Supreme Court allows appeal against appellate court for insufficient reasoning on causation and road conditions in traffic accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a traffic accident compensation claim. The appellant argued that the lower court failed to provide clear reasoning on causation and road conditions, rendering the legal application unverifiable. The court agreed, finding the appellate judgment lacked specific details on lane configuration and the driver's alleged evasive maneuver, thus violating the requirement for adequate motivation under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure; Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible when the appellate decision contains vague or contradictory reasoning regarding the application of substantive law, making the review of the correct legal application impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 673 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 673/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάρι Νιφλή και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Μ. του Β., κατοίκου ..., 2) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Δ. και Σία Ο.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σαράντη Τόλια και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοπανάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 8841/1998, 25789/1998, 25965/1998 αγωγές, 27023/1998 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και 173/1999 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1729/2000 μη οριστική και 16877/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2708/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 4/11/2004 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 465/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 1/2/2010 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 1/2/2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αχιλλέα Νταφούλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επίσης, ο λόγος αναίρεσης από την ως άνω διάταξη ιδρύεται και όταν το πόρισμα που προέκυψε από την εκτίμηση των αποδείξεων σε σχέσει με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δεν διατυπώνεται στην απόφαση με βεβαιότητα αλλά ενδοιαστικά και τον τύπο της αμφιβολίας, αφού στη περίπτωση αυτή δεν καθίσταται βέβαιο τι δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκε πραγματικά, ώστε το τελικό πόρισμα του δεν είναι αναμφίβολο.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297,298,300,330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης σε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στη περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1991. Ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητά στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για τη τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: Στις 21-7-1993 και ώρα 03.00 ο αναιρεσείων, οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της Ε.
Ν.-Σ., εκινείτο επί της Ε.Ο Νέων Μουδανιών-Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη. Τον ίδιο ακριβώς χρόνο επί της αυτής οδού, με την ίδια κατεύθυνση και έμπροσθεν αυτού εκινείτο κανονικά το υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της εταιρίας "Μ. Δ. και ΣΙΑ ΟΕ", το οποίο οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος.
Στο 24ο χιλιόμετρο της ως άνω οδού ο αναιρεσείων και οδηγός του ανωτέρου ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος οδηγούσε με ταχύτητα υπερβαίνουσα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 90 χ/ω και σε κατάσταση μέθης, επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του στο ανωτέρω ΙΧΦ αυτοκίνητο, με συνέπεια να καταστραφεί αυτό (ΙΧΕ) ολοσχερώς, να τραυματιστεί σοβαρά η συνεπιβάτης αυτού Ε.
Ζ. και ο ίδιος σοβαρά με αποτέλεσμα να χάσει, οριστικά το φως του. Κατά το χρόνο του ατυχήματος η ποσότητα αλκοόλης που βρέθηκε στο αίμα του ανήρχετο σε ποσοστό 0,86 ... . Η υπερβολική ταχύτητα με την οποία έβαινε ο αναιρεσείων προκύπτει από την ολοσχερή καταστροφή του ΙΧΕ αυτοκινήτου και το σοβαρότατο τραυματισμό του.
Πέραν δε αυτών ο αναιρεσείων κατά το χρόνο του ατυχήματος έπασχε από ζαχαρώδη διαβήτη, υψηλή μυωπία με κηλίδα Fuchs στον αριστερό οφθαλμό, παθήσεις οι οποίες του επέτρεπαν να οδηγεί με σχετική ασφάλεια την νύχτα. Υπαίτιος του ανωτέρου ατυχήματος είναι ο Α. Σ. (αναιρεσείων) και η αμέλεια αυτού συνίσταται στο ότι οδηγούσε μεθυσμένος και με υπερβολική ταχύτητα (αρθρ. 40 και 20 παρ.2 ΚΟΚ ) υπερβαίνουσα τα 90 χιλιόμετρα.
Στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιασδήποτε υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου Δ. Μ. στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος δεν αποδείχθηκαν. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το ΙΧΦ αυτοκίνητο κινήθηκε ξαφνικά προς αριστερά προκειμένου να εισέλθει στο απέναντι ευρισκόμενο πρατήριο υγρών καυσίμων τη στιγμή που ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου προτίθετο να κάνει προσπέραση από αριστερά με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση, δεν αποδείχθηκε.
Η σύγκρουση ήταν νοτιαιομετωπική, όπως αυτό επιβεβαιώνεται και από τις συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων . Άλλωστε αν το φορτηγό το οποίο εκινείτο με ταχύτητα 50 χ/ω επιχειρούσε ξαφνικά ελιγμό προς τα αριστερά θα είχε οπωσδήποτε ανατραπεί. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 16877/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποίαν είχε απορριφθεί η αγωγή αποζημίωσης αυτού.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ασαφείς και ενδοιαστικές αιτιολογίες, για το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης ή όχι υπαίτιας συμπεριφοράς του οδηγού του υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκινήτου Δ. Μ. και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και της συμμόρφωσης του προς τους κανόνες του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση: α) Δεν προσδιορίζει τον αριθμό των λωρίδων κυκλοφορίας και την κατάσταση της ανωτέρω οδού (ευθεία ή όχι και σε ποία απόσταση ) στο ως άνω χιλιομετρικό ύψος (24ο) που έγινε η σύγκρουση των ανωτέρω οχημάτων, β) Δεν προσδιορίζεται η λωρίδα κυκλοφορίας (δεξιά, μεσαία, αριστερά) επί της οποίας εκινείτο το ως ανω ΙΧΦ αυτοκίνητο κατά το χρόνο πρόσκρουσης σε αυτό του ΙΧΕ αυτοκίνητο, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το φορτηγό αυτοκίνητο επιχείρησε αιφνιδιαστικό ελιγμό προς τα αριστερά, σε σχέση με την πορεία του, προκειμένου να εισέλθει σε πρατήριο υγρών καυσίμων ευρισκόμενο στην αντίθετη πλευρά της οδού .
Συνεπώς είναι βάσιμος και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγος της κρινόμενης αναίρεσης ως προς τις αιτιάσεις του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους προβάλλονται ανεπαρκείς, ασαφείς και ενδοιαστικές αιτιολογίες σε σχέση με τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ.2708/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και,
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 3 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ