Supreme Court dismisses appeal on property dispute, upholding lower court's compensation ruling based on unjust enrichment and custody duties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court erred in applying unjust enrichment and custody laws to award compensation for the loss of rental income. The court rejected these claims, finding the lower court correctly applied the relevant civil code provisions regarding the appellant's duty to maintain the property and the defendant's right to damages.
Legislator headnote
AI generatedArticles 826, 832, 1094 of the Civil Code; The court established that a possessor in good faith who uses another's property for storage is liable for the resulting loss of rental income, and the lower court's application of unjust enrichment principles was correct.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 673 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 673/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ά. συζ. Ι. Κ., το γένος Β. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Στεφανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργο - Χρήστο Παρασκευά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 127/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2015 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-9-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 13-9-2016 (αριθμ. καταθ. 27/2016) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 71/2015 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία έγιναν δεκτές οι από 30-6-2010 και 23-9-2010 αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και αφού εξαφανίσθηκε η υπ' αριθμ. 127/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η από 17-4-2006 (αρ.
καταθ. 495/17-4-2006) αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Με την αγωγή αυτή ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι κατόπιν διενέργειας αναγκαστικού πλειστηριασμού και δυνάμει της υπ' αριθμ. ...92/9-2-2000 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Δ. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στις 14-2-2000, έγινε κύριος, ως υπερθεματιστής, των περιγραφομένων οριζόντιων ιδιοκτησιών επί οικοπέδου κειμένου στην πόλη της … ότι η καθής η εκτέλεση αναιρεσείουσα και μετά την κατά τα ανωτέρω απόκτηση της κυριότητας από αυτόν, εξακολούθησε να διαμένει στα ως άνω ακίνητα μέχρι τις 12-7-2004, όταν σε εκτέλεση της ως άνω περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, έγινε βίαιη αποβολή αυτής από τις εν λόγω οριζόντιες ιδιοκτησίες και εγκατάστασή του σε αυτές, πλην όμως και πάλι δεν μπορούσε να κάνει χρήση των ιδιοκτησιών του γιατί η αναιρεσείουσα δεν παρέλαβε τα εντός αυτών πολυάριθμα κινητά πράγματά της, των οποίων ορίσθηκε μεσεγγυούχος, και για τα οποία έχει κινήσει τη διαδικασία εκποίησής τους.
Ότι συνεπεία της ως άνω συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας δικαιούται, αφενός μεν να αξιώσει τα ωφελήματα από τη χρησιμοποίηση ως κατοικίας από την τελευταία των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών κατά το χρονικό διάστημα από 14-2-2000 έως 12-7-2004 και αφετέρου να αξιώσει την αποκατάσταση της ζημίας του, συνισταμένη σε απώλεια εισοδήματος που θα αποκόμιζε από την εκμίσθωση των παραπάνω οριζόντιων ιδιοκτησιών κατά το μετά την εγκατάστασή του (12-7-2004) σε αυτές χρονικό διάστημα, αφού δεν κατέστη δυνατόν να τις εκμισθώσει γιατί τις χρησιμοποίησε ως χώρο φύλαξης των κινητών πραγμάτων της αναιρεσείουσας, που η τελευταία είχε αφήσει σε αυτές μετά τη βίαιη αποβολή της στις 12-7-2004, και των οποίων είχε ορισθεί μεσεγγυούχος.
Σύμφωνα με το άρθρο 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ, από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την κατακύρωση και αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.
Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ρητά η αρχή ότι ο πλειστηριασμός αποτελεί νόμιμο τίτλο ως αιτία παράγωγου τρόπου κτήσης της κυριότητας και ότι συνεπώς ο υπερθεματιστής θεωρείται ειδικός διάδοχος του καθού η εκτέλεση, τον οποίο και διαδέχεται στο δικαίωμα. Ειδικότερα ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα αυτό "δυνάμει σύμβασης", όπως είναι η εκποίηση από αναγκαστικό πλειστηριασμό, που αποτελεί, όπως προκύπτει από την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1017 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 199, 513, 1192 και 1198 του ΑΚ, ιδιόρρυθμη σύμβαση πώλησης, η οποία ενεργείται υπό το κύρος της αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση που αποδέχεται την τελευταία προσφορά του υπερθεματιστή.
Εάν ο υπερθεματιστής καταβάλλει ολόκληρο το οφειλόμενο πλειστηρίασμα, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους υπερημερίας, το φόρο μεταβίβασης και την αναλογία στα έξοδα περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, γεννάται υποχρέωση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού να του χορηγήσει περίληψη ύστερα από αίτησή του.
Με την έκδοση και μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης (η οποία αποτελεί το νόμιμο τίτλο), η κυριότητα του πράγματος που πλειστηριάσθηκε, μεταβιβάζεται στον υπερθεματιστή. Η νομή, όμως του εκπλεισηριασθέντος δεν μεταβιβάζεται στον υπερθεματιστή eo ipso. Για τη μεταβίβασή της απαιτείται παράδοση αυτής στον υπερθεματιστή, είτε εκουσίως από τον μέχρι τούδε νομέα του, σύμφωνα με το άρθρο 976 ΑΚ, είτε με αναγκαστική εκτέλεση της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, κατά τους ορισμούς των διατάξεων των άρθρων 1005 παρ. 2 και 943 ΚΠολΔ (ΑΠ 820/2009).
Ειδικότερα, με βάση αυτή την περίληψη μπορεί να γίνει κατά το άρθρο 943 ΚΠολΔ αναγκαστική εκτέλεση υπέρ του υπερθεματιστή και των διαδόχων του και εναντίον εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση και των διαδόχων του. Έτσι, με βάση τον εν λόγω εκτελεστό τίτλο και σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 943 ΚΠολΔ, ο δικαστικός επιμελητής αποβάλλει από το ακίνητο τον καθού η εκτέλεση και εγκαθιστά σε αυτό τον υπερθεματιστή.
Όσον δε αφορά τα εντός του ακινήτου κινητά πράγματα, τα οποία δεν είναι αντικείμενο της εκτέλεσης, σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, ο δικαστικός επιμελητής τα παραδίδει, με απόδειξη, σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση και, αν αυτός απουσιάζει ή αρνείται να τα παραλάβει, τα παραδίδει είτε σε πρόσωπο που ανήκει στην οικογένεια του καθού η εκτέλεση είτε σε πρόσωπο που έχει την εξουσία να τα παραλάβει.
Αν δεν υπάρχουν τα πρόσωπα που προαναφέρθηκαν ή αν αρνούνται να παραλάβουν τα κινητά πράγματα, ο δικαστικός επιμελητής τα παραδίδει σε μεσεγγυούχο που διορίζει ο ίδιος, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 956 ΚΠολΔ. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η κατά τα ανωτέρω μεσεγγύηση των κινητών πραγμάτων, που δεν αποτελούν αντικείμενο της εκτελέσεως, νοείται ότι γίνεται προς το συμφέρον του κυρίου αυτών (καθού η εκτέλεση) και συνεπώς, εφόσον υφίσταται παρακαταθήκη από το νόμο, υπόχρεος προς καταβολή των εξόδων αυτής και προς αποκατάσταση της ζημίας του θεματοφύλακα, κατά το άρθρο 826 ΑΚ είναι εκείνος προς το συμφέρον του οποίου έγινε η παρακατάθεση.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι η ευθύνη του κακόπιστου νομέα, δηλαδή εκείνου, ο οποίος, κατά την κατάληψη του πράγματος γνώριζε ή από βαριά αμέλεια αγνοούσε ή έμαθε αργότερα ότι δεν δικαιούται στη νομή του, είναι όμοια με εκείνη του καλόπιστου νομέα μετά την επίδοση της αγωγής και αρχίζει αφότου έγινε κακόπιστος.
Ειδικότερα ο καλόπιστος νομέας υποχρεούται έκτοτε να αποδώσει τα ωφελήματα, τα οποία έχουν εξαχθεί και να αποκαταστήσει την αξία όσων εξ αυτών δεν εξήγαγε, ενώ μπορούσε κατά τους κανόνες της τακτικής διαχειρίσεως να εξαγάγει. Εφόσον δε ο νόμος δεν διακρίνει, η ευθύνη του νομέα για την απόδοση των καρπών του πράγματος ισχύει όχι μόνο όταν ενάγεται με τη διεκδικητική αγωγή, αλλά και με ιδιαίτερη αγωγή.
Ωφελήματα είναι όχι μόνο οι καρποί του πράγματος ή του δικαιώματος αλλά και κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοικίαση ή την κατ' άλλον τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο, συνεπεία των οποίων εξοικονομεί τη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα (ΑΠ 686/2010).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν στο αιτιολογικό της περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 30/1997).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 361/2008, ΑΠ 672/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα: "...Ειδικότερα, με την ανωτέρω πράξη η εναγομένη συνέστησε τις εξής μερικότερες αυτοτελείς ιδιοκτησίες - τρίτος (Γ) όροφος: γραφείο με στοιχείο Γ1, επιφανείας τ.μ. 93,20 του κυρίως χώρου και ημιυπαίθριος χώρος 44,28 τ.μ., - τέταρτος (Δ) όροφος:
γραφείο με στοιχείο Δ1, επιφανείας 100,22 τ.μ. και αέρινη στήλη με στοιχείο Μ, συνολικής επιφανείας 390,32 τ.μ. Ακολούθως με τη ...92/9-2-2000 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Δ. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογίου …, το υπό στοιχείο Δ1 γραφείο του τετάρτου ορόφου και η αέρινη στήλη κατακυρώθηκαν, συνεπεία αναγκαστικού πλειστηριασμού, στον ενάγοντα, αντί ποσού 36.500.000 δραχμών ή 107.116,65 ευρώ και 5.001.000 δραχμών, ήτοι 14.676,46 ευρώ, αντίστοιχα.
Στη συνέχεια ο ενάγων διαπίστωσε ότι η εναγομένη και ο σύζυγός της είχαν καταλάβει τη Δ1 οριζόντια ιδιοκτησία, της οποίας απέκτησε την κυριότητα κατά τα ανωτέρω, και τη χρησιμοποιούσαν ως κατοικία....Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου την από 24-7-1999 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 480/29-12-1999 ανακοπή ακύρωσης της ανωτέρω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, η οποία απορρίφθηκε με την 142/2001 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που κατέστη τελεσίδικη με την 39/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, οπότε ο ενάγων στις 12-7-2004 προέβη στη βίαιη αποβολή της εναγομένης, συνταχθείσης προς τούτο της …38/12-7-2004 έκθεσης βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου Α.
Δ.. Επειδή εντός των παραπάνω ακινήτων βρίσκονταν κινητά πράγματα της εναγομένης, τα οποία, παρότι δεν ήταν αντικείμενα της εκτέλεσης, δεν παραλήφθηκαν από την εναγομένη, ο ενάγων, που είχε ορισθεί μεσεγγυούχος αυτών, κατάθεσε τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 467/20-9-2005 αίτηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρόδου, με την οποία ζήτησε την άδεια να τα εκπλειστηριάσει...
Συνεπώς, εφόσον από τις 14-2-2000, που ο ενάγων κατέστη κύριος της ιδιοκτησίας αυτής, μέχρι την άσκηση της αγωγής (17-4-2006) παρήλθαν 74 μήνες, κατά τους οποίους δεν μπορούσε να εκμεταλλευτεί την κατακυρωθείσα ως Δ1 ιδιοκτησία, αυτός υπέστη ζημία ισόποση με τα συμβατικά μισθώματα, που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 51.800 ευρώ.
Ωστόσο, ο ενάγων δικαιούται και πρέπει να του επιδικασθεί το ποσό που αντιστοιχεί στο αιτούμενο με το αγωγικό δικόγραφο διάστημα των 72 μηνών, ήτοι το ποσό των 50.400 ευρώ (= 700 ευρώ) χ 72 μήνες). Το δε κονδύλιο της μέλλουσας ζημίας του (το οποίο σημειωτέον δεν πλήττεται με την έφεση του ενάγοντος), για το διάστημα από την άσκηση μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής είναι ουσιαστικά βάσιμο μέχρι και την ημερομηνία του ορισθέντος πλειστηριασμού, ήτοι από 18-4-2006 έως και 28-6-2006, ήτοι για δύο μήνες και 10 ημέρες, διότι για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα αποδείχθηκε ότι, ενώ παρασχέθηκε με την πιο πάνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου άδεια στον ενάγοντα να πλειστηριάσει τα ως άνω κινητά, αυτά παρέμειναν στα ακίνητα που αγόρασε ο ενάγων...
Επομένως για το χρονικό διάστημα των δύο μηνών και δέκα ημερών ο ενάγων υπέστη ζημία ισόποση με τα συμβατικά μισθώματα που ανέρχονται στο ποσό των 1.634 ευρώ [= 1.400 ευρώ (= 700 ευρώ χ 2 μήνες) + 234 (= 700 ευρώ : 30 ημέρες χ 10 ημέρες)... Συνοψίζοντας πρέπει να γίνουν δεκτές οι εφέσεις, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί η αγωγή, πρέπει αυτή να γίνει εν μέρει δεκτή και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 52.034 (= 50.400 + 1.634) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση...".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Ειδικότερα, όσον αφορά τα αιτούμενα ωφελήματα για το χρονικό διάστημα από 14-2-2000, που ο ενάγων - αναιρεσίβλητος μετέγραψε τη με αριθμό ...92/9-2-2000 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Δ.
Γ. και έγινε κύριος της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας, μέχρι τις 12-7-2004, που αποβλήθηκε η εναγομένη - αναιρεσείουσα από την εν λόγω οριζόντια ιδιοκτησία και εγκαταστάθηκε σε αυτή ο ενάγων - αναιρεσίβλητος, κατά το οποίο, σύμφωνα με τις κατά τα ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, η εναγομένη - αναιρεσείουσα χρησιμοποιούσε ως κατοικία την εν λόγω οριζόντια ιδιοκτησία και ο ενάγων ζητεί με την ένδικη αγωγή του να του επιδικασθεί η, με βάση τη μισθωτική του αξία, ωφέλεια από τη χρήση του επιδίκου διαμερίσματος κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, η οποία (αγωγή), με τα πραγματικά περιστατικά που περιέχει βρίσκει νόμιμο έρεισμα τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1096, 1098, 1192 αρ.2, 1194 1198, 962, 297 και 298 ΑΚ.
Συγκεκριμένα το Εφετείο διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες ως προς τις παραδοχές ότι ο ενάγων έγινε κύριος της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας στις 14-2-2000, όταν μετέγραψε την ανωτέρω περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, ότι η εναγομένη, αν και γνώριζε από την ως άνω ημερομηνία ότι η ιδιοκτησία αυτή περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος και ότι από τότε δεν είχε κανένα δικαίωμα νομής ή κατοχής στην εν λόγω ιδιοκτησία, χρησιμοποίησε αυτήν για την κάλυψη των στεγαστικών της αναγκών κατά το χρονικό διάστημα από 14-2-2000 έως 12-7-2004 παρά τη θέληση του ενάγοντος, ότι η μισθωτική αξία της ιδιοκτησίας αυτής ανερχόταν κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα σε 700 ευρώ τον κάθε μήνα και ότι με βάση τις παραδοχές αυτές η εναγομένη ευθύνεται για την καταβολή στον ενάγοντα των μισθωμάτων του ανωτέρω χρονικού διαστήματος.
Περαιτέρω και σε σχέση με την αιτούμενη αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου για το από 13-7-2004 έως 28-6-20006 χρονικό διάστημα, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες. Κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο ενάγων ήταν νομέας και κάτοχος της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας, αλλά είχε ορισθεί μεσεγγυούχος των εντός αυτής ευρισκόμενων πολυάριθμων κινητών πραγμάτων της εναγομένης, χρησιμοποίησε την επίδικη ιδιοκτησία ως χώρο φύλαξης των ως άνω κινητών πραγμάτων, με αποτέλεσμα αυτός (ενάγων) να υποστεί ζημία γιατί αδυνατούσε να το εκμεταλλευθεί, ζήτησε δε να του επιδικασθεί αποζημίωση με την ένδικη αγωγή, η οποία βρίσκει νόμιμο έρεισμα τις διατάξεις των άρθρων 826 και 832 του ΑΚ.
Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες ως προς τις παραδοχές ότι ο ενάγων είχε ορισθεί μεσεγγυούχος των ως άνω κινητών πραγμάτων της εναγομένης, ότι η μισθωτική αξία της επίδικης ιδιοκτησίας ανέρχονταν και κατά το χρονικό διάστημα του από 13-7-2004 έως 28-6-2006 στο ποσό των 700 ευρώ τον κάθε μήνα και υπέστη ζημία ισόποση με τα μισθώματα που θα εισέπραττε από την εκμίσθωση της ανωτέρω οριζόντιας ιδιοκτησίας, την οποία δεν μπόρεσε να εκμεταλλευθεί κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα λόγω της αναγκαστικής χρησιμοποίησής της για τη φύλαξη των ως άνω κινητών πραγμάτων και ότι η μεσεγγύηση αυτών έγινε προς το συμφέρον της καθής η εκτέλεση και κυρίας αυτών (εναγομένης), η οποία είναι υποχρεωμένη να αποκαταστήσει τη ζημία του ενάγοντος.
Κατ' ακολουθίαν όσων αναφέρθηκαν είναι αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου πρώτος λόγος για εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1094 ΑΚ λόγω μη ασκήσεως διεκδικητικής αγωγής, καθόσον υπάρχει η ευθύνη όταν ο νομέας ενάγεται όχι με τη διεκδικητική αγωγή αλλά και με ιδιαίτερη αγωγή (1ο σκέλος), για εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1094 ΑΚ όσον αφορά το από 12-7-2004 έως 28-6-2006 χρονικό διάστημα, καθόσον για το εν λόγω χρονικό διάστημα έχουν εφαρμογή οι ανωτέρω περί παρακαταθήκης και μεσεγγύησης διατάξεις (2ο σκέλος) και για εσφαλμένη εφαρμογή των περί αδικοπραξιών διατάξεων, καθόσον οι διατάξεις αυτές δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση (3ο σκέλος), ο δεύτερος λόγος περί μη μνείας του χρόνου μεταγραφής της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, αφού αυτός δεν ήταν απαραίτητος, ο τρίτος λόγος περί μη συνδέσεως αιτιωδώς της ζημίας του ενάγοντος με τη δική της συμπεριφορά και ο τέταρτος λόγος για επιδίκαση μη αιτηθέντος (όσον αφορά το χρονικό διάστημα από 18-4-2006 -επομένη κατάθεσης της ένδικης αγωγής- έως 28-6-2006 -ημερομηνία που είχε ορισθεί για τη διενέργεια του πλειστηριασμού των ως άνω κινητών πραγμάτων), για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι 1ος έως και 3ος λόγοι και από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο 4ος λόγος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-9-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 71/2015 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ