Supreme Court dismisses appeal on loan cap, ruling farmer status at loan time matters, not later business changes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a lower court judgment regarding the maximum loan cap for a company. The appellant argued the company lost its farmer status after establishing commercial activities, but the court held that the relevant status is determined at the time of the loan. The court found the lower court correctly applied the law by recognizing the company's primary farming activity at the critical moment, rejecting the claim that subsequent business changes altered this status.
Legislator headnote
AI generatedArt. 39 para. 5 of Law 3259/2004; The favorable loan cap regulation applies to debts incurred by entities classified as professional farmers at the time of the loan, regardless of subsequent loss of that status due to later commercial activities.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 673 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 673/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γερασίμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Πιστωτικού Ιδρύματος με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδικό εκκαθαριστή Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ" και διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσουμάνη που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Κωστόπουλο που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/5/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2014 του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/1/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την, από 10/3/2017, έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στις διατάξεις του άρθρου 39 ν.3259/2004 ορίζεται ότι: "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2.
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.
Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. 3. Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω.
Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης 5. Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου, ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση.
Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το έτος-1990 εφόσον δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία των οφειλών αυτών για την ανεύρεση του αρχικού κεφαλαίου η συνολική οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 150% του ποσού -της οφειλής, όπως αύτη διαμορφώθηκε στην τελευταία προ του έτους 1990 ρύθμιση. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο.
Και ως προς τις οφειλές αυτές ισχύουν οι λοιπές διατάξεις του παρόντος άρθρου. 6. Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου πρέπει να συνομολογούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης, εφαρμοζόμενης και στην περίπτωση αυτή της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 47 του Ν. 2873/2000, όπως ισχύει. 12.
Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 ν.2789/2000 όπως ισχύει...". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.2520/1997, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.8 του άρθρου 13 του Ν.2601/1998, "Ως αγρότες θεωρούνται οι ασχολούμενοι με την "γεωργία, κτηνοτροφία, πτηνοτροφία, μελισσοκομία, σηροτροφία, αλιεία και δασοπονία.
Επίσης και όσοι από αυτούς ασχολούνται συμπληρωματικά και με τον αγροτουρισμό, αγροτοβιομηχανία, παραδοσιακή βιοτεχνία και προστασία του φυσικού χώρου, εφόσον οι δραστηριότητες αυτές ασκούνται στα όρια της αγροτικής εκμετάλλευσης και στα πλαίσια του εγκεκριμένου προγράμματος του Υπουργείου Γεωργίας".
Στη συνέχεια, με την υπ’ αριθ. 3374/23-10-1998 (ΦΕΚ Β’ 1108/23-10-1998) κοινή Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Γεωργίας" για την εφαρμογή του Ν.2520/1997, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν.2601/1998" ορίστηκε ότι, ως αγροτική εκμετάλλευση νοείται η μονάδα παραγωγής προς πώληση ενός ή περισσοτέρων προϊόντων των κλάδων του αγροτικού τομέα, υπό ενιαία διοίκηση και διαχείριση.
Στις δραστηριότητες της αγροτικής εκμετάλλευσης (αγροτικές δραστηριότητες) εκτός από τις δραστηριότητες της πρωτογενούς παραγωγής, περιλαμβάνονται και οι εξής δραστηριότητες : αα) η διοίκηση, μεταφορά, τυποποίηση, συσκευασία, μεταποίηση, αποθήκευση μέχρι του σταδίου της χονδρικής πώλησης αποκλειστικά των προϊόντων που παράγει η εκμετάλλευση, ββ) οι αγροτουριστικές αγροτοβιοτεχνικές, δασικές δραστηριότητες και οι δραστηριότητες παραδοσιακής βιοτεχνίας και διατήρησης του φυσικού χώρου, γγ) η λιανική ή χονδρική πώληση των προϊόντων της πρωτογενούς παραγωγής και της πρώτης μεταποίησης.
Ακολούθως, ως κλάδοι του αγροτικού τομέα, σύμφωνα με την ως άνω κοινή Υπουργική Απόφαση, νοούνται: αα) η γεωργία και ως γεωργία νοείται : η φυτική παραγωγή, ζωϊκή παραγωγή, η οποία περιλαμβάνει την κτηνοτροφία κλπ, η υδατοκαλλιέργεια σε δεξαμενές ξηράς, εφόσον ασκείται από αγρότες στα όρια της αγροτικής εκμετάλλευσης, ββ) η δασοπονία, γγ) η αλιεία κλπ.
Από τις διατάξεις αυτές με τις οποίες γίνεται ο προσδιορισμός, μέσω των ανωτέρω αγροτικών δραστηριοτήτων, είτε σε προσωπικό, είτε σε συμμετοχικό επίπεδο, των αγροτών, οι οποίοι, με την ιδιότητα αυτή, υπήχθησαν στις ευνοϊκές, ρυθμίσεις του άρθρου 39 παρ. 5 του Ν.3259/2004 συνάγεται ότι και τα νομικά πρόσωπα θεωρούνται αγρότες εφόσον α) από την ιδρυτική (συστατική) τους πράξη, μετά την τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 61 επ, 741 επ ΑΚ, των αντίστοιχων του Εμπορικού Νόμου και των νόμων 3190/1955,2190/1920 και 2169/1993,προκύπτει ότι η κύρια δραστηριότητα τους είναι η άσκηση της γεωργίας, με τις ειδικότερες εκφάνσεις της αγροτικής δραστηριότητος που προαναφέρθηκαν, β) είναι κάτοχοι αγροτικής εκμετάλλευσης με νομική προσωπικότητα, από την άσκηση της οποίας αντλούν τα εισοδήματα τους και γ) η πλειοψηφία του μετοχικού (εταιρικού) κεφαλαίου, ανήκει σε γεωργούς κατά κύρια απασχόληση (Ολ ΑΠ 4/2014).
Συνεπώς, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, εφόσον και τα νομικά πρόσωπα αγρότες, είτε πρόκειται για προσωπικές, είτε κεφαλαιουχικές εταιρείες ή αγροτικούς συνεταιρισμούς κλπ, συγκεντρώνουν τις προρρηθείσες προϋποθέσεις κατά τον χρόνο κατάρτισης των δανειακών συμβάσεων κλπ με τα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να θεωρούνται "κατά κύριο επάγγελμα αγρότες", για τον επανακαθορισμό της οφειλής τους από τις συμβάσεις αυτές θα ληφθεί υπόψη ο συντελεστής 2 και όχι 3, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 39 παρ. 5 του Ν.3259/2004 και συγκεκριμένα, η βάση του υπολογισμού της οφειλής τους από τις δανειακές τους συμβάσεις θα προκύψει από το άθροισμα του ποσού του ληφθέντος κεφαλαίου εκάστης, χωρίς να υπολογίζονται οφειλές από τόκους και έξοδα, το άθροισμα δε αυτό θα πολλαπλασιαστεί με συντελεστή 2 και ακολούθως από το γινόμενο που θα προκύψει θα αφαιρεθούν οι οποτεδήποτε γενόμενες καταβολές εκ μέρους τους, για να εξαχθεί η τελική οφειλή αυτών προς τα πιστωτικά ιδρύματα (Ολ ΑΠ 4/2014).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 14/2006, ΑΠ 155/2026).
Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, κατ’ ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωση του εκτιθεμένων από το άρθρο 559 αρ. 1 (και όχι 19) αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 39 παρ. 5 ν.3259/2004 απέρριψε ως αβάσιμη την ασκηθείσα έφεσή της κατά της ομοίως κρίνασας πρωτοδίκου αποφάσεως (52/2012 Π.Πρ.Ρόδου), η οποία έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την κατ’ αυτής (αναιρεσείουσας) από την αναιρεσίβλητη εγερθείσα και επί της παραπάνω διατάξεως θεμελιωθείσα ένδικη αγωγή δεχθείσα ότι η προβλεπομένη από την εν λόγω διάταξη ευνοϊκή ρύθμιση των προς τα πιστωτικά ιδρύματα οφειλών των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών καταλαμβάνει τις οφειλές όχι μόνο των φυσικών αλλά και αυτές των νομικών προσώπων και συνακολούθως και της αναιρεσιβλήτου προς αυτήν.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθ 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα εταιρία (αναιρεσίβλητη) με αντικείμενο γεωργικές - κτηνοτροφικές και εμπορικές εργασίες, διατηρούσε αποκλειστική συνεργασία με την εναγομένη (αναιρεσείουσα) συνάπτοντας συμβάσεις χρηματοδότησης για τις ανάγκες της γεωργικοκτηνοτροφικής μονάδας που διατηρούσε και στη συνέχεια (μετά τη μετατροπή της Ο.Ε με σκοπό την εκτροφή ζώων, σε Α.Ε και την επέκταση των δραστηριοτήτων της και στον εμπορικό τομέα) για τις ανάγκες της εμπορικής επιχείρησης της.
Το έτος 2002 κατόπιν σχετικής αίτησης που υπέβαλε η ενάγουσα στην εναγομένη, η τελευταία ενημέρωσε την πρώτη περί των δανείων που είχε λάβει ανά κατηγορία [γεωργοκτηνοτροφικά και εμπορικά] και συγκεκριμένα την ενημέρωσε ότι έλαβε : α.- την 31-12-1986 μεσοπρόθεσμο δάνειο που αφορούσε κατασκευή χοιροστασίου δρχ. 5900000 15ετούς διάρκειας [εξοφλημένο], β.- την 30-01-1987 μεσοπρόθεσμο δάνειο έναντι επιδότησης ν.1262/82 δρχ. 17300000 [εξοφλημένο], γ.- την 30-01-1987 μεσοπρόθεσμο δάνειο για μηχανολογικό εξοπλισμό χοιροστασίου δρχ. 4100000 7ετούς διάρκειας [εξοφλημένο], δ.- την 30-01-1987-μεσοπρόθεσμο δάνειο με σκοπό αγορά χοίρων δρχ. 1600000 δετούς διάρκειας [εξοφλημένο], ε.- την 23-12-1987 μεσοπρόθεσμο δάνειο για κτίριο χοιροστασίου δρχ. 8000000 15ετούς διάρκειας [ληξιπρόθεσμο - ρύθμιση 2002], στ.- την 23-12-1987 μεσοπρόθεσμο δάνειο έναντι επιδότησης ν.1262/82 δρχ. 293δ000 [εξοφλημένο], ζ.- την 23-12- 1987 μεσοπρόθεσμο δάνειο για αγορά χοίρων δρχ. 666000 δετούς διάρκειας [εξοφλημένο], η.- την 23-12-1987 μεσοπρόθεσμο δάνειο για μηχανολογικό .
εξοπλισμό χοιροστασίου δρχ. 4000000 7ετούς διάρκειας [εξοφλημένο], θ.- την 10-12-1990 μεσοπρόθεσμο δάνειο για αγορά χοίρων δρχ. 800000 δετούς διάρκειας [εξοφλημένο], ι.- από το 1988 έως 31-12-1990 βραχυπρόθεσμα δάνεια χοιροτροφικά συνολικού ποσού δρχ. 2000000 [εξοφλημένο], ια.- ασφάλιστρα -τηλεφωνικά 1989-1990 δρχ. 475000 [εξοφλημένο], ιβ.- την 21-11-91 ρύθμιση ληξιπροθέσμων δρχ. 48039793 1 θετούς διαρκείας [ληξιπρόθεσμα - ρύθμιση 2002], ιγ.- από 16-04-1992 έως 05-05-1992 για κεφάλαια κίνησης δρχ. 15000000 [εξοφλημένο], ιδ.- την 17-06-1992 μεσοπρόθεσμο δάνειο αγοράς εξοπλισμού ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ δρχ. 35000000 δετούς διάρκειας [ληξιπρόθεσμα - ρύθμιση 2002], ιε.- από 13-08-1992 έως 14-06-1993 κεφάλαια κίνησης με ενεχυρίαση επιταγών συνολικού ποσού δρχ. 160000000 [εξοφλημένο], ιστ.- από 17-12-1992 έως 30-04-1993 κεφάλαια κίνησης δρχ. 50000000 [εξοφλημένο], ιζ.- από 18-11-1992 έως 28-12-1992 χοιροτροφικά βραχυπρόθεσμα δάνεια δρχ. 14500000, από 28-09-1993 έως 22-10-1993 χοιροτροφικά βραχυπρόθεσμα δάνεια δρχ. 15000000, από 23-03-1994 έως 28-03-1994 χοιροτροφικά βραχυπρόθεσμα δάνεια δρχ 30000000 [ληξιπρόθεσμα - ρύθμιση 2002], ιη.- την 20-05-1993 μεσοπρόθεσμο δάνειο για αγορά χοίρων δρχ. 3000000 δετούς διάρκειας [ληξιπρόθεσμο - ρύθμιση 2002], ιθ.- την 06-10-1993 μεσοπρόθεσμο δάνειο για αγορά φορτηγού δρχ. 15000000 δετούς διάρκειας [ληξιπρόθεσμο - ρύθμιση 2002], κ.- από 09-07-1993 έως 14-01-1994 κεφάλαια κίνησης με ενεχυρίαση επιταγών δρχ. 33600000 [εξοφλημένο, κα.- την 08-04-1994 βραχυπρόθεσμο δάνειο [κεφάλαιο κίνησης] δρχ. 50000000 [ληξιπρόθεσμο - ρύθμιση 2002], κβ.- την 01-06-1994 βραχυπρόθεσμο δάνειο [κεφάλαιο κίνησης με ενεχυρίαση επιταγών] δρχ. 8000000 [εξοφλημένο], ιγ.- την 27-12-1994 ρύθμιση ληξιπροθέσμων οφειλών [έως 1993] δρχ. 24400000 10ετούς διάρκειας [ληξιπρόθεσμο - ρύθμιση 2002], και ιδ.-ασφάλιστρα - θεωρήθηκε δικαστικά - διάφορα έξοδα από 24-07-1992 έως 2000 δρχ. 9300000 [ληξιπρόθεσμο - ρύθμιση 2002].
Στο ως άνω έγγραφο της εναγομένης εμφανίζεται η υπό στοιχείο 15 του εγγράφου πίστωση ποσού 160.000 δραχμών, την οποία αμφισβήτησε η ενάγουσα, καθώς και η υπό στοιχείο’ 16 και η υπό στοιχείο 21 του εγγράφου ύψους 50.000.000 δραχμών έκαστη από τις οποίες αμφισβήτησε-η ενάγουσα τη μία από αυτές. Ακολούθως στις 15-03-2002 υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων η με αριθμό ...
πρόσθετη πράξη με την οποία ρυθμίστηκαν τα δάνεια, με βάση τα τότε ισχύοντα και ορίστηκε ότι το συνολικό ποσό των οφειλών της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 718.961.197 δραχμών [ισόποσο των 2.109.937,47 ευρώ] συμπεριλαμβανομένων εξόδων, δικαστικών και λοιπών επιβαρύνσεων. Από το ποσό αυτό διαγράφηκε ποσό των 1.176.937,47 ευρώ και ρυθμίστηκε το υπόλοιπο ποσό των 933.000 ευρώ να καταβληθεί σε χρονικό διάστημα δεκαπέντε ετών έντοκα από 01-01-2001 σε δεκατέσσερις δόσεις η πρώτη από τις οποίες θα καταβαλλόταν στις 31-03-2003 και η τελευταία στις 31-03-2006.
Μετά την ψήφιση του ν. 3259/2004 η ενάγουσα υπέβαλε εμπρόθεσμα αίτηση για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του άρθρου 39 του νόμου αυτού. Η εναγομένη με το από 11-04-2005 [αρ....] έγγραφο της απήντησε στην αίτηση της ενάγουσας και την ενημέρωσε ότι οι οφειλές της που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 ήταν οι ακόλουθες α.
το ληφθέν την 31-12-1986 μεσοπρόθεσμο δάνειο για κτίριο χοιροστασίου δρχ. 5900000 15ετούς διάρκειας [εξοφλημένο], β.- το ληφθέν την 30-01-1987 μεσοπρόθεσμο δάνειο για μηχανολογικό εξοπλισμό χοιροστασίου δρχ. 4100000 7ετούς διάρκειας [εξοφλημένο], γ.- το ληφθέν την 30-01-1987 μεσοπρόθεσμο δάνειο για αγορά χοίρων δρχ. 1600000 δετούς διάρκειας [εξοφλημένο], δ.-το ληφθέν την 23-12-1987 μεσοπρόθεσμο δάνειο για κτίριο χοιροστασίου δρχ. 8000000 15ετούς διάρκειας [ληξιπρόθεσμο - ρύθμιση 2002], ε.-το ληφθέν την 23-12-1987 μεσοπρόθεσμο δάνειο για μηχανολογικό εξοπλισμό χοιροστασίου εξοπλισμό χοιροστασίου δρχ. 4000000 7ετούς διάρκειας [εξοφλημένο], στ.-το ληφθέν την 23-12-1987 μεσοπρόθεσμο δάνειο για αγορά χοίρων δρχ. 665000 δετούς διάρκειας [εξοφλημένο], ζ το ληφθέν την 10-12-1990 μεσοπρόθεσμο δάνειο για αγορά χοίρων δρχ. 800000 δετούς διάρκειας [εξοφλημένο] η.- το ληφθέν την 20-05-1993 μεσοπρόθεσμο δάνειο για αγορά χοίρων δρχ. 3000000 δετούς διάρκειας [ληξιπρόθεσμο - ρύθμιση 2002], θ.- το ληφθέν την 17-06-1992 μεσοπρόθεσμο δάνειο αγοράς εξοπλισμού ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ δρχ. 36000000 δετούς διάρκειας, [ληξιπρόθεσμα - ρύθμιση 2002], ι.- το ληφθέν την 06-10-1993 μεσοπρόθεσμο δάνειο για αγορά φορτηγού δρχ. 1δ.000.000 δετούς διάρκειας [ληξιπρόθεσμο - ρύθμιση 2002], ια.- το ληφθέν την 08-04-1994 βραχυπρόθεσμο δάνειο [κεφάλαιο κίνησης] δρχ. 50.000.000 [ληξιπρόθεσμο - ρύθμιση 2002], ιβ.-τα ληφθέντα χοιροτροφικά βραχυπρόθεσμα δάνεια [με υπόλοιπο 28-03-1994 τελευταίας εκταμίευσης] δρχ. 34.183.060, από τα οποία κατά τους υπολογισμούς της εναγομένης οφειλόταν υπόλοιπο για υπολογισμό Χ 3 300.961,30 €, καθώς επίσης οφείλονταν ασφάλιστρα περιόδων [Λογ/κό 23-03-2000] ύψους 8.368.461 δρχ ισόποσο των 24.668,92 €, με υπόλοιπο για υπολογισμό Χ 3 73.676,75 €.
Η ενάγουσα αμφισβήτησε τους υπολογισμούς που περιέχονται στο ως άνω από 11-04-2005 [αρ....] έγγραφο της εναγομένης και προς τούτο υπέβαλλε την 10-09-2007 αίτηση με την οποία αμφισβητούσε το εξοφλημένο, κατά τους ισχυρισμούς της κεφάλαιο κίνησης με ενεχυρίαση επιταγών ύψους 160.000.000 δραχμών για τα έτη 1992-1993 και τα εμφανιζόμενα, δύο φορές ως κεφάλαια κίνησης ύψους 50.000.000 δραχμών από τα οποία το ένα από 17-12-1992 έως 30-04-1993 είχε κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας εξοφληθεί και το άλλο στις 08-04-1994 ήταν ανεξόφλητο.
Κατόπιν αιτήσεων της προς την εναγομένη για την ενημέρωση της σχετικά με το ύψος των ληφθέντων δανείων, ώστε να προβεί στη ρύθμιση των οφειλών της, ενημερώθηκε ότι η οφειλή της με τους τόκους ανερχόταν στο ποσό των 1.652.262,65 €. Η εναγομένη ήχθη στο άνω οφειλόμενο, αρνούμενη να υπάγει την ενάγουσα στη ρύθμιση του άρθρου 39 παρ. 5 ν. 3259/2004, θεωρώντας ότι η ρύθμιση του άνω νόμου, ισχύει μόνο για φυσικά πρόσωπα, κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, κτηνοτρόφους κ.λ.π., και καλώς υπολογίσθηκαν οι οφειλές της με συντελεστή "3".
Όμως, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ό πιο πάνω τρόπος επανακαθορισμού της οφειλής της ενάγουσας-δεν είναι νόμιμος, δεδομένου, ότι η ενάγουσα είχε ως κύρια δραστηριότητα την, εκτέλεση κτηνοτροφικών εργασιών, για τις οποίες και χορηγήθηκαν από την εναγόμενη τα πιο πάνω δάνεια. Επομένως, για τον επανακαθορισμό της οφειλής της από κτηνοτροφικά δάνεια, έπρεπε να ληφθεί υπόψη από την εναγομένη ο συντελεστής δύο (2) και όχι ο συντελεστής τρία (3), κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 39 παρ. 5 του Ν. 3259/2004.
Υπολογιζόμενων, συνεπώς, των εμπορικών δανείων με συντελεστή "3" (250.014,17 € Χ 3) και των κτηνοτροφικών, όπως έπρεπε, με συντελεστή "2" (149.913,57 Χ 2), η συνολική οφειλή της ενάγουσας ανέρχεται σε 1.049.869,65 € και όχι σε 1.652.262,65 €. Τα παραπάνω ποσά δεν αμφισβητούνται ειδικά από την εναγομένη τράπεζα, καθόσον η τελευταία, πέραν του ισχυρισμού της ότι η συνολική οφειλή πρέπει να υπολογιστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1.
δηλαδή με συντελεστή τρία, ο οποίος όπως παραπάνω αναφέρεται κρίθηκε μη νόμιμος, δεν εναντιώνεται στο ύψος της συνολικής οφειλής, όπως αυτή προσδιορίστηκε με την εφαρμογή της παραγράφου 5, δηλαδή με συντελεστή δύο.
Κατόπιν αυτών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, αφού έκρινε, ότι η διάταξη του άρθρου 39 παρ. 5 του ν.3259/2004 εφαρμόζεται και στα νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν ως κύρια δραστηριότητα την άσκηση κτηνοτροφικών εργασιών, στη συνέχεια δέχθηκε, ότι η τελική οφειλή της ενάγουσας, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, ανέρχεται στο προαναφερόμενο ποσό των 1.049.869,65 ευρώ, πολλαπλασιάζοντας το άθροισμα, των ληφθέντων δανείων με το συντελεστή 2, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και, συνεπώς, οι λόγοι της έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι.
Κατόπιν αυτού, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς εξέταση, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν".Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 39 παρ. 5 ν.3259/2004, δεχθείσα ορθώς, ότι η προβλεπομένη απ’ αυτήν (διάταξη) ευνοϊκή ρύθμιση καταλαμβάνει και τις προς την αναιρεσείουσα υφιστάμενες οφειλές του νομικού προσώπου της αναιρεσιβλήτου, η οποία πληροί τις προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό της ως κατ’ επάγγελμα αγρότη ενόψει του ότι κατά ρητή παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως α) η τελευταία "έχει ως κυρία δραστηριότητα την άσκηση κτηνοτροφικών εργασιών", οι οποίες, κατά την 3374/23.10.1998 κοινή Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικού, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικού και Γεωργίας, αποτελούν γεωργική δραστηριότητα, και β) διατηρεί γεωργοκτηνοτροφική μονάδα (χοιροστάσιο) για την οποία χορηγήθηκαν προς αυτήν τα προαναφερθέντα δάνεια και από την οποία αντλεί τα εισοδήματα της, απορρίπτοντας (η προσβαλλομένη) τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί υπαγωγής των οφειλών της αναιρεσιβλήτου στη ρύθμιση της παραγράφου 1 του άρθρου 39 ν. 3259/2004, και όχι αυτής του αριθμού 5, όπως είχε προβάλλει η αναιρεσίβλητη, απορριπτόμενης συνακολούθως και της από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ προβαλλόμενης με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αιτιάσεως περί μη λήψεως υπόψη προταθέντων πραγμάτων, του απορριφθέντος δηλαδή ως άνω ισχυρισμού.
Ο περαιτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η αναιρεσίβλητη δεν μπορούσε να υπαχθεί στη ρύθμιση της διατάξεως του άρθρου 39 παρ. 5 ν.3259/2004 καθόσον αυτή "απώλεσε τον χαρακτήρα του αγρότη αφού η άσκηση της κτηνοτροφικής δραστηριότητάς της απορροφήθηκε, μετά τη σύσταση της, από τις εμπορικές δραστηριότητες αυτής" κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, κατά ρητή αποδοχή της προσβαλλομένης, εκφερθείσα με τη διατύπωση ότι "η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) είχε κύρια δραστηριότητα την εκτέλεση κτηνοτροφικών εργασιών για τις οποίες χορηγήθηκαν τα πιο πάνω δάνεια", η ιδιότητα του κατ’ επάγγελμα αγρότη συνέτρεχε στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης κατά τον κρίσιμο χρόνο της χορηγήσεως των δανείων, ο οποίος κατά τα εκτεθέντα, στη μείζονα σκέψη, λαμβάνεται υπόψη για τον χαρακτηρισμό ως τέτοιου του οφειλέτη των χρεών του άρθρου 39 παρ. 5 ν.3259/2004, όντας αδιάφορου της μεταγενεστέρας (μετά την χορήγηση των δανείων) απώλειας αυτής (ιδιότητας).
Κατ’ ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός, από το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου [αναιρετικού] λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 12-1-2015 και με αριθμ.καταθ...., αίτηση αναιρέσεως της 10/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ..
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ