Supreme Court dismisses appeal in labor dispute where employer terminated employee for misconduct, not political views.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision to terminate the appellant's employment contract. The court found that the employer terminated the contract solely due to the appellant's misconduct and conduct unsuitable for an employee, not for his political views. Consequently, the court ruled that the employer acted in good faith and the termination was legally justified.
Legislator headnote
AI generatedArticles 174, 180, 281, 652 of the Civil Code; The employer is justified in terminating an employment contract based on the employee's misconduct and conduct, even if the employee claims the dismissal was motivated by political differences, provided the employer acted in good faith and the termination was not a pretext for revenge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 673 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 673/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Tρύφωνα Κωτσόβελο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικά Ταχυδρομεία, ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΛΤΑ", νομίμως εκπροσωπούμενης η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Λυκούρη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2008 αγωγή τα ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:397/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3172/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-11-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 9-4-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 30-11-2014 αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 556 Κ.Πολ.Δ. δικαίωμα αναιρέσεως έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ άλλων, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών και ο εφεσίβλητος, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Το έννομο αυτό συμφέρον πρέπει ρητά και κατά συγκεκριμένο τρόπο να επικαλείται ο αναιρεσείων με το αναιρετήριο η ύπαρξή του δε κρίνεται κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1935/2009). Έννομο δε συμφέρον μπορεί να υφίσταται και στην περίπτωση κατά την οποία ο νικήσας διάδικος βλάπτεται από την απόφαση γιατί δημιουργείται από αυτήν δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη εκκρεμή δίκη, στην οποία θέλει επανεισαχθεί προς κρίση το ίδιον στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στην δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε ο νικήσας διάδικος δικαιούται να ζητήσει την εξαφάνισή της προς αποτροπήν του εξ αυτής βλαπτικού γι’ αυτόν δεδικασμένου (AΠ 226/14, 1129/97) Το έννομο συμφέρον απαιτείται όχι μόνο γενικά, για το παραδεκτό της αναιρέσεως, αλλά και ειδικά για κάθε λόγο αυτής.
Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων-αναιρεσείων, άσκησε τις από 17-1-2008 και 17-3-2010 αγωγές του στις οποίες εξέθετε ότι ενώ είχε τοποθετηθεί την 29-6-1989 στην εναγομένη (ΕΛΤΑ) ... ως άτομο με ειδικές ανάγκες, υπαγόμενο στο ν. 1648/86, την 19-10-2007, καταγγέλθηκε η σύμβασή του, λόγω επιβολής της Πειθαρχικής ποινής απόλυσης από Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, εξαιτίας σοβαρής παράβασης υπηρεσιακών καθηκόντων του.
Ισχυριζόμενος ότι η καταγγελία αυτή είναι καταχρηστική διότι έγινε για λόγους εκδίκησης και επικουρικά διότι ελήφθη χωρίς να προηγηθεί απόφαση της επιτροπής του άρθρου 9 του ν. 2643/98, ζητούσε α) ν’ αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του β) να υποχρεωθεί η εναγομένη αα) ν’ αποδέχεται τις υπηρεσίες του ββ) να του καταβάλει το ποσό των 78.909,1 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας, μετά των σχετικών δώρων και επιδομάτων.
Οι αγωγές αυτές, αφού συνεκδικάσθηκαν με την υπ’ αριθμ. ...2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγιναν δεκτές σαν ουσιαστικά βάσιμες κατά την κυρία βάση τους, αλλά με επάλληλη αιτιολογία και κατά την επικουρική. Η εναγομένη, που ηττήθηκε, άσκησε έφεση και εξεδόθη η προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 3172/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η κυρία βάση της αγωγής έπρεπε ν’ απορριφθεί, διότι η καταγγελία της συμβάσεως του ενάγοντα κρίθηκε ως μη καταχρηστική, ενώ έγινε δεκτή η επικουρική βάση αυτής, διότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του ν. 2643/98, εφόσον ο ενάγων προσελήφθη ως άτομο με ειδικές ανάγκες.
Στη συνέχεια η προσβαλλομένη απόφαση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, διότι έκρινε ότι δεν αρκούσε η αντικατάσταση της αιτιολογίας και α) αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα β) υποχρέωσε την εναγομένη αα) ν’ αποδέχεται τις υπηρεσίες του με την απειλή ββ) να του καταβάλει το ποσό των 72.412,38 ευρώ (το οποίο είχε επιδικασθεί και με την πρωτόδικη απόφαση).
Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ο ενάγων, νικήσας διάδικος, αναιρεσείων με τους λόγους αναιρέσεως, ως προς την απόρριψη της κυρίας βάσεως της αγωγής του επικαλούμενος ότι "έχω έννομο συμφέρον, για την άσκηση της αναιρέσεως κατά το άρθρο 556 παρ. 2 ΚπολΔ, διότι η αναίρεσή μου προσβάλλει και αναφέρεται στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, με το οποίο η κυρία βάση της αγωγής μου απερρίφθη".
Συνεπώς, εφόσον επικαλείται έννομο συμφέρον και πράγματι υφίσταται βλάβη από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως αλλά και το διατακτικό της, από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του, ως προς την απόρριψη της κυρίας βάσεως της αγωγής του, έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της παρούσης αναιρέσεως. Συνακόλουθα πρέπει αυτή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους αυτής. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες, αν διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, εξήντα ημέρες και στις δύο περιπτώσεις η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. Εξ άλλου, στο άρθρο 532 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, ιδίως αν η έφεση δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, το δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, παρότι δέχθηκε ότι ο εφεσίβλητος, με τις προτάσεις του πρότεινε τον ισχυρισμό ότι η έφεση είναι απαράδεκτη διότι ασκήθηκε εκπροθέσμως, δεν ερεύνησε τις προσκομιζόμενες από τον εφεσίβλητο εκθέσεις επιδόσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως, από τις οποίες θα προέκυπτε το εμπρόθεσμο ή μη της εφέσεως, διότι δέχθηκε ότι "Οι προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο υπ’ αριθμ. ...20-4-2011 και ...24-5-2011 εκθέσεις επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως στην εναγομένη των δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείων Τριπόλεως και Αθηνών, αντίστοιχα, Γ.
Α. και Ι. Γ., δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν στην προκείμενη δίκη, καθόσον δεν γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των συγκεκριμένων εκθέσεων με τις προτάσεις του εφεσίβλητου ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου". Πλην όμως τις εκθέσεις αυτές έπρεπε να τις λάβει υπόψιν δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως.
Από την επισκόπηση τον παραπάνω εκθέσεων επιδόσεως προκύπτει ότι με την πρώτη με αριθμό ...2011 έκθεση επιδόσεως, ο ενάγων επέδωσε την πρωτόδικη απόφαση την 20.4.2011, στον περιφερειακό Διευθυντή Πελοποννήσου, Π.Κ.. Με τα άρθρα άρθρ 33 του Υπηρεσιακού Οργανισμού των ΕΛΤΑ (ΦΕΚ 154β/23-2-1999) ορίζεται ότι "Οι Περιφερειακές Διευθύνσεις και οι Περιφερειακές Υπηρεσίες Επιστολικού Ταχυδρομείου αποτελούν τις Επιχειρησιακές Λειτουργίες οι οποίες, στα πλαίσια ενός αποκεντρωμένου συστήματος, έχουν ως έργο τους το να διευθύνουν, συντονίζουν, παρακολουθούν και εποπτεύουν τις Μονάδες Συναλλαγής και τις Ειδικές Μονάδες Παραγωγής αντίστοιχα που λειτουργούν στο χώρο της δικαιοδοσίας τους, για την καλύτερη δυνατή απόδοση στη διεξαγωγή του έργου τους και την επίτευξη των στόχων που τίθενται, πάντοτε μέσα στα πλαίσια της εγκεκριμένης πολιτικής, των κανονισμών που ισχύουν, των οικείων προγραμμάτων, εντολών και οδηγιών της Διοίκησης και των κλιμακίων που υπέρκεινται αυτών", ενώ με το άρθρο 34 αυτού ορίζεται ότι 1.
Οι Περιφερειακές Διευθύνσεις και οι Υπηρεσίες Επιστολικού Ταχυδρομείου υπάγονται κατευθείαν στον Διευθύνοντα Σύμβουλο ή, κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης, στον αρμόδιο Γεν. Δ/ντή. Ειδικότερα οι Υπηρεσίες Επιστολικού Ταχυδρομείου, για την Αποτελεσματικότερη λειτουργία και συντονισμό των Ειδικών Μονάδων Παραγωγής και Ταχ.
Γραφείων καθώς και για την βέλτιστη αξιοποίηση των πόρων, με απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου, δύναται να υπάγονται κατευθείαν στον Διευθυντή της Περιφερειακής Διεύθυνσης της αυτής έδρας. Στην περίπτωση αυτή, τη σχετική εποπτεία του Διευθυντή της Περιφερειακής Διεύθυνσης για θέματα Επιστολικού Ταχυδρομείου έχει ο αρμόδιος Γενικός Διευθυντής" Από τις παραπάνω διατάξεις του Υπηρεσιακού Οργανισμού των ΕΛΤΑ, προκύπτει ότι ο Περιφερειακός Διευθυντής Πελοποννήσου, δεν είχε αρμοδιότητα, ούτε του είχε παραχωρηθεί το δικαίωμα να παραλαμβάνει ή να επιδίδει δικόγραφα, για λογαριασμό του Οργανισμού του οποίου έδρα είναι η Αθήνα.
Επομένως η προς αυτόν επίδοση δεν επέφερε έννομα αποτελέσματα. Ακολούθως ο ενάγων-εφεσίβλητος επέδωσε με την υπ’ αριθ. ...24-5-2011 έκθεση επιδόσεως, την πρωτόδικη απόφαση στην έδρα του Οργανισμού, στην Αθήνα, διότι για την επίδοση σε νομικά πρόσωπα λαμβάνεται υπόψη η έδρα αυτών στην ημεδαπή, ο τόπος δηλαδή που είναι εγκατεστημένο το νομικό πρόσωπο και ασκείται η διοίκησή του.
Εφόσον λοιπόν η έφεση όπως προκύπτει από την σχετική σφραγίδα επί του δικογράφου της κατατέθηκε στην Γραμματεία του πρωτοδικείου Αθηνών την 22-6-2011 ασκήθηκε εμπροθέσμως, όπως δέχθηκε και η προσβαλλομένη απόφαση αν και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία όμως πρέπει ν’ αντικατασταθεί από την παρούσα και ο πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγος της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 παρ. 14 ΚΠολΔ, με τους οποίους συνδέονται και οι παράλληλα διατυπούμενες αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ. 8,11,19 ΚπολΔ, στις οποίες δεν προσήκει η αποδιδόμενη πλημέλλεια της παραλείψεως κηρύξεως απαραδέκτου της εφέσεως λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, πρέπει ν’ απορριφθούν σαν ουσιαστικά αβάσιμοι.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος. Αντίθετα δεν συντρέχει ο λόγος αυτός στη περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔικ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης μέσα, αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔικ αναιρετικά ανέλεγκτη.
Επομένως ο λόγος αυτός δημιουργείται μόνον αν πρόκειται για αποδεικτικά μέσα, στα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης, δηλαδή ο λόγος αυτός προϋποθέτει αποδεικτικά μέσα αυξημένης αποδεικτικής δύναμης και γενικότερα είναι ανεφάρμοστος στις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα [ΑΠ 683/2013].
Εν προκειμένω, το εφετείο στην προσβαλλομένη απόφαση του, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμά του, εκθέτει ότι έλαβε υπόψη του "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και στα υπ’ αριθμ. 397/2008 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τις υπ’ αριθμ. ...24-10-2008, ...30-10-2008, ...30-10-2008 και ...13-5-2010 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, που ελήφθησαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Αλεξάνδρας Λαγιανδρέου- Κάκκου, με επιμέλεια του ενάγοντος και μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης κατ’ άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ (βλ.
τις υπ’ αριθμ. ...22-10-2008 και ...12-5-2010 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Λ. και Ι. Γ.), την από 15-3-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ιατρού κλινικής νευροψυχολόγου Δ. Β., η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο (άρθρο 387 ΚΠολΔ) και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (αρθρ. 395, 591 παρ. 1, 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ), όπως μερικά απ’ αυτά αναφέρονται ιδιαίτερα παρακάτω χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν δεν πληρούν όλους τους όρους του νόμου (αρθρ. 671 παρ.1 εδ.
α’ και 674 παρ. 2 του ΚΠολΔ, βλ. Ολ ΑΠ 15/2003 Δ35.513)", δηλαδή έδωσε στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης την αποδεικτική ισχύ της ελευθέρας ......... που της αποδίδει ο νόμος χωρίς να διαθέτει αυξημένη κατά νόμο αποδεικτική δύναμη, όπως αβάσιμα παραπονείται με τον εκ του άρθρου 559 παρ. 12 ΚπολΔ λόγο ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι αποτελεί δημόσιον έγγραφο και με την έννοια αυτή αποτελεί πλήρη απόδειξη.
Επίσης το δικαστήριο, αξιολογώντας ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την κύρια διατυπούμενη βάση του ήδη αναιρεσίοντος εκτιμώντας τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά έγγραφα, σύμφωνα με τις πιό πάνω επιταγές του νόμου, δεν παραβίασε αυτόν, όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με την δεύτερη περίπτωση του τετάρτου λόγου αναιρέσεώς του, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚπολΔ.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται αν αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες της απόφασης νοούνται τα απ’ αυτήν γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμά της.
στο οποίο στήριξε το νομικό συμπέρασμά της. Τον παραπάνω λόγο αναίρεσης δεν θεμελιώνουν ελλείψεις της απόφασης αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ’ αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Εν προκειμένω, η προσβαλλομένη απόφαση, αφού α) εκτιμά όλα τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη αποδεικτικά μέσα β) εκθέτει όλα όσα περιλαμβάνονται και στην σχετική διενεργηθείσα διοικητική έρευνα του Α.Κ., καθώς και το περιεχόμενο της αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου της εναγομένης, καθώς και του Δευτεροβαθμίου τοιούτου, οι οποίες επιδόθηκαν στον ενάγοντα στις 19-10-2007 και με τις οποίες του επιβλήθηκε η ποινή της οριστικής απολύσεως γ) εκθέτει και αναλύει τα πορίσματα της παραπάνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης δ) αναλύει τα ευρήματα των ερευνών και ε) σε συνδυασμό με τις μαρτυρικές καταθέσεις, δέχεται ότι "Η Επιτροπή του Υπουργείου Εργασίας νομού Αρκαδίας κατά τη συνεδρίαση της 20ης-6-1989 (πρακτικό 7/1989), που συγκροτήθηκε με την υπ’ αριθμ. 829/4-8-1987 απόφαση του Νομάρχη Αρκαδίας, αποφάσισε σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 2 του Ν. 1648/86, την τοποθέτηση του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου - αντεκκαλούντος ως ατόμου με ειδικές ανάγκες, στην υπηρεσία της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας - αντεφεσίβλητης.
Ο ενάγων, ως υπάλληλος του κέντρου διαλογής της εναγομένης στην Τρίπολη, κατά τη διάρκεια της εργασίας του την 13η προς 14η Απριλίου 2006 στο εν λόγω κέντρο, παράτυπα και παράνομα, τοποθέτησε σε σακούλα απορριμμάτων εκατόν τριάντα τρεις (133) επιστολές, κυρίως προέλευσης εξωτερικού, για τις οποίες εκ των υπηρεσιακών του καθηκόντων ήταν υπεύθυνος να ταξινομήσει και προωθήσει στον προορισμό τους και τις απέκρυψε στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου του, που είχε σταθμεύσει έξω από το κέντρο διαλογής.
Στην εν λόγω ενέργεια του προέβη περί ώρα 01.00 της 14-4-2006, αφού έλαβε όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις, ώστε να μην γίνει αντιληπτός από τον επόπτη βάρδιας και τους υπόλοιπους εργαζόμενους και πάντως πριν την άφιξη του αυτοκινήτου της Αθήνας, που έφτασε στο κέντρο περί ώρα 01.25. Επίσης, παράτυπα και παράνομα, παρέλαβε από το χώρο εναπόθεσης δεμάτων λανθασμένης διαβίβασης, που βρίσκεται πλησίον της εξόδου, ένα τέτοιο δέμα προέλευσης Αθήνας και προορισμού Τήνου, το οποίο τοποθέτησε στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου του.
Στην πράξη του αυτή προέβη, μετά την ώρα σύνθεσης των ταχυδρομικών αποστολών, στην ταξινόμηση των οποίων συμμετείχε μαζί με το συνάδελφο του Δ. Τ. Αναχώρησε από την εργασία του πριν την λήξη του ωραρίου του, περί ώρα 05.45 και αφού είχαν ήδη αποχωρήσει κανονικά ο επόπτης Ι. Μ. και οι συνάδελφοι του που είχαν αναλάβει εργασία στις 22.00 ώρα, ενώ οι υπόλοιποι παρέμεναν στο κέντρο κουβεντιάζοντας μέχρι τις 06.10 ώρα, που έληγε το ωράριο εργασίας τους, όπως και του ιδίου.
Κατά την έξοδο του δέχθηκε έλεγχο από άνδρες του Τμήματος Ασφαλείας Τρίπολης, το οποίο σε συνεργασία με τον Περιφερειακό Διευθυντή ΕΛΤΑ Α. Κ. είχε οργανώσει επιχείρηση εντοπισμού των υπαιτίων υπαλλήλων που ευθύνονταν για τις απώλειες απλών επιστολών, κυρίως προέλευσης εξωτερικού, με διάφορους προορισμούς αρμοδιότητας του ΚΔ Τρίπολης.
Σε σωματική έρευνα που του έγινε δεν βρέθηκε τίποτε. Σε έρευνα όμως στο αυτοκίνητο του βρέθηκαν τα παραπάνω και κατασχέθηκαν και στο ντουλαπάκι της καμπίνας του τα παρακάτω χρηματικά ποσά, που και αυτά κατασχέθηκαν, ήτοι : Τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ, τρεις χιλιάδες τετρακόσια σαράντα οκτώ (3.448) δολάρια ΗΠΑ, εννιακόσια ενενήντα πέντε (995) δολάρια Καναδά, χίλια διακόσια (1.200) δολάρια Αυστραλίας και δέκα (10) λίρες Κύπρου.
Ακολούθησε νομότυπη έρευνα στην κατοικία του στην Τρίπολη και βρέθηκαν τα παρακάτω, που κατασχέθηκαν και αυτά, ήτοι: Εκατόν εξήντα (160) ευρώ, δέκα (10) δολάρια ΗΠΑ, σαράντα (40) δολάρια Καναδά, δύο δελτία αποστολής δεμάτων εσωτερικού επί αντικαταβολή με τις αντίστοιχες επιταγές χωρίς τα δέματα και το περιεχόμενο τους, μία (1) επιστολή εξωτερικού κατακερματισμένη με μια ευχετήρια κάρτα, ένα (1) τιμολόγιο -δελτίο αποστολής, το οποίο αντιστοιχούσε σε δέμα, για το οποίο δεν βρέθηκε το περιεχόμενο του, ένα (1) δέμα περιέχον διάφορα ανταλλακτικά εξαρτήματα αυτοκινήτου, χωρίς αποστολέα και παραλήπτη, διακόσια εβδομήντατρία (273) γραμματόσημα ελληνικά και δέκα εννέα (19) εξωτερικού, σε συλλεκτικό άλμπουμ.
Μικρός αριθμός από τις προαναφερθείσες εκατόν τριάντα τρεις (133) επιστολές και συγκεκριμένα έξι (6) εξ αυτών ήταν εμφανέστατα παραβιασμένες, με αποτέλεσμα να είναι ορατό το περιεχόμενο τους (χαρτονόμισμα ή τσεκ, βλ. σχετ. το πόρισμα της διενεργηθείσας διοικητικής έρευνας του Α. Κ. του Τομέα Επιθεώρησης και Ελέγχου της Περιφερειακής Δ/νσης Πελοποννήσου).
Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της εναγομένης κατά τη συνεδρίαση του της 14-11-2006 έκρινε ότι ο ενάγων "κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων στο Κ.Δ. Τρίπολης υπέπεσε στις παρακάτω υπηρεσιακές παραβάσεις: Α. Κατά την εργασία του στη νυκτερινή βάρδια της 13 προς 14.04.2006 στο Κ. Δ. Τρίπολης, περί ώρα 01.00, υπεξαίρεσε και τοποθέτησε σε σακούλα σκουπιδιών 133 επιστολές, μεταξύ αυτών και έξι παραβιασμένες, κυρίως καταγωγής εξωτερικού προκειμένου να ιδιοποιηθεί το περιεχόμενο τους (αξίες).
Επίσης υπεξαίρεσε από το χώρο εναπόθεσης δεμάτων λανθασμένης διαβίβασης ένα δέμα καταγωγής Αθήνας και προορισμού Τήνου με αποστολέα ACTIVEWEAR, ... Άλιμος Αττικής και παραλήπτη Α. Ι., .... Τα εν λόγω αντικείμενα βρέθηκαν στο πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου του, το οποίο ήταν σταθμευμένο έξω από το Κέντρο Διαλογής, όταν κατά την αναχώρηση του από την εργασία του πριν τη λήξη του ωραρίου του και περί ώρα 05.45 δέχθηκε έλεγχο από άνδρες του Τμήματος Ασφαλείας Τρίπολης, το οποίο σε συνεργασία με την Περιφερειακή Διεύθυνση είχε οργανώσει επιχείρηση εντοπισμού των υπαιτίων υπαλλήλων που ευθύνονται για τις απώλειες απλών επιστολών.
Β. Υπεξαίρεσε, παραβίασε και κατέστρεψε μια απλή επιστολή τρίτου με περιεχόμενο μια κάρτα, η οποία βρέθηκε στην οικία του κατά την έρευνα που έγινε από αστυνομικούς. Στην οικία του βρέθηκαν επίσης τα δελτία αποστολής των C Ρ ... GR και ΕΣΚ ... επί αντικαταβολή δεμάτων καταγωγής Αθηνών και προορισμού Λευκάδας και Ναυπλίου αντίστοιχα μαζί με το συνοδευτικό τιμολόγιο ενός εξ αυτών, που και αυτά έφτασαν στο Κέντρο Διαλογής προφανώς από λανθασμένη διαβίβαση, χωρίς όμως να βρεθούν τα δέματα και το περιεχόμενο τους.
Οι ως άνω παράνομες και αντιυπηρεσιακές του ενέργειες είχαν ως αποτέλεσμα την ηθική βλάβη του Οργανισμού, συνισταμένη στην υπονόμευση του κύρους, της φήμης και της αξιοπιστίας του έναντι του συναλλασσόμενου με αυτόν κοινού σε σχέση με τη φερεγγυότητα και την αποτελεσματικότητα αυτού κατά την εκπλήρωση των επιχειρησιακού, δημοσίου και κοινωφελούς χαρακτήρα σκοπών του...".
Ακολούθως, κρίνοντας το Συμβούλιο ότι οι ανωτέρω πράξεις αποτελούν πειθαρχικά παραπτώματα και παραβάσεις των υπηρεσιακών καθηκόντων του Κανονισμού Προσωπικού του ΕΛΤΑ και ειδικότερα των όρων ΙΕ 1 (παρ. 2 και 3), ΙΕ2 (παρ. 1) και ΙΕ5 (παρ. 7), που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των όρων ΙΣΤ1 παρ. 1, 2, 4 (εδ στ και ιη) και 5 (εδ.
δ και ε) και ΙΣΤ2 παρ. 9 της από 3-6-2002 ΕΣΣΕ, με την οποία ορίσθηκε ο Κανονισμός Προσωπικού ΕΛΤΑ, επέβαλε στον ενάγοντα με την υπ’ αριθμ. 28/14-11-2006 απόφαση του την ποινή της οριστικής απόλυσης του από την Υπηρεσία. Ακολούθως, το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της εναγομένης, με την υπ’ αριθμ. 4/22-5-2007 απόφαση του, απέρριψε στην ουσία την ασκηθείσα κατά της προαναφερθείσας αποφάσεως έφεση του ενάγοντος.
Η εν λόγω τελεσίδικη απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου της εναγομένης επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 19-10-2007 κατόπιν προφορικής εντολής του προϊσταμένου της και συνεπώς λύθηκε η εργασιακή σχέση του ενάγοντος με την εναγομένη, σύμφωνα με τους όρους του Κανονισμοί της. Ισχυρίζεται πρωτίστως ο ενάγων ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε καθ’ υπέρβαση των ορίων που ορίζονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (αρθρ. 281 ΑΚ), διότι του επιβλήθηκε η ποινή της απόλυσης για πράξεις για τις οποίες, λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει (επιληψία), είχε μειωμένο καταλογισμό με έλλειψη συνείδησης των πραττομένων, αφού κατά τον χρόνο τέλεσης των αποδιδόμενων σ’ αυτόν πράξεων βρισκόταν υπό το κράτος μετακριτικής σύγχυσης και ψυχωσικού επεισοδίου, που είχε ως γενεσιουργό αίτιο την επιληπτική κρίση.
Επιπλέον δεν τηρήθηκε η αρχή της αναλογίας της βαρύτητας του παραπτώματος με την επιβαλλομένη σ’ αυτόν ποινή και τη συνεπεία αυτής απόλυση του από την υπηρεσία της εναγομένης. Στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διενεργήθηκε από την ιατρό κλινική νευροψυχολόγο Δ. Β., η οποία διορίσθηκε με την προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. 397/2009 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η πραγματογνώμονας μετά από κλινική συνέντευξη του ενάγοντος που πραγματοποίησε και αξιολόγηση των νοητικών του λειτουργιών, κατέληξε στο εξής συμπέρασμα: "Α) Η επιληψία αποτελεί μια νευρολογική διαταραχή η οποία επιβαρύνει και αλλοιώνει την προσωπικότητα του ατόμου και το σύνολο των ψυχικών του λειτουργιών.
Η νόσος είναι συνεχής, με την πάροδο των ετών επιδεινώνεται, οι επιληπτικές κρίσεις εμφανίζονται συχνότερα και η επίδραση της στο σύνολο της προσωπικότητας αλλά και στο σύνολο των νοητικών λειτουργιών είναι καταλυτική. Η διανοητική έκπτωση είναι εμφανής και σοβαρή με συνοδά τα κλινικά συμπτώματα των ψευδαισθήσεων και των παραληρητικών ιδεών.
Αποτέλεσμα της νοητικής διαταραχής είναι το άτομο να διαθέτει μια αλλοιωμένη αντίληψη της πραγματικότητας, έκπτωση στην ικανότητα της σκέψης, της μνήμης και της προσοχής. Β) Κατά τη νύκτα της 13ης προς 14η Απριλίου 2006 ο Γ. Σ. διέθετε μειωμένο καταλογισμό για το σύνολο των πράξεών του, με έλλειψη συνείδησης των πραττομένων του, αφού βρισκόταν υπό το κράτος μετακριτικής σύγχυσης και ψυχωσικού επεισοδίου που είχε ως γενεσιουργό αίτιο την επιληπτική κρίση.
Τα άτομα που υποφέρουν από επιληψία επιβάλλεται να βρίσκονται σε συνθήκες οι οποίες δεν τους προκαλούν άγχος (ψυχολογικό επίπεδο) ή στρες (οργανικό επίπεδο), τα οποία λειτουργούν ως εκλυτικά αίτια για την εμφάνιση μιας επιληπτικής κρίσης. Ο αυξημένος ρυθμός εργασίας, οι υπερβολικές υποχρεώσεις και απαιτήσεις (σε σχέση με τις πραγματικές δυνατότητες του ατόμου), η έλλειψη ενός ατόμου στο οποίο μπορούν συναισθηματικά να βασιστούν, η έλλειψη κατάλληλων περιβαλλοντικών συνθηκών, μπορούν να αποτελέσουν εκλυτικά αίτια για την εμφάνιση της νόσου.
Επιπλέον, τα άτομα που υποφέρουν από επιληψία εμφανίζουν επιδείνωση της νόσου και των συμπτωμάτων αυτής όταν εργάζονται νύκτα και με τεχνητό φωτισμό. Η φωτοευαισθησία που εμφανίζουν είναι δυνατόν να αυξήσει το ποσοστό εμφάνισης των επιληπτικών κρίσεων. Γ) Λόγω όλων αυτών που έχουν αναφερθεί στις προηγούμενες παραγράφους, ο Γ.
Σ. κατά τη νύκτα της 13ης προς 14η Απριλίου 2006 εμφάνιζε παθολογική διατάραξη των νοητικών του λειτουργιών, αφού εξαιτίας όλων των συνθηκών που έχουν παρατεθεί βίωνε ένα ψυχωσικό επεισόδιο. Δ) Οι ακατάλληλες συνθήκες εργασίας, το άγχος ή/και οι αυξημένες υποχρεώσεις οδηγούν στην εμφάνιση επιληπτικής κρίσης ακόμα και αν το άτομο έχει λάβει φαρμακευτική αγωγή.
Η εμφάνιση της επιληπτικής κρίσης έχει ως αποτέλεσμα την εκδήλωση ψυχωσικών-ψυχοπαθολογικών στοιχείων (ύπαρξη ψευδαισθήσεων, παραληρητικών ιδεών, αλλοιωμένη αντίληψη της πραγματικότητας, διαταραχή των νοητικών λειτουργιών, μειωμένο επίπεδο κρίσης και συνείδησης). Αυτό ακριβώς συνέβη και στον Γ. Σ.
τη συγκεκριμένη νύκτα, ο οποίος δεν λειτουργούσε με βάση την λογική και δεν διέθετε αντίληψη των πράξεων του. Η φαρμακευτική αγωγή που του χορηγείται μπορεί να μειώσει το ποσοστό εμφάνισης των επιληπτικών κρίσεων, αλλά όχι να το εξαλείψει. Παράλληλα η συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή δεν μπορεί να εξαφανίσει τα ψυχωσικά-ψυχοπαθολογικά συμπτώματα που εμφανίζονται ως απόρροια των επιληπτικών κρίσεων.
Είναι σαφές ότι η ύπαρξη ψυχωσικών συμπτωμάτων καταστέλλει την αντιληπτική ικανότητα του ατόμου, το οποίο λειτουργεί χωρίς λογική και χωρίς συνείδηση των πράξεων του. Η έννοια του αδίκου δεν υφίσταται σε ένα άτομο που βιώνει ένα ψυχωσικό επεισόδιο, αφού η συγκεκριμένη έννοια (όπως και κάθε αφηρημένη έννοια) προϋποθέτει την ύπαρξη λογικής και σκέψης, δύο νοητικών διεργασιών που εκπίπτουν πλήρως σε άτομα όπως ο κ.
Σ.. Ο παρανοϊκός ιδεασμός, υπό το κράτος του οποίου λειτουργούσε, τον οδήγησε να τοποθετήσει τις επιστολές στο αυτοκίνητο του. Με την ίδια ακριβώς "λογική", αν έβλεπε μια καρέκλα μέσα στον χώρο που τον παρεμπόδιζε, δεν θα την απομάκρυνε αλλά θα την σκέπαζε με ένα κομμάτι ύφασμα, γιατί απλά έτσι θα πίστευε ότι την έχει εξαφανίσει.
Οι ψυχικές, νοητικές και εγκεφαλικές λειτουργίες του κ. Σ. ήταν και παραμένουν μειωμένες και ο ίδιος θα παραμένει ασθενής καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, παρά τη λήψη της φαρμακευτικής αγωγής. Άλλωστε η συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή δεν θεραπεύει, απλά μειώνει, όσο είναι δυνατόν, το ποσοστό εμφάνισης των κρίσεων.
Η επιληψία είναι μια νευρολογική διαταραχή η οποία δεν θεραπεύεται. Είναι μια κατάσταση μη αναστρέψιμη. Με τη λογική αυτή και τα άτομα με επιληψία κωδικοποιούνται και θεωρούνται ως άτομα με αναπηρία (ΑμεΑ). Θα ήταν σκόπιμο ο ιατρός εργασίας ή η υγειονομική υπηρεσία των ΕΛΤΑ να έχουν λάβει υπόψη τους τις ιδιαίτερες συνθήκες της νευρολογικής διαταραχής του κ.
Σ. και να τον έχουν τοποθετήσει α) σε χειρωνακτική εργασία, β) σε πρωινή βάρδια, γ) να έχουν αποφύγει την ενασχόληση του με ανάγνωση κειμένου (διαδικασία η οποία αυξάνει το ποσοστό εμφάνισης επιληπτικών κρίσεων) και δ) να του έχουν απαγορεύσει την συμμετοχή του σε νυκτερινή βάρδια και σε συνθήκες τεχνητού φωτισμού (η φωτοευαισθησία των συγκεκριμένων ατόμων οδηγεί με βεβαιότητα στην εμφάνιση αυξημένων επιληπτικών κρίσεων, που έχει ως αποτέλεσμα την διατάραξη των νοητικών λειτουργιών ...".
Είναι βέβαια αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο ενάγων είναι άτομο πάσχον από επιληπτικές κρίσεις, με ποσοστό μάλιστα αναπηρίας 50% (βλ. τις προσκομισθείσες ιατρικές βεβαιώσεις και την υπ’ αριθμ. 531/2005 απόφαση της Α’ /θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ Τρίπολης), πλην όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά την νύκτα της 13ης προς 14η Απριλίου 2006 βρισκόταν σε κατάσταση νοσηρής διατάραξης των πνευματικών του λειτουργιών και ότι συνεπεία αυτής στερείτο κατά τον ως άνω χρόνο (ολικώς ή μερικώς) της ικανότητας να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα των πράξεων του και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του γι’ αυτό.
Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος (που ανέπτυξε και κατά τη διενεργηθείσα διοικητική έρευνα της υπόθεσης) ότι προέβη στις ως άνω πράξεις λόγω του ως άνω προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει, ενώ επιπλέον ο ίδιος έχει μικρές γραμματικές γνώσεις που δεν επαρκούν για το έργο που του είχε ανατεθεί, λόγω και του δυσανάγνωστου πολλών επιστολών, ότι δεν εργαζόταν στη βάρδια του με συγκεκριμένους συνεργάτες, στους οποίους θα μπορούσε σε περίπτωση επιληπτικής κρίσης να απευθυνθεί και να ζητήσει βοήθεια και ότι περαιτέρω φοβήθηκε την επίπληξη του επόπτη βάρδιας σε περίπτωση που έμενε αταξινόμητη αλληλογραφία, δεν κρίνονται πειστικοί και βάσιμοι, για τους κάτωθι λόγους:
α) Εκτός από τα αντικείμενα που βρέθηκαν στο αυτοκίνητο του ενάγοντος, κατά την έρευνα που επακολούθησε στην κατοικία του βρέθηκαν ταχυδρομικά αντικείμενα προηγούμενου χρονικού διαστήματος. β)Το σύνολο των εργαζομένων στη βάρδια της 13ης προς 14η Απριλίου 2006 δεν αντιλήφθηκε το παραμικρό σε σχέση με την υγεία του ενάγοντος, αντιθέτως όλοι δήλωσαν στο πλαίσιο της διενεργηθείσας διοικητικής έρευνας, ότι ήταν φυσιολογική η κατάσταση του και η συμπεριφορά του και ότι ο ενάγων δεν ανέφερε ο,τιδήποτε σχετικό στον επόπτη βάρδιας, γ) Ο ενάγων δεν ζήτησε καμία βοήθεια στο έργο του από άλλους συναδέλφους του, αν και ο φόρτος εργασίας επέτρεπε να του παρασχεθεί από περισσότερους από έναν υπάλληλους, δ) Ο ενάγων πήρε τις ως άνω εκατόν τριάντα τρεις (133) επιστολές και τις τοποθέτησε στο αυτοκίνητο του περί ώρα 01.00, ενώ είχε τον απαιτούμενο χρόνο να ολοκληρώσει και αργότερα την ταξινόμηση τους, ενώ επιπλέον αναχώρησε νωρίτερα από την λήξη του ωραρίου του.
Σε κάθε περίπτωση γνώριζε ότι η εν λόγω αλληλογραφία θα μπορούσε να παραμείνει αταξινόμητη για την επόμενη βάρδια και δεν υπήρχε λόγος να φοβηθεί επίπληξη σε τέτοια περίπτωση, ε) Οι σχέσεις του με τους συναδέλφους της βάρδιας αυτής ήταν καλές και είχε την ευχέρεια να ζητήσει τη συνδρομή τους. στ) Συνέδραμε στην ταξινόμηση δεμάτων, εργασία που πραγματοποιείται από τους ταξινόμους απλών επιστολών, όπως και ο ίδιος και πάντα από τον υπάλληλο που έχει τελειώσει την ταξινόμηση επιστολών και δεν ήταν επιβεβλημένη η συνδρομή του αυτή με επικαλούμενο πρόβλημα υγείας, αφού οι συνάδελφοι του, Σ.
και Π., είχαν το χρόνο να συνδράμουν αυτοί, ζ) Τοποθέτησε στο αυτοκίνητο του το δέμα σε διαφορετική ώρα αυτής των εκατόν τριάντα τριών (133) επιστολών, χωρίς να υπάρχει καμία αιτία, αφού αυτός δεν ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για τις αποστολές δεμάτων, ώστε να φοβάται επίπληξη, αλλά συνέδραμε τον συνάδελφο του Τ.
μόνο στα δέματα Μεσσηνίας, θ) Ήταν σχεδόν βέβαιο στον Περιφερειακό Διευθυντή των ΕΛΤΑ ότι υπάλληλος ή υπάλληλοι του ΚΔ Τρίπολης υπεξαιρούσαν απλές επιστολές, κυρίως προερχόμενες από χώρες του εξωτερικού και για το λόγο αυτό οργανώθηκε η Αστυνομική επιχείρηση της 13ης προς 14η Απριλίου 2006, με ιδιαίτερο έλεγχο των υπαλλήλων που είχαν την ευθύνη της ταξινόμησης των απλών επιστολών και δεν ήταν αποτέλεσμα τυχαίου αστυνομικού ελέγχου τα ευρήματα.
Εξάλλου, όπως κατέστη γνωστό κατά τη διάρκεια της διοικητικής έρευνας (βλ. το πόρισμα του Επιθεωρητή Α. Κ.), ο ενάγων κατά τη διάρκεια της εργασίας του παραβίαζε απλές επιστολές, όταν δεν γινόταν αντιληπτός από συναδέλφους του και φρόντιζε να αναφέρει ότι φτάνουν παραβιασμένες από το ΚΑΤ για να δημιουργεί την εντύπωση συνήθων περιστατικών.
Το αντίστοιχο τμήμα της Μεσσηνίας (Π.) βεβαιώνει ότι σχεδόν ποτέ δεν έχει παρουσιαστεί αυτό το φαινόμενο σε επιστολές από το ΚΑΤ, που αυτό επεξεργάζεται. Δημιουργούσε δε αυτήν την εντύπωση για να δικαιολογεί την παραπέρα διαχείριση από τον επόπτη όσων παραβιασμένων επιστολών παρέδιδε, οι οποίες δεν είχαν περιεχόμενο αξίες.
Ενισχυτικό της παραπάνω κρίσης είναι και το γεγονός ότι οι παραπάνω πράξεις του ενάγοντος, τόσο κατά την προαναφερθείσα ημεροχρονολογία όσο και κατά τις προηγούμενες ημέρες (ανευρεθέντα ταχυδρομικά αντικείμενα στην κατοικία του), δεν έγιναν αντιληπτές από κανέναν, αφού προφανώς (έχοντας απόλυτη συνείδηση των πραττομένων και του άδικου χαρακτήρα των πράξεων του) είχε φροντίσει να μην γίνεται αντιληπτός, λαμβάνοντας όλες τις απαιτούμενες προφυλάξεις.
Συνεπεία των παραπάνω άδικων πράξεων του ενάγοντος κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δεν μπορούσε να αξιωθεί από την εναγόμενη, κατ’ αντικειμενική καλή πίστη, η διατήρηση του ενάγοντος στην εργασία του, ενόψει και της κλονισμένης εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του, αλλά παρίστατο αναγκαία η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, αντί της οποίας δεν ήταν αρκετή η λήψη ηπιότερων μέτρων και μάλιστα κάποιας αυστηρής πειθαρχικής ποινής, αφού αυτός επέδειξε συμπεριφορά που δεν αρμόζει σε υπάλληλο, με συνέπεια να κινδυνεύει να κλονιστεί το κύρος της εναγομένης στο κοινό, η καλή της φήμη και η έναντι τρίτων πελατών αξιοπιστία της ως μεγάλης εταιρίας, δυναμένης να προστατεύει τα συμφέροντα τους τουλάχιστον από πράξεις υπαλλήλων της.
Η προπεριγραφείσα δε συμπεριφορά του ενάγοντος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του αποτέλεσε την μόνη και αποκλειστική αιτία που η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ότι η εν λόγω μεταχείριση του ενάγοντος απορρέει από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπο του, λόγω των πολιτικών του απόψεων και αποφάσεων, όπως αυτός διατείνεται με την αγωγή του.
Συνακόλουθα, η βάση της αγωγής, με την οποία ο ενάγων διατείνεται ότι είναι άκυρη και καταχρηστική η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του από την εναγομένη, για τους προεκτεθέντες λόγους, κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη" Με τις επαρκείς και πλήρεις αυτές αιτιολογίες η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου, ούτε και στα πλαίσια της αναλογικότητας, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 180, 281, 652 ΑΚ.
Τούτο διότι τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, μετά σαφηνείας, πληρότητος και χωρίς αντιφάσεις, συνιστούν, κατ’ αντικειμενικήν κρίση, σπουδαίο λόγο για την αναιρεσίβλητη προς καταγγελία της συνδεούσης αυτή με τον αναιρεσείοντα εργασιακής συμβάσεως, η οποία δεν υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια.
Συνακόλουθα και ο εκ του λόγου 559 αριθμ. 19 λόγος της αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί. Στη συνέχεια, αφού απορρίφθηκαν όλοι οι λόγοι αναίρεσης, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με το άρθρο 183 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την η από 30-11-2014 και με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 1015/2014 αίτηση του Γ. Σ. κατά της Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία Ελληνικά Ταχυδρομεία, ΕΛΤΑ ΑΕ, περί αναιρέσεως της 3172/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ