Appeal dismissed for vagueness; appellant failed to specify factual basis for alleged substantive law violation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment regarding a lease dispute. The appellant argued the lower court violated substantive law by granting possession to tenants after the original tenant had died, but failed to cite the specific factual findings of the lower court. The court ruled that without these specific facts, the alleged violation of substantive law cannot be verified, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1) and 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging a direct violation of substantive law is inadmissible if the appellant fails to specify the factual premises upon which the lower court based its decision, thereby preventing the court from verifying the correctness of the judgment's operative part.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 673 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 673/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ζ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μουζακιάρη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 2. Ν. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 3, Π. - Θ. Ε. του Κ., 4. Μ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., 5. Κ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 6. Α. χήρας Σ. Σ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ..., 7. Δ. Σ. του Κ., κατοίκου ... και 8. Δ. Σ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σιαμκούρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Δεκεμβρίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5329/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 28.366/2004 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 1 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, οι οποίοι όμως εφαρμόζονται τότε μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς αυτό, κρίσή του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων.
Επομένως, τότε μόνο ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και παρόλα αυτά δεν τις εφάρμοσε.
Το στοιχείο αυτό, ότι το δικαστήριο διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία στις δηλώσει των συμβαλλομένων, πρέπει να το επικαλείται ο αναιρεσείων για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης (ΑΠ 853/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων παρόλο ότι με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 και αληθώς από το άρθρο 560 παρ.1 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την έννοια των δηλώσεων βούλησης των συμβαλλομένων στα από 4-11-1996 και 28-8-1997 ιδιωτικά συμφωνητικά, ως προς το αν απέβλεπαν με αυτά στην κατάρτιση νέων εμπορικών μισθώσεων ή στις παρατάσεις της ήδη υπάρχουσας μίσθωσης, δεν επικαλείται ότι το Εφετείο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως, ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων κατά την κατάρτιση των παραπάνω δύο συμφωνητικών.
Επομένως, εξαιτίας της έλλειψης αυτής, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, που υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στο ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο η ίδια ως άνω πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι λόγοι αναίρεσης του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση κατ' αποφάσεων του Πρωτοδικείου, που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων Ειρηνοδικείων, όπως στην προκείμενη περίπτωση, ορίζονται περιοριστικώς και δεν περιλαμβάνεται σ' αυτούς ο προαναφερόμενος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μισθωτής αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν απέρριψε ως ενεργητικά ανομιμοποίητη, κατά παραδοχή της με τον τρίτο λόγο της έφεσης προβαλλόμενης σχετικής ένστασής του, την αγωγή των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων συνεκμισθωτών ως προς τους 1ο, 2ο, 5ο έως και 8ο αυτών, οι οποίοι ουδέποτε υπήρξαν εκμισθωτές του. ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί υπό την επίκληση της πιο πάνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το από 4.11.1996 ιδιωτικό μισθωτήριο συμβόλαιο, η τρίτη και η τέταρτη των εφεσιβλήτων ενεργώντας αφενός μεν για τους εαυτούς τους ατομικά, αφετέρου δε ως πληρεξούσιες και για λογαριασμό των υπόλοιπων συνεκμισθωτών - εφεσιβλήτων, συμφώνησαν με τον αρχικό μισθωτή Δ. Σ. και τον εκκαλούντα να υπεισέλθει ο τελευταίος ως εκμισθωτής στη μίσθωση. Εξάλλου στις 28.8.1997 με νέο ιδιωτικό συμφωνητικό που συνήφθηκε μεταξύ των ιδίων, συμφωνήθηκε να αποχωρήσει από τη μίσθωση ο αρχικός μισθωτής Δ. Σ. και να συνεχισθεί πλέον η μίσθωση αποκλειστικά από τον εκκαλούντα."
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένο και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 παρ.1 ΚΠολΔ,), πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, επιπλέον δε να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.
Διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης 9άρθρο 578 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αιτίαση, ότι παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ και έτσι κατά παραδοχή της αγωγής με την πρωτόδικη απόφαση, που έγινε, ήδη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της κατ'αυτής έφεσής του, υποχρεώθηκε να αποδώσει τη χρήση του μισθίου στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους συνεκμισθωτές καθώς και στην μη ενάγουσα και συνεκμισθώτρια Ε.
Δ., ενώ αυτή έχει αποβιώσει από 9-6-1996. Στο αναιρετήριο, όμως, ενώ εκτίθεται το ιστορικό της υπόθεσης και η νομική άποψη του αναιρεσείοντος περί της εννοίας της διάταξης που φέρεται ότι παραβιάστηκε, δεν παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική κρίση του. 'Ετσι, όμως, δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης από την άποψη της ευθείας παραβίασης του παραπάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος.
Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.12.2004 αίτηση του Ζ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 28366/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ