Legislator Case Law & Legislation
673/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank's termination of fixed-term employment contract citing statutory rules.

Case Number 673/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision terminating his employment contract with the National Bank of Greece. The court held that the termination was lawful under the bank's internal organization rules, which were deemed to have the force of law and mandated automatic expiration upon reaching the statutory age limit. Consequently, the court rejected the appellant's procedural complaints regarding the evidence presented and the lower court's findings of fact.

Legislator headnote

AI generated

Art. 26 of the Bank's Internal Organization; Art. 561 para. 1 C.Pol.D. The internal organization rules of a bank, having the force of law, mandate the automatic termination of fixed-term employment contracts upon reaching the statutory age limit, rendering such termination lawful and binding on the employee.

Keywords

AI generated
fixed-term employment contract automatic termination statutory age limit internal organization rules force of law labor dispute appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 26 of the Internal Organization of the National Bank of Greece
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 5 of Law 2112/1920
Art. 1 of Law 2510/1953
Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 673 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 673/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μήτση, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λένη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-5-1993 και 1-2-2000 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2596/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 8204/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-1-2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 27-1-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, κατά το κατά τον ενδιαφέροντα εδώ χρόνο ισχύον άρθρο 26 του Οργανισμού της Εσωτερικής Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης (ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε."), που καταρτίστηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, κυρώθηκε με το β.δ. της 17/26-9-1953, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν.δ. 2510/ 1953 και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.

τ. Α' 267/26-9-1953), και έτσι είχε ισχύ ουσιαστικού νόμου, "η μετά του προσωπικού σύμβασις εργασίας λύεται (εκτός άλλων περιπτώσεων): ·α) δια καταγγελίας της, κατά τα υπό της εργατικής νομοθεσίας οριζόμενα, β) αυτοδικαίως επί τη συμπληρώσει των οριζομένων ορίων ηλικίας, γ) λόγω καταδίκης, κατά τα υπό του άρθρου 5 του ν. 2112/1920 (ως ούτος ετροποποιήθη) οριζόμενα".

Ακόμη, στην ίδια διάταξη ορίζεται και ότι "οι προ της συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας απολυόμενοι δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας δικαιούνται και της κατά νόμον αποζημιώσεως". Εξάλλου, οι όροι του εφαρμοζόμενου με ισχύ νόμου Κανονισμού Εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και, συνεπώς, η διεπόμενη από τέτοιο Κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του Κανονισμού (ΟλΑΠ 42/2002).

Ενόψει των παραπάνω, η σύμβαση εργασίας του υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ήταν μεν ορισμένου χρόνου, εφόσον με την ως άνω διάταξη του Οργανισμού της Εσωτερικής Υπηρεσίας της προβλεπόταν η αποχώρηση των υπαλλήλων της με τη συμπλήρωση των καθορισμένων ορίων ηλικίας, πλην όμως επειδή με τον εν λόγω Οργανισμό της είχαν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως με καταγγελία της "κατά τα υπό της εργατικής νομοθεσίας οριζόμενα", ενυπήρχε σ' αυτή διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μετέπιπτε εξαρχής σε σύμβαση αόριστου χρόνου, οπότε λυόταν με μόνη την καταγγελία.

Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως δεν είχε η αναιρεσίβλητη Τράπεζα (όπως άλλωστε και κάθε εργοδότης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ.1 του ν. 2112/1920 και του άρθρου 7 του ν. 3198/1955) όταν κατάγγελλε τη σύμβαση για το λόγο ότι εναντίον του υπαλλήλου της έχει υποβληθεί μήνυση για αξιόποινη πράξη που έχει διαπραχθεί κατά την ενάσκηση της υπηρεσίας του ή έχει απαγγελθεί κατ' αυτού κατηγορία για αδίκημα γενικώς που φέρει το χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος.

Αν ο εργαζόμενος καταδικαζόταν, η απαλλαγή της από την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως ήταν οριστική. Αν όμως αυτός απαλλασσόταν από την κατηγορία που του αποδόθηκε με βούλευμα ή με δικαστική απόφαση, η καταγγελία δεν ήταν άκυρη, αλλά η αναιρεσίβλητη Τράπεζα ως εργοδότρια όφειλε να καταβάλει μέσα σε εύλογο χρόνο από την κοινοποίηση σ' αυτήν εκ μέρους του ενδιαφερομένου των απαλλακτικών βουλεύματος ή αποφάσεως την αποζημίωση στο δικαιούχο, για να διατηρήσει το κύρος της η καταγγελία.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ.2 του α.ν. 173/1967, "εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζαι ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (Δ.Ε.Η, Ο.Τ.Ε., Εταιρεία Υδάτων κ.λπ.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμεναι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλόμενη αποζημίωσις, δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργούμενης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νομού ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής η τυχόν υπάρχοντος εθίμου".

Το με την ως άνω διάταξη καθοριζόμενο ποσό αυξήθηκε μεταγενεστέρως σε 1.500.000 δραχμές με το άρθρο 33 του ν. 1876/1990. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ.1 του ν.δ. 618/1970, "τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 ... τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυόμενους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχίσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργούμενης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου".

Οι αμέσως πιο πάνω .διατάξεις, ως εκ του σκοπού της θεσπίσεώς τους, που, προδήλως, έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των ανωτέρω μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους και στις περιπτώσεις των τραπεζών το κόστος των παρεχόμενων στους πελάτες τους υπηρεσιών τους, αποτελούν κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ.3 του ν.1876/1990 διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών (βλ.σχ.

Ολ.ΑΠ 20/2006). Ενώ, περαιτέρω, ακριβώς λόγω του ως άνω σκοπού, εξαιτίας του οποίου θεσπίστηκαν οι εν λόγω διατάξεις, αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, με τις οποίες καθιερώνονται, αντίστοιχα, η αρχή της ισότητας των ελλήνων ενώπιον του νομού και το δικαίωμα όλων των εργαζομένων, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, για ίση αμοιβή για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, ή σε κάποια άλλη διάταξη του Συντάγματος.

Δεδομένου ότι, ειδικότερα, η κατά τα πιο πάνω δυσμενέστερη εργασιακή μεταχείριση όλων των προαναφερόμενων κατηγοριών εργαζομένων και γενικά για όλους αυτούς είναι, αλλά και επιβλήθηκε από λόγους γενικότερου συμφέροντος, κατά τα προαναφερόμενα (πρβλ., ιδίως, όλες τις πιο πάνω αρεοπαγιτικές αποφάσεις, οι οποίες, εμμέσως πλην σαφώς, προϋποθέτουν ως συνταγματικές τις προαναφερόμενες διατάξεις του α.ν. 173/1967 και του ν.δ. 618/1970).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.6 περ. ε' του ν. 1256/1982 ορίστηκε ότι η αληθινή έννοια της παρ.1 του άρθρου 9 του ν. 1232/1982 είναι ότι στο δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται "... 6) οι τραπεζικές και άλλες ανώνυμες εταιρείες, στις οποίες είτε τα κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις νομικά πρόσωπα έχουν το σύνολο ή την πλειοψηφία των μετοχών του εταιρικού κεφαλαίου, είτε έχουν κρατικό προνόμιο ή κρατική επιχορήγηση, όπως ...

η Εθνική Τράπεζα ...". Ενώ με τη διάταξη του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ.6 του ν. 1943/1991) και με τίτλο "επαναοριοθέτηση του δημοσίου τομέα", ορίστηκε ότι "ο κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του 1256/1982 (δηλαδή την προηγούμενη διάταξη) δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο: ... 6) Τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, είτε στο σύνολό τους είτε κατά πλειοψηφία ...".

Με βάση τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων του α.ν. 173/1967 και του ν.δ. 618/ 1970, καταλείπεται, εκ πρώτης όψεως, η εντύπωση ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, και συνεπώς υπόκεινται στο θεσπιζόμενο από αυτές ανώτατο όριο αποζημιώσεως, οι μισθωτοί όλων ανεξαιρέτως των τραπεζών, αφού οι διατάζεις αυτές δεν διακρίνουν μεταξύ των τραπεζών του ιδιωτικού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 51 παρ. 1 περ.

δ' του ν. 1892/1990. Όμως, ενόψει του σκοπού και του πραγματικού νοήματος των εν λόγω διατάξεων, επιβάλλεται τελολογική συστολή του γράμματος αυτών, ώστε να εφαρμόζονται μόνο στις τράπεζες του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 39/1998), δηλαδή στις τράπεζες, οι μετοχές των οποίων ανήκουν στο σύνολό τους ή, έστω, κατά πλειοψηφία στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, Αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να αντληθεί από το άρθρο 49 Α του Κανονισμού της Βουλής, κατά την παρ. 3 του οποίου η προβλεπόμενη στην παρ.1 του ίδιου άρθρου Επιτροπή διατυπώνει γνώμη για την καταλληλότητα των προτεινομένων προς διορισμό, επαναδιορισμό ή ανανέωση θητείας σε θέσεις Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, Διοικητή ή Διευθύνοντος Συμβούλου ή Γενικού Διευθυντή αν δεν υπάρχει.

Διευθύνων Σύμβουλος των αναφερόμενων στην παρ. 5 (ήδη παρ.6) του ίδιου άρθρου δημοσίων επιχειρήσεων, τραπεζών κ.λπ, μεταξύ των οποίων μνημονεύεται ειδικώς η αναιρεσίβλητη "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.". Ενώ και από το άρθρο 29 του ν. 2937/2001, που ορίζει ότι από την ισχύ του (26-7-2001) δεν απαιτείται γνώμη της ανωτέρω Επιτροπής της Βουλής για την καταλληλότητα των προτεινομένων για διορισμό ή επαναδιορισμό στις ως άνω θέσεις της διοικήσεως της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η τελευταία υπαγόταν άνευ ετέρου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού.

Και τούτο διότι ο δημόσιος τομέας καθορίζεται μόνο από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 (βλ.σχ. ΟλΑΠ 1/2006), δεδομένου ότι η με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 (σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 2527/1997, παραπομπή στην εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 49Α του Κανονισμού της Βουλής αφορά την εφαρμογή των διατάξεων των κεφαλαίων Α', Β' και Γ' του ν. 2190/1994, μεταξύ άλλων, και στις τράπεζες στις οποίες ο διορισμός Προέδρου του Δ.Σ.

κ.λπ. υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 49Α του Κανονισμού της Βουλής αναφορικά με τις προσλήψεις προσωπικού. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, εκτός άλλων, και τα εξής, που ενδιαφέρουν εδώ: Ο αναιρεσείων στις 29-10-1971 προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα ως υπάλληλος δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και έκτοτε παρείχε τις υπηρεσίες του σ' αυτήν, προαχθείς στο βαθμό του Τμηματάρχη Β' με αρχαιότητα από 1-1-1988.

Στις 16-2-1993 η αναιρεσίβλητη Τράπεζα υπέβαλε κατά του αναιρεσείοντος μήνυση για την πράξη της απιστίας σχετικά με την υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, η οποία (μήνυση) κατατέθηκε (κατά την αμέσως πιο πάνω χρονολογία) στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών και στη συνέχεια η ίδια (αναιρεσίβλητη) στις 22-2-1993 κατήγγειλε εγγράφως τη με τον αναιρεσείοντα υφιστάμενη εργασιακή σύμβαση "επειδή έχει υποβληθεί από την Τράπεζα η από 12-12-93 μήνυση για πράξεις που εκτέλεσε σε βάρος της κατά την άσκηση των καθηκόντων του", όπως στο σχετικό (από 18-2-1993) έγγραφο καταγγελίας αναφέρεται.

Ασκήθηκε ποινική δίωξη και επακολούθησε η έκδοση του υπ' αριθ. 1837/1994 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για απιστία σε βάρος της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση (άρθρα 256 εδ.

Β' και 98 Π.Κ.) και η πρωτόδικη καταδίκη του με την υπ' αριθ. 10.8269/10-3-98 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για παράβαση, κατ' επιτρεπτή μεταβολή του κατηγορητηρίου, των άρθρων 256 εδ. Α' και 98 Π.Κ., σε φυλάκιση 2 ετών. Με την υπ' αριθ. 8281/25-6-99 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος, γιατί, όπως διαλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτής "προέκυψαν αμφιβολίες ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου", τις οποίες (αμφιβολίες) εστίασε το δικαστήριο, στην έλλειψη δόλου αυτού.

Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη. Στις 27-12-1999 η αναιρεσίβλητη κάλεσε εγγράφως τον αναιρεσείοντα να προσέλθει στην Υπηρεσία Λογιστηρίου Προσωπικού, για να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωσή του από 1.500.000 δραχμές, μετ' αφαίρεση της κρατήσεως 9.000 δραχμών για χαρτόσημο 6%, την οποία πράγματι αυτός πήγε και εισέπραξε την επομένη (28-12-99) "με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός του".

Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι η μετά την απαλλαγή του αναιρεσείοντος καταβολή σ' αυτόν της ως άνω νόμιμης αποζημίωσής του, κατέστησε την, κατόπιν υποβολής εναντίον του μήνυσης, καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης (αζημίως) έγκυρη. Ήδη με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η οφειλόμενη στον αναιρεσείοντα αποζημίωση εξαιτίας της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης Τράπεζας καταγγελίας της συμβάσεώς του εργασίας δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό του 1.500.000 δραχμών, έστω και αν πράγματι η τελευταία κατά τον ως άνω κρίσιμο και ενδιαφέροντα εδώ χρόνο της εν λόγω καταγγελίας υπαγόταν, κατά το λόγο αναιρέσεως, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή, αντί να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920 και του άρθρου 7 του ν. 3198/1955, εφάρμοσε και δη εσφαλμένως τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες ως αντισυνταγματικές, ως αντικείμενες, ειδικότερα, όπως εκτιμάται, στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.

β' του Συντάγματος. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του. Και αυτό γιατί, με βάση τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου, πράγματι η οφειλόμενη στον αναιρεσείοντα αποζημίωση εξαιτίας της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης Τράπεζας καταγγελίας της συμβάσεώς του εργασίας δεν μπορούσε, σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη σκέψη εκτίθενται, να υπερβαίνει, το ποσό του 1.500.000 δραχμών κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 του α.

ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970, σε συνδυασμό τους με το άρθρο 33 του ν. 1876/1990, δεδομένου ότι, κατά το λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσίβλητη Τράπεζα κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της καταγγελίας υπαγόταν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, χωρίς οι διατάξεις αυτές, σύμφωνα με τα παραπάνω, να αντίκεινται στις αμέσως πιο πάνω συνταγματικές διατάξεις ή, έστω, σε κάποια άλλη συνταγματική διάταξη, των οποίων έτσι καμία ευθεία παραβίαση δεν χώρησε. 2.- Επειδή, από τις διατάζεις των άρθρων 669 του ΑΚ και 1, 3 και 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας, αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του μισθωτού και χωρεί ελευθέρως οποτεδήποτε, εκτός αν περιορίζεται από την ατομική σύμβαση εργασίας ή από διάταξη νόμου.

Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος, είτε του εργοδότη είτε του εργαζομένου, δεν είναι απεριόριστη και ανεξέλεγκτη, αλλ' υπόκειται, όπως η άσκηση κάθε άλλου δικαιώματος, στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Πρέπει, δηλαδή να μην υπερβαίνει προφανώς τα τιθέμενα από το άρθρο αυτό όρια, δηλαδή τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Σε περίπτωση προφανούς υπερβάσεως των ορίων αυτών η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι καταχρηστική κατά το ως άνω άρθρο 281 ΑΚ και γι' αυτό άκυρη (άρθρα 174 και 180 του ίδιου Κώδικα). Στην περίπτωση αυτήν ο εργοδότης που κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας, εφόσον αρνείται να δεχτεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν το μισθό του κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ.

Παρέχεται δε στον τελευταίο (μισθωτό) το δικαίωμα να ζητήσει την επιδίκαση υπέρ τούτου και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του εξαιτίας της εις βάρος του παράνομης και υπαίτιας πράξεως (αδικοπραξίας λόγω της καταχρήσεως του δικαιώματος) κατά τα άρθρα 281, 914, 299 και 932 του ΑΚ. Ειδικότερα, η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, που έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 2112 και του άρθρου 7 του ν. 3198/1955, δηλαδή για το λόγο ότι εναντίον του υπαλλήλου έχει υποβληθεί μήνυση για αξιόποινη πράξη που έχει διαπραχθεί κατά την ενάσκηση της υπηρεσίας του ή έχει απαγγελθεί κατ' αυτού κατηγορία για αδίκημα γενικώς που φέρει το χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος, δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως έγινε για λόγους που εμπίπτουν στην τελευταία διάταξη, όπως όταν έγινε κατόπιν ψευδούς μηνύσεως που υποβλήθηκε από τον εργοδότη εν γνώσει της αθωότητας του υπαλλήλου για λόγους εκδικήσεως ή εχθρότητας ή για καταστρατήγηση των από τον ως άνω ν. 2112/1920 ή από άλλο νόμο δικαιωμάτων τούτου (μισθωτού), οπότε η απόλυση του τελευταίου είναι άκυρη, γιατί προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ότι, πλέον των ως άνω στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενων ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αναφορικά με τον επί του άρθρου 281 του ΑΚ στηριζόμενο αγωγικό ισχυρισμό για ακυρότητα της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελίας της με τον αναιρεσείοντα υφιστάμενης συμβάσεως εργασίας, αποδείχθηκαν και τα εξής περαιτέρω.

πραγματικά περιστατικά: Κατά τη διάρκεια της έκτακτης καταμετρήσεως, που έγινε στο Υποκατάστημα ... (...) της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, στο οποίο υπηρετούσε ο αναιρεσείων ως Διευθυντής (με άσκηση καθηκόντων κατ' ανάθεση) από τις 19-11-1991, από τους αναφερόμενους δύο Επιθεωρητές στις 2-12-1992 και από τον έλεγχο που αυτοί διενέργησαν στις 3-12-1992 στους λογαριασμούς (χορηγήσεων, όψεως) των συγγενών επιχειρήσεων ΒΙΕΝ Ε.Π.Ε.

και ΣΑΜΑ ΥΦΑΣΜΑΤΑ-ΕΝΔΥΜΑΤΑ Α.Ε. (εξαγωγές ετοίμων ενδυμάτων) διαπιστώθηκε υπέρβαση των ορίων χρηματοδότησης, υπέρ των εταιρειών αυτών από τον αναιρεσείοντα με υπαιτιότητά του και κατά παράβαση της υπ' αριθ. ... εγκυκλίου της Διοίκησης, που εφιστούσε την προσοχή των στελεχών (όπως Διευθυντών) στην πιστή τήρηση των εγκριτικών αποφάσεων πιστοδοτήσεων, χωρίς μάλιστα να έχει φροντίσει να διασφαλίσει τα συμφέροντα της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, την Κεντρική Υπηρεσία της οποίας άλλωστε δεν ενημέρωσε, έστω και εκ των υστέρων, με συνέπεια, λόγω της υπερβάσεως του εγκεκριμένου ως προς τις άνω εταιρείες ορίου χρηματοδοτήσεων, που είχαν αρμοδίως εγκριθεί μέχρι το ποσό των 350.000.000 δραχμών, με όρο, μεταξύ άλλων (εμπράγματες εξασφαλίσεις), το πέραν, των 150.000.000 δραχμών ποσό να καλύπτεται με εκχώρηση απαιτήσεων από τις πραγματοποιούμενες, έναντι ατελών φορτωτικών, εξαγωγές τους, να υπάρξουν στις 3-12-1992 ανειλημμένοι κίνδυνοι 515,6 εκατομμυρίων δραχμών, έναντι των οποίων το εν λόγω Υποκατάστημα υπολόγιζε σε ατελή φορτωτικά έγγραφα 161,5 εκατομμύρια δραχμές, δηλαδή υπήρχε ως προς αυτές (εξασφαλίσεις) έλλειμμα σε φορτωτικά έγγραφα ύψους 204,1 εκατομμυρίων δραχμών, ενώ με βάση το σύνολο των υφιστάμενων εξασφαλίσεων (φορτωτικών, εγγύησης Δημοσίου 27,8 εκατομμυρίων δραχμών και βαρών 108 εκατομμυρίων δραχμών), οι ακάλυπτοι κίνδυνοι έφθαναν τα 218,3 εκατομμύρια δραχμές.

Στο εμπιστευτικό υπηρεσιακό σημείωμα, που συνέταξαν οι άνω Επιθεωρητές για την Διεύθυνση Επιθεώρησης, στις 4-12-1992, αυτοί επισημαίνουν επιπρόσθετα ότι "το προϊόν των άνω φορτωτικών δεν είχε μέχρι τότε εκχωρηθεί στην Τράπεζα (αναιρεσίβλητη), ούτε είχαν ειδοποιηθεί οι αγοραστές Οίκοι του εξωτερικού ότι τα φορτωτικά αυτά έχουν χρηματοδοτηθεί και το προϊόν του θα πρέπει να εμβαστεί (στην αναιρεσίβλητη) και συνεπώς η μόνη ουσιαστική διασφάλιση ήταν αυτή των βαρών (108 εκ.) αφού δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, το προϊόν των εν λόγω φορτωτικών να εμβαστεί σε άλλη Τράπεζα, κατόπιν οδηγιών των πιστούχων".

Το άνω εμπιστευτικό υπηρεσιακό σημείωμα διαβιβάστηκε στις 4-12-1992 από τη Διεύθυνση Επιθεώρησης προς την Περιφερειακή Διοίκηση Β', η οποία με την υπ' αριθ. ... Πράξη Διοίκησης απάλλαξε τον αναιρεσείοντα από τα καθήκοντά του ως Διευθυντή του άνω Καταστήματος και τον έθεσε στη διάθεση της Διεύθυνσης Προσωπικού σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 του Οργανισμού Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης.

Ακολούθως το Δ.Σ. της τελευταίας με απόφασή του, που περιέχεται στα πρακτικά του υπ' αριθ. ..., εισηγήθηκε προς τον Αντιπρόεδρο αυτής την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος ύστερα από υποβολή εναντίον του μήνυσης, την οποία (εισήγηση του Δ.Σ.) ενέκρινε ο Αντιπρόεδρος στις 24-12-1992. Ύστερα από σχετικό αίτημα του αρμόδιου γραφείου της Διεύθυνσης Δικαστικού συντάχθηκε από τους ως άνω Επιθεωρητές ...

και ... στις 2-2-1993 αναλυτικό εμπιστευτικό υπηρεσιακό σημείωμα σχετικά με την πιστοδοτική τακτική του αναιρεσείοντος έναντι των χρηματοδοτούμενων από το Κατάστημα, όπου υπηρετούσε ως Διευθυντής, προαναφερόμενων συγγενικών επιχειρήσεων, το οποίο τέθηκε υπόψη του και με βάση αυτό συντάχθηκε η από 12-2-1993 μήνυση εναντίον του αναιρεσείοντος για την πράξη της απιστίας σχετικά με την υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, που κατατέθηκε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 16-2-1993 και μετά την υποβολή της οποίας η αναιρεσίβλητη Τράπεζα κατάγγειλε εγγράφως την εργασιακή του σύμβαση στις 22-2-1993 επειδή είχε υποβληθεί από την Τράπεζα η από 12-12-1993 μήνυση για πράξεις που εκτέλεσε σε βάρος της κατά την άσκηση των καθηκόντων του, όπως στο εν λόγω (από 18-2-1993) έγγραφο καταγγελίας διαλαμβάνεται.

Ασκήθηκε ποινική δίωξη και, επακολούθησαν η έκδοση παραπεμπτικού βουλεύματος, η καταδίκη του αναιρεσείοντος από το πρωτοβάθμιο ποινικό δικαστήριο και η κήρυξη αθώου τούτου λόγω αμφιβολιών αναφορικά με την ύπαρξη δόλου του ιδίου από το ποινικό Εφετείο, κατά τα ειδικότερα στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως σχετικώς αναφερόμενα.

Ακόμη, το Εφετείο δέχτηκε ότι ενόψει του ότι η απόλυση του αναιρεσείοντος έγινε αποκλειστικά μετά την υποβολή εναντίον του μηνύσεως για την πιο πάνω αναφερόμενη αξιόποινη πράξη. που σχετίζεται με την υπηρεσία του ως Διευθυντή στο προαναφερόμενο Κατάστημα της αναιρεσίβλητης, δεν μπορεί, κατά την αντικειμενική καλή πίστη, να αξιωθεί από την τελευταία να μην ασκήσει το δικαίωμά της για καταγγελία της με τον αναιρεσείοντα υφιστάμενης συμβάσεως εργασίας και να διατηρήσει στην υπηρεσία της τον τελευταίο, ο οποίος με τις προαναφερόμενες εν γνώσει του αντισυμβατικές πράξεις του παραβίασε την υποχρέωση πίστης που είχε έναντι αυτής (αναιρεσίβλητης) ως εργοδότιδάς του, να μη θέτει δηλαδή σε κίνδυνο τα νόμιμα συμφέροντα της ίδιας και της επιχειρήσεώς της και κλόνισε ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη αυτής στο πρόσωπό του.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι ήταν απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ως άνω αγωγικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για ακυρότητα της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελίας της μεταξύ αυτών υφιστάμενης ένδικης συμβάσεως εργασίας, ως γενόμενης της καταγγελίας αυτής κατά κατάχρηση δικαιώματος.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της) την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Και αυτό γιατί, με βάση τις παραδοχές του., η καταγγελία της με τον αναιρεσείοντα υφιστάμενης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας δεν είχε γίνει, για τους στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικότερα αναφερόμενους πιο πάνω λόγους, κατά κατάχρηση δικαιώματος, κατά προφανή δηλαδή υπέρβαση των αντικειμενικών ορίων που τάσσονται από το άρθρο 281 του ΑΚ.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

- 3.- Επειδή το από το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος δικαίωμα της προηγούμενης ακροάσεως ισχύει όταν πρόκειται η δημόσια διοίκηση να χωρήσει σε διοικητική ενέργεια ή στη λήψη μέτρου εις βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του διοικουμένου, δηλαδή όταν η δημόσια διοίκηση πρόκειται να εκδώσει δυσμενή για το διοικούμενο διοικητικά πράξη.

Συνεπώς η διάταξη αυτή του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται όταν δεν πρόκειται για τέτοια διοικητική πράξη, αλλά για ενέργεια προς πραγμάτωση δικαιώματος, το οποίο απορρέει από σύμβαση ιδιωτικού δικαίου. Περαιτέρω, με το μεν άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος καθιερώνεται η αρχή της ισότητας των Ελλήνων ενώπιον του νόμου, με το δε άρθρο 22 παρ. 1 του ίδιου Συντάγματος αφενός ορίζεται ότι η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχολήσεως όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού και· αφετέρου καθιερώνεται το δικαίωμα όλων των εργαζομένων, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, για ίση αμοιβή για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.

Ακόμη, κατά την αρχή της αναλογικότητας, η οποία, ως γενική αρχή του δικαίου, ως απορρέουσα, από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος του έτους 1975, αλλά και των άρθρων 6 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παρ.2 και 10 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και πριν από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια με την αναθεώρηση του εν λόγω Συντάγματος με το από 6/17-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 25 αυτού, οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα, δηλαδή στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να πληρούν τα τρία κριτήριά της, να είναι δηλαδή α) κατάλληλο ι, δηλαδή πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκομένου σκοπού, β) αναγκαίοι, ώστε να προκαλούν τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό στον ιδιώτη ή στο κοινό και γ) με τη στενή έννοια αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εσωτερική αλληλουχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που επέρχεται από αυτούς (βλ.σχ.

ΟλΑΠ 43-44-45/2005). Η ως άνω τιθέμενη αρχή της αναλογικότητας έχει επιτακτικό δεοντολογικό περιεχόμενο και απευθύνεται αποκλειστικά στο νομοθέτη και ως εκ τούτου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με σχετικό ζήτημα δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς με βάση το άρθρο 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση της ως άνω συνταγματικής διατάξεως του άρθρου 25, ακριβώς διότι αυτή δεν είναι εφαρμοστέα από αυτό (βλ.σχ.

ΑΠ 1670/2006, 634/2007). Τέλος, σύμφωνα με γενικότερη αρχή του εργασιακού δικαίου. η πειθαρχική διαδικασία είναι ανεξάρτητη από το δικαίωμα του εργοδότη για καταγγελία της συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας, δεδομένου ότι αυτός και σε περίπτωση διαπράξεως πειθαρχικού κατά τον οικείο Κανονισμό παραπτώματος από το μισθωτό δεν κωλύεται στις εν γένει εργασιακές σχέσεις, και χωρίς την τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, να καταγγείλει την εργασιακή σχέση κατά τις κοινές διατάξεις.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, όπως πιο πάνω στις 1η και 2η σκέψεις της παρούσας αποφάσεως αναφέρεται, ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα εγκύρως κατάγγειλε την ένδικη με τον αναιρεσείοντα υφιστάμενη σύμβαση εργασίας και περαιτέρω επίσης δέχτηκε: α) Αφενός ότι η εγκυρότητα της καταγγελίας αυτής δεν ανατρέπεται από το ότι η αναιρεσίβλητη παρέκαμψε την πειθαρχική διαδικασία που πρόβλεπε ο προαναφερόμενος Οργανισμός της Εσωτερικής Υπηρεσίας της (όπως κλήση σε προφορική ή έγγραφη απολογία κ.λπ), εφόσον, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 26 στοιχ.

α' του εν λόγω Οργανισμού της, κατά την οποία η με το προσωπικό της σύμβαση εργασίας λύεται και με καταγγελία της, κατά τα από την εργατική νομοθεσία οριζόμενα, δεν υποχρεούνταν να τηρήσει προηγουμένως την πειθαρχική διαδικασία. Και β) αφετέρου ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι με την παράκαμψη της πειθαρχικής διαδικασίας και την εντεύθεν μη κλήση τούτου για ακρόαση του παραβιάστηκε δικαίωμά του από το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος για προηγούμενη ακρόαση του δεν ασκούσε έννομη επιρροή.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, αλλ' ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 29 και 30 του παραπάνω Οργανισμού της Εσωτερικής Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, κατά τις οποίες πειθαρχικές ποινές επιβάλλονται σε υπαλλήλους ύστερα από κλήση τους σε έγγραφη απολογία.

Και αυτό γιατί, ειδικότερα, συμφωνά με τα ως άνω στην προτασσόμενη μείζονα σκέψη εκτιθέμενα, δεν χώρησε παραβίαση: α) Ούτε της διατάξεως του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, αφού πράγματι δεν υπήρχε δικαίωμα για προηγουμένη ακρόαση με βάση τη διάταξη αυτήν, ακριβώς διότι δεν επρόκειτο για διοικητική πράξη, αλλά για ενέργεια προς πραγμάτωση δικαιώματος, το οποίο απέρρεε από σύμβαση ιδιωτικού δικαίου.

β) Ούτε των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, εφόσον με την προαναφερόμενη κρίση του Εφετείου δεν παραβιάστηκαν οι αρχές που καθιερώνονται με τις εν λόγω διατάξεις. γ) Ούτε της ως άνω αρχής της αναλογικότητας, που ήδη είχε καθιερωθεί και με τα άρθρα 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και πριν από την κατά τα πιο πάνω αναθεώρηση του Συντάγματος τούτου, αφού η αρχή αυτή της αναλογικότητας δεν απευθύνεται και στα δικαστήρια, με αποτέλεσμα η σχετική κρίση του Εφετείου, προεχόντως για το λόγο αυτόν, να μην μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς με βάση το άρθρο 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των εν λόγω συνταγματικών διατάξεων, ακριβώς διότι αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες από αυτό.

Και δ) των ως άνω διατάξεων των άρθρων 29 και 30 του ανωτέρω Οργανισμού της Εσωτερικής Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, αφού πράγματι, σύμφωνα με τα παραπάνω, η μη τήρηση της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα πειθαρχικής διαδικασίας δεν θίγει το κύρος της απολύσεώς του, η οποία έλαβε χώρα κατόπιν της υποβολής μηνύσεως κατ' αυτού, αφού ο προαναφερόμενος Οργανισμός της Εσωτερικής Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας δεν τροποποιούσε τις σχετικές διατάξεις του ν. 2112/1920.

Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.

- 4.- Επειδή οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως κατά τα υπόλοιπα μέρη τους, με τα οποία, όπως εκτιμάται, προβάλλονται αιτιάσεις που αναφέρονται στην από το Εφετείο εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που συνδέονται με ζητήματα που μνημονεύονται στους λόγους αυτούς αναιρέσεως, για τα οποία γίνεται λόγος στις 2η και 3η σκέψεις της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, γιατί οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

- 5.- Επειδή με τον τέταρτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Και αυτό γιατί, προκειμένου "να στοιχειοθετήσει το παραδεκτό και το έγκυρο της καταγγελίας της συμβάσεως..... του αναιρεσείοντος) και της απόλυσης, δι' αναφοράς σε έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία" δέχτηκε ότι το Δ.Σ της αναιρεσίβλητης με απόφασή του, που περιέχεται στο απόσπασμα πρακτικών του με αριθμό ..., εισηγήθηκε προς τον Αντιπρόεδρο αυτής την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος ύστερα από υποβολή εναντίον του μηνύσεως, την οποία εισήγηση του Δ.Σ.

ενέκρινε ο Αντιπρόεδρος στις 24-12-1992 με το με αριθμό ... εγκριτικό έγγραφο, παρά το ότι από το τελευταίο έγγραφο προκύπτει ότι αυτό αφορά εισηγητικό σημείωμα της Διεύθυνσης Προσωπικού της Διοίκησης της αναιρεσίβλητης προς τον Αντιπρόεδρο του Δ.Σ., ενώ το πρώτο (με αριθμό ...) έγγραφο αφορά απόφαση του Δ.Σ. για την εν γένει μεταχείριση του αναιρεσείοντος, του οποίου εγγράφου δεν είναι γνωστό το περιεχόμενό του, εφόσον αυτό ουδέποτε προσκομίστηκε, ώστε να διαγνωστεί το περιεχόμενό του, το οποίο μόνο από τα συμφραζόμενα είναι δυνατόν κατά προσέγγιση να εκτιμηθεί, "γιατί άλλως αν προσκομιζόταν αυτό θα διαπιστωνόταν παραχρήμα η καταχρηστικότητα τουλάχιστον της απόλυσης ... (του αναιρεσείοντος) και το άκυρο της καταγγελίας της συμβάσεώς του ...".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, κυρίως γιατί με αυτόν υπό την επίκληση της ως άνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου αναφορικά με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο αυτό κατέληξε σχετικά με το αμέσως πιο πάνω ζήτημα.

Εξάλλου, η αναιρεσίβλητη προς υποστήριξη του κατ' ουσίαν αβασίμου των ένδικων αγωγών του αναιρεσείοντος επικαλέστηκε ως προσκομιζόμενο με τις προτάσεις που υπέβαλε κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από τις προτάσεις αυτές προκύπτει, και συγχρόνως προσκόμισε (εφόσον γι' αυτό γίνεται ρητή μνεία στην εν λόγω απόφαση) απόσπασμα πρακτικών συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της με αριθμό 1002 της 17-12-1992.

Επομένως το Εφετείο με το να λάβει υπόψη και το έγγραφο αυτό δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο απόδειξη που δεν προσκομίστηκε και έτσι δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψεως υπόψη αποδείξεως που δεν προσκομίστηκε. Γι' αυτό και υπό την εκδοχή ότι με τον τέταρτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως κατά ένα μέρος του προβάλλεται μια τέτοια πλημμέλεια, ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το μέρος του τούτο πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να απορριφθεί ως αβάσιμος.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Ιανουαρίου 2005 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 8204/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ