Supreme Court dismisses appeal against insurance contract ruling, citing lack of evidence and factual evaluation exclusivity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three women against a final insurance contract judgment rendered by the Thessaloniki Court of Appeal. The appellants argued that the lower court improperly rejected witness testimonies and failed to order specific evidence regarding the insured's health status. The court rejected these claims, ruling that the lower court's assessment of facts and evidence falls exclusively within its jurisdiction and cannot be reviewed by the Supreme Court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court lacks jurisdiction to review the factual evaluation and evidence assessment of the lower courts, thereby dismissing appeals based on such grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 673 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 673/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ά. Β. του Μ., χήρας Α. Κ., 2) Ν. Κ. του Α., 3) Σ. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΝΝ HELLAS" όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "ING ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΜΑΔΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΩΗΣ" που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/4/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17777/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1227/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/11/2013 αίτησή τους και τους από 12/3/2015 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 723/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείουσες με την από 14/12/2017 κλήση τους. Με την υπ' αριθμ. 38/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Στέφανος - Σπυρίδωνας Πανταζόπουλος ανέγνωσε την από 6/11/2015 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αγγελικής Τζαβάρα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η από 12-11-2013 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος με τους από 12-3-2015 πρόσθετους λόγους αυτής, ύστερα από την υπ' αριθμ. 38/2022 πράξη του Προέδρου του τμήματος λόγω επανασυζήτησης κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατά την οποίαν δεν παρέστη ούτε εκπροσωπήθηκε η αναιρεσίβλητη, η οποία είχε εκπροσωπηθεί κατά την αρχική συζήτηση στη δικάσιμο της 17-9-2018, η οποία αποτελεί συνέχεια της προηγουμένης συζήτησής τους της 17-9-2018.
Υπόκειται προς κρίση η από 12-11-2013 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1227/2013 τελεσίδικης απόφασης του τριμελούς Εφετείου Θεσ/κης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 2-11-2011 έφεση των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών κατά της υπ' αριθμ. 17.777/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης, η οποία είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 7-4-2009 αγωγή τους κατά της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητου, με βάση την ενδοσυμβατική ευθύνη (ασφαλιστική σύμβαση). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως παραδεκτό είναι και το από 12-3-2015 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης (άρθρο 569 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των ως άνω λόγων της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).
Η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1288/2017).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005, ΕλλΔνη 2005.710).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω, το άρθρο 3 του ν. 2496/1997 στις παραγράφους 1, 6 και 7 εδ. β' και γ', οι οποίες, σύμφωνα με την παράγραφο 8 αυτού; εφαρμόζονται και στις ασφαλίσεις ζωής, ορίζει ότι κατά τη συναφή της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης, υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.
Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι α. συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β.
δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ. δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτόν με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή." (παρ. 1). Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης.
Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή." (παρ. 6). Στην περίπτωση της παρ. 6 του άρθρου αυτού η καταγγελία επιφέρει άμεσα αποτελέσματα.
Ο ασφαλιστής δικαιούται των ασφαλίστρων, που ήταν ληξιπρόθεσμα κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της σύμβασης ή κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, στην περίπτωση που κατά τις παρ. 5 και 6 του άρθρου αυτού περιορίζεται η ευθύνη του ή απαλλάσσεται αυτής" (παρ. 7 εδ.
βγ). Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 36 παρ. 24 περ. α' του ίδιου νόμου και των άρθρων 211 επ. και ιδίως 214 του ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης ζωής και μόνιμης ολικής ανικανότητας μεταξύ αφενός του ασφαλιστή, μη δυνάμενου, σημειωτέον εκ του νόμου να έχει ως άμεσο αντιπρόσωπό του κάποιον ασφαλιστικό σύμβουλο ώστε η από τον τελευταίο γνώση περιστατικών και της επίδρασής τους στη σύμβαση να λογίζεται ως γνώση εκείνου, και αφετέρου του λήπτη της ασφάλισης.
αυτός (ο δεύτερος) υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους του ασφαλιστή, με -την έννοια ότι το περιστατικό αυτά επί τη βάσει των κανόνων της ιατρικής και της κοινής πείρας οδηγεί σε αυξημένη πιθανότητα προσβολής της ασφαλιζόμενης υγείας, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.
Στην ασφάλιση προσώπων, όπως είναι και η ασφάλιση ζωής-μόνιμης ολικής ανικανότητας, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση και να ζητήσει αποζημίωση, απαλλάσσεται δε της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος, μόνο στην περίπτωση που ο λήπτης της ασφάλισης δεν εκπλήρωσε το ασφαλιστικό αυτό βάρος της πληροφόρησης του ασφαλιστή, από δόλο.
Έτσι σε περίπτωση παράβασης εκ μέρους του λήπτη της ως άνω υποχρέωσης από δόλο, ο ασφαλιστής λαμβάνοντας βέβαια γνώση της παράβασης και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση, επιφέροντας ασφαλώς τη λύση της, και έτσι να απαλλαγεί, μάλιστα δε αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας της υποχρέωσης του προς καταβολή του ασφαλίσματος.
Ωστόσο το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής, δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Ευνόητο είναι ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση.
Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της μηνιαίας προθεσμίας πριν, εννοείται, από την κατά τα ανωτέρω καταγγελία, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος και βέβαια, η εκ μέρους τούτου καταγγελία της σύμβασης δεν απαιτείται πια για να επιφέρει την προαναφερόμενη απαλλαγή, αφού την απαλλαγή αυτή, ως κύρωση εις βάρος του λήπτη της ασφάλισης για την από πρόθεση παράβαση της πιο πάνω υποχρέωσής του, απαγγέλλει ρητά ο νόμος, χωρίς να απαιτεί και τη συνδρομή οποιασδήποτε άλλης περαιτέρω προϋπόθεσης.
Η διάταξη δε του άρθρου 3 παρ.7 εδ. β' του ν. 2496/1997, που ορίζει ότι "στην περίπτωση της παρ. 6 του άρθρου αυτού, η καταγγελία επιφέρει άμεσα αποτελέσματα", δεν υπονοεί ότι καταγγελία απαιτείται και στις δύο περιπτώσεις που ρυθμίζονται στο άρθρο 3 παρ. 6 του νόμου αυτού, αλλά ρυθμίζει τα αποτελέσματα της καταγγελίας, από απόψεως χρόνου επέλευσής τους, εκεί όπου η παράγραφος 6 του άρθρου 3 την προβλέπει ως δικαίωμα του ασφαλιστή, χωρίς ακόμα να έχει επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση.
Ποιες, όμως, είναι οι έννομες συνέπειες, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης δεν προβλέπεται ρητά στο νόμο. Ενόψει του ότι δεν εναρμονίζεται με τη λογική ούτε το να απαιτείται, προς επέλευση της προμνημονευόμενης απαλλαγής, η εμπρόθεσμη καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εν λόγω ασφαλιστή, όταν αυτός αγνοεί την παράβαση, που αποτελεί την αιτία της καταγγελίας, ούτε το να προστατεύεται αυτός, ο μη γνώστης της παράβασης ασφαλιστής, μέσω των γενικών διατάξεων του αστικού δικαίου (περί απάτης κλπ) και έτσι ενδεχομένως να βρίσκεται αυτός, από άποψη έννομης προστασίας, σε χειρότερη θέση έναντι εκείνης του προβλεπόμενου στην τελευταία ως άνω διάταξη ασφαλιστή, που γνωρίζει την παράβαση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά το πνεύμα και το σκοπό των προεκτιθέμενων διατάξεων, επιβάλλεται η αναλογική εφαρμογή της τελευταίας εκ τούτων των διατάξεων και γι' αυτό στην υπό εξέταση περίπτωση ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως, μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 755/2014, ΑΠ 442/2012).
Συνάγεται δε, περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις του ν. 2496/1997, ότι, με τη συνδρομή και των λοιπών όρων, η εκ δόλου παράβαση του συγκεκριμένου ασφαλιστικού βάρους έχει τις συνέπειες που ορίζει ο νόμος, άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, η σύνδεση με την οποία δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή του ασφαλιστή (ΑΠ 1450/2006, ΑΠ 1951/2013, ΑΠ 770/2007).
Τέλος, απαιτείται γνώση του ασφαλισμένου για συγκεκριμένο γεγονός που απέκρυψε από τον ασφαλιστή κατά την κατάρτιση της σύμβασης χωρίς να αρκεί αμέλεια στην απόκρυψη αυτήν, ενώ το περιστατικό που αποκρύφθηκε θα πρέπει να είναι αντικειμενικά ουσιώδες, άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ή στην έκταση της ζημίας που προκλήθηκε, έτσι ώστε όχι οποιαδήποτε απόκρυψη να δίνει στον ασφαλιστή το σχετικό δικαίωμα, αλλά μόνο εκείνου του γεγονότος που θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ή σε κατάρτισή της με διαφορετικούς όρους (ΑΠ 1093/2010, ΑΠ 1101/2010, ΑΠ 170/2015).
Παράλληλα από τα άρθρα 211 παρ. 1 εδ. α και 2, 214 και 216 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Δήλωση βούλησης, όπως τέτοια, για σύναψη σύμβασης, ή πράξη βούλησης, όπως τέτοια για διαπραγματεύσεις προς σύναψη σύμβασης, από κάποιον, αποκαλούμενο αντιπρόσωπο, ακριβέστερα δε άμεσο αντιπρόσωπο, στο όνομα και για λογαριασμό άλλου, αποκαλούμενου αντιπροσωπευόμενου, μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί υπέρ και κατά του αντιπροσωπευόμενου.
Εφαρμόζονται δε τα ως άνω αναλόγως και όταν η δήλωση ή πράξη βούλησης απευθύνεται προς τον αντιπρόσωπο. Η εξουσία αντιπροσώπευσης παρέχεται είτε με σχετική δικαιοπραξία, οπότε γίνεται λόγος για εκούσια αντιπροσώπευση είτε με διάταξη νόμου. Την εκούσια αντιπροσώπευση η εσωτερική σχέση μεταξύ αντιπροσωπευόμενου και αντιπροσώπου συνίσταται συνήθως σε σύμβαση εντολής ή άλλη σύμβαση.
Η γνώση πραγματικών περιστατικών που επιδρούν στη σύμβαση (ή γενικότερα στη δικαιοπραξία), καθώς και η επίδρασή τους στη σύμβαση κρίνονται από το πρόσωπο όχι του αντιπροσωπευόμενου αλλά του αντιπροσώπου. Έτσι η από τον επί των διαπραγματεύσεων προς σύναψη συμβάσεων αντιπρόσωπο γνώση πραγματικού περιστατικού μέλλοντος να επιδράσει στη σύμβαση και βλαπτικού των συμφερόντων του αντιπροσωπευόμενου αποτελεί, κατά πλάσμα του νόμου, ταυτόχρονη όμοια γνώση και του αντιπροσωπευόμενου, που ακολούθως τυχαίνει να συνάπτει αντιπρόσωπός τη σύμβαση.
Συνέπεια τούτου είναι ότι αποκλείεται ανατροπή της υπό αυτές τις συνθήκες συναπτόμενης σύμβασης εξαιτίας του ότι κατά τη σύναψη αυτής ο αντιπροσωπευόμενος στην πραγματικότητα αγνοούσε του ως άνω περιστατικού, ή ακόμη και, λόγω σχετικής εξαπάτησής του από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο, στην πραγματικότητα πίστευε την ανυπαρξία τέτοιου περιστατικού (ΑΠ 134/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά και νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δέχτηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Με το υπ'αριθμ. .../2005 συμβόλαιο πώλησης διαμερίσματος και σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ρωξάνης Καμπουράκη-Αλιβάνη που καταχωρήθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο ...
με αριθμό ΚΑΕΚ ..., η πρώτη ενάγουσα αγόρασε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της οικοδομής που βρίσκεται στην οδό ... στην ..., εμβαδού 99,61 τ.μ. έναντι τιμήματος 56.329,80 ευρώ. Για την αποπληρωμή του άνω τιμήματος του εν λόγω ακινήτου, η ενάγουσα και ο θανών σύζυγός της, Α. Κ.
συνήψαν με την Τράπεζα Πειραιώς τη με αριθμό .../8-8-2005 σύμβαση στεγαστικού δανείου, δυνάμει της οποίας τους χορηγήθηκε έντοκο δάνειο για αγορά και επισκευή κατοικίας, ύψους 100.000 ευρώ, διάρκειας 336 μηνών. Στην από 4-7-2005 προέγκριση του παραπάνω δανείου, τέθηκε ως ειδικός όρος που έπρεπε να πληρωθεί πριν από την έγκριση αυτού, η ασφάλιση αφενός μεν του ακινήτου κατά των κινδύνων πυρός και σεισμού και αφετέρου των δανειοληπτών κατά των κινδύνων ζωής και μόνιμης ολικής ανικανότητας.
Οι υπάλληλοι του άνω τραπεζικού καταστήματος, πριν την υπογραφή της εν λόγω δανειακής σύμβασης, πρότειναν, ως συμφέρουσα στο σύζυγο της ενάγουσας και την ίδια, προς εκπλήρωση του προαναφερόμενου όρου την κατάρτιση σύμβασης ασφαλίσεως με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία. Πράγματι ο θανών, κατ' αποδοχή της εν λόγω πρότασης, υπέγραψε στις 8-7-2005 το με αριθμό ...
ομαδικό ασφαλιστήριο δανειοληπτών της εναγομένης, σύμφωνα με το οποίο η τελευταία σε περίπτωση θανάτου ή μόνιμης ολικής ανικανότητας κατά τη διάρκεια ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης, από ατύχημα ή ασθένεια του δανειολήπτη ασφαλισμένου, ανέλαβε να καταβάλει στην Τράπεζα Πειραιώς, το ανάλογο ασφάλισμα και το οποίο θα ήταν ίσο με το ανεξόφλητο υπόλοιπο του αρχικού ποσού δανείου κατά την ημερομηνία του θανάτου του ασφαλισμένου, δηλαδή επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης.
Την αυτή ημερομηνία αποδοχής από τον θανόντα της αίτησης ένταξης σε ομαδική ασφάλιση δανειοληπτών της εναγομένης (8-7-2005), απήντησε και σε γραπτές ερωτήσεις, που ήταν ενσωματωμένες στην άνω αίτηση. Ειδικότερα, μεταξύ των άλλων, στο ερώτημα "Σχετικά με την ασφάλισή μου δηλώνω υπεύθυνα ότι βρίσκομαι σε καλή κατάσταση υγείας κατά τη διάρκεια των πέντε ( 5 ) τελευταίων ετών", απάντησε "ΝΑΙ". 2.
Στο ερώτημα, περιγραφή της κατάστασης της υγείας σας, απήντησε "ΠΟΛΥ ΚΑΛΗ" 3. Στο ερώτημα " Υποφέρεται από κάποια (οποιαδήποτε) είδους ανικανότητα ή πάθηση που δεν έχετε αναφέρει παραπάνω ή λαμβάνεται σήμερα κάποιο είδος θεραπευτικής αγωγής, απάντησε " ΟΧΙ" και 4. Στην ερώτηση " έχετε νοσηλευθεί στο παρελθόν.
Αναφέρεται αναλυτικά πότε, σε ποιο Νοσηλευτικό Ίδρυμα, για ποια αιτία και τη διάγνωση εξόδου, απήντησε " ΟΧΙ". Επίσης, στο ίδιο ερωτηματολόγιο ο ανωτέρω δήλωσε ότι οι παραπάνω απαντήσεις του ήταν αληθινές, ότι δεν παρέλειψε να δηλώσει κάτι σχετικό με την κατάσταση της υγείας του, επίσης δήλωσε υπεύθυνα ότι κάθε ψευδής δήλωσή του, ιδιαίτερα σε ότι αφορά τις παραπάνω απαντήσεις του και κάθε απόκρυψη γνωστών σ'εκείνον στοιχείων αποτελεί ουσιώδη λόγο να θεωρηθεί η ασφάλιση άκυρη εξ αρχής.
Στις 6-3-2006 ο σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των λοιπών, κατά τη διάρκεια οικογενειακής εκδρομής στον Όλυμπο, απεβίωσε λόγω εμφράγματος μυοκαρδίου, θρόμβωσης δεξιάς στεφανιαίας αρτηρίας και αθηροσκλήρωσης στεφανιαίων αγγείων. Ακολούθως, στις 16-3-2006 η πρώτη ενάγουσα υπέβαλε στο κατάστημα ... της Τράπεζας Πειραιώς, αναγγελία-αίτηση με την οποία της γνωστοποίησε το θάνατο του συζύγου της, ενώ προσκόμισε και ία απαραίτητα δικαιολογητικά, δηλαδή το από 7-3-2006 πιστοποιητικό θανάτου, την από 14-3-2006 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου ...,
το από 9-3-2006 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του αποβιώσαντος, καθώς και σε φωτοτυπία το ατομικό του βιβλιάριο ασθενείας, προκειμένου να αποσταλούν αυτά στην εναγομένη και να καταβληθεί το ασφάλισμα, λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης. Τα ως άνω έγγραφα τα παρέλαβε η εναγομένη στις 11-4-2006 και στη συνέχεια απέστειλε το βιβλιάριο υγείας του θανόντος στο ιατρικό τμήμα της αντασφαλιστικής της συμβούλου " ΑΞΙΩΜΑ ΕΠΕ" για τον απαραίτητο ιατρικό έλεγχο.
Η τελευταία αυτή εταιρία, αφού διενήργησε τον απαραίτητο έλεγχο, απέστειλε στην εναγόμενη στις 10-5-2006 με τηλεομοιοτυπική επιστολή την από 10- 5-2006 συμβουλευτική ιατρική γνωμάτευση του ιατρού, Α. Θ., με την οποία την πληροφορούσε, ότι από τον σχετικό έλεγχο του βιβλιαρίου, προέκυπτε ότι από το έτος 2000, ο θανών λάμβανε αντιυπερτασική αγωγή και το έτος 2002 υπεβλήθη σε έλεγχο για προκάρδιο άλγος, ενώ στις παρατηρήσεις, η πρόταση της άνω αντασφαλιστικής εταιρίας, ήταν, ότι εφόσον στην αίτηση ασφάλισης δεν είχε δηλωθεί κάτι σχετικό με την κατάσταση της υγείας του, την άρνηση της κάλυψης.
Ακολούθως, η εναγομένη, μόλις έλαβε γνώση, μέσω της άνω αντασφαλιστικής εταιρίας των παραπάνω εγγραφών στο βιβλιάριο υγείας του ασφαλισμένου κατήγγειλε την ένδικη ασφαλιστική σύμβαση με την από 30-5-2006 εξώδικη δήλωσή της που επιδόθηκε στην Τράπεζα Πειραιώς στις 1-6-2006, όπως αυτό προκύπτει από τη με αριθμό 10889γ/1-6- 2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ.
Κ. και στους ενάγοντες στις 31-5-2006, όπως αυτό προκύπτει από τις υπ'αριθμ. 6929 Στ/31-5-2006, 6631 Στ/31-5-2006 και 6639 Στ/31-5-2006 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Χ. Π.. Σύμφωνα δε με το περιεχόμενο της άνω καταγγελίας, η εναγόμενη προέβη σ' αυτήν για το λόγο ότι ο ασφαλισμένος, παρέβη από δόλο την υποχρέωσή του να της δηλώσει τα παραπάνω προβλήματα υγείας του, αν και ήδη σαφώς τα γνώριζε κατά την υποβολή της αίτησης ασφάλισής του και ενώ η ίδια του είχε θέσει σαφή και γραπτά σχετικά ερωτήματα, στα οποία απάντησε αρνητικά.
Από τα αποδεικτικά στοιχεία που ανωτέρω αναφέρονται αποδείχθηκε ότι πράγματι ο θανών, ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1963, ήδη από το έτος 1997, σε ηλικία δηλαδή 34 ετών, όπως συνομολογούν και οι ενάγουσες, είχε παρουσιάσει μικρή διακύμανση στην αρτηριακή του πίεση και μετά από σύσταση ειδικού ιατρού λάμβανε ως φαρμακευτική αγωγή το αντιυπερτασικό φάρμακο DIOVAN.
Συγχρόνως υποβάλλονταν προληπτικά σε τακτά χρονικά διαστήματα σε σειρά εξετάσεων και ειδικότερα, την 29-9-1997 υποβλήθηκε στο Πρώτο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "ΑΓΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ" σε ηλεκτροκαρδιογράφημα ηρεμίας που ήταν φυσιολογικό με ΑΠ ( αρτηριακή πίεση ) σε φάση ηρεμίας συστολική 140-διαστολική 80 ( φυσιολογική ) και σε δοκιμασία ( τεστ ) κοπώσεως, το συμπέρασμα της οποίας ήταν αρνητικό για στεφανιαία νόσο, ενώ επίσης στις 10-6-1998 υποβλήθηκε στο ίδιο νοσοκομείο σε υπερηχοκαρδιογράφημα που ήταν φυσιολογικό και στις 9-2-1999 υποβλήθηκε από τον καρδιολόγο Ι.
Τ. σε ECHO-DOPPLER καρδίας με υπερηχογράφο και τα ευρήματα ήταν μέσα στα φυσιολογικά πλαίσια. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο θανών και κατά το έτος 2000, συνέχισε, λόγω της υπέρτασης από την οποία έπασχε να λαμβάνει το αντιυπερτασικό σκεύασμα Cozaar, όπως αυτό προκύπτει από τις εγγραφές στις σελίδες 6, 8, 9,10,11, 12,13, 14,15 και 16 του βιβλιαρίου ασθενείας του.
Στις 10-5-2002 προστέθηκε και το σκεύασμα Norvasc, λόγω μη επαρκούς ρύθμισης της αρτηριακής πίεσης, ενώ στις 13-5-2002, υποβλήθηκε σε αιματολογικό -βιοχημικό έλεγχο (σελ. 15), ο οποίος έδειξε μεταξύ άλλων υπερλιπιδαιμία ( ολική χοληστερόλη: 263, τριγλυκερίδια: 337). Εν συνεχεία, "λόγω αισθήματος παλμών", όπως αναφέρεται στο βιβλιάριο, η αγωγή άλλαξε σε DIOVAN (160 mg ).
Στις 9-9-2002, ο μετέπειτα θανών εισήχθη στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο για " προκάρδια άλγη υπό διερεύνηση", και στην αγωγή του, προστέθηκαν άλλα τρία φάρμακα (Monorythm, Salospir, Blocotenol), τα οποία προτείνονται σε περίπτωση στεφανιαίας νόσου, ενώ του συστήθηκε περαιτέρω έλεγχος με σπινθηρογράφημα μυοκαρδίου. Στις 12-9-2002 υποβλήθηκε στο Ιατρικό Κέντρο Θεσσαλονίκης (Διαβαλκανικό) σε δοκιμασία κόπωσης κατά πρωτόκολλο BRUCE υπό συνεχή παρακολούθηση ηλεκτροκαρδιογραφήματος και αρτηριακής πίεσης, η αρχική τιμή ( στη φάση ηρεμίας ) της οποίας ήταν συστολική η συστολική 140- και διαστολική 80 (φυσιολογική) που διήρκησε 12 λεπτά, διακόπηκε γιατί επιτεύχθηκε ποσοστό 101% της προβλεπόμενης μέγιστης καρδιακής συχνότητας, η ανώτατη επιτευχθείσα αρτηριακή πίεση ήταν συστολική 170- διαστολική 80 ( φυσιολογική ) και ως συμπέρασμα η δοκιμασία της κόπωσης κρίθηκε αρνητική για ισχαιμία του μυοκαρδίου.
Επίσης, την ίδια ημέρα υποβλήθηκε στο αυτό ιατρικό κέντρο σε σπινθηρογραφική τομογραφική μελέτη αιμάτωσης του μυοκαρδίου χωρίς ευρήματα συμβατά με ισχαιμία των τοιχωμάτων της αριστερής κοιλίας και στοιχείων καρδιακής δυσλειτουργίας στη μεγίστη κόπωση. Από τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο αποβιώσας, Α.
Κ., τουλάχιστον από το έτος 2000 μέχρι του επισυμβάντος θανάτου του, ήτοι προς πενταετίας από του χρόνου κατάρτισης της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, αλλά και σε χρόνο προγενέστερο, ήτοι από το έτος 1997, υποβάλλονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα σε ιατρικούς ελέγχους καθ' υπόδειξη των ειδικών ιατρών τους οποίους επισκέπτονταν και συγκεκριμένα σε ηλεκτροκαρδιογραφήματα, τέστ κοπώσεως, υπερηχοκαρδιογραφήματα, ΕCHO- DOPPLER καρδίας με υπέρηχο, σπινθηρογραφική τομογραφική μελέτη αιμάτωσης μυοκαρδίου, έλεγχο θυροειδούς, ενώ προκειμένου να διερευνηθούν συμπτώματα "προκάρδιου άλγους" και "αισθήματος παλμών", εισήχθη στα προαναφερόμενα νοσηλευτικά ιδρύματα και υπεβλήθη στις άνω εξετάσεις, συγχρόνως δε λάμβανε, κατά σύσταση των θεραπόντων ιατρών του, τα προαναφερόμενα αντιυπερτασικά φάρμακα, προκειμένου να διατηρήσει την αρτηριακή του πίεση σε τιμές 140 ( συστολική )
-80 ( διαστολική ). Επομένως, σε σχέση με τα άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι απαντήσεις που έδωσε ο θανών στο προδιατυπωμένο ερωτηματολόγιο σχετικά με την κατάσταση της υγείας του, που του παρέδωσε η εναγομένη προκειμένου να καταρτισθεί η σύμβαση ασφαλίσεως, δεν ήταν αληθείς, καθώς ο τελευταίος απέκρυψε ότι υποφέρει από υπέρταση και υπερλιπιδαιμία, ότι λαμβάνει σχετική υπερτασική αγωγή και ότι υποβάλλεται τακτικά σε ιατρικούς ελέγχους για την πρόληψη στεφανιαίας νόσου.
Τα περιστατικά δε αυτά ήταν αντικειμενικά ουσιώδη, κατά την κρίση του μέσου συνετού ασφαλιστή και όχι αποκλειστικά της εναγόμενης, για την εκτίμηση του κινδύνου εκ μέρους της τελευταίας, η οποία δεν τα γνώριζε και για τα οποία είχε θέσει στο θανόντα τις άνω σαφείς γραπτές ερωτήσεις, διότι ακριβώς η μη ύπαρξη αυτών επηρέαζαν την εκ μέρους της εκτίμηση του κινδύνου, σε τέτοιο βαθμό, ώστε αν τα γνώριζε, θα κατήρτιζε την ένδικη ομαδική σύμβαση ασφάλισης με άλλους δυσμενέστερους γι' αυτόν όρους, ήτοι έναντι μεγαλύτερου από το συμφωνηθέν ποσού ασφαλίσματος.
Πράγματι, εάν ο θανών, ο οποίος σημειωτέον, όπως προαναφέρθηκε, από την ηλικία των 34 ετών περίπου, αντιμετώπιζε προβλήματα υπέρτασης εξ αιτίας της οποίας λάμβανε φαρμακευτική αγωγή και κατά σύσταση των ιατρών του, υποβάλλονταν κατά τα άνω τακτά χρονικά διαστήματα σε εξειδικευμένες εξετάσεις καρδιολογικής φύσεως, είχε δηλώσει στην εναγόμενη τα περιστατικά αυτά περιγράφοντας στη σχετική ερώτηση του προδιατυπωμένου και υπογραφέντος από αυτόν ερωτηματολογίου, την κατάσταση αυτή της υγείας του, αυτά ( περιστατικά ) θα ήταν ουσιώδη για την ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους της εναγόμενης, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει η ασφάλιση, πράγμα το οποίο στη συνέχεια είναι αναγκαίο
για τον καθορισμό ενός δικαίου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας αυτής (εναγόμενης). Ανεξάρτητα δε από το αν πράγματι, η άνω μη δηλωθείσα κατάσταση της υγείας του θανόντος, επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, εν προκειμένω του θανάτου του ασφαλισμένου, η εκ δόλου παράβαση της άνω υποχρέωσης του θανόντος, έχει τις συνέπειες που ορίζει ο νόμος, δηλαδή την ακυρότητα της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης. Επομένως,
εφόσον αποδείχθηκε ότι ο θανών από πρόθεση δεν δήλωσε, αλλά απέκρυψε τα άνω περιστατικά, παρότι τα γνώριζε και τα οποία αντικειμενικά ερευνώμενα ήταν ικανά να επηρεάσουν την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης, ή τους όρους συνομολόγησής της, η εναγόμενη απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής του αιτούμενου με την αγωγή ασφαλίσματος.
Στο σημείο δε αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι οι ενάγουσες, αποκρούοντας την ένσταση που προέβαλε η εναγόμενη περί ακυρότητας της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, λόγω της παράβασης εκ μέρους του θανόντος της προβλεπόμενης στο άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2496/1997 υποχρέωσής του, προέβαλαν νομότυπα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρουν στο παρόν δικαστήριο, την αντένσταση περί γνώσεως της εναγόμενης των άνω περιστατικών που είχαν σχέση με την υγεία του.
Συγκεκριμένα, οι ενάγουσες ισχυρίσθηκαν ότι η εναγόμενη κατά τη σύναψη της συμβάσεως τελούσε σε γνώση των άνω περιστατικών που είχαν σχέση με την υγεία του θανόντος, καθώς η σύμβαση ασφάλισης καταρτίσθηκε με τη διαμεσολάβηση της υπαλλήλου της Τράπεζας Πειραιώς, Ε. Τ., η οποία ενεργώντας κατ' εντολή και για λογαριασμό αυτής (εναγόμενης), επελήφθη όλων των διαδικασιών για την παραλαβή και αποστολή της άνω αίτησης σ' αυτήν (εναγομένη), ο δε θανών όταν απάντησε στο έντυπο ερωτηματολόγιο ανέφερε στην υπάλληλο αυτή ότι "παλαιότερα είχε υπέρταση" και η τελευταία του απήντησε ότι είναι "ασήμαντο-οι μισοί έλληνες έχουν υπέρταση-δεν χρειάζεται να το αναφέρεις" και επομένως η εναγομένη γνώριζε το άνω σχετικό με την υγεία του περιστατικό, εφόσον από το πρόσωπο της άνω αντιπροσώπου και όχι από το πρόσωπο της ίδιας ως αντιπροσωπευόμενης, κρίνεται η γνώση πραγματικών περιστατικών που επιδρούν στην ένδικη σύμβαση.
Ο άνω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν δεν προκέκυψε ότι μεταξύ εναγομένης
και της εν λόγω υπαλλήλου, υπήρχε κάποια εσωτερική σχέση και δη αυτή της εντολής. Το γεγονός δε ότι ο θανών είχε κάποια βοήθεια κατά την συμπλήρωση των απαιτούμενων εγγράφων για την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης από την εν λόγω υπάλληλο, η οποία μέσω της τράπεζας στην οποία εργαζόταν διεκπεραίωνε και στη συνέχεια προωθούσε τις αιτήσεις ασφάλισης των υποψήφιων δανειοληπτών στην εναγόμενη, δεν σημαίνει ότι μεταξύ της άνω υπαλλήλου και της εναγομένης, υπήρχε σχέση αντιπροσώπευσης, εντολής ή άλλης σχέσης, γεγονός το οποίο ρητά αρνείται η τελευταία.
Οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν κατά πρόταση των εναγουσών σχετικά με το θέμα αυτό δεν κρίνονται πειστικές, καθώς αν πράγματι η συγκεκριμένη υπάλληλος ασκούσε τραπεζοασφαλιστικές εργασίας στο συγκεκριμένο κατάστημα της δανειοδότριας τράπεζας για λογαριασμό της εναγομένης, ήταν ευχερές στις ενάγουσες, οι οποίες βαρύνονταν με την απόδειξη της εν λόγω αντένστασης ( ΑΠ 134/2004 ο.π. ), να προσκομίσουν έγγραφα πρόσληψης της άνω υπαλλήλου από την εναγόμενη για την εκτέλεση των συγκεκριμένων εργασιών.
Τέλος, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η εναγόμενη, μόλις έλαβε γνώση στις 30-5-2006 των παραπάνω εγγραφών στο βιβλιάριο υγείας του ασφαλισμένου, κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση ασφαλίσεως την 31-5-2006, ημερομηνία κατά την οποία επιδόθηκε στις ενάγουσες η από 30-5-2006 εξώδικη δήλωσή της. Η καταγγελία αυτή ασκήθηκε εντός της υπό του νόμου προβλεπόμενης προθεσμίας του ενός μηνός από της γνώσεως εκ μέρους της εναγόμενης της παράβασης από δόλο του ασφαλισμένου της.
Συγκεκριμένα η εναγομένη έλαβε για πρώτη φορά γνώση της παράβασης στις 10-5-2005, όταν το ιατρικό τμήμα της αντασφαλιστικής της συμβούλου "ΑΞΙΩΜΑ ΕΠΕ", της απέστειλε με τηλεομοιοτυπική επιστολή συμβουλευτική ιατρική γνωμάτευση του ιατρού, Α. Θ., με το περιεχόμενο που ανωτέρω αναφέρεται. Γνώση εκ μέρους της εναγομένης της παραβάσεως αυτής σε χρόνο προγενέστερο της 10- 5-2006 και δη την 11-4-2006, όπως ισχυρίζονται καθ' υποφορά στην αγωγή τους οι ενάγουσες, δεν αποδείχθηκε.
Την 11-4-2006, πράγματι περιήλθε στην εναγομένη, μεταξύ των άλλων εγγράφων και το βιβλιάριο ασθένειας του θανόντος, ωστόσο όμως, κατά την ημερομηνία αυτή δεν έλαβε γνώση της παράβασης, αφού οι υπάλληλοι του διοικητικού της τμήματος που το παρέλαβαν δεν είχαν την απαραίτητη γνώση ώστε να αξιολογήσουν με βάση τις εγγραφές που υπήρχαν σ' αυτό, αν υπήρξε εκ μέρους του οσφαλισμένου παράβαση να προβεί σε αληθινές ανακοινώσεις και να μην αποσιωπήσει στοιχεία και περιστατικά σχετικά με την κατάσταση της υγείας του".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την έφεση των αναιρεσειουσών, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή τους, ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατ'αποδοχή της σχετικής ένστασης της εναγόμενης-αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος, λόγω της δόλιας παράβασης εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης Α.
Κ., της προβλεπόμενης στο άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2496/1997 υποχρέωσής του. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με το να δεχτεί ειδικότερα α) ότι η ασφαλιστική σύμβαση συνήφθη μεταξύ του ήδη θανόντος συζύγου και πατέρα των εναγουσών Α. Κ. και της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας στις 8-7-2005, β) ότι ο ασφαλισμένος δικαιοπάροχος των εναγουσών παρέβη από δόλο την από το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2496/1997 υποχρέωσή του να δηλώσει στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, κατά την κατάρτιση της σύμβασης κατόπιν υποβολής προς αυτόν σχετικών ερωτημάτων, την προπεριγραφόμενη πραγματική κατάσταση της υγείας του, καθώς ο τελευταίος απέκρυψε ότι υποφέρει από υπέρταση και υπερλιπιδαιμία και λαμβάνει σχετική υπερτασική αγωγή, υποβαλλόμενος κατά τακτά χρονικά διαστήματα σε εξειδικευμένες ιατρικές εξετάσεις καρδιολογικής φύσεως για την πρόληψη στεφανιαίας νόσου, περιστατικά που ήταν αντικειμενικά ουσιώδη, κατά την κρίση του μέσου συνετού ασφαλιστή, για, την εκτίμηση του κινδύνου εκ μέρους της εναγόμενης, η οποία δεν τα γνώριζε και για τα οποία είχε θέσει στο θανόντα τις άνω σαφείς γραπτές ερωτήσεις, διότι ακριβώς η μη ύπαρξη τούτων επηρέαζαν την εκ μέρους της εκτίμηση του κινδύνου, σε τέτοιο βαθμό ώστε αν τα γνώριζε θα κατήρτιζε την ένδικη ομαδική σύμβαση ασφαλίσεως με άλλους δυσμενέστερους γι' αυτόν όρους, γ) ότι μεταξύ της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας και της υπαλλήλου της Τράπεζας Πειραιώς Ε.
Τ., που διεκπεραίωνε και προωθούσε τις αιτήσεις ασφάλισης των υποψηφίων δανειοληπτών στην εναγόμενη, δεν υπήρχε κάποια εσωτερική σχέση εντολής ή αντιπροσώπευσής της και δ) ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία έλαβε γνώση της ως άνω παράβασης του λήπτη της ασφάλισης μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, στις 6-3-2006 και επομένως επήλθε αμέσως η απαλλαγή της από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, ανεξάρτητα από το ότι αυτή προέβη, μέσα σε ένα μήνα από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης και σε καταγγελία της σύμβασης, η οποία όμως κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, δεν ήταν αναγκαία για την απαλλαγή της αυτή, δεν παραβίασε κάποια από τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Ειδικότερα τα δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά από το Εφετείο δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένστασης της αναιρεσίβλητης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας περί απαλλαγής της από την καταβολή του ασφαλίσματος, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 3 παρ. 6 του ν. 2496/1997, λόγω της από δόλο του λήπτη της ασφάλισης απόκρυψης της πραγματικής κατάστασης της υγείας του, για την οποία έλαβε γνώση η αναιρεσίβλητη εταιρεία μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης (θανάτου του ασφαλισμένου), αντίστοιχα δε την απόρριψη της ένδικης αγωγής, που είχε έρεισμα στην από την ασφαλιστική σύμβαση καταβολή του ασφαλίσματος, λόγω επέλευσης του ασφαλιζόμενου κινδύνου, ενόψει της παραδοχής της άνω ένστασης, η οποία οδηγούσε αμέσως σε απαλλαγή της αναιρεσίβλητης από την αναληφθείσα με τη σύμβαση ασφάλισης υποχρέωσή της περί τούτου, χωρίς να απαιτείται και καταγγελία της σύμβασης (ή ο,τιδήποτε άλλο), η οποία (καταγγελία), όταν γίνεται, είναι πλέον χωρίς αντικείμενο (αλυσιτελής) και την απόρριψη της προβληθείσας αντένστασης των εναγουσών, περί γνώσεως της πραγματικής κατάστασης υγείας του δικαιοπαρόχου τους κατά τη σύναψη της επίόικης ασφαλιστικής σύμβασης μέσω αντιπροσώπου της.
Κατά συνέπεια ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ τέταρτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ ο πέμπτος πρόσθετος λόγος αυτής με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 144 παρ. 1, 145 παρ, 2 και 151 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, που αφορούν, εξ άλλου, μόνον στις δικονομικές προθεσμίες.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, αναφορικά με την παραδοχή της ένστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας περί απαλλαγής της από την καταβολή του ασφαλίσματος, λόγω της από δόλο του λήπτη της ασφάλισης απόκρυψης της πραγματικής κατάστασης της υγείας του και αντίστοιχα την απόρριψη των αγωγικών ισχυρισμών, που στηρίζονται στην από την ασφαλιστική σύμβαση καταβολή του ασφαλίσματος, λόγω επέλευσης του ασφαλιζομένου κινδύνου, καθώς και της προβληθείσας αντένστασης των εναγουσών περί της γνώσεως των πραγματικών περιστατικών του ασφαλιζομένου κινδύνου από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία μέσω της αντιπροσώπου της υπαλλήλου της Τράπεζας Πειραιώς.
Και τούτο διότι έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, καθόσον καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη επιπλέον παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 3 παρ. 1, 6, 7 εδ. β' και γ' του ν. 2496/1997 και 211 επ., και ιδίως 214 ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 (αντί της προφανώς εσφαλμένης αναγραφής του άρ. 16) ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του επιδίκασε σε βάρος τους την υπέρμετρη δικαστική δαπάνη των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 ΚΠολΔ), ενώ ο συμψηφισμός ενόλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης λόγω μερικής ήττας ή ιδιαίτερης δυσχέρειας, που εμφανίζει η ερμηνεία του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου (άρθρ. 178, 179 ΚΠολΔ), απόκειται στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 98/2009, ΑΠ 1533/2008).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.
ΑΠ 2/2001). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).
Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 185/2002).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προ βληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ,ΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και τρίτο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, αποδίδονται στο Εφετείο οι πλημμέλειες, ότι δεν έλαβε υπόψη τους ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης νομίμως προβληθέντες με την αγωγή, τις έγγραφες προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και το δεύτερο λόγο της έφεσης ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών ότι οι προστηθέντες της Τράπεζας Πειραιώς, όπως η υπάλληλος αυτής Τ., με την οποία ουνηλλάγη ο θανών Α.
Κ., διαμεσολαβούσαν τυπικά και ουσιαστικά στην ένδικη σύμβαση ασφάλισης, ενεργώντας στο πλαίσιο της (έγγραφης) συμφωνίας της αναιρεσίβλητης και της Τράπεζας Πειραιώς για την προώθηση συγκεκριμένων τραπεζοασφαλιστικών προϊόντων και ειδικά για την ασφαλιστική κάλυψη του κινδύνου θανάτου του δανειολήπτη Α.
Κ., έτσι ώστε, σε περίπτωση θανάτου ή και νόμιμης ολικής ανικανότητάς του, η Τράπεζα Πειραιώς να είναι μόνη δικαιούχος του ασφαλίσματος, είχαν δε αυτοί οριστεί ως μόνοι αρμόδιοι για την παραλαβή από τις ίδιες (αναιρεσείουσες) για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, ως πληρεξούσιοι και αντίκλητοι αυτής, όλων των νομιμοποιητικών εγγράφων, σε περίπτωση επέλευσης ασφαλισμένου κινδύνου, όπως και πράγματι έπραξαν, ότι οι δια των δηλώσεων του θανόντα Α.
Κ. στην προστηθείσα υπάλληλο της Τράπεζας για την πραγματική κατάσταση της υγείας του, συνιστούσαν πλήρη γνώση της αντιδίκου και επομένως καθιστούσαν απορριπτέους τους ισχυρισμούς και ενστάσεις της αναιρεσίβλητης περί δήθεν "απόκρυψης" από αυτήν της "πραγματικής κατάστασης της υγείας του", δεδομένου ότι η εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς" (και κατ'επέκταση οι προστηθέντες υπάλληλοί της), συνδέονται με "ειδική σχέση" με την αντίδικο στο πλαίσιο της τραπεζοασφαλιστικής συνεργασίας τους, αφού στο πλαίσιο της σχέσης αυτής η Τράπεζα Πειραιώς ενεργεί ως ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, ήτοι, στα συναπτόμενα στεγαστικά δάνεια οι υπάλληλοι της Τράπεζας προτείνουν στον υποψήφιο δανειολήπτη το ασφαλιστήριο ζωής, προπαρασκευάζουν την ασφαλιστική σύμβαση και συνδράμουν τον ασφαλισθέντα, σε περίπτωση επέλευσης ασφαλιστικής περίπτωσης, όπως ακριβώς συνέβη στην ένδικη ασφαλιστική σύμβαση, πλην όμως το Εφετείο, μολονότι ρητά δέχεται, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ως αποδειχθείσα την προπεριγραφείσα νομική σχέση του θανόντα Α.
Κ. προς την Τράπεζα Πειραιώς και των ιδίων προς την Τράπεζα Πειραιώς, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον προαναφερθέντα προταθέντα. αυτοτελή ισχυρισμό τους, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης για την πραγματική νομική φύση της ιδιότητας της Τράπεζας Πειραιώς (και των προστηθέντων της) ως ασφαλιστικών διαμεσολαβητών της ένδικης ασφαλιστικής συμβάσεως, ενεργούντων αποκλειστικά και μόνο για λογαριασμό της αντιδίκου.
Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και αντιμετώπισε τους ως άνω ισχυρισμούς, απορρίπτοντας αυτούς εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν με την παραδοχή τους αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς εκείνα που τους συγκροτούν. Επομένως οι ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ πρώτος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 273/2011, ΑΠ 87/2013).
Για το ορισμένο του λόγου πρέπει εκτός των άλλων, να εκτίθενται ποια ήταν η επίδραση των πραγμάτων που δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά δίχως απόδειξη στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1020/2019, 449/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες περιλαμβάνονται στα με επίκληση προσκομιζόμενα με αριθμό 14435/2010 πρακτικά συνεδρίασης αυτού, όλα τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθώς και τις υπ' αριθμ, .../27-12-2010 και .../14-12-2010 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που νόμιμα προσκομίστηκαν με επίκληση από τις ενάγουσες, έχοντας νομίμως ληφθεί κατά τους όρους του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, μετά την εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγόμενης.
Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχτηκε χωρίς απόδειξη την ως άνω ένσταση της εναγομένης, απορρίπτοντας αντίστοιχα την αντένσταση των εναγουσών, ότι η τελευταία γνώριζε την πραγματική κατάσταση της υγείας του θανόντος Α. Κ. μέσω της αντιπροσώπου της, υπαλλήλου της Τράπεζας Πειραιώς, Ε. Τ., προς την οποία ο θανών, κατά τη συμπλήρωση του έντυπου ερωτηματολογίου είχε αναφέρει ότι "παλαιότερα είχε υπέρταση, αφού κατά τις παραδοχές της, "από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, δεν προέκυψε ότι μεταξύ της εναγόμενης και της εν λόγω υπαλλήλου υπήρχε κάποια εσωτερική σχέση και δη αυτή της εντολής.
Το γεγονός δε ότι ο θανών είχε κάποια βοήθεια κατά τη συμπλήρωση των απαιτούμενων έγγραφων για την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης από την εν λόγω υπάλληλο, η οποία μέσω της Τράπεζας στην οποία εργαζόταν διεκπεραίωνε και στη συνέχεια προωθούσε τις αιτήσεις ασφάλισης των υποψηφίων δανειοληπτών στην εναγόμενη, δεν σημαίνει ότι μεταξύ της ως άνω υπαλλήλου και της εναγόμενης, υπήρχε σχέση αντιπροσώπευσης, εντολής ή άλλης σχέσης, γεγονός το οποίο ρητά αρνείται η τελευταία".
Συνακόλουθα τούτων ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ ο τρίτος, κατά το σχετικό σκέλος του, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν διέταξε απόδειξη επί των αναφερομένων στον λόγο αυτό ισχυρισμών του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Τέλος, οι ίδιοι ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης και πρώτος έως πέμπτος πρόσθετοι λόγοι αυτής, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως πρέπει να απορριφθεί η από 12-11-2013 αναίρεση στο σύνολό της και οι από 12-3-2015 πρόσθετοι λόγοι αυτής. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τις αναιρεσείουσες, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας τους (άρθ. 176, 180, 183, και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-11-2013 αίτηση και τους από 12-3-2015 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1227/2013 απόφασης του τριμελούς Εφετείου Θεσ/κης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300,00) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ