Legislator Case Law & Legislation
673/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on mitigation grounds, remands for new sentencing discussion.

Case Number 673/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a conviction for embezzlement, finding the lower court's rejection of mitigation arguments legally flawed. The defendant argued that her genuine remorse and good behavior constituted statutory mitigating circumstances under Article 84 of the Penal Code, which the trial court had incorrectly dismissed. Consequently, the court remanded the case for a new sentencing hearing to consider these factors, while dismissing the appeal on other grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 84(2)(d) and (e) of the Penal Code; When a defendant demonstrates genuine remorse and sustained good behavior post-crime, the court must evaluate these as statutory mitigating circumstances, and a refusal to consider them without specific reasoning warrants remittal for new sentencing deliberation.

Keywords

AI generated
embezzlement conviction statutory mitigation genuine remorse good behavior partial remittal new sentencing hearing Article 84 Penal Code

Cited Legislation

AI generated
Article 375(1)(b) of the Penal Code
Article 117(1) of the former Penal Code
Article 114(1) of the current Penal Code
Article 381(1) of the Penal Code
Article 464 of the Penal Code
Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 84(2)(d) and (e) of the Penal Code
Articles 519 and 522 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 673 / 2024 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 673/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ελένη Μπερτσιά, Διονύσιο Παλλαδινό - Εισηγητή και Παναγιώτα Πασσίση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 12 Δεκεμβρίου 2023, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Κοντακτσή, (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Μ. - Λ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρος της Νικόλαο Γραμμένο και Νικόλαο Μπιτσακάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1337/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την εταιρεία "ERGO AMAE", νομίμως εκπροσωπούμενη από την Παγωνίτσα - Ιωάννα ΔΑΔΙΩΤΗ, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλεία Σκούταρη.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 6527/15-9-2023 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα η οποία πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, από 12-9-2023, με αριθμό 6527/15-9-2023, αίτηση της Μ. Μ. συζύγου Κ. Λ., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 1337/10-3-2023 του Β' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που είχε εμπιστευτεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου (άρθρο 375 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ) και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ανασταλείσα για τρία (3) έτη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Θ' του ΚΠοινΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ και την ομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 114 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, "Όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 381 παρ. 1 του ισχύοντος ΠΚ, για την ποινική δίωξη, μεταξύ άλλων εγκλημάτων και αυτού της υπεξαίρεσης, που προβλέπεται στο άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, απαιτείται η υποβολή έγκλησης, ενώ κατά τον προϊσχύσαντα ΠΚ η πράξη αυτή διωκόταν αυτεπαγγέλτως.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 464 του ίδιου Κώδικα "Εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες, που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως με αντικείμενο πράξεις για τη δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση στον παρόντα Κώδικα, ενώ διώκονταν αυτεπαγγέλτως υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, συνεχίζονται εφόσον ο δικαιούμενος να υποβάλει έγκληση δηλώσει εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος ότι επιθυμεί την πρόοδό τους".

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 51 παρ.1 και 53 παρ.2 εδ.β` του ΚΠοινΔ "Αν ο παθών θέλει να ζητήσει τη δίωξη της αξιόποινης πράξης, υποβάλλει έγκληση σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 42 παρ. 2, 3 και 4. Αφού υποβληθεί η έγκληση η ποινική δίωξη προχωρεί όπως και στα εγκλήματα που διώκονται αυτεπαγγέλτως". Ακόμη, αναπλήρωση της δήλωσης επιθυμίας προόδου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται, σε περίπτωση υποβολής μήνυσης από τον παθόντα, κατά το χρόνο κατά τον οποίο η πράξη διωκόταν αυτεπαγγέλτως, η οποία επέχει θέση έγκλησης, σύμφωνα με τα άρθρα 51 και 42 του ΚΠοινΔ (ΑΠ 1153/2022, ΑΠ 557/2020). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Θ' του ΚΠοινΔ, θεσπίζεται ως λόγος αναίρεσης της απόφασης και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίδει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται με τη θετική και την αρνητική μορφή. Θετική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποφασίζει για ζήτημα, το οποίο δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του. Αρνητική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραλείπει να αποφασίσει για ζήτημα, για το οποίο έχει υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών, το Β' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση 1337/10-3-2023, απέρριψε τον ισχυρισμό της κατηγορουμένης, ήδη αναιρεσείουσας, περί απαραδέκτου της σε βάρος της ποινικής δίωξης για την πράξη της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 παρ. 1 εδ.β', η οποία πλέον με τον ισχύοντα ΠΚ διώκεται κατ' έγκληση, σε αντίθεση με τον προϊσχύσαντα ΠΚ υπό την ισχύ του οποίου ασκήθηκε η ποινική δίωξη, κατά τον οποίο διωκόταν αυτεπαγγέλτως, λόγω μη υποβολής της κατά το άρθρο 464 του ΠΚ δήλωσης της παθούσας ότι επιθυμεί την πρόοδο της ποινικής διαδικασίας, με το ακόλουθο σκεπτικό:

"...Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη δικογραφία η παθούσα εταιρία με την επωνυμία "ERGO Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία Ζημιών", πρώην "VICTORIA Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία Ζημιών" υπέβαλε εις βάρος της κατηγορουμένης την από 9/10/2016 μήνυσή της, η οποία κατατέθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών στις 24/10/2016 , βάσει της οποίας ασκήθηκε η εις βάρος της κατηγορουμένης ποινική δίωξη.

Με τη μήνυση αυτή η παθούσα εταιρία δηλώνει ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, η παραπάνω αξιόποινη πράξη της απάτης, η οποία έχει πλημμεληματικό πλέον χαρακτήρα, και για την ποινική της δίωξη κατά το προϊσχύσαν δίκαιο διωκόταν αυτεπαγγέλτως, απαιτείται έγκληση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 405 παρ.1 του ισχύσαντος από 1-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα, που είναι προδήλως ευμενέστερη για την κατηγορουμένη, σε σχέση με το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς κατά το οποίο η εν λόγω πράξη διωκόταν αυτεπαγγέλτως.

Τέτοια έγκληση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, έχει υποβληθεί προγενέστερα της αλλαγής του νομοθετικού καθεστώτος, ως προαναφέρθηκε, από το δικαιούμενο για την υποβολή της Νομικό Πρόσωπο, νομίμως εκπροσωπούμενο, υπό το τίτλο έγκληση-μήνυση, ενώ δεν προέβη εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη ισχύος του νέου ΠΚ, ήτοι μέχρι την 31-10-2019, στην προβλεπόμενη από το άρθρο 464 του ιδίου Κώδικα, για τη συνέχιση της παρούσας εκκρεμούς διαδικασίας, δήλωση, ότι επιθυμεί την πρόοδο αυτής.

Περαιτέρω η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, έχει την έννοια της συμμετοχής στην ποινική δίκη και την επιδίωξη της αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως και αναπληρώνει τη δήλωση που επιτάσσει η αμέσως, ως άνω, διάταξη του άρθρου 464 του νέου ΠΚ, ότι επιθυμεί την πρόοδο της δίκης, η οποία μπορούσε να υπάρξει και πριν από την ισχύ του νέου ποινικού κώδικα και σε καμία περίπτωση την έγκληση, που αυτή είναι απαραίτητη για την ποινική δίωξη. ....

Συνεπώς, καθόσον, σύμφωνα με τα παραπάνω η παθούσα εταιρία υπέβαλε μήνυση και προέβη νομότυπα με αυτή σε δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής στη ποινική διαδικασία, στις 24/10/2016, η εν λόγω δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής γενομένη και προ της ενάρξεως της ισχύος του νέου ΠΚ (1-7-2019) αναπληρώνει τη δήλωση που επιτάσσει η μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 του νέου ΠΚ, η αναπλήρωση δε αυτή έχει ως αποτέλεσμα την ουσιαστική κάλυψη της ελλείψεως της δηλώσεως περί επιθυμίας προόδου της δίκης για τη συνέχιση της ποινικής διαδικασίας. Μετά ταύτα, εφόσον αναπληρώθηκε η εν λόγω δήλωση, πρέπει να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός περί απαραδέκτου της συνέχισης της εν προκειμένω ποινικής δίωξης".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης.

Ειδικότερα, εκτίθεται στο σκεπτικό ότι υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος ΠΚ, κατά το οποίο η σε βάρος της κατηγορουμένης, ήδη αναιρεσείουσας, πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που είχε εμπιστευτεί στην υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου (άρθρο 375 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ) διωκόταν αυτεπαγγέλτως, η παθούσα εταιρεία, υπέβαλε την από 9/10/2016 μήνυσή της, η οποία κατατέθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών στις 24/10/2016, βάσει της οποίας ασκήθηκε η σε βάρος της κατηγορουμένης ποινική δίωξη.

Σύμφωνα, με την προαναφερθείσα νομική σκέψη η υποβληθείσα από την παθούσα μήνυση, κατά το χρόνο κατά τον οποίο η πράξη διωκόταν αυτεπαγγέλτως, επέχει θέση έγκλησης, σύμφωνα με διατάξεις των άρθρων 51 και 42 του ΚΠοινΔ και αναπληρώνει τη δήλωση συνέχισης της ποινικής διαδικασίας του άρθρου 464 του ΠΚ. Ανεξάρτητα της ορθότητας της επάλληλης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης περί του ότι η δήλωση παράσταση πολιτικής αγωγής από την παθούσα αναπληρώνει την έγκληση, η κύρια αιτιολογία αυτής (προσβαλλόμενης απόφασης) περί αναπλήρωσης της δήλωσης συνέχισης της ποινικής διαδικασίας από την από 9-10-2016 μήνυση της παθούσας, στηρίζει επαρκώς το διατακτικό περί απόρριψης του υποβληθέντος ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί απαραδέκτου της σε βάρος της ποινικής δίωξη.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ' του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας με τη συνέχιση της σε βάρος της ποινικής δίωξης για την πράξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. β', λόγω μη υποβολής της δήλωσης του άρθρου 464 του ΠΚ, είναι αβάσιμος.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1εδ.α' και παρ. 2 εδ.α' του προϊσχύσαντος ΠΚ "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Ενώ κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 375 του ισχύοντος ΠΚ: "1.Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή.

Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή. 2. Αν η αξία του αντικειμένου στην παράγραφο 1 υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή".

Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση υπεξαίρεσης αντικειμένου η αξία του οποίου δεν υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των 120.000 ευρώ, το οποίο το έχουν εμπιστευτεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, οι διατάξεις του ισχύοντος ΠΚ είναι ευμενέστερες, διότι η πράξη της υπεξαίρεσης διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος, σε αντίθεση με τον προϊσχύσταντα ΠΚ, κατά τον οποίο διωκόταν σε βαθμό κακουργήματος.

Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες δεν διαφέρουν ως προς την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο. Ως ξένο δε θεωρείται το πράγμα, το οποίο βρίσκεται σε ξένη, αναφορικά με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στο αστικό δίκαιο, και δεν έχει περιέλθει στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση από το δράστη του πράγματος, η οποία συντρέχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή δίχως άλλη νόμιμη αιτία.

Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει στην περιουσία του βρισκόμενο στην κατοχή του ξένο κινητό πράγμα, εξουσιάζοντας και διαθέτοντας αυτό σαν να ήταν κύριος, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο.

Χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 ΠΚ, ο χρόνος, κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος και ενσωμάτωσης του στην περιουσία του (ΑΠ 101/2023). Ως εμπίστευση νοείται η παράδοση της κατοχής του πράγματος σε πρόσωπο που έχει τις προαναφερθείσες ιδιότητες, οι οποίες παρέχουν στον ιδιοκτήτη την προσδοκία, ότι η κατοχή θα ασκηθεί για λογαριασμό του και ότι το πράγμα θα αποδοθεί σ` αυτόν.

Ο εντολοδόχος νοείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, δηλαδή πρέπει μεταξύ αυτού και του παθόντος να υπάρχει σύμβαση εντολής.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 719 του ΑΚ, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία αποκτά κατά την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές ή με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του. Γι` αυτό, σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει το έγκλημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 ΠΚ (ΑΠ 950/2022).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασής του, με αριθμό 1337/10-3-2023, το Β' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή (καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και έγγραφα των οποίων έγινε ανάγνωση), δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Μεταξύ της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ERGO ΑΕ Ζημιών", πρώην "VICTORIA Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία Ζημιών" νόμιμα εκπροσωπούμενη και δραστηριοποιούμενη στο χώρο των ασφαλίσεων και της εταιρίας "ΠΑΛΜΟΣ ΑΕ", νόμιμα εκπροσωπούμενη από τη κατηγορουμένη Μ., πρόεδρο, διευθύνουσα σύμβουλο του ΔΣ της, καταρτίστηκε στη Θεσσαλονίκη η από .../2005 σύμβαση ασφαλιστικού πράκτορα, αορίστου χρόνου, με την οποία η πρώτη ανέθεσε στη δεύτερη το έργο του ασφαλιστικού πράκτορα γενικών ασφαλειών.

Μεταξύ των αναληφθέντων, από τη παραπάνω σύμβαση, καθηκόντων, αρμοδιοτήτων και εργασιών ήταν η εγκαλουμένη εταιρία να παραλαμβάνει αιτήσεις-προτάσεις ασφαλίσεων για τους κλάδους που ασκούσε η ασφαλιστική εταιρία, με την υποχρέωση της αμέσου διαβίβασής της προς την εγκαλούσα, να επιδίδει έγκαιρα τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, πρόσθετες πράξεις και αποδείξεις στους ασφαλισμένους, να εισπράττει τα αντίστοιχα ασφάλιστρα και να τα αποδίδει, αφού αφαιρέσει τη προμήθειά της, άμεσα στην ασφαλιστική εταιρία, καθότι ευθυνόταν ως θεματοφύλακας αυτών.

Επιπλέον είχε συμφωνηθεί ότι η προαναφερθείσα σύμβαση ασφαλιστικού πράκτορα μπορούσε να λυθεί οποτεδήποτε με γραπτή δίμηνη προειδοποίηση, αζημίως και για τις δύο συμβαλλόμενες πλευρές, οπότε η εγκαλούσα θα υποχρεωνόταν να καταβάλλει στη "ΠΑΛΜΟΣ ΑΕ" οποιαδήποτε αμοιβή θα δικαιούταν από τη παραγωγή της, μέχρι την ημερομηνία λύσεως της συμβάσεως αυτής.

Σ' αυτή δε τη περίπτωση είχε συμφωνηθεί ότι η εταιρία "ΠΑΛΜΟΣ ΑΕ" δεν θα δικαιούταν αμοιβές επί τυχόν ανανεώσεων ασφαλιστηρίων της, που θα εκδίδονταν από την ασφαλιστική εταιρία μετά την για οποιονδήποτε λόγο λύση ή λήξη της συμβάσεως, ενώ σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης για σπουδαίο λόγο, θα καθίστατο απαιτητό και ληξιπρόθεσμο, οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο που θα οφείλονταν στην εγκαλούσα από υπαιτιότητα της "ΠΑΛΜΟΣ ΑΕ".

Στα πλαίσια της συμβατικής συνεργασίας των δύο ως άνω εταιριών συμφωνήθηκε να εισπράττει η "ΠΑΛΜΟΣ ΑΕ" για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρίας τα ασφάλιστρα για τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που θα εκδίδονταν με τη μεσολάβησή της και ακολούθως, αφού αφαιρείτο το ποσοστό της προμήθειάς της, να αποδίδει το χρηματικό ποσό των ασφαλίστρων.

Η κατηγορουμένη ενεργώντας υπό την ανωτέρω ιδιότητά της και καταχρώμενη την από .../2005 σύμβαση συνεργασίας και την ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης και διαχείρισης που είχε δημιουργηθεί εξ αυτής, εισέπραξε για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρίας, από τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων με τρίτους ασφαλισμένους, ασφάλιστρα, τα οποία δεν απέδωσε στην τελευταία, αλλά παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενώ γνώριζε ότι ήταν ξένα προς αυτήν.

Ειδικότερα, καίτοι έφερε την ιδιότητα του θεματοφύλακα, ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντας στην ατομική της περιουσία και δεν κατέβαλε στην ασφαλιστική εταιρία, ως όφειλε, ασφάλιστρα συνολικού ποσού 61.694,77 ευρώ τα οποία είχε εισπράξει από πελάτες της εγκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας. Πιο συγκεκριμένα, κατά το χρονικό διάστημα του μηνός Μαρτίου 2011 ιδιοποιήθηκε το ποσό των 50.235,27 ευρώ που προέκυψε ως υπόλοιπο από το συμψηφισμό του ποσού των 34.000 ευρώ αντιστοιχούντος σε προμήθειες άλλων περιόδων παραγωγής, με το αρχικά οφειλόμενο ποσό των 84.235,27 ευρώ που αντιστοιχούσε σε κεφάλαιο των εισπραχθέντων και μη αποδοθέντων ασφαλίστρων του μηνός Μαρτίου 2011, το οποίο η κατηγορουμένη υπό την ανωτέρω ιδιότητά της, αναγνώρισε ρητά και ανεπιφύλακτα ότι οφείλει με το από 7/9/2011 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης-διακανονισμού χρέους και παροχής ασφαλειών συνεργασίας.

Κατά το χρονικό διάστημα του μηνός Ιουνίου 2011 ιδιοποιήθηκε το ποσό των 4.364,54 ευρώ, που προέκυψε ως υπόλοιπο από το συμψηφισμό του ποσού των 26.965,78 ευρώ αντιστοιχούντος σε προμήθειες άλλων περιόδων παραγωγής, με το αρχικά οφειλόμενο ποσό των 31.330,32 ευρώ που αντιστοιχούσε σε καθαρό κεφάλαιο των εισπραχθέντων και μη αποδοθέντων ασφαλίστρων μετά την αφαίρεση ποσού 5.370,68 ευρώ για προμήθειες διαμεσολάβησης κατά το μήνα Ιούνιο 2011.

Κατά το χρονικό διάστημα του Ιανουάριου του 2012 έως και τον Αύγουστο του 2012 ιδιοποιήθηκε το ποσό των 7.094,96 ευρώ, που προέκυψε από την αφαίρεση του ποσού των 1.218,04 ευρώ αντιστοιχούντος σε προμήθειες διαμεσολάβησης, από το συνολικά εισπραχθέν ποσό ασφαλίστρων των 8.313 ευρώ στα οποία είχε μεσολαβήσει η εταιρία της κατά την προαναφερθείσα χρονική περίοδο.

Για το λόγο αυτό η πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, με την από .../2016 εξώδικη καταγγελία-όχληση, νομίμως επιδοθείσα στις .../2016 με την υπ' αριθμ. ...-2016 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών κ. Κ. Β., προέβη σε καταγγελία της ως άνω σύμβασης ασφαλιστικού πράκτορα για σπουδαίο λόγο και συγκεκριμένα ένεκα μη εκπλήρωσης των οικονομικών υποχρεώσεων της εκπροσωπούμενης από την κατηγορουμένη εταιρίας προς τη πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία.

Με την ίδια εξώδικη καταγγελία-όχληση, η ασφαλιστική εταιρία έταξε στην εταιρία "ΠΑΛΜΟΣ ΑΕ" προθεσμία δέκα ημερών από την επίδοσή της για απόδοση του οφειλόμενου χρηματικού ποσού των 61.694,77 ευρώ (50.235,27 ευρώ + 4.364,54 ευρώ + 7.094,96 ευρώ), δίχως η κατηγορουμένη να ανταποκριθεί σε οποιαδήποτε καταβολή μέχρι σήμερα εκ του οφειλόμενου ποσού.

Τουναντίον, παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα το προαναφερόμενο ποσό των 61.694,77 ευρώ, μετά τη πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας εξόφλησης αυτού από την επίδοση της εν λόγω εξώδικη ς καταγγελίας της εγκαλούσας, ήτοι την 11/3/2016, ότε και έγινε απαιτητό και ληξιπρόθεσμο, σύμφωνα με όρο της μεταξύ τους σύμβασης ασφαλιστικού πράκτορα, ως αναφέρθηκε παραπάνω.

Στην εν λόγω καταγγελία δεν ακολούθησε απάντηση της κατηγορουμένης, πλην όμως η τελευταία προβάλλει ως υπερασπιστικό ισχυρισμό της, ότι τηρούταν μεταξύ τους αλληλόχρεος λογαριασμός, η μη εξόφληση του οποίου συνιστά ενοχική αξίωση και ουδαμώς το ποινικό αδίκημα της υπεξαίρεσης και ότι η απαίτηση της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας είναι ολοσχερώς εξοφλημένη άλλως ανεκκαθάριστη.

Ωστόσο, οι ανωτέρω ισχυρισμοί κρίνονται αβάσιμοι καθότι σε ότι αφορά το πρώτο, ουδέποτε αποδείχθηκε η τήρηση αλληλόχρεου μεταξύ τους λογαριασμού, αλλά η αναγνώριση της οφειλής της κατηγορουμένης για τη μη απόδοση των εισπραχθέντων ασφαλίστρων, όπως τούτο συνάγεται από το συναφθέν μεταξύ τους υπό ημερομηνία 7/9/2011 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους, στο οποίο γίνεται σαφής αναφορά ότι η εκπροσωπούμενη από την κατηγορουμένη εταιρία "ΠΑΛΜΟΣ ΑΕ" δεν απέδωσε τα ασφάλιστρα που αφορούσαν τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που εκδόθηκαν με τη διαμεσολάβησή της το Μάρτιο του 2011 στην εγκαλούσα εταιρία και βρίσκεται σε υπερημερία περί την απόδοσή της προς αυτήν.

Επιπλέον, η άποψη αυτή ενισχύεται και από το σκεπτικό της υπ' αριθμ. 788/2014 απόφασης του Μον. Πρωτ. Αθηνών επί της ασκηθείσης ανακοπής της "ΠΑΛΜΟΣ ΑΕ" κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με αίτημα την ακύρωση της υπ' αριθμ. 5016/2013 διαταγής πληρωμής του Μον. Πρωτ. Αθηνών, που εκδόθηκε επί τη βάσει της υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένης επιταγής με ημερομηνία πληρωμής 31/8/2012 ποσού 87.230,40 ευρώ που έδωσε η κατηγορουμένη προς πρόσθετη ασφάλεια πληρωμής, μετά τη σύναψη του από 7/9/2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμφωνα με το οποίο γίνεται δεκτό και από το αστικό δικαστήριο ότι "ουδέποτε τηρήθηκε μεταξύ της καθής η ανακοπή εταιρίας και της ανακόπτουσας και στα πλαίσια της μεταξύ τους συνεργασίας αλληλόχρεος λογαριασμός, καθόσον όπως προκύπτει από το συναφθέν από 7/9/2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, η ανακόπτουσα εισέπραξε για λογαριασμό της καθής η ανακοπή και δεν της απέδωσε ασφάλιστρα, τα οποία αφορούσαν ασφαλιστήρια συμβόλαια που εκδόθηκαν με τη μεσολάβησή της το Μάρτιο του 2011...".

Επίσης και με την υπ' αριθμ. 3276/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή και επικυρώθηκε τελεσίδικα η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, το δικαστήριο δέχθηκε ότι "...η ανακόπτουσα, έχοντας δυσχέρεια να αποδώσει το σύνολο της παραπάνω ληξιπρόθεσμης οφειλής της, αναγνώρισε και συνομολόγησε ανεπιφύλακτα αυτήν (οφειλή) ως ληξιπρόθεσμη, εκκαθαρισμένη και απαιτητή...".

Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό περί μη οφειλής ή ανάγκης εκκαθάρισης αυτής, δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό μέσον, αντίθετα η έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής, η οποία επικυρώθηκε τελεσίδικα από τα αστικά δικαστήρια, με τις οικείες ως άνω περικοπές στο σκεπτικό των αποφάσεων, απορριπτομένης της επ' αυτής ανακοπής, καταδεικνύει το εκκαθαρισμένο της οφειλής.

Με βάση τα ανωτέρω προέκυψε ότι τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα από την εταιρία που εκπροσωπούσε η κατηγορουμένη ήταν ξένα πράγματα για αυτήν, και εντεύθεν μπορούσαν να γίνουν αντικείμενο υπεξαίρεσης, όπως και έγιναν. Επιπλέον, η κατηγορουμένη είχε την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, διότι κατά το νόμο και τη σύμβαση ενεργούσε νομικές πράξεις με δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας ως και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη της αλλά και της εντολοδόχου για την είσπραξη και απόδοση των ασφαλίστρων από τις καταρτισθείσες ασφαλιστικές συμβάσεις, που τα κατείχε για λογαριασμό της εντολέως εταιρίας και αποτελούσαν ξένο πράγμα γι' αυτήν.

Περαιτέρω, η κατηγορουμένη επέδειξε δόλια προαίρεση μη καταβάλλοντας στη πολιτικώς ενάγουσα το προαναφερθέν ποσό, όταν της το ζήτησε, ήτοι στις 11/3/2016, δηλαδή με τη λήξη της δεκαήμερης προθεσμίας εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού των 61.694,77 ευρώ, που είχε ταχθεί με την ως άνω από .../2016 εξώδικη καταγγελία της σύμβασης ασφαλιστικού πράκτορα, ότε και η απαίτηση αυτή έγινε ληξιπρόθεσμη. Κατά το χρόνο αυτό θεωρείται εξάλλου από την άποψη του ποινικού δικαίου ότι εκδηλώθηκε (εξωτερικεύθηκε) η βούληση της κατηγορουμένης, ως νομίμου εκπροσώπου της "ΠΑΛΜΟΣ ΑΕ" να υπεξαιρέσει (ιδιοποιηθεί παράνομα) το ποσό των 61.694,77 ευρώ, το οποίο κατείχε ως εντολοδόχος - διαχειρίστρια και να μη το αποδώσει στη πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, καθότι μέχρι του χρονικού αυτού σημείου ίσχυε η μεταξύ τους σύμβαση αναγνώρισης χρέους και η πολιτικώς ενάγουσα έδινε πίστωση χρόνου στη κατηγορουμένη προκειμένου να μπορέσει να εξοφλήσει την οφειλή της, γεγονός, όμως, που δεν μπόρεσε να συμβεί καθότι αυτό γίνονταν όχι με καταβολές αλλά μόνον συμψηφιστικά με τις οφειλόμενες σε αυτήν προμήθειες από τη παραγωγή της, η οποία όμως παραγωγή έβαινε μειούμενη μέχρι του σημείου που εκμηδενίστηκε.

Συνεπώς, κατόπιν των παραπάνω, πρέπει η κατηγορουμένη, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "ΠΑΛΜΟΣ ΑΕ" να καταδικαστεί για την αποδιδόμενη σε αυτήν πράξη της υπεξαίρεσης, υπό τη πλημμεληματική όμως μορφή αυτής, σύμφωνα με τη προδιαληφθείσα νομική σκέψη, απορριπτομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού περί παραγραφής του αδικήματος αφού από το χρόνο διάπραξης αυτού, ήτοι 11/3/2016 μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης στο ακροατήριο δεν έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα των οκτώ ετών (5 έτη + 3 έτη) της αναστολής)". Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, ένοχη για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που είχε εμπιστευτεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου (άρθρο 375 παρ. 1 εδ. β'του ΠΚ) και της επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ανασταλείσα για τρία (3) έτη, με το ακόλουθο διατακτικό:

"Κηρύσσει αυτήν ένοχη του ότι: Στο Μαρούσι Αττικής τις 11/3/2016 με πρόθεση και με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης, ιδιοποιήθηκε παράνομα ολικά ξένα κινητά πράγματα, Συγκεκριμένα, έχοντας την ιδιότητα της προέδρου - διευθύνουσας συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΛΜΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΗΣ" και με τον διακριτικό τίτλο "ΠΑΛΜΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, επί της ..., η οποία σύναψε με την εγκαλούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ERGO Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία Ζημιών", πρώην "VICTORIA Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζημιών" την από .../2005 σύμβαση ασφαλιστικού πράκτορα, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την μεσολάβηση μεταξύ της εγκαλούσας και τρίτων για την σύναψη ασφαλιστικών ασφαλίσεων, έναντι προμήθειας, συνιστάμενης σε ποσοστό επί των καθαρών ασφαλίστρων, εισπράττοντας η ίδια τα ασφάλιστρα για λογαριασμό της εγκαλούσας και αποδίδοντάς τα στην τελευταία μετά την αφαίρεση της προμήθειάς της, ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντάς στην ατομική της περιουσία, ασφάλιστρα συνολικού ποσού 61.694,77 ευρώ που εισέπραξε από τρίτους, πελάτες της εγκαλούσης ασφαλιστικής εταιρίας, υπό την ανωτέρω ιδιότητά της και μέσα στα πλαίσια της προαναφερθείσης συνεργασίας της, κατά τον μήνα Μάρτιο 2011 το ποσό των 50.237,27 ευρώ, τον μήνα Ιούνιο 2011 το ποσό των 4.364,54 ευρώ και κατά το χρονικό διάστημα του Ιανουάριου έως Αυγούστου 2012 το ποσό των 7.094,96, το οποίο παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα, καίτοι οχλήθηκε από την εγκαλούσα να αποδώσει κατά την ημερομηνία της 11/3/2016, ότε και έληγε η ταχθείσα δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοση της υπ'αριθμ. ...-2016 έκθεσης επίδοσης του δικ.

Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κ. Β.".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης της, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά (χωρίς να απαιτείται, κατά τα προεκτεθέντα, η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτισή τους ούτε η διευκρίνιση από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή και χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας του τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ή προσδιορισμού της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου) και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά (πραγματικά περιστατικά) στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 375 παρ. 1 εδ.

α' περίπτωση πρώτη και εδ. β' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα διαλαμβάνονται : α) ότι η κατηγορουμένη, ήδη αναιρεσείουσα, είχε την ιδιότητα της προέδρου και νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "Πάλμος Ανώνυμη Εταιρία Ασφαλιστικής Πρακτόρευσης", β) ότι στις 31-10-2005 η εταιρεία "Πάλμος ΑΕ" συνήψε με την εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ergo Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζημιών" σύμβαση ασφαλιστικού πράκτορα, με την οποία ανέλαβε τη μεσολάβηση μεταξύ της εγκαλούσας και τρίτων για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, έναντι προμήθειας συνιστάμενης σε ποσοστό επί των καθαρών ασφαλίστρων, εισπράττοντας η ίδια τα ασφάλιστρα για λογαριασμό της εγκαλούσας και αποδίδοντάς τα στην τελευταία μετά την αφαίρεση της προμήθειάς της, γ) ότι τους μήνες Μάρτιο, Ιούνιο του έτους 2011 και το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο έως Αύγουστο του έτους 2012 εισέπραξε για λογαριασμό της εγκαλούσας το χρηματικό ποσό των 61.694,77 ευρώ, δ) ότι με εξώδικη δήλωση που επέδωσε η εγκαλούσα στην κατηγορουμένη στις 29-2-2016 ζήτησε να της αποδώσει το χρηματικό αυτό ποσό μέχρι τις 10-3-2016, ε) ότι η κατηγορουμένη αρνήθηκε να αποδώσει το χρηματικό αυτό εξωτερικεύοντας από τις 11-3-2016 τη θέληση της να το ενσωματώσει στην περιουσία της.

Τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης υφίσταται η παραδοχή ότι ο χρόνος που εκδηλώθηκε η πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης του χρηματικού ποσού των 61.694,77 ευρώ από την κατηγορουμένη, ήταν η 11η-3-2016 και ότι έως τότε η εγκαλούσα είχε χορηγήσει στην κατηγορουμένη προθεσμία απόδοσης του χρηματικού αυτού ποσού.

Τα γεγονότα α) ότι η εγκαλούσα εξέδωσε σε βάρος της εταιρείας Πάλμος ΑΕ την 5016/2013 διαταγή πληρωμής την οποία επέδωσε στις 27-2-2013 με επιταγή προς εκτέλεση, β) ότι η εταιρεία Πάλμος ΑΕ άσκησε την από 20-3-2013 ανακοπή κατά της διαταγής αυτής πληρωμής και γ) ότι η κατηγορουμένη έπαυσε την καταβολή των δόσεων που είχαν συμφωνηθεί με το από 7-9-2011 συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους, δεν αναιρούν την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί του ότι ο χρόνος εκδήλωσης της πρόθεσης παράνομης ιδιοποίησης του ποσού των 61.694,77 ευρώ από την κατηγορουμένη ήταν η 11η-3-2016, δεδομένου ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση υφίσταται η παραδοχή ότι η εγκαλούσα είχε χορηγήσει έως τις 10-3-2016 προθεσμία απόδοσης του οφειλόμενου χρηματικού ποσού.

Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και ειδικότερα ως προς τον χρόνο εκδήλωσης της πρόθεσης παράνομης ιδιοποίησης του χρηματικού ποσού των 61.694,77 ευρώ, είναι αβάσιμος.

Οι λοιπές, εμπεριεχόμενες στον ίδιο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, σχετικές με την κατηγορία αιτιάσεις, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών της αναιρεσείουσας, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων περί ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του αναιρεσείουσας και αμφισβήτηση των σε βάρος αυτού ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠοινΔ, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα, λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στην μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.

Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ακόμη δε περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και ο περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.

Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, μεταξύ άλλων: 1) η υπό στοιχείο δ' που συνίσταται στο ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του.

Για να συντρέχει δε η ελαφρυντική περίσταση της "ειλικρινούς μετάνοιας" πρέπει η μετάνοια του κατηγορουμένου να είναι "ειλικρινής". "Eιλικρινής" είναι η μετάνοια όταν αυτή εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή είναι πραγματική και όχι προσποιητή. Η μετάνοια στην περίπτωση αυτή πρέπει να είναι πολύ εντονότερη και πέρα από τα συνήθη όρια, συνεπώς πρέπει να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά που δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και δεν αρκεί η απλή συγνώμη, δηλαδή η ενδιάθετη και δυσδιάγνωστη στάση και τάση της μετάνοιας και μεταμέλειας πρέπει να υλοποιείται σε ειδικές και συγκεκριμένες πράξεις που υποδηλώνουν την αυθόρμητη μεταβολή και μετάλλαξη στον ψυχισμό του κατηγορουμένου (ΑΠ 210/2022). 2) Η υπό στοιχ.

ε' που συνίσταται στο "ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του". Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε` του ΠΚ, δηλαδή της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη, υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, πρέπει η συμπεριφορά του να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη, από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του, χωρίς απαιτείται μια εξαιρετική υπερδιακεκριμένη καλή συμπεριφορά αλλά και χωρίς να αρκεί η απλή, καλή και συνήθης συμπεριφορά, όπως η εργασία και η ομαλή οικογενειακή ζωή χωρίς παραβατικότητα και μόνο, διότι η καλή συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας.

Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνο της έλλειψης παραβατικότητας, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν και άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, με εξαίρεση την παραβίαση των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα (ΑΠ 49/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η κατηγορουμένη, ήδη αναιρεσείουσα δια των πληρεξουσίου δικηγόρων της, υπέβαλε εγγράφως ενώπιον του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναγνώρισης ότι συντρέχουν στο πρόσωπό της οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ' και ε'του ΠΚ, αναφέροντα κατά λέξη τα ακόλουθα :

"... Στην προκειμένη περίπτωση, αντιλαμβανόμενη και αποδεχόμενη το σφάλμα της παραβατικής μου συμπεριφοράς, πέραν του ότι αποδέχθηκα εξαρχής τα αποδιδόμενα σε εμένα πραγματικά περιστατικά, αναλαμβάνοντας την ευθύνη των πράξεων μου, εξέφρασα εμπράκτως την πρόθεσή μου για επανόρθωση της προκληθείσας ζημίας.

Κορωνίδα δε της εκούσιας, αβίαστης και ειλικρινούς μεταμέλειας μου και συγχρόνως πλήρης απόδειξη της ψυχικής μου μεταστροφής του έναντι διαπραχθέντος αδικήματος είναι: α) Ότι ήδη από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκε η επίδικη οφειλή, έσπευσα, να ζητήσω το διακανονισμό της επί σκοπώ πλήρους και ολοσχερούς εξοφλήσεως αυτής, απευθυνόμενη στον εμπορικό διευθυντή της παθούσας εταιρείας (αναγν. 1).

β) Ότι έσπευσα να διακανονίσω την οφειλή μου, συνταχθέντος ούτως του από 07-09-2011 Ιδιωτικού Συμφωνητικού περί αναγνώρισης-διακανονισμού χρέους και παροχής ασφαλειών συνεργασίας (αναγν. 2). Μάλιστα, προς πρόσθετη εξασφάλιση της παθούσας, στην εν λόγω σύμβαση συμβλήθηκε και τρίτο πρόσωπο, ο αδελφός μου Γ. Μ.

κατά του οποίου επ' ουδενί θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί οποιαδήποτε ποινική ή αστική ευθύνη του εκ του επίδικου χρέους και εκ του αδικήματος της υπεξαίρεσης. γ) Ότι κατόπιν δικής μου πρωτοβουλίας, εισηγήθηκα να μην αποδίδονται στην "ΠΑΛΜΟΣ Α.Ε." οι αναλογούσες εκ της παραγωγής της προμήθειες, αλλά να παρακρατούνται προς εξόφληση του χρέους αυτής όπερ και εγένετο, με αποτέλεσμα εκ του συνολικού ποσού των 123.878,59 € που αφορούσε σε εισπραχθέντα και μη αποδοθέντα ασφάλιστρα να έχει πλήρως και ολοσχερώς εξοφληθεί το ποσό των 60.965,78 €, γεγονός άλλωστε που έχει συνομολογήσει και η ίδια η παθούσα εταιρεία, εκφράζοντας εμπράκτως την πρόθεσή μου για την επανόρθωση της προκληθείσας από εμένα ζημίας, επιδιώκοντας με αυτήν τη συμπεριφορά μου να μειώσω τις συνέπειες της πράξης μου.

δ) Ότι παρασχέθηκαν εμπράγματες εξασφαλίσεις του επιδίκου χρέους, έως του ποσού των 100.000 €, ως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθμ. 312/1012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων, αναγν,. 14), ήτοι εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί ενός ακινήτου (αγροτεμάχιο) 168 τ.μ., στην θέση "Άρμι" της περιοχής των Γουβών του Ηρακλείου Κρήτης, το οποίο ανήκει κατά πλήρη νομή, κυριότητα και κατοχή σε μέλους του στενού οικογενειακού μου κύκλου, ήτοι στον αδελφό μου Γ.

Μ. ε) Ότι ακόμα και μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 5016/2013 διαταγής πληρωμής και την διεξαγωγή της αστικής αντιδικίας, προσπάθησα έτι περαιτέρω να προβώ στην εντελή ικανοποίηση της παθούσας, καθώς με την από 20-03-2017 επιστολή μου προς τον κ. Π. (Τμήμα Εισπράξεων της μηνύτριας εταιρείας), πρότεινα στους προστηθέντες υπαλλήλους της παθούσας εταιρείας την εκχώρηση της απαίτησης της "ΠΑΛΜΟΣ Α.Ε." κατά της Α.

Φ., όπως αυτή απέρρεε από την υπ' αριθμ. 2459/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία) ύψους 40.930,22 € πλέον τόκων (αναγν, 15). Εκ των ανωτέρω, συνάγεται με βεβαιότητα ότι επέδειξα ειλικρινή μετάνοια, επιδιώκοντας και επιχειρώντας δια της μετέπειτα υποδειγματικής συμπεριφοράς μου, και δη αναλαμβάνοντας εξαρχής την ευθύνη που μου αναλογούσε εκφράζοντας εμπράκτως την πρόθεσή μου για την επανόρθωση της προκληθείσας από εμένα ζημίας, επιδιώκοντας και εν τέλει να μειώνοντας τις συνέπειες της πράξεως μου.

Επομένως, συντρέχουν όλες οι αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις για την αναγνώριση στο πρόσωπο μου της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης όπως αυτή περιγράφεται στο εδάφιο δ' της παραγράφου 2 του άρθρου 84 του Ποινικού Κώδικα. ... Στη συγκεκριμένη περίπτωση, συμπεριφέρθηκα άριστα για όλο το χρονικό διάστημα μετά την πράξη μου και μέχρι και σήμερα, επέδειξα και επιδεικνύω θετική κοινωνική και προσωπική συμπεριφορά, και ουδέποτε προξένησα το οποιοδήποτε πρόβλημα, συνδράμωντας ενεργά στην ανατροφή των εγγονών μου, Ι., Μ.

και Ε. Αντιθέτως, εξόφλησα μέρος του επίδικου χρέους και υπήρξα απόλυτα συνεργάσιμη με τις αρχές και προσπάθησα, επιδεικνύοντας ειλικρίνεια, μεταμέλεια και αληθή μεταστροφή, ακόμα και μετά από δικαστικές διενέξεις, να αποπειραθώ να ικανοποιήσω εντελώς την παθούσα, καθώς με την από 20-03-2017 επιστολή μου προς τον κ.

Π. (Τμήμα Εισπράξεων της μηνύτριας εταιρείας), πρότεινα στους προστηθέντες υπαλλήλους της παθούσας εταιρείας την εκχώρηση της απαίτησης της "ΠΑΛΜΟΣ Α.Ε." κατά της Α. Φ., όπως αυτή απέρρεε από την υπ' αριθμ. 2459/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία) ύψους 40.930,22 ευρώ πλέον τόκων (αναγν. 15).

Συνεπώς, συντρέχουν όλες οι αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις για την αναγνώριση στο πρόσωπο μου και της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης, όπως αυτή περιγράφεται στο εδάφιο ε' της παραγράφου 2 του άρθρου 84 του Ποινικού Κώδικα".

Το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τους ισχυρισμούς για συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ' και ε' με το ακόλουθο σκεπτικό :

"...Περαιτέρω, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι μετά τη τέλεση της πράξης της έδειξε ειλικρινή μετάνοια και προσπάθησε να άρει ή να μετριάσει τις συνέπειες της πράξης της, καθότι, αφενός μεν, τα επικαλούμενα από αυτήν περιστατικά που αφορούν τη σύναψη της από 7/9/2011 σύμβασης αναγνώρισης χρέους, στα πλαίσια διακανονισμού της οφειλής της, τη παραχώρηση εμπράγματης εξασφάλισης για την απαίτηση της ασφαλιστικής εταιρίας δυνάμει της υπ' αριθμ. 312/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, τη συναίνεση για το συμψηφισμό των προμηθειών της παραγωγής της εκπροσωπούμενης από αυτήν εταιρίας με την οφειλή, είναι προγενέστερα του χρόνου τέλεσης από αυτήν του αδικήματος της υπεξαίρεσης, αφετέρου δε, η μεταγενέστερη του χρόνου αυτού πρόταση, δια της από 20/3/2017 επιστολής της προς το Τμήμα Εισπράξεων της πολιτικώς ενάγουσας, περί εκχώρησης της απαίτησης της "ΠΑΛΜΟΣ ΑΕ" κατά της Α.

Φ., όπως αυτή απέρρεε από την υπ' αριθμ. 2459/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία) ύψους 40.930,22 ευρώ πλέον τόκων, ήταν ατελέσφορη, εκ προοιμίου, καθότι ήταν αδύνατη η εκτέλεση της απόφασης αυτής και η είσπραξη της απαίτησης επί πενταετία προ της ως άνω προτάσεως προς εκχώρησή της.

Άλλωστε η ίδια αυτή πρόταση περί εκχώρησης της προαναφερόμενης απαίτησης δεν μπορεί, για τον αυτό λόγο, να θεμελιώσει την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ, αλλά ούτε η επίκληση της συνδρομής της στην ανατροφή των εγγονών της και το ότι υπήρξε συνεργάσιμη με τις δικαστικές αρχές, εντάσσονται στις απαιτήσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

ε ΠΚ, καθόσον αυτά αφορούν συνήθη οικογενειακή συμπεριφορά του ατόμου και υποχρέωση υπακοής στους νόμους και συμμόρφωσης στις δικαστικές αποφάσεις, ενώ αντίθετα τα απαιτούμενα κατά νόμο θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής της επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης, εν προκειμένω, η κατηγορουμένη δεν επικαλέσθηκε, ώστε η συμπεριφορά της να διακρίνεται της συνήθους συμπεριφοράς.

Πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθούν οι περαιτέρω επικαλούμενοι από τη κατηγορουμένη αυτοτελείς ισχυρισμοί της περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό της των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ και ε ΠΚ".

Με τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, περί συνδρομής στο πρόσωπο της κατηγορουμένης, των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

δ' και ε' του ΠΚ. Ειδικότερα ορθά δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα πραγματικά περιστατικά του διακανονισμού της οφειλής, του από 7-9-2011 συμφωνητικού αναγνώρισης χρέους και της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης με την 312/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου συνιστούν γεγονότα που προηγήθηκαν της πράξης της υπεξαίρεσης, η οποία εκδηλώθηκε στις 11-3-2016 και επομένως, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για την αναγνώριση των αιτούμενων ελαφρυντικών περιστάσεων.

Ωστόσο ως προς την υποβληθείσα στις 20-3-2017 πρόταση της κατηγορουμένης για εκχώρηση απαίτησης ποσού 40.930,22 ευρώ, πλέον τόκων, την οποία είχε η εταιρεία "Πάλμος ΑΕ" κατά της Α. Φ., και η οποία απορρέει από την 2459/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι ήταν αδύνατη η είσπραξη και εκτέλεση της απαίτησης αυτής, λόγω παρόδου πενταετίας από την έκδοση της απόφασης 2459/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου έως τις 20-3-2017 όταν υποβλήθηκε η πρόταση εκχώρησης είναι αναιτιολόγητη.

Η απόφαση 2459/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ήταν καταψηφιστική, αλλά δεν είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και από τα αναγνωσθέντα από την εκκαλούμενη απόφαση έγγραφα δεν προέκυπτε ο χρόνος που κατέστη τελεσίδικη, ώστε να αποτελεί εκτελεστό τίτλο και να μπορεί να κριθεί ποιο είναι το χρονικό διάστημα που είχε παρέλθει αφότου η τελευταία κατέστη εκτελεστή.

Συνακόλουθα, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ήταν αδύνατη η εκτέλεση της είναι εσφαλμένη. Περαιτέρω, η πρόταση εκχώρησης της απαίτησης αυτής, η οποία αν γινόταν αποδεκτή θα οδηγούσε σε σχεδόν πλήρη ικανοποίηση της ζημιωθείσας εγκαλούσας εταιρείας, συνιστά τόσο πραγματικό περιστατικό με το οποία η κατηγορουμένη εκδήλωσε έμπρακτα την ειλικρινή της μετάνοια, όσο και περιστατικό που εκδηλώνει τη ψυχική μεταστροφή της κατηγορουμένης μετά την εκτέλεση της πράξης.

Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' δεύτερος λόγος αναίρεσης της κατηγορουμένης, ήδη αναιρεσείουσας, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών περί συνδρομής στο πρόσωπό της των ελαφρυντικών περιστάσεων της ειλικρινούς μετάνοιας και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη είναι βάσιμος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις διατάξεις της περί απόρριψης των αυτοτελών ισχυρισμών περί συνδρομής στο πρόσωπο της κατηγορουμένης, ήδη αναιρεσείουσας, των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ' και ε' του ΠΚ και σε περίπτωση παραδοχής έστω και ενός αυτοτελούς ισχυρισμού και ως προς τη διάταξη της περί ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519 και 522 του ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, εν μέρει, την απόφαση 1337/10-3-2023 του Β' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ως προς τις διατάξεις της, περί απόρριψης των αυτοτελών ισχυρισμών, περί συνδρομής στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ' και ε' του ΠΚ και σε περίπτωση παραδοχής έστω και ενός αυτοτελούς ισχυρισμού και ως προς τη διάταξη της περί ποινής.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της για νέα κατά το μέρος αυτό συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από Δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 12-9-2023 αίτηση της Μ. Μ. του Ι., συζύγου Κ. Λ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1337/2023 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ