύεται η υπ' αρ. 66723/03.08.1929 κοινή απόφαση των υπουργών Γεωργίας, Πρόνοιας και Αντιλήψεως περί απαλλοτριώσεως ιδιωτικής έκτασης 4.070 τ.μ.
στη θέση "Αγ. Γεώργιος" στην Πρέβεζα για αστική εγκατάσταση προσφύγων και 2) το από 15.09.1961 τοπογραφικό - κτηματολογικό σχεδιάγραμμα της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Κοιν. Πρόνοιας, στο οποίο αποτυπώνονται μεταξύ άλλων και τα υπ' αρ. 1 και 2 οικόπεδα που περιγράφονται στην αγωγή, από τα οποία έγγραφα κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι ουδέποτε προ του 1929 είχε το Ελληνικό Δημόσιο ιδιοκτησία στην περιοχή όπου και το επίδικο οικόπεδο που ενδιαφέρει εν προκειμένω.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί από την αναφορά της προσβαλλόμενης "Από την εκτίμηση ... του περιεχομένου των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι" προκύπτει ότι για το σχηματισμό της κρίσης της έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα παραπάνω έγγραφα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει και κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 358/2003 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων ν' απορριφθεί. Δικαστική δαπάνη υπέρ του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου δεν θα επιδικασθεί γιατί δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Απορρίπτει την από 28-1-2005 αίτηση των Ε. Χ. κ.λ.π. για αναίρεση της 358/2003 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων και των 25/2001 και 2/2000 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ