Supreme Court allows appeal against main contractor but dismisses others for lack of material impact on liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the second defendant, Technokat EP, while dismissing claims against other parties. The appellants argued the lower court lacked reasoning regarding the lack of direct control between the main contractor and subcontractor Ergon EP. The court ruled that since direct control is irrelevant to the main contractor's liability, the alleged defect did not materially affect the case outcome for those parties.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(19) of the Code of Civil Procedure; Art. 183 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible only if the defect affects the case outcome; if the alleged error is legally irrelevant to the liability of the appealed party, the appeal is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 672 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 672/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των καλούντων-αναιρεσειόντων: 1) A. P. του S. (Α. Π. του Σ.), 2) A. συζ. A. P., το γένος M. W. (Α. συζ. Α. Π., το γένος Μ. Β.), κατοίκων ..., 3) M. P. του A. (Μ. Π. του Α.), κατοίκου ..., 4) J. P. του A. (Γ. Π. του Α.), κατοίκου ..., 5) D. συζ. G., το γένος A. P. (Ν. συζ. Γ., το γένος Α. Π.), κατοίκου ... και 6) A. P. του A. (Α. Π. του Α.), κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αγγελάκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Και κατέθεσε προτάσεις.
Των καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ. συζ. Ι. Τ., κατοίκου ..., 2) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΚΑΤ ΕΠΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Μ. Τ. του Κ., κατοίκου ... και 4) Κ. Μ., κατοίκου .... Η 1η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Μπέλτσιο και κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι 2η, 3ος και 4ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 29-3-1999 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων, την από 27-1-2000 παρεμπίπτουσα αγωγή του Ι. Μ. και της εδρεύουσας στον ... Αττικής και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΝ ΕΠΕ", που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, την από 3-3-2000 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων και την από 12-7-2000 αγωγή των ήδη 3ου και 4ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 998/2001 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία διέταξε το χωρισμό της από 30-10-1998 αγωγής ως προς τους ήδη αναιρεσιβλήτους και την παραπομπή αυτής στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... ή Λειβαδιάς κατ’ επιλογή των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς επίσης και το χωρισμό των παρεμπιπτουσών αγωγών στο αρμόδιο κατά τα άνω Πολυμελές Πρωτοδικείο. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/2004 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... και 129/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-1-2011 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 23/2013 απόφαση που κήρυξε την συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 25-11-2014 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 4-11-2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου, Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η αίτηση αναίρεσης νόμιμα επαναφέρεται, με κλήση των αναιρεσειόντων, σε νέα συζήτηση, μετά την έκδοση της αποφάσεως 23/2013 του δικαστηρίου τούτου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπάγγελτα αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που κλητεύθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης επιδόθηκε στους 2η,3ο, και 4ο των αναιρεσιβλήτων, μετά από παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσείοντων, που παραστάθηκε και έχει προς τούτο πληρεξουσιότητα (βλ. εκθέσεις επίδοσης ...)2015 της δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς Π. Ζ. και ... και ...2015 της δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου ... Γ. Τ.). Οι πιο πάνω όμως, αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου της δικασίμου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του ν.551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ.1 του ν.551/1915 κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθεντων από αυτόν προσώπων, ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γ’ αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.
Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ’ αυτούς(άρθρο 922 ΑΚ) με την έννοια, της, διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου, πράξεως ή παραλείψεως.
Τέτοιο πταίσμα, προκειμένου περί οικοδομικών εν γένει εργασιών θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του Π.Δ.778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμο υπεύθυνους του έργου. Εξάλλου, ο ν.1396/1983 "μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και σε ιδιωτικά έργα" προβλέπει:
Α) Στο άρθρο 3, ότι ο εργολάβος και υπεργολάβος ολόκληρου του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: "1. Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο. 2. Να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού.
Β) Στο άρθρο 5, ότι ο εργολάβος και υπεργολάβος τμήματος του έργου είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: "1. Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους. 2. Να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού και αφορούν στο τμήμα του έργου που έχει αναλάβει. 3.
Να εφαρμόζουν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 6 του παρόντος, εφόσον αφορά στο τμήμα του έργου το οποίο έχουν αναλάβει". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι (σε αντίθεση με τον κύριο του έργου, που δεν ευθύνεται ως προστήσας για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του εργολάβου, αν δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του την διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου), ο εργολάβος και ο υπεργολάβος ολοκλήρου ή τμήματος έργου, ανεξαρτήτως αν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται, μεταξύ των άλλων, να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο ή τα τμήματα αυτού που ανέλαβαν να εκτελέσουν, έστω και αν ο εργολάβος, που ανέθεσε την εκτέλεση τμήματος αυτού σε υπεργολάβο, δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα διεύθυνσης και επίβλεψης του τμήματος που ανέθεσε στον υπεργολάβο ή και αν συμφώνησαν ότι δεν θα έχει ο εργολάβος την διεύθυνση και επίβλεψη του τμήματος που ανέλαβε να εκτελέσει ο υπεργολάβος.
Τούτο δε, διότι ο εργολάβος ευθύνεται σε κάθε περίπτωση με τις αναγκαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας και η ανάθεση της εκτέλεσης τμήματος του έργου από αυτόν σε υπεργολάβο, με οποιαδήποτε συμφωνία, δεν απαλλάσσει τον εργολάβο από την υποχρέωση επίβλεψης και ελέγχου του υπεργολάβου για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας. (1781/2009,1853/09 ΑΠ 1210/2006, ΑΠ855/2010).
Επίσης μέτρα ασφαλείας, στη λήψη και τήρηση των οποίων είναι συνυπόχρεοι ο εργολάβος και ο υπεργολάβος κατά την εκτέλεση οικοδομικού έργου η τμήματος αυτού, καθορίζονται με τις παρακάτω διατάξεις: α) Από τα άρθρα 1, 64,72, 78,79 του Π.Δ/τος 1073/81, ...β) από το Π.Δ.778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών", Β) Από το Π.Δ. 305/96 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση με την οδηγίας 92/57/ΕΟΚ" Ως εργολάβος νοείται πρόσωπο που συμβάλλεται με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου ή τμήματος του έργου, υπεργολάβος δε κάθε πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου ή τμήματος του έργου, ενώ υπεργολάβος είναι το Πρόσωπο που συμβάλλεται με εργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου ή τμήματος του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό.
Ως υπεργολάβος θεωρείται επίσης και το πρόσωπο που συμβάλλεται με άλλον υπεργολάβο και αναλαμβάνει σύμφωνα με τα παραπάνω την εκτέλεση ολόκληρου του έργου ή τμήματος του (άρθρο 2 παρ.3 και γ ΠΔ 305/96 ΑΠ 1781/2009). Στην προκειμένη περίπτωση οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων και κατά των Ι.
Μ., "ΕΡΓΟΝ Ε.Π.Ε" και Ι. Τ. την από 30-10-1998 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτούμενοι την επιδίκαση των αναφερομένων σ’ αυτήν κονδυλίων, με βάση τον ιστορούμενο στην αγωγή θάνατο του συγγενούς τους. Η αγωγή συνεκδικάστηκε με παρεμπίπτουσες αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων και επ’ αυτών εκδόθηκε η 998/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το Δικαστήριο διέταξε τον χωρισμό της από 30-10-1998 κύριας αγωγής κατά το μέρος που αυτή στρεφόταν και κατά των παρόντων αναιρεσιβλήτων και την παρέπεμψε (όπως και τις παρεμπίπτουσες) στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο" ...
ή Λειβαδιάς (κατ1 επιλογή του ενάγοντος), προκειμένου να εκδικασθεί κατά την Τακτική Διαδικασία, ενώ έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή ως προς την "ΕΡΓΟΝ ΕΠΕ", και την απέρριψε ως προς τον Ι. Μ.. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από την "ΕΡΓΟΝ ΕΠΕ", επί της οποίας εκδόθηκε η 1298/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.
Ακολούθως, επί της παραπεμφθείσης αγωγής των αναιρεσειόντων εκδόθηκε η 139/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά των ως άνω αναιρεσιβλήτων και έγινε εν μέρει δεκτή κατά του Ι. Τ.. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Λάρισας έφεση, η οποία συνεκδικάστηκε με την αντίθετη από 20-1-2005 έφεση του Ι.
Τ. και επ’ αυτών εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 129/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : "Ο 24ετής υπήκοος Πολωνίας A. P. (Α. Π.) υιός των δύο πρώτων των εναγόντων και αδελφός των λοιπών, ήλθε νομοτύπως εις την Ελλάδα την 18-11-1995 προκειμένου να εργασθεί ως μετανάστης, προσελήφθη ως εργάτης από τον Ι.
Μ., ο οποίος ενεργούσε ως νόμιμος αντιπρόσωπος της εταιρείας "Έργον ΕΠΕ", η οποία είχε αναλάβει από την επίσης εναγομένη εταιρεία με την επωνυμίαν "Τεχνοκάτ ΕΠΕ" υπεργολαβικά την συναρμολόγηση σιδηρών σωλήνων δια την κατασκευή αποθήκης ξυλείας ιδιοκτησίας του εναγομένου εκκαλούντος Ι. Τ. και της επίσης εναγομένης εφεσίβλητης συζύγου του Ζ.
Τ., κειμένης εις το 6° της Ε.Ο .... Την 15-7-1996 περί ώραν 10’ ο άνω εργάτης τοποθετούσε σωλήνες εις το υπό κατασκευή στέγαστρον σε ύψος 5,40 μ., κάποιο σίδηρο ήλθε σε επαφή με το δίκτυο της ΔΕΗ το οποίο διήρχετο σε ύψος ενός περίπου μέτρου από τον σκελετό της μεταλλικής στέγης, το σώμα του εργαζομένου εδέχθη μεγάλη ποσότητα ηλεκτρικής τάσης με σημείο εισόδου την δεξιά άκρα χείρα με αποτέλεσμα ο νεαρός εργάτης να υποστεί ηλεκτροπληξία, κατέπεσε από το ύψος των 5,40 μ.
εις το έδαφος, υπέστη σοβαρές κακώσεις και απεβίωσε. Δυνάμει της τελεσιδίκου κατάστασης υπ’ αριθμ. 998/2001 αποφάσεως του δικάσαντος, κατά τα προδιαληφθέντα, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκρίθη και η υπαιτιότητα της υπεργολάβου εταιρίας με την επωνυμίαν "Έργον ΕΠΕ", η οποία εκτελούσε το έργον και υπεχρεώθη εις την καταβολήν αποζημιώσεως, ως ειδικώτερον προαναφέρθηκε.
Περαιτέρω απεδείχθη ότι ο Ι. Τ. και η σύζυγος του ήσαν συγκύριοι του οικοπέδου όπου επρόκειτο να κατασκευασθεί το μεταλλικό υπόστεγο αλλά και του έργου, ο δε εναγόμενος-εκκαλών, ασχολούμενος αποκλειστικώς με την κατασκευή του, μετέβαλε την αρχική θέση και το είδος-ύλη της κατασκευής και χωρίς να λάβει μέτρα ασφαλείας και ειδοποιήσει την ΔΕΗ, λαμβανομένου υπόψη ότι οι εργασίες εκτελούντο εις μικράν απόσταση από το δίκτυο μέσης τάσης της ΔΕΗ, ανέθεσε σε εργολάβον την αυθαίρετη κατασκευή, προξενήσας δια των παραλείψεων του την θανάτωση του εργάτου, κηρυχθείς ένοχος δια το αδίκημα της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας, τελεσθέν δια παραλείψεως δυνάμει της υπ’ αριθμ. 894/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος Ι. Τ. έδωσε εντολές δια την αλλαγή της τοποθεσίας του υπόστεγου και της κατασκευής του με σίδηρα αντί του υλικού μπετόν, ως αρχικώς είχε προβλεφθεί και επομένως είναι υπαίτιος (ως επίσης και η υπεργολάβος εταιρεία "Έργον ΕΠΕ", μη διάδικος η οποία δεν ανέθεσε την επίβλεψη του έργου σε ειδικευμένον μηχανικό, ως ώφειλε) της θανατώσεως του συγγενούς των εναγόντων.
Εκ των άνω αποδεικτικών μέσων δεν απεδείχθη ότι η εφεσίβλητη-εναγομένη Ζ. Τ. ευθύνεται δια το προπεριγραφόμενον ζημιογόνον γεγονός καθόσον τυπικώς ως συνιδιοκτήτρια του οικοπέδου αναφέρεται εις την αρχικώς εκδοθείσα κατόπιν μελέτης του εναγομένου μηχανικού, Κ. Μ. άδεια κατασκευής της αποθήκης με υλικό μπετόν και δεν είχε ως εκ τούτου υποχρέωση να λάβει μέτρα ασφαλείας δια την μεταλλική κατασκευή, δια την οποία έδωσε εντολή ο πρώτος εναγόμενος Ι.
Τ. εις την εναγομένη εταιρεία Τεχνοκατ, δευτέρα των εφεσίβλητων δια της υπ’ αριθμ. 12/2005 εφέσεως, η οποία όμως ανέθεσε την εκτέλεση του έργου εις την υπεργολάβον, ως άνω εταιρείαν "Έργον ΕΠΕ", η οποία δεν υπέκειτο εις τις εντολές και οδηγίες της εργοδότριας εταιρείας "Τεχνοκατ ΕΠΕ". Επίσης υπαιτιότητα δια το προπεριγραφόμενον ζημιογόνον γεγονός δεν έχει ο μηχανικός Μ.
Τ., δια τον οποίον εξ ουδενός στοιχείου εις την δικογραφίαν απεδείχθη ότι είχε την ιδιότητα του επιβλέποντος μηχανικού, αλλ’ ούτε και ο τέταρτος των εφεσίβλητων μηχανικός Κ. Μ. είναι υπαίτιος δια την θανάτωση του εργάτου, καθόσον, η εκδοθείσα αρχική άδεια δια την κατασκευή από μπετόν αποθήκης, με δική του μελέτη, τροποποιήθηκε κατά τα προδιαληφθέντα από τον ιδιοκτήτη του έργου-εκκαλούντα-εναγόμενον Ι.
Τ., ο οποίος έκτοτε ανέθεσε την κατασκευήν εις την "Τεχνοκατ ΕΠΕ"....". Ακολούθως το Εφετείο έκρινε ότι πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως προς τον πρώτον εναγόμενον, ιδιοκτήτη του έργου, όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιον Δικαστήριον, και απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις. Το Εφετείο κατά το μέρος που δέχθηκε με τις πιο πάνω παραδοχές του ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία "ΤΕΧΝΟΚΑΤ ΕΠΕ" είχε αναλάβει από τους κυρίους του έργου την εκτέλεση αυτού, ως εργολάβος, αλλά δεν θεμελιώνεται ευθύνη της εταιρείας αυτής για το ένδικο εργατικό ατύχημα, με την αιτιολογία ότι ανέθεσε την εκτέλεση του έργου στην υπεργολάβο εταιρείαν "Έργον ΕΠΕ", χωρίς όμως να διαφυλάξει για τον εαυτό της την ευθύνη εκτελέσεως του έργου, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 3,5 του Ν. 1396/1983 (αλλά και του Π.Δ. 778/1980).
Τούτο δε διότι, όπως και στη μείζονα σκέψη αναφέρθηκε, είναι και η εργολάβος υπεύθυνη του έργου, υποχρεωμένη στην τήρηση των καθοριζομένων μέτρων ασφαλείας και ευθύνεται για την μη τήρηση των μέτρων αυτών και την πρόκληση του εν λόγω εργατικού ατυχήματος, δεδομένου ότι οι πιο πάνω διατάξεις του Π.Δ. 778/1980 και του Ν. 1396/1983 είναι δημοσίας τάξεως και κάθε συμφωνία περί απαλλαγής από της ευθύνης των υπευθύνων για την τήρηση των καθοριζομένων από αυτές μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών είναι άκυρη (αρθρ. 174 Α.Κ.).
Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλουν την πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως, είναι βάσιμος. IV. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολ ΑΠ 42/2002).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία ως χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ’ αυτά εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.(ΑΠ 649/2009 κ.α.).
Στην προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της, το Εφετείο βεβαιώνει ότι, προκειμένου να καταλήξει στο πιο πάνω αναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά έγγραφα που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη της υπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα: 1) Αναφορικά με την υπαιτιότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης Ζ.
Τ., α) την από 12-4-1994 άδεια οικοδομής του Τμήματος Πολεοδομίας του Δήμου ... και β) το από 28-10- 1998 έγγραφο της ΔΕΗ ... . 2)Αναφορικά με την υπαιτιότητα της δεύτερης αναιρεσίβλητης ΤΕΧΝΟΚΑΤ ΕΠΕ τις καταθέσεις των Ι. Τ. και Ι. Μ. ενώπιον του Τριμελούς Πλημ-κείου ..., που περιέχονται στην 2026 & 2027/2001 απόφαση του. 3) Αναφορικά με την υπαιτιότητα του τρίτου αναιρεσίβλητου Μ.
Τ., α) την από 15-7-1996 κατάθεση του Ι. Τ. ενώπιον του Υπ/μου Δ. Τ., β)την κατάθεση του ίδιου ενώπιον του Τριμελούς Πλημ-κείου ... στις 12-11-2001 και γ) την κατάθεση του Ι. Μ. ενώπιον του ιδίου ποινικού Δικαστηρίου στις 12-11-2001, και 4) Αναφορικά με την υπαιτιότητα του τέταρτου αναιρεσίβλητου Κ. Μ., την κατάθεση του μάρτυρα Ι.
Τ. που εμπεριέχεται στην 2026/2001 απόφαση Τριμελούς Πλημ-κειου ... . Κατά συνέπεια, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναιρετικής αιτήσεως είναι αβάσιμος. Σημειώνεται, επιπλέον, ως προς τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες πιο πάνω με αρ. 2 αποδεικτικά μέσα, με τα οποία αποδεικνύεται, κατ’ αυτούς, η υπαιτιότητα της δεύτερης αναιρεσίβλητης "ΤΕΧΝΟΚΑΤ ΕΠΕ", διότι, σε αντίθεση με όσα δέχθηκε το Εφετείο, αυτή είχε την διεύθυνση και επίβλεψη του συγκεκριμένου έργου, ο εξεταζόμενος λόγος, ως προς την προβαλλόμενη αιτίαση, είναι και απαράδεκτος, καθόσον τα φερόμενα από τους αναιρεσείοντες προς απόδειξη πραγματικά γεγονότα, δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού, σύμφωνα με ίσα έγιναν ήδη δεκτά, κατά την εξέταση του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ουδεμία σημασία έχει για την ευθύνη της εργολάβου εταιρείας, αν αυτή είχε διατηρήσει δι’ εαυτήν το δικαίωμα εντολών και παροχής οδηγιών κατά την εκτέλεση του έργου από την υπεργολάβο "ΕΡΓΟΝ ΕΠΕ".
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείοντες με τον τρίτο από τη διάταξη αυτή αναιρετικό λόγο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι "στερείται παντελώς αιτιολογίας διότι χωρίς να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση της δέχεται ότι δεν υπάρχει σχέση πρόστησης μεταξύ των δύο εταιρειών (Τεχνοκάτ ΕΠΕ και ΕΡΓΟΝ ΕΠΕ) δηλ.
παραλείπει να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την εφαρμογή του νόμου και συγκεκριμένα από ποια συγκεκριμένα γεγονότα προκύπτει ότι η εταιρεία Τεχνοκάτ δεν είχε διατηρήσει δι’ εαυτήν το δικαίωμα εντολών και παροχής οδηγιών κατά την εκτέλεση του έργου από την υπεργολάβο ΕΡΓΟΝ ΕΠΕ, την τυχόν ύπαρξη μεταξύ τους σύμβασης έγγραφης ή μη και σχετικής ρήτρας δι’ απαλλαγή από την ευθύνη".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού η αναφερόμενη σ’ αυτόν πλημμέλεια δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης, αφού, όπως προαναφέρθηκε και σύμφωνα με ίσα έγιναν ήδη δεκτά κατά την εξέταση του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ουδεμία σημασία έχει για την ευθύνη της εργολάβου εταιρείας, 1ης αναιρεσίβλητης "ΤΕΧΝΟΚΑΤ ΕΠΕ", αν αυτή είχε διατηρήσει δι’ εαυτήν το δικαίωμα εντολών και παροχής οδηγιών κατά την εκτέλεση του έργου από την υπεργολάβο "ΕΡΓΟΝ ΕΠΕ".
VI. Κατόπιν αυτών, πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη (πέμπτη εναγόμενη) και παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς αυτήν για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Λάρισας, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν και καταδικασθεί η τελευταία (δεύτερη αναιρεσίβλητη), λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις (ΚΠολΔ 183). Αντίθετα, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση και καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α)
Αναιρεί την απόφαση 129/2008 του Εφετείου Λάρισας ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη (ΤΕΧΝΟΚΑΤ ΕΠΕ).
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση.
Καταδικάζει την εν λόγω αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Β) Απορρίπτει την ίδια αίτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο πόσο των χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ