Supreme Court dismisses appeal on termination of indefinite employment contract and bonus dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision to reject his claim for unpaid termination compensation and a 2009 bonus. The lower court ruled that the employer's refusal to pay the bonus was justified due to the employee's breach of duty and lack of good faith, which negated the principle of equal treatment. Consequently, the court held that the bonus was a discretionary gift rather than a contractual obligation, and the termination was valid without the required severance payment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 174, 656 of the Civil Code; Articles 1, 3 of Law 2112/1920; Article 5 of Law 3198/1955; Article 281 of the Civil Code: The invalidity of terminating an indefinite-term employment contract is relative to the employee, who may either claim back wages or waive the defect; similarly, a bonus paid at the employer's discretion can be lawfully withheld if the employee's conduct undermines the employer's trust and reputation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 673 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 673/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γεωργιάδη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "VIVARTIA ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ Α.Ε.", πρώην "VIVARTIA ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε. ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΣΤΙΑΣΗΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΠΑΡΜΠΑ ΣΤΑΘΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΜΠΑΡΜΠΑ ΣΤΑΘΗΣ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ζερδελή και κατέθεσαν προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 13/5/2011 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης των ως άνω αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30320/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1186/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/7/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 30/12/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10/7/2013 αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 174, 656 Α.Κ., 1,3 του Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4558/1930, και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι άκυρη αν δεν γίνει εγγράφως και δεν καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Η ακυρότητα είναι σχετική υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος έχει την ευχέρεια είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την καταβολή μισθών υπερημερίας, είτε να παραιτηθεί ρητώς ή σιωπηρώς από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της, να τη θεωρήσει έγκυρη και να αξιώσει την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου είναι σχετική και η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, που έγινε κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ., γιατί αποσκοπεί στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος των μισθωτών και η εν λόγω προστασία δεν μπορεί να επιβάλλεται χωρίς τη θέληση τους, ήτοι η επίκληση της ακυρότητας της καταχρηστικής απολύσεως αναγνωρίζεται ως δικαίωμα, το οποίο ανήκει μόνο στον απολυόμενο και ασκείται προαιρετικά και όχι υποχρεωτικά.
Συνεπώς, και στην περίπτωση αυτή, όπως και σε κάθε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, κατά παράβαση του νόμου, ο μισθωτός έχει την ευχέρεια, είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την καταβολή μισθών υπερημερίας, είτε να παραιτηθεί από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της, να τη θεωρήσει έγκυρη και να αξιώσει την καταβολή της οφειλόμενης αποζημιώσεως.
Η παραίτηση του μισθωτού από το δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, μπορεί, κατά το άρθρο 156 Α.Κ., να είναι ρητή ή σιωπηρή. Εξάλλου, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σύμφωνα με τους οποίους, κατά την ερμηνεία της δηλώσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία, παραβιάζονται δε όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα κενού ή αμφιβολίας, ως προς την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων, είτε δεν παραθέτει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών αυτών κανόνων, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Όταν, όμως, η δηλωθείσα βούληση δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της ουσίας της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., όταν δεν γίνεται στην απόφαση αναφορά στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων ούτε διευκρινίζεται έστω εμμέσως αν υπάρχει ή όχι ασάφεια ή κενό στη δικαιοπραξία και παρά ταύτα το δικαστήριο εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των εν λόγω κανόνων.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με τον ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ότι ο αναιρεσείων παραιτήθηκε από το δικαίωμα να προσβάλει την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την αναιρεσίβλητη ως καταχρηστική, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων κατά την ημέρα της καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως υπέγραψε δήλωση, που καταχωρήθηκε στη με ταυτόχρονη ημερομηνία (28/5/2010) εξοφλητική απόδειξη εισπράξεως της καταβληθείσας ως άνω αποζημιώσεως απόλυσης, με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Αναγνωρίζω την απόλυση μου ως έγκυρη και ισχυρή και παραιτούμαι από κάθε δικαίωμα προσβολής αυτής για οποιοδήποτε λόγο και αιτία ...".
Στην ίδια δε εξοφλητική απόδειξη, ο ενάγων διετύπωσε εγγράφως και υπέγραψε την εξής επιφύλαξη: "Με τη ρητή επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος μου, ιδίως δε ως προς την καταβολή της πλήρους αποζημιώσεως μου, του οφειλόμενου bonus 2009 και κάθε άλλης τυχόν αξιώσεως μου από την απροσδόκητη και ιταμή λύση της εργασιακής μου σχέσης".
Όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της ανωτέρω δήλωσης του ενάγοντος, περί αναγνώρισης ως έγκυρης και ισχυρής της επίδικης καταγγελίας και παραιτήσεως από το δικαίωμα προσβολής της, ο ενάγων εξέφρασε κατά τρόπο αναμφίβολο τη βούληση του να αποδεχθεί την καταγγελία ως έγκυρη και ισχυρή και παραιτήθηκε ρητά από το δικαίωμα να προσβάλει το κύρος της, χωρίς να διατυπώσει καμία επιφύλαξη σχετικά με την ακυρότητα, ενώ η επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος του με το πιο πάνω περιεχόμενο, που διατυπώθηκε χειρόγραφα στην εξοφλητική απόδειξη, δεν αφορά και δεν αναιρεί τη ρητή παραίτηση του ενάγοντος από το δικαίωμα του να προσβάλει την καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως, αφού η επιφύλαξη αυτή αντίκειται στην ως άνω ρητή προηγουμένως διατυπωθείσα παραίτηση.
Εξάλλου, ο ενάγων, ενόψει των γραμματικών του γνώσεων και του μορφωτικού του επιπέδου (ανώτατης πανεπιστημιακής βαθμίδας), της μακροχρόνιας εμπειρίας του σε εργασιακά θέματα, αφού ήταν από τα πλέον υψηλόβαθμα στελέχη της εναγομένης και το ανώτερο στέλεχος της (γενικός διευθυντής) στον κλάδο των κατεψυγμένων τροφίμων, μπορούσε να λάβει και πράγματι έλαβε ορθή γνώση του περιεχομένου και των εννόμων συνεπειών, τόσο της παραιτήσεως του από το ανωτέρω δικαίωμα, όσο και της επιφύλαξης που περιέλαβε στην εξοφλητική απόδειξη, ο δε όψιμος ισχυρισμός του, που περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της έφεσης του, ότι λόγω της ιδιαίτερα έντονα ψυχικής φόρτισης του, που δημιουργήθηκε από την απρόσμενη απόλυση του, δεν ζήτησε, κατά την είσπραξη του ποσού της αποζημιώσεως, να απαλειφθεί η προδιατυπωμένη δήλωση του εντύπου για την αναγνώριση ως έγκυρης της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, δεν είναι πειστικός.
Κατ' ακολουθίαν των ως άνω παραδοχών το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το κύριο αίτημα της αγωγής για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος και για την καταβολή των αξιούμενων μισθών υπερημερίας, κατά παραδοχή της ενστάσεως της εναγομένης περί παραιτήσεως του ενάγοντος από το δικαίωμα του να προσβάλει ως άκυρη την καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 156, 173 και 200 ΑΚ, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα, οι παραδοχές, ότι με την από 28/5/2010 δήλωση του αναιρεσείοντος, ότι αναγνωρίζει ως έγκυρη και ισχυρή την απόλυση του και ότι παραιτείται από κάθε δικαίωμα προσβολής αυτής για οποιοδήποτε λόγο και αιτία, υπάγονται στο εννοιολογικό περιεχόμενο του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 156 Α.Κ., το οποίο ορθώς εφαρμόσθηκε στην κρινόμενη περίπτωση, οι δε ως άνω αιτιολογίες είναι πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις.
Περαιτέρω το Εφετείο, με τις παραδοχές ότι "... σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της ανωτέρω δήλωσης του ενάγοντος περί αναγνώρισης ως έγκυρης και ισχυρής της επίδικης καταγγελίας και παραίτησης από το δικαίωμα προσβολής της ... ο ενάγων εξέφρασε κατά τρόπο αναμφίβολο τη βούληση του να αποδεχθεί την καταγγελία ως έγκυρη και ισχυρή και παραιτήθηκε ρητά από το δικαίωμα να προσβάλει το κύρος της ...
η επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος ... δεν αφορά και δεν αναιρεί τη ρητή παραίτηση του ενάγοντος από το δικαίωμα του να προσβάλει την καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης ...", ορθά δεν εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ, καθόσον με τις ως άνω παραδοχές δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία, έστω και εμμέσως, ως προς τη δηλωθείσα βούληση του αναιρεσείοντος να παραιτηθεί από το δικαίωμα προσβολής της καταγγελίας ως άκυρης .Οι περαιτέρω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως που αρχίζουν με τη λέξη "εξάλλου" δεν αποτελούν ενδοιαστικές αιτιολογίες, αναφορικά με το περιεχόμενο της δηλώσεως βουλήσεως του αναιρεσείοντος, με την οποία προέβη στην ως άνω παραίτηση, αλλά αναφέρονται στην απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ότι δεν ζήτησε την απάλειψη της δηλώσεως αυτής από την εξοφλητική απόδειξη λόγω της έντονης ψυχικής φόρτισης από την απόλυση.
Επομένως, και τα δύο μέρη του πρώτου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμα.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1,3 παρ. 1 και 2 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 και 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της υπαλληλικής σχέσεως είναι άκυρη, αν ο εργοδότης δεν καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό την οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης. Ως τέτοια θεωρείται η αποζημίωση η οποία ορίζεται, στο άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, ότι είναι κατά ποσό ίση προς το σύνολο των τακτικών αποδοχών, που θα ελάμβανε ο εργαζόμενος κατά το χρόνο προ του οποίου έπρεπε να γίνει η καταγγελία και της οποίας ο υπολογισμός κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως (εδ.
α') . Με τη διάταξη όμως του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 3198/1955, με την οποία ορίζεται ότι, κατά τον άνω υπολογισμό, προκειμένου περί υπαλλήλου, οι μηνιαίες αποδοχές του δεν λαμβάνονται υπόψη κατά το ποσό που υπερβαίνουν το οκταπλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό 30, τίθεται γενικός περιορισμός για το ύψος της αποζημιώσεως όλων των υπαλλήλων.
Η διάταξη αυτή αποσκοπεί στον περιορισμό της αποζημιώσεως και όχι των αποδοχών των υπαλλήλων, οι οποίοι έχουν ιδιαίτερα μεγάλες μηνιαίες αποδοχές και δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1 β και 106 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, αφού μ'αυτή, δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχειρίσεως, ενόψει του ότι δεν θίγεται το ύψος των αποδοχών τους, αλλ'ισχύει για όλους τους υψηλόμισθους υπαλλήλους,η ανάπτυξη της προσωπικότητας των οποίων και η συμμετοχή στην οικονομική ζωή της Χώρας δεν παρεμποδίζεται από το γεγονός ότι θα λάβουν μειωμένη αναλογικά αποζημίωση, αν καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας τους.
Εξάλλου ο περιορισμός αυτός απορρέει από αναγκαστικού δικαίου διάταξη, που θεσπίσθηκε χάριν του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος και επομένως δεν είναι επιτρεπτή η ευνοϊκότερη για το μισθωτό ρύθμιση με ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας, ακόμη και αν ο μισθωτός έχει την ιδιότητα του γενικού διευθυντή.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε και τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσλήφθηκε το Μάρτιο του 1975 ως διευθυντικό στέλεχος από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Εμπορικοί και Βιομηχανικαί Επιχειρήσεις (ΕΒΙΕ) Α. Μ. ΑΕ", από δε το έτος 1978 απασχολήθηκε ως γενικός διευθυντής στο βιομηχανικό κλάδο κατεψυγμένων τροφίμων που είχε αναπτύξει η τελευταία, μετά δε την απόσχιση του κλάδου αυτού, τον Οκτώβριο του 1990, και τη σύσταση της εταιρείας με την επωνυμία "ΜΠΑΡΜΠΑ ΣΤΑΘΗΣ Γενική Τροφίμων Ανώνυμη Εταιρεία", στην οποία εισφέρθηκε ο παραπάνω κλάδος, ο ενάγων διετέλεσε διευθύνων σύμβουλος της τελευταίας, της οποίας ποσοστό 75% πωλήθηκε το έτος 1994 στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΑΕ", ο ίδιος όμως διατήρησε τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου μέχρι και το έτος 2006, οπότε η εταιρεία "ΔΕΛΤΑ ΑΕ" και όλες οι θυγατρικές της συγχωνεύθηκαν και δημιουργήθηκε η εταιρεία με την επωνυμία "VIVARTIA Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Προϊόντων Διατροφής και Υπηρεσιών Εστίασης", η οποία ήδη μετονομάσθηκε σε "VIVARTIA ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ Ανώνυμη Εταιρεία " (αναιρεσίβλητη), στην οποία ο ενάγων τοποθετήθηκε στη θέση του γενικού διευθυντή του κλάδου κατεψυγμένων τροφίμων.
Με την πιο πάνω ιδιότητα ο ενάγων εργάσθηκε μέχρι την 28/5/2010,οπότε η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του και του κατέβαλε την αποζημίωση απόλυσης, την οποία υπολόγισε κατά το άρθρο 5 του Ν. 3198/1955, στο ποσό των 222.028,80 ευρώ μικτά και σε 186.420,16 καθαρά, ύστερα από την παρακράτηση ποσού 35.608,64 ευρώ για φόρο, δηλαδή με βάση όχι ολόκληρες τις καταβαλλόμενες μηνιαίες μικτές αποδοχές του, που κατά το χρόνο της απόλυσης του ανέρχονταν στο ποσό των 26.571 ευρώ, αλλά μειωμένες, έτσι ώστε να μην υπερβαίνουν το οκταπλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό 30 (33,04 ευρώ το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη σύμφωνα με την ΕΓΣΣΕ Χ 8 Χ 30 =7.929,60 ευρώ Χ 24 μηνιαίους μισθούς = 190.310,40 + 31.718,40 ευρώ η προσαύξηση 1/6 για την αναλογία επιδομάτων εορτών και άδειας = 222.028,80 ευρώ).
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι ο περιορισμός της αποζημιώσεως απολύσεως του ενάγοντος, ο οποίος ήταν γενικός διευθυντής του κλάδου κατεψυγμένων τροφίμων της εναγομένης, στο ύψος που θέτει η διάταξη του άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 3198/1955 δεν αντίκειται στις προαναφερθείσες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε στη κρινόμενη περίπτωση την ως άνω διάταξη, η οποία ήταν εφαρμοστέα, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, που προβάλλονται με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμες.
Επειδή, η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο .ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης, δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, μπορεί όμως να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.
Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητά με ανακοίνωση του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζόμενους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους τελευταίους παρέχει τη βάση της συμβατικής δεσμεύσεως και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και συνεπώς ελευθέρως ανακλητής παροχής.
Για την ύπαρξη όμως επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζεται δηλαδή το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο, μπορεί δε η επιχειρησιακή συνήθεια να αναφέρεται και στο ύψος της αποζημιώσεως απολύσεως. Περαιτέρω, κατά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 2 του Συντάγματος, 119 της από 25-3-1957 ιδρυτικής της ΕΟΚ Συνθήκης της Ρώμης (Ν. 945/1979) και 288 Α.Κ .
ο εργοδότης που απασχολεί πολλούς μισθωτούς, οι οποίοι έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες για την εξυπηρέτηση αναγκών της ίδιας κατηγορίας, υποχρεούται να τους μεταχειρίζεται ομοιόμορφα και συνεπώς να μη εξαιρεί ορισμένο ή ορισμένους από τις παροχές που έχουν άμεσο οικονομικό συμφέρον ή αφορούν μισθολογική ή βαθμολογική εξέλιξη, στις οποίες προβαίνει οικειοθελώς, χωρίς δηλαδή νομική υποχρέωση, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό κατ' αντικειμενική κρίση λόγο.
Για την εφαρμογή δε της εν λόγω αρχής πρέπει η σύμβαση να λειτουργεί και να είναι ενεργός. Αν η τελευταία για οποιοδήποτε λόγο είχε λυθεί, ο μισθωτός δεν μπορεί να επικαλεσθεί την αρχή αυτή, εκτός αν πρόκειται για παροχή του εργοδότη που έγινε κατά τη λύση της ή ενόψει αυτής ή ανάγεται σε χρόνο που η σύμβαση ήταν ενεργός.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η αποζημίωση, λόγω καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως του ενάγοντος, έπρεπε να γίνει με βάση τις καταβαλλόμενες αποδοχές του, οι οποίες κατά το χρόνο της απόλυσης του ανέρχονταν στο ποσό των 25.571 ευρώ το μήνα, δηλαδή χωρίς τον περιορισμό που θέτει το άρθρο το άρθρο 5 παρ. 1 εδ.
β' του Ν. 3198/1955, για το λόγο ότι είχε δημιουργηθεί επιχειρησιακή συνήθεια με περιεχόμενο τη δέσμευση της εναγομένης να λαμβάνει υπόψη, για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως απόλυσης, το σύνολο των καταβαλλομένων αποδοχών των εργαζομένων, ακόμη και αν αυτές υπερβαίνουν το όριο που θέτει η ανωτέρω διάταξη και με βάση την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, τα ακόλουθα:
Με βάση, το με κωδικό Α-POL 07 έγγραφο της εναγομένης, που φέρει τον τίτλο "Πολιτική αποζημίωσης αποχωρησάντων", η οποία εφαρμόζεται από την 1/11/2008 στους εργαζομένους της εναγομένης που αποχωρούν λόγω απόλυσης, η βάση υπολογισμού της αποζημιώσεως τους περιλαμβάνει: α ) το σταθερό μισθό (καταβαλλόμενο κατά το μήνα της απόλυσης), β) την αναλογία bonus (11/12 του πραγματικού καταβληθέντος κατά το προηγούμενο έτος και γ) το 20% του συνόλου του ποσού που αντιστοιχεί στο μηνιαίο leasing του αυτοκινήτου του εργαζομένου, στα μηνιαία έξοδα καυσίμων βάσει πολιτικής ή του πραγματικού εξόδου του τελευταίου μήνα, αν δεν υπάρχει όριο βάσει πολιτικής, και στα έξοδα κινητού τηλεφώνου βάσει πολιτικής ή του πραγματικού εξόδου του τελευταίου μήνα, αν δεν υπάρχει όριο βάσει πολιτικής.
Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι οι εργαζόμενοι που απολύθηκαν από την εναγομένη κατά το αμέσως πριν από την απόλυση του ενάγοντος χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα το μήνα Μάρτιο του έτους 2010 και οι οποίοι προέρχονταν από τον κλάδο κατεψυγμένων τροφίμων, όπως και ο ενάγων, ήταν τρεις. Ειδικότερα, την 5/3/2010 απολύθηκε ο Δ.
Π., που ήταν τεχνικός διευθυντής και ο Α. Φ. που ήταν διευθυντής πωλήσεων και την 15/3/2010 απολύθηκε ο Χ. Τ. που ήταν υπάλληλος. Αυτοί έλαβαν ως αποζημίωση απόλυσης μικτά, το ποσό των 391.827 ευρώ ο πρώτος, το ποσό των 206.192 ευρώ ο δεύτερος και το ποσό των 79.598,63 ευρώ ο τρίτος. Η αποζημίωση όλων αυτών δεν υπολογίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 εδ.
β' του Ν. 3198/1955,δηλαδή με βάση μειωμένες μηνιαίες αποδοχές και χωρίς συνυπολογισμό της αναλογίας bonus και ποσοστού επί των αναφερομένων στο πιο πάνω έγγραφο παροχών, αλλά επί του συνολικού καταβαλλομένου μηνιαίου μισθού προσαυξημένου με τις ως άνω παροχές, σε αντίθεση με την αποζημίωση του ενάγοντα, που υπολογίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 εδ.
β' του Ν. 3198/1955. Στην κρινόμενη όμως περίπτωση, δέχεται το Εφετείο, δεν προέκυψε ότι η εναγομένη εφάρμοσε μακροχρόνια, σταθερή και ομοιόμορφη συμπεριφορά, από την οποία να προκύπτει δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, με περιεχόμενο τη συμβατική δέσμευση της και για το μέλλον, για την καταβολή αποζημιώσεως απόλυσης σε κάθε εργαζόμενο, του οποίου καταγγελλόταν η σύμβαση εργασίας, χωρίς τον περιορισμό του άρθρου 5 παρ.1 εδ.
β' του Ν. 3198/1955, ώστε να δημιουργηθεί επιχειρησιακή συνήθεια με το ανωτέρω περιεχόμενο. Η τήρηση της πρακτικής αυτής μόνο σε τρεις περιπτώσεις απολυθέντων και μόνο για το εντελώς βραχύ χρονικό διάστημα από τη 5 έως την 15/3/2010, κατά το οποίο καταγγέλθηκαν οι συμβάσεις εργασίας των τριών ως άνω εργαζομένων, οι οποίοι εισέπραξαν αυξημένες αποζημιώσεις δεν αρκεί για τη δημιουργία επιχειρησιακής συνήθειας, η οποία σε κάθε περίπτωση θα ήταν ανίσχυρη, γιατί θα προσέκρουε στην αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδ.
β' του Ν. 3198/1955. Αλλ' ούτε παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση, αφού δεν πρόκειται για όμοιες περιπτώσεις. Η θέση που κατείχαν οι ανωτέρω απολυθέντες στην εναγομένη εργοδότρια εταιρεία, ήταν διαφορετική από εκείνη του ενάγοντος, όπως ήταν διαφορετικός και ο βαθμός ευθύνης τους σε σχέση με το βαθμό ευθύνης του ενάγοντος, αλλά και οι μηνιαίες αποδοχές τους δεν ήταν ανάλογες με αυτές που ελάμβανε ο ενάγων, οπότε ο υπολογισμός της αποζημιώσεως απόλυσης γι' αυτούς, χωρίς τον περιορισμό του άρθρου 5 παρ. 1 εδ' β' του Ν. 3198/1955, δεν ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντική για την εναγομένη σε σχέση με τον υπολογισμό στον οποίο θα προέβαινε η τελευταία με βάση τον περιορισμό αυτό.
Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε επιδικάσει για την αιτία αυτή το ποσό των 979.213,40 ευρώ, κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως της εναγομένης, απέρριψε το ως άνω κονδύλιο. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, καθώς επίσης έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί επιχειρησιακής συνήθειας και περί της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως τους οποίους απέρριψε κατ' ουσίαν, οι δε σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, από το άρθρο 559 αρ. 8 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
που διαλαμβάνονται στον τρίτο λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμες. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648,649 και 653 του Α.Κ.,3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, συνάγεται, ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.
Επομένως, δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται υποχρέωση ούτε αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγηση τους.
Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρόνιου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν ο εργοδότης κατά την έναρξη της χορήγησης τους, ή έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με την αγωγική αξίωση του αναιρεσείοντος για επιδίκαση του ποσού των 195.497,17 ευρώ, για bonus του έτους 2009, το οποίο κατ' αυτόν, έθετε ως στόχο από το έτος 2006 η αναιρεσίβλητη και χορηγούσε σταθερά στα στελέχη της, όπως ήταν και αυτός δέχθηκε τα εξής: Η εναγομένη εργοδότρια, σύμφωνα με το έγγραφο με κωδικό Α-Pol-08 με τον τίτλο "Πολιτική απόδοσης bonus στελεχών" με ημερομηνία εφαρμογής την 1/1/2009, χορηγούσε σε ετήσια βάση σε όλους τους μισθωτούς της, εκτός από τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους και ένα επιμίσθιο (πριμ παραγωγικότητας - bonus), το οποίο ονόμαζε ετήσιο επίδομα παραγωγής και συγκεκριμένα κατέβαλλε τούτο κατά το επόμενο έτος από εκείνο που αφορούσε.
Το επιμίσθιο αυτό χορηγούσε η εναγομένη οικειοθελώς και από ελευθεριότητα σε όλες τις κατηγορίες των μισθωτών της, εάν και εφόσον υπήρχε κερδοφορία στην εταιρεία, ως κίνητρο προς δραστηριοποίηση τους και κατά τα επόμενα έτη. Την καταβολή του επιμίσθιου, τη χορήγηση και τις προϋποθέσεις της χορήγησης τους είχε διατυπώσει η εναγομένη στο ως άνω έγγραφο, με την επιπλέον έγγραφη δήλωση της, ότι αυτό δεν αποτελεί συμβατική υποχρέωση της εταιρείας και ότι τόσο η ύπαρξη όσο και η πληρωμή του απόκειται στη διακριτική ευχέρεια της.
Με βάση τα περιστατικά αυτά το χορηγούμενο υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις σε ετήσια βάση επιμίσθιο αποτελούσε έκτακτη παροχή της εναγομένης προς τους υπαλλήλους της, που καταβαλλόταν όχι ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας τους, αλλά οικειοθελώς και μονομερώς από την εργοδότρια ως επιβράβευση των επιτυχών προσπαθειών τους για την επίτευξη εκ μέρους τους των ανά έτος οριζομένων από την εταιρεία κλαδικών, τμηματικών και ατομικών στόχων.
Η χορήγηση της παροχής αυτής δεν ενείχε πρόθεση της εναγομένης εταιρείας για σταθερή συμβατική δέσμευση της έναντι των υπαλλήλων της, διότι αφενός μεν καταβαλλόταν κάθε φορά ως επιβράβευση για την αυξημένη απόδοση που είχαν επιδείξει οι εργαζόμενοι κατά το προηγούμενο της καταβολής έτος, αφετέρου δε η ίδια διατήρησε ρητά το δικαίωμα να την αναθεωρήσει κατά την κρίση της ή και να την ανακαλέσει μονομερώς.
Επομένως, συνεχίζει το Εφετείο, η επίμαχη παροχή καταβαλλόταν από ελευθεριότητα και όχι ως αντάλλαγμα εργασίας και μόνο με τη συνδρομή συγκεκριμένων προϋποθέσεων, τις οποίες έθετε μονομερώς η εργοδότρια και ως εκ τούτου, δεν απέκτησε το χαρακτήρα τακτικών αποδοχών και δεν μετατράπηκε σε συμβατική υποχρέωση, διότι η εταιρεία επιφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωμα να τη διακόψει ελεύθερα οποτεδήποτε, ακόμη και χωρίς την ύπαρξη εύλογης αιτίας.
Το εν λόγω επιμίσθιο υπολογίσθηκε από την εναγομένη για το έτος 2009 αναφορικά με τον ενάγοντα στο ποσό των 195.497,17 ευρώ, η μη καταβολή του όμως στον ενάγοντα ήταν απόλυτα δικαιολογημένη, δεδομένου ότι η εργοδότρια έκρινε ότι ο ενάγων επέδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά έναντι αυτής και εκτέλεσε πλημμελώς τα καθήκοντα του, με αποτέλεσμα να κλονισθεί η εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπο του, να βλαβεί το κύρος και η φήμη της και να υποστεί περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη, την αποκατάσταση της οποίας ήδη αξίωσε με αγωγή της που άσκησε εναντίον του ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου.
Συνεπεία δε της συμπεριφοράς του ενάγοντος, η οποία αποτέλεσε την αιτία της μη χορήγησης στον ενάγοντα της προαναφερόμενης οικειοθελούς παροχής, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτός βρισκόταν στην ίδια κατάσταση με τους λοιπούς εργαζομένους, στους οποίους και καταβλήθηκε η παροχή αυτή, ώστε να δικαιολογείται η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
Επομένως, καταλήγει το Εφετείο, το επιμίσθιο αυτό δεν ανήκε στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος, αλλά αποτελούσε οικειοθελή παροχή, τη οποία η εναγομένη χορηγούσε με τον όρο της ανάκλησης της, χωρίς συμβατική της δέσμευση και για το μέλλον, παρά την επανειλημμένη χορήγηση της, αφού είχε καταστήσει σαφή την αντίθετη βούληση της προς τους εργαζομένους και την οποία (παροχή) η εναγομένη νόμιμα ανακάλεσε για το έτος 2009 ως προς τον ενάγοντα, κάνοντας χρήση της σχετικής διακριτικής της ευχέρειας.
Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού δέχθηκε το σχετικό λόγο εφέσεως της εναγομένης, εξαφάνισε την σχετική διάταξη της πρωτόδικης αποφάσεως, με τη οποία είχε επιδικασθεί στον ενάγοντα για την ως άνω αιτία το ποσό των 195.497,17 ευρώ και απέρριψε το σχετικό κονδύλιο. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, από τις οποίες καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής ή μη των παραπάνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου.
Ειδικότερα, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις είναι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η πρόσθετη ως άνω παροχή (bonus) δεν αποτελούσε συμβατική υποχρέωση της εναγομένης, αλλά χορηγούνταν στους εργαζομένους της από ελευθεριότητα και όχι ως αντάλλαγμα των παρεχομένων από αυτούς υπηρεσιών, ότι η ύπαρξη και η πληρωμή της απόκειτο στη διακριτική ευχέρεια της, διατηρώντας η ίδια το δικαίωμα να την ανακαλέσει μονομερώς και ότι η μη καταβολή της παροχής αυτής του έτους 2009 στον ενάγοντα ενόψει των προεκτεθέντων και της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του έναντι της εναγομένης δεν αντίκειται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Επομένως, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10/7/2013 αίτηση για αναίρεση της 1186/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ