Supreme Court dismisses bank's appeal in internal promotion dispute, upholding lower court's finding of unfairness.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding an employee's promotion. The bank argued the lower court failed to consider the internal committee's assessment of other candidates' qualifications. The court rejected this, stating the lower court properly evaluated evidence and that the committee's report was merely a subjective opinion rather than an objective fact.
Legislator headnote
AI generatedArticles 201 and 207 of the Civil Code; The employer's refusal to fulfill a conditional promotion agreement based on a clearly unjust subjective assessment constitutes bad faith, preventing the fulfillment of the suspensive condition.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 672 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 672/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κοντοβαζαινίτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κουτσούκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/4/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 627/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4729/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/5/2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 29/2/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 24/5/2011 αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 201 Α.Κ., αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματα της εξαρτήθηκαν από γεγονός μέλλον και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική) τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αιρέσεως), κατά δε το άρθρο 207 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωση την εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της.
Τέτοια, υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξία, στην οποία έχει εφαρμογή το άρθρο 201 Α.Κ., είναι και εκείνη με την οποία συμφωνείται μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού, η προαγωγή του τελευταίου, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη ή όργανα αυτού, πράγμα το οποίο συμβαίνει και όταν η προαγωγική εξέλιξη των υπαλλήλων προβλέπεται από Κανονισμό του εργοδότη που έχει συμβατική ισχύ.
Στην περίπτωση αυτή, παρακώλυση της πληρώσεως της αιρέσεως εναντίον της καλής πίστεως υπάρχει κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως και όταν ο εργοδότης ή όργανο του κρίνει ότι ο μισθωτός δεν έχει τις προϋποθέσεις που συμφωνήθηκαν για την προαγωγή, εφόσον η συγκεκριμένη αρνητική κρίση είναι καταφανώς, δηλαδή, κατ' αντικειμενική κρίση, άδικη και όχι όταν η κρίση αυτή θα μπορούσε, κατ' υποκειμενική εκτίμηση, να ήταν διαφορετική .Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας, που έχει συμβατική ισχύ, η προαγωγή των υπαλλήλων της από τον 3° βαθμό (του εντετελαμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου) στο 2° βαθμό (του Υποδιευθυντή) αποφασίζεται από το Γενικό Συμβούλιο αυτής, κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση, μετά γνώμη του Διοικητή, όταν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσεως, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας ενός έτους στον 3° βαθμό, γ) ύπαρξη προσόντων ανώτερης θέσεως, δ) επίδειξη εξαιρετική επιδόσεως, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας κατά την άσκηση της υπηρεσίας και ε) επίδειξη ικανότητας, συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού διαθεσίμων μέσων και προσωπικού κατά τρόπο αυξητικό του υπηρεσιακού έργου και της παραγωγικότητας των εργαζομένων.
Πέραν των προϋποθέσεων αυτών, με το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας, όπως τροποποιήθηκε με τις από 27/2/1987, 21/12/1990, και 29/8/1991 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου αυτής, από το έτος 1990 κι' εφεξής προβλέφθηκαν ως αξιολογικά στοιχεία για την προαγωγή στους ανωτέρους βαθμούς οι πρόσθετες γνώσεις και η ικανότητα εκτελέσεως εξειδικευμένων καθηκόντων, όπως η ικανότητα διεκπεραιώσεως συγχρόνων τραπεζικών εργασιών, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών, η ικανότητα χειρισμού θεμάτων νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής, λειτουργίας, εποπτείας και ελέγχου του πιστωτικού συστήματος, η γνώση και η ικανότητα ασκήσεως αποτελεσματικής διοικήσεως και βελτιώσεως των τρόπων διοικήσεως κ.λ.π.
Τέλος οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύονται, ο μεν πρώτος, εάν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα, στις 16/4/1976, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως υπάλληλος της, ύστερα από επιτυχία του σε σχετικό ειδικό διαγωνισμό και έκτοτε εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό και στο λογιστικό κλάδο.
Εξελίχθηκε υπηρεσιακώς μέχρι το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, στον οποίο προήχθη την 1/1/1997 και τον οποίο κατείχε μέχρι της συνταξιοδοτήσεως του (30/10/2006). Είναι πτυχιούχος του Μαθηματικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο στη Διοίκηση των Επιχειρήσεων της ΑΣΟΕΕ και μετεκπαιδεύτηκε στην ανάλυση συστημάτων και στον προγραμματισμό των Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, Γνωρίζει σε πολύ καλό επίπεδο την αγγλική και την ισπανική γλώσσα, μάλιστα δε την πρώτη χρησιμοποιεί ως γλώσσα εργασίας.
Ο αναιρεσίβλητος μέχρι το χρόνο των επιδίκων προαγωγών (1/5/2002 και 1/12/2003) υπηρέτησε στα εξής Τμήματα και άσκησε τα παρακάτω υπεύθυνα καθήκοντα: 1) Στο τμήμα Μηχανογράφησης, από 6/11/1986 με καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος Μηχανεπεξεργασίας (Εγκύκλιος 522/6/11/1986), 2) ως Τμηματάρχης- Προϊστάμενος Τμήματος Υποστήριξης Συστημάτων Η/Υ, από 26/5/1988 (Εγκύκλιος 445/-26/5/1988), 3) ως Προϊστάμενος Τμήματος Μηχανογραφικού Ελέγχου, από 1/9/1995 (Εγκύκλιος 480 /1/9/1995) και 4) ως Προϊστάμενος Τομέα Ανάπτυξης Πληροφοριακών Συστημάτων Α' της Διεύθυνσης Πληροφορικής και Οργάνωσης, από 8/2/2000).
Έχει παρακολουθήσει τα εξής είκοσι ένα (21) επιμορφωτικά σεμινάρια, εντός και εκτός του επιμορφωτικού κέντρου της εναγομένης τράπεζας: [ 1) Στατιστικαί Μέθοδοι (Ελληνική Μαθηματική Εταιρεία), (1996), 2) Προγραμματιστής G-58 της Σχολής Εφαρμογών Ηοneywell Bull (1971), 3) Προγραμματισμός σε γλώσσα Gobol (1971), 4) Μέθοδοι και Εφαρμογαί Προγραμματισμού (Ελληνική Μαθηματική Εταιρεία (1971), 5) Αριθμητική Ανάλυσις και Ηλεκτρονικοί Υπολογισταί (Ελληνική Μαθηματική Εταιρεία (1971), 6) Foundation of Performance and Capacity Planning (Λονδίνο 1984),7) Διοικητική Επιμόρφωση (Μanagement) (16 - 20/3/1987), 8) ΙΒΜ Software Fair (3-4/12/1987), 9) Σχεσιακές Βάσεις Δεδομένων (2-5/4/1990 και 27/1-3/2/1990),10) Διοικητική Επιμόρφωση - Εφαρμοσμένη Διοίκηση (10-14/6/1991), 11) Τεχνολογία και Εφαρμογές των Τοπικών Δικτύων (25 - 29/11/1991),12) Διοικητική Επιμόρφωση - Ευέλικτη Διοίκηση (2-4/12/1991) 13) Η Τράπεζα του 2000 (14/2/1994), 14) Παράγωγα Χρηματοπιστωτικά Προϊόντα (Derivatives) (14/5/1996), 15) Υοur Βusiness and Internet (29/6/1995), 17) O ρόλος της τεχνολογίας της Πληροφορικής στον Επιχειρηματικό Μετασχηματισμό των Τραπεζών (14- 15/12/1995), 18) Πληροφορικά Συστήματα (ΜΙS) (12 - 15 /11/1996), 19) Πληροφορικά Συστήματα (ΜΙS) (10/12/1996), 20) Αξιολόγηση προσωπικού (21-22/4/-1999 και 21) Αξιολόγηση Προσωπικού (10/11/1999).
Έχει συντάξει τις Μελέτες - Εκθέσεις, μέχρι το χρόνο των επίδικων προαγωγών: 1) Μελέτη Μηχανογραφήσεως των εργασιών του Τμήματος Δημοσίων Οργανισμών δι' εγκαταστάσεως τερματικών σταθμών (Ιούνιος 1976),που χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά από την εναγομένη, 2) Εκθεσις επί της εγκαταστάσεως τερματικών σταθμών και Μελέτη Προμήθειας Ηλ.
Υπολογιστών καθώς και αξιολόγηση των προτάσεων 6 εταιρειών για προμήθεια του λογισμικού και υλικού στα κεντρικά συστήματα Η/Υ (Αύγουστος 1976), 3) Δημόσιες Επενδύσεις με χρήση μηχανογραφικού συστήματος (Ιούνιος 1981), 4) Οn line Αγοραπωλησία Συναλλάγματος (6/9/1983), 5) Τεχνικά χαρακτηριστικά για την προμήθεια ενός μικροϋπολογιστή ΙΒΜ ΡC (1985), 6) Μελέτη - πρόταση εκσυγχρονισμού - ανανέωσης τερματικών μονάδων δικτύου τηλεπεξεργασίας (1989), 7) Μελέτη - πρόταση Τμήματος Μηχανογραφικών Ελέγχου (3/1/1996), 8) Πρόταση για την ασφαλή διακίνηση στοιχείων μεταξύ Κ/Κ και Μηχανογραφικού Κέντρου (1997), 9) Πρόταση για τη λειτουργία κάλυψης της Ανάγκης Εξυπηρέτησης των Χρηστών/Πελατών (1997), 10) Πρόταση για τις βασικές αρχές λειτουργίας του νέου συστήματος καταχώρισης και διόρθωσης εγγράφων (1998) και 11) Ενημερωτικό σημείωμα Λογαριασμού Κ.Α. 200 "Ε.
Δ. Συγκέντρωση Εισπράξεων και Πληρωμών"(1999). Συμμετείχε στις εξής ομάδες εργασίας της εναγομένης, μέχρι το χρόνο των επίδικων προαγωγών: 1) Ομάδα Εργασίας για τη σύνταξη εγκυκλίου για την εγκατάσταση και λειτουργία του Συστήματος Τηλεπεξεργασίας στο Τμήμα Δημοσίων Οργανισμών για την εκτέλεση οn line Ταμειακών Συναλλαγών (Εγκύκλιος 481/18/8/1977), 2) Ομάδα Εργασίας για την εκτίμηση των μελλοντικών της τράπεζα σε υπολογιστική ισχύ και τη διενέργεια διαγωνισμού για την επιλογή συγκροτήματος Η/Υ μεγαλύτερης ισχύος (1978), 3) Συμμετοχή σε ομάδα εργασίας για τη σύνταξη τεχνικών προδιαγραφών για τη διενέργεια διαγωνισμού απόκτησης νέου συστήματος Η/Υ και αξιολόγηση των προσφορών (1978), 4) Επικεφαλής Ομάδας Εργασίας για τη μηχανογραφική παρακολούθηση του λογιστηρίου, της αποθήκης και της κοστολόγησης του Ι.Ε.Τ.Α. (1983), 5) Επικεφαλής ομάδας εργασίας για την αντιμετώπιση του προβλήματος της καθυστερημένης αποστολής στο εξωτερικό των αγοραζομένων από την τράπεζα σε Συνάλλαγμα (1986), 6) Συμμετοχή σε ομάδα εργασίας για τη μελέτη Διασύνδεσης οn line των μικροϋπολογιστών των 27 Υποκαταστημάτων με το Κεντρικό Υπολογιστή της τράπεζας (1986), 7) Μέλος ομάδας εργασίας για τη συλλογή και επεξεργασία λογιστικών, στατιστικών και λοιπών στοιχείων για την πληροφόρηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (2000), 8) Συμμετοχή σε ομάδα εργασίας για το συντονισμό των ενεργειών αρμοδιότητας της Δ/νσης Νομισματικής Επιτροπής για την εφαρμογή του ευρώ (2000) και 9) Μέλος Ομάδας Εργασίας σχετικά με τη μετάπτωση του Συστήματος Συναλλαγών (2001).
Συμμετείχε σε είκοσι δύο (22) Επιτροπές της εναγομένης έως και το χρόνο των επίδικων προαγωγών. Πραγματοποίησε εισήγηση σε ένα (1) σεμινάριο εκπαίδευσης των υπαλλήλων της εναγομένης με θέμα "Νέο Σύστημα Συναλλαγών Συναλλάγματος". Ο ενάγων εκπροσώπησε την εναγομένη με τον τότε Υποδιευθυντή του Μηχανογραφικού Κέντρου Α.
Κ., στην εναρκτήρια συνάντηση συνεργασίας με τους εκπροσώπους του Διεθνούς Διατραπεζικού Οργανισμού SWIFT, εκπροσώπησε την εναγομένη, στη Διεθνή Έκθεση νέων Τεχνολογιών στο Αννόβερο (1986) Και στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας για την έγκριση δαπάνης εκσυγχρονισμού και ανανέωσης Κεντρικών Η/Υ και των τερματικών Μονάδων του Δικτύου Τηλεπεξεργασίας της Τράπεζας (1989),ήταν μέλος της Ομάδας της Εργασίας στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, εκπροσωπώντας την εναγομένη στην υλοποίηση του πιλοτικού προγράμματος για την εφαρμογή του ευρώ, στον προϋπολογισμό των Υπουργείων Γεωργίας - Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (1999),καθώς επίσης συμμετείχε στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 29 1412002 στο Μηχανογραφικό Κέντρο της εναγομένης, με θέμα την Εκκαθάριση και το Συμψηφισμό Συστημάτων Πληρωμών ΔΙΑΣ, μαζί με άλλους υπαλλήλους της εναγομένης.
Στις εκθέσεις αξιολόγησης για το έτος 1999 έλαβε 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός", ενώ για τα έτη 2000-2002 έλαβε 17 "εξαίρετος" και επιπλέον κρίθηκε ότι έχει δυνατότητες να ανταποκριθεί σε υψηλότερα καθήκοντα χωρίς πρόβλημα (για τα έτη 1999, 2000) και ότι έχει "αρίστη" προοπτική εξέλιξης (για τα έτη 2001 και 2002). Το έτος 2002 έγιναν κρίσεις για την προαγωγή Εντεταλμένων - Τμηματαρχών - Προϊσταμένων στο βαθμό του Υποδιευθυντή.
Με την 258/ 9/ 5/2001 πράξη του Διοικητή συστήθηκε προς τούτο Γνωμοδοτική Επιτροπή απαρτιζόμενη από διευθυντικά της στελέχη με τη συμμετοχή ενός εκπροσώπου του Συλλόγου των Υπαλλήλων, με έργο την αξιολόγηση των υπαλλήλων που συμπλήρωσαν μέχρι την 1 141 2001 τον απαιτούμενο χρόνο (ένα έτος) για την προαγωγή στο βαθμό του Υποδιευθυντή.
Ως κριτήρια αξιολόγησης ορίστηκαν : α) οι ικανότητες (γνώσεις γενικές και εξειδικευμένες, αντίληψη, κρίση, οργανωτικές ικανότητες, επικοινωνία), β) η απόδοση (ποιότητα εργασίας, ταχύτητα στην εκτέλεση της, σταθερότητα αποδόσεως, προσαρμοστικότητα), γ) η συμπεριφορά (προσωπικότητα, υπευθυνότητα, πρωτοβουλία, ικανότητα συνεργασίας), δ) οι διοικητικές ικανότητες (προγραμματισμός, οργάνωση, εποπτεία, επίλυση προβλημάτων, καθοδήγηση, δημιουργία στελεχών, βαθμός ανταπόκρισης σε υψηλότερα καθήκοντα).
Με βάση το άθροισμα των 4 ως άνω κριτηρίων (μέγιστο άθροισμα 400) έγινε η κατάταξη των κριθέντων κατ' απόλυτη αξιολογική σειρά .Οι προαχθέντες κατά τις κρίσεις αυτές υπάλληλοι, των οποίων τις περιπτώσεις επικαλείται προς σύγκριση ο ενάγων στην αγωγή του, έλαβαν την εξής βαθμολογία, καταταγέντες ως ακολούθως:
ο Χ. Β. 389,60 (6ος), η Ε. Β. 390, 20 (5η), ο Ι. Γ. 390, 80 (30ς), ο Λ. Λ. 384, 80 (9ος), ο Κ. Π. 387, 80 (80ς), ο Μ. Σ. 391,60 (10ς),ο Θ. Σ. 390,80 (4ος), ο Σ.-Μ. Γ. 391, 40 (2ος), ενώ ο ενάγων έλαβε 373,80 (23ος). Κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1/5/2002 για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του Υποδιευθυντή προήχθησαν δεκατρείς (13) υπάλληλοι της εναγομένης και παραλείφθηκε ο ενάγων, ενώ αντί αυτού προήχθησαν μεταξύ άλλων οι προτεινόμενοι προς σύγκριση και προαναφερθέντες ομοιόβαθμοι συνάδελφοι του.
Ειδικότερα: 1) ο Χ. Β. προσελήφθη στις 20/6/1974, ενταχθείς στο Λογιστικό Κλάδο και προαχθείς στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη- Προϊσταμένου την 1/7/1994. Είναι κάτοχος τριών πανεπιστημιακών τίτλων (των τμημάτων Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου και του τμήματος Δημόσιας Διοίκησης Επιχειρήσεων του Οικονομικού Πανεπιστημίου (πρώην ΑΣΟΕΕ), έχει παρακολουθήσει σεμινάριο αγγλικής (προχωρ. 4/12/1995).
Έχει παρακολουθήσει δώδεκα (12) σεμινάρια [Αγγλικών (1979 -1980), Πίστης (1979) Βασικές Αρχές Μanagement (1986), Το έργο των προϊσταμένων (1987), Γρήγορο Διάβασμα-μνήμη (1989), Νέοι Χρηματοδοτικοί Θεσμοί (1989), Εφαρμοσμένη Διοίκηση GRID (1990), Εισαγωγικό για την Γ.Ε.Τ. (1992), Αγγλικών (1994), Παραγώγων (Ιούνιο 1995), Αγγλικών (1995) και Ιηter Training Program (Ιούνιο 1996).
Συμ-μετείχε ως εισηγητής σε ένα (1) σεμινάριο των υπαλλήλων της εναγομένης, με θέμα " Εποπτεία Συνεταιριστικών Τραπεζών " (Ιούνιος 1999). Έχει απασχοληθεί σε μεγάλο αριθμό διαφορετικών υπηρεσιακών μονάδων της εναγομένης, ήτοι στο Τμήμα Προεξόφλησης και Πιστώσεων Κεντρικού Καταστήματος (από 21/6/1974) στο Τμήμα Ενέγγυων Πιστώσεων Δημοσίου (από 13/7Ι1981), στο Τμήμα Ενέγγυων Πιστώσεων Ιδιωτών (από 27/3/1986), στο οποίο υπηρέτησε ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος Υπηρεσίας από 13/10/1986, στο Τμήμα Λοιπών Ενέγγυων Πιστώσεων και Αξιών (από 4/2/1993), στο οποίο υπηρέτησε ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος και στον Τομέα Εποπτείας Λοιπών Πιστωτικών Ιδρυμάτων (από 24/1/1994).
Κατά το χρόνο των επίδικων προαγωγών υπηρετούσε στη Διεύθυνση Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών, ως Προϊστάμενος Τομέα Εποπτείας Συν. Τραπεζών (από 11/4/1996), με αρμοδιότητα την εποπτεία, καθοδήγηση και συντονισμό των Επιθεωρητών του Τομέα στο έργο τους. Κατά τις κρίσεις του έτους 1999 έλαβε 16 "εξαίρετος", με "άριστη" προοπτική εξέλιξης, 2) Η Ε.
Β. προσελήφθη την 1/11/1971 και προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη -Προϊσταμένου την 1/1/1997, είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1974) και κάτοχος ΜΒΑ (Βusiness Administration) από το πανεπιστήμιο της Ουαλίας (1999). Γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα,ως απόφοιτος σε μεταπτυχιακό επίπεδο Βρετανικού Πανεπιστημίου και πολύ καλά τη γερμανική (δίπλωμα Οberstufe), ενώ γνωρίζει σε καλό επίπεδο τη γαλλική (δίπλωμα Certificat).
Έχει παρακολουθήσει διάφορα σεμινάρια χρηματοοικονομικής και διοικητικής κατεύθυνσης, ήτοι : Εxaming Capital Market Instr. Γαλλικών, Εφαρμοσμένης Διοίκησης GRID, Διοικητικής Επιμόρφωσης Εισηγητών, Ροwerpoint, Νέων Χρηματοδοτήσεων - Διευκολύνσεων, Ιnternet και Βελτίωσης Ανθρωπίνων Σχέσεων, καθώς και σεμινάρια των Κεντρικών Τραπεζών Γερμανίας και Αγγλίας.
Έχει πραγματοποιήσει εισηγήσεις σε επιμορφωτικά σεμινάρια θεμάτων διοίκησης προσωπικού (Μεθόδου GRID), Οργανωτικής Δομής και Πολιτικού Προσωπικού στην αγγλική στα πλαίσια κοινοτικών προγραμμάτων. Συμμετείχε ως Εισηγήτρια στην Επιτροπή Επιμόρφωσης, ως μέλος ομάδας εργασίας για τις περιγραφές Θέσεων και Αξιολόγησης Θέσεων και ως Μέλος σε Επιτροπές Αξιολόγησης Προσφορών Αγοράς Εξοπλισμού.
Υπηρέτησε στο Γραφείο Επιμόρφωσης Προσωπικού (από 19/9/1979), στον Τομέα Προσωπικού, καθώς και στο Τμήμα Επιμόρφωσης Προσωπικού, με καθήκοντα Αναπληρώτριας Προϊσταμένης Τμήματος, από 23/2/1993, ενώ από το έτος 1995 έως το 2002 υπηρέτησε ως Προϊσταμένη Τμήματος Επιμόρφωσης Προσωπικού του Τμήματος Επιμόρφωσης Προσωπικού της Διεύθυνσης Διοικητικού.
Βαθμολογήθηκε με 17 "Εξαίρετη" τα έτη 1999 και 2000, με "άριστη" προοπτική εξέλιξης και κρίθηκε ότι " μπορεί να απασχοληθεί σε οποιοδήποτε έργο της ανατεθεί". 3) Ο Ι. Γ. προσελήφθη την 20/6/1974 και προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου την 1/7/1994 και είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και τελειόφοιτος του Τμήματος Οικονομικής Επιστήμης του ιδίου Πανεπιστημίου.
Γνωρίζει σε πολύ καλό επίπεδο την αγγλική. Έχει παρακολουθήσει είκοσι δύο (22) σεμινάρια [1) Ταχύρρυθμο σεμινάριο αγγλικής γλώσσας (1977- 1978), 2) 3 Σεμινάρια αγγλικής, 3) 2 Σεμινάρια Παραγώγων, 4) Σεμινάριο για το Κλαδικό Λογιστικό Σχέδιο Τραπεζών, 5) Σεμινάριο για στελέχη Τραπεζών, 6) Σεμινάριο Leasing, 7) Νέα Τραπεζικά Προϊόντα, 8) Συναλλάγματος (1981 - 1982), 9) Ελεγκτικής (1985), 10) Διεθνείς Συναλλαγές (1986), 11) Αρχές Λογιστικής - Στατιστικής - Αξιόγραφα (1987), 12) Επίκαιρα Προβλήματα Λογιστικής Οργάνωσης και Ανάλυσης (1987), 13) Έλεγχος Φερεγγυότητας Τραπεζών, 14) Νέοι Χρηματοδοτικοί Θεσμοί (1988), 15) Συναλλαγματικός Έλεγχος (1989),16) Αρχές Πληροφορικής (1990), 17) Πληροφορικής Framework (1992), 18) Αγορές Συναλλάγματος (1991), 19) Χρηματοδοτικοί Κίνδυνοι (1992), 20) Σεμινάριο των Cooper's και Lybrand στην αγγλική AUDIT AND SECURITY, 21) Νέα Χρηματοδοτικά Προϊόντα και 22) Ιηternational Training Program (Ιούνιος 1996)].
Συνέταξε τις εξής μελέτες - προτάσεις για την εναγομένη : 1) Πρόταση για την εφαρμογή Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου, 2) Πρόταση για την επεξεργασία των ισοζυγίων, που υποβάλλουν οι Τράπεζες στη Γ.Ε.Τ., στα πλαίσια άσκησης της Εποπτείας και 3) Ειδική Εργασία για το Ενιαίο Λογιστικό Σχέδιο Τραπεζών. Υπηρέτησε στο Τμήμα Ελέγχου Αναγκών (από 29 /3 /1976), στο Τμήμα Λογιστικής Μηχανογράφησης (από 17/3/1980), στο Τμήμα Ελέγχου Τραπεζών (από 3/11/1982),στο Τομέα Ελέγχου Εφαρμογών Νομισματικών και Πιστωτικών Κανόνων (από 1/11/1989), στον Τομέα Εποπτείας Λοιπών Πιστωτικών Ιδρυμάτων (από 18/2/1993) και στον Τομέα Εποπτείας Μεγάλων Εμπορικών Τραπεζών (Όμιλοι Ε.Τ.Ε.
Εμπορικής και Α.Τ.Ε.) της Γ.Ε.Τ. (από 3/4/1996), στο οποίο άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Τομέα από 11/4/1996 μέχρι το χρόνο των επίδικων προαγωγών. Η αξιολόγηση του για το έτος 1999 ήταν 16 "Εξαίρετος" και 1 " Πολύ καλός" και για το έτος 2000 17 "Εξαίρετος" με "σημαντική προοπτική εξέλιξης, λόγω της εμπειρίας του, της μεθοδικότητας στην οργάνωση των εργασιών και της εργατικότητας του", και με "πολύ καλή προοπτική εξέλιξης, δεδομένου ότι διαθέτει οργανωτικές ικανότητες, αξιόλογη εμπειρία τραπεζικών εργασιών και φιλοδοξία για διάκριση " (β' κριτής). 4) Ο Ν.
Δ. προσελήφθη από την εναγομένη στις 7/2/1972 και προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη την 1/7/1994 και είναι κάτοχος δύο πανεπιστημιακών πτυχίων, ήτοι του Τμήματος Οικονομικής Επιστήμης και του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Γνωρίζει σε καλό επίπεδο την αγγλική και έχει παρακολουθήσει έξι (6) επιμορφωτικά σεμινάρια [ Επικοινωνίας, Τραπεζικών Χρηματοοικονομικών, Αξιολόγησης Προσωπικού, Μanagement 2000-1", "Ευρώ-Εξελίξεις εισαγωγής του νέου νομίσματος", "ο ρόλος του manager"].
Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας στο Υποκατάστημα Καβάλας (από 478/1986), καθώς και στο Κεντρικό Κατάστημα, στις Διευθύνσεις Εμπορικών Συναλλαγών και Πιστώσεων. Κατά το χρόνο των επίδικων προαγωγών ήταν Διευθυντής Υποκαταστήματος Βόλου (από 30/12/-1994). Αξιολογήθηκε για τα έτη 1999 και 2000 με 17 "Εξαίρετος", με "άριστη" προοπτική εξέλιξης. 5) Ο Λ.
Λ. προσελήφθη στις 26 7/1974 και προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου την 1/7/1994 και είναι κάτοχος πτυχίου (Bachelor of Science), Πληροφορικής και Πανεπιστημίου του Western Ontario του Καναδά και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης (Master of Science), στην Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου La Verne Καναδά.
Γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική και έχει παρακολουθήσει διάφορα σεμινάρια, όπως Ενημερώσεως, Ελέγχου Μηχαν/νων Συστημάτων, "Θέματα Ευρωπαϊκής Ενοποίησης", Επιμόρφωσης Προσωπικού, Εσωτερικού Ελέγχου και Διαχείρισης Κινδύνων, Ανάπτυξης, Διαχείρισης και ποιότητας Λογισμικού και Συστημάτων ποιότητας ΙSΟ 9000 σε επιχορηγήσεις παροχής υπηρεσιών.
Πραγματοποίησε εισήγηση σε επιμορφωτικό σεμινάριο των υπαλλήλων της εναγομένης, με θέμα " Εσωτερικός Έλεγχος και Διαχείριση Κινδύνων", ενώ, περαιτέρω, συμμετείχε στην εκπόνηση προδιαγραφών για το έργο της ανάπτυξης auditing του Τομέα Εποπτείας. Συμμετείχε ως υπεύθυνος Ομάδας υλοποίησης έργου ανάπτυξης auditing, στην Επιτροπή Εσωτερικών Ελεγκτών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στην Επιτροπή Αξιολόγησης Στρ/κου Προγράμματος Πληροφορικής και στην Επιτροπή Αξιολόγησης Προσφορών έργου auditing.
Υπηρέτησε στο Τμήμα Μηχανογράφησης (από 28/6/1974), στο Τμήμα Προγραμματισμού (από 12/1/1984), στον Τομέα Ανάπτυξης και Υποστήριξης Μηχανικών Συστημάτων (από 7/2/1989), στο Τμήμα Ανάπτυξης και Υποστήριξης Πληροφοριακών Συστημάτων (από 14/4/1993), στο Τμήμα Στρατηγικού Σχεδιασμού και Αξιοποίησης Πληροφοριακών Συστημάτων, στο οποίο υπηρέτησε ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος, από 12/4/1994 και στον Τομέα Εποπτείας Ελέγχου και Συστημάτων Πληροφορικής της Διεύθυνσης Εσωτερικής Επιθεώρησης, ως Προϊστάμενος Τομέα από 22/8/1997), μέχρι το χρόνο των επίδικων προαγωγών .Βαθμολογήθηκε με 17 "Εξαίρετος" για το έτος 1999 και κρίθηκε ότι είναι "εξαιρετικά ικανό άτομο, με σημαντική ευοίωνη εξέλιξη που πρέπει να αξιοποιηθεί από την Τράπεζα".
Για το έτος 2000 δεν υπάρχει έκθεση αξιολόγησης του ως άνω υπαλλήλου, λόγω ασκήσεως από αυτόν καθηκόντων Υποδιευθυντή. 6) Ο Κ. Π. προσελήφθη την 5/10/1970 και προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου την 1/1/1997 και είναι πτυχιούχος Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πειραιώς (1980).
Γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική και δεν προκύπτει η συμμετοχή του σε επιμορφωτικά σεμινάρια. Συμμετείχε ως μέλος σε διάφορες Επιτροπές, ήτοι : 1)Επιτροπή Οργάνωσης, 2) Επιτροπή Κατανομής Χώρου, 3) Επιτροπή για την Ανάπτυξη Κέντρων Διαλογής και Καταμέτρησης, 4) Επιτροπή Σύνταξης Νέου Λογιστικού Σχεδίου, 5) Επιτροπή Σύνταξης Νέου Λογιστικού Σχεδίου, 6) Επιτροπή Διαπραγμάτευσης με Ε.Τ.Ε.
για τους όρους σύμβασης τήρησης του Ταμειακού Αποθέματος της Τ.τ.Ε. και Ασφάλισης του Ταμειακού Αποθέματος, 7) Επιτροπή Διαχείρισης Έργου Ανάπτυξης Ν.Λ.Σ. και 8) Επιτροπή για την κατάρτιση προδιαγραφών προμήθειας μηχανών διαλογής ελέγχου γνησιότητας και καταμέτρησης τραπεζογραμματίων. Υπηρέτησε στο Τμήμα Οργάνωσης (από 21/2/1976), στο οποίο άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος από 13/9/1993, ενώ κατά το χρόνο των επίδικων προαγωγών ήταν Προϊστάμενος Τομέα Οργάνωσης και Πρόγραμμα (1993), 7) Εξειδικευμένη Τραπεζική Ελεγκτική (1994), 8) Εσωτερικός Έλεγχος (1997), 9) Εξειδικευμένη Τραπεζική Ελεγκτική και Λειτουργία Τμήματος Συναλλάγματος (1997), 10) Γενική Τραπεζική Ελεγκτική (1997) 11) Πανευρωπαϊκή Συνδιάσκεψη Ινστιτούτων Εσωτερικού Ελέγχου (1998) 12) Έλεγχος Μηχανογραφικών Συστημάτων (1999), 13) Εσωτερικός έλεγχος και Διαχείριση Κινδύνων (1999) και 14) Αξιολόγηση Προσωπικού (1999).
Συμμετείχε στις εξής Επιτροπές και Ομάδες : 1) Για καθιέρωση συστήματος Διοικητικής Λογιστικής, με σκοπό την πληροφόρηση της Διοίκησης σε θέματα εσόδων - εξόδων κατά Υπηρεσιακή Μονάδα (1992). 2) Για προσδιορισμό του απαιτούμενου προσωπικού στις Υπηρεσιακές Μονάδες της Διεύθυνσης Ταμείων (1993) και 3)Για τη μελέτη των υπερβάσεων των ορίων των εβδομαδιαίων αναλήψεων από τα Ταμειακά Αποθέματα της Ε.Τ.Ε. (1994).
Υπηρέτησε στο Τμήμα Ενέγγυων Πιστώσεων Δημοσίου (από 11/8/1972) και στο Τμήμα Επιθεώρησης Υποκαταστημάτων (από 1/12/1982) ενώ κατά το χρόνο των επίδικων προαγωγών υπηρετούσε, από 3/7/1991, ως Επιθεωρητής Α' Προϊστάμενος Κλιμακίων Επιθεώρησης του Τμήματος Επιθεώρησης Περιφερειακών Μονάδων της Δ/νσης Εσωτερικής Επιθεώρησης.
Βαθμολογήθηκε με 17 "Εξαίρετος" για τα έτη 1999 και 2000, ενώ δεν βαθμολογήθηκε ως προς τις διοικητικές ικανότητες του με τη αιτιολογία ότι "ο κρινόμενος, αν και δεν κατέχει θέση ευθύνης, εντούτοις λόγω των καθηκόντων του, που απορρέουν από τον Κανονισμό της Διεύθυνσης μας και από τις απαιτήσεις της εξαιρετικά δυσχερούς εργασίας του, ενεργεί ως επικεφαλής κλιμακίου κατά τη διενέργεια επιθεωρήσεων και ειδικών ερευνών, από θέση ευθύνης και επιδεικνύει διοικητικές ικανότητες εξαιρετικού επιπέδου", κρίθηκε δε ότι "πληροί άριστα όλες τις προϋποθέσεις για εξέλιξη σε ανώτερες βαθμίδες της ιεραρχίας της Τράπεζας". 8) Ο Θ.
Σ. προσελήφθη στις 6/10/1971 και προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου -Προϊσταμένου την 1/12/1992 και είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων του Οικονομικού Πανεπιστημίου Πειραιώς. Γνωρίζει καλά την αγγλική και μέτρια τη γαλλική. Παρακολούθησε σεμινάρια Συναλλάγματος και Ξένων Γλωσσών (αγγλικών).
Πραγματοποίησε μία Εισήγηση για τη Σύνταξη Κανονισμού του Τμήματος Εξαγωγών και συμμετείχε στην Επιτροπή Ρυθμίσεως θεμάτων Εισαγωγής, στην Επιτροπή Ελέγχου Συναλλάγματος Εξαγωγών και στο Συμβούλιο Εξαγωγών. Υπηρέτησε στο Τμήμα Ειδικών Λογαριασμών Εξωτερικού (από 12/11/1974), ήταν αποσπασμένος στο Σύλλογο Υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδος (από 18/11/1985) υπηρέτησε στο Τμήμα Εξαγωγών (από 3/1/1994), στο οποίο άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος, από 3 /1/1994 .
Κατά το χρόνο των επίδικων προαγωγών ήταν Προϊστάμενος Τμήματος Εξαγωγών της Διεύθυνσης Διεθνών Συναλλαγών (από 5/1/1994). Αξιολογήθηκε για τα έτη 1999 και 2000 με 17 "Εξαίρετος", κρίθηκε δε ότι "δύναται να ανταποκριθεί με εξαιρετική επιτυχία σε υψηλότερα καθήκοντα" και 9) Ο Σ.-Μ. Γ., ο οποίος προσελήφθη στις 14/2/1972 και προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου την 1I7/1994, είναι πτυχιούχος του Οικονομικού πανεπιστημίου Πειραιώς.
Γνωρίζει την αγγλική σε καλό, πιστοποιημένο επίπεδο (είναι κάτοχος του First Certificate in English". Παρακολούθησε τα εξής σεμινάρια: Οργάνωση Εργασίας, Διοικητική Επιμόρφωση, Εκπαίδευση Εισηγητών, Εφαρμοσμένη Διοίκηση GRID, Βασικές Χρηματοδοτικές Έννοιες, Σύγχρονες Τραπεζικές Εργασίες, Αγορές Χρήματος Κεφαλαίων, Χρηματοδοτικά Προϊόντα, Διοίκηση Προσωπικού, Οργάνωση Αξιολόγηση Προσωπικού και Εξειδικευμένη Τραπεζική Ελεγκτική (ΕΕΤ).
Πραγματοποίησε εισηγήσεις σε επιμορφωτικά σεμινάρια Εσωτερικού Ελέγχου, Ελέγχου και Επιθεώρησης Πρακτορείων -Ενιαία τακτική Ελέγχου Διαχειρίσεων ΚΚ, ενώ συμμετείχε στη σύνταξη Οδηγού Τήρησης Λογαριασμών Τάξεως και Μνημονίου Γενικών Αρχών Λειτουργίας ταμειακού Συστήματος Εσωτερικών Ελέγχων. Συμμετείχε σε ομάδες εργασίας και στη σύνταξη του Σχεδίου λειτουργίας Τμήματος Ταμειακών Συναλλαγών (για το οποίο έλαβε υπηρεσιακό έπαινο).
Υπηρέτησε σε διάφορες Διευθύνσεις της εναγομένης και συγκεκριμένα στο Τμήμα Ταμειακών Συναλλαγών (από 21/10/1971) στο Τμήμα Αποθεματικών και Εφοδιασμού (από 21/3/1986) στο οποίο άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος (από 31/5/1988) και Προϊσταμένου Υπηρεσίας και στον Τομέα Επιθεώρησης Κεντρικών Μονάδων (από 21 /3/1994) όπου άσκησε καθήκοντα Επιθεωρητή Β', Α' και Επικεφαλής Κλιμακίου Επιθεώρησης και Περιφερειακών Μονάδων.
Κατά το χρόνο των επίδικων προαγωγών ήταν Προϊστάμενος Τμήματος Ελέγχου Διαχειρίσεων Κεντρικού καταστήματος της Δ/νσης Επιθεώρησης (από 15/3/1996). Στις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 1999 και 2000 είχε λάβει 17 "εξαίρετος" και κρίθηκε ότι "πληροί άριστα όλες τις προϋποθέσεις για εξέλιξη του σε ανώτερες βαθμίδες της ιεραρχίας της Τράπεζας".
Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι από τη σύγκριση των προσόντων του ενάγοντος με τα αντίστοιχα προσόντα των ανωτέρω συναδέλφων του και τη συνολική εκτίμηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων τους προέκυψε, ότι ο ενάγων υπερέχει της δεύτερης, τρίτου, πέμπτου, έκτου, έβδομου και όγδοου αυτών, ως προς τον αριθμό του τίτλου σπουδών (ο ενάγων είναι κάτοχος τριών τίτλων, ενώ αυτοί δύο, δύο, δύο, ενός, ενός και ενός αντίστοιχα), ο αριθμός των οποίων (τίτλος σπουδών) εκφράζει όχι μόνο το μορφωτικό επίπεδο του κατόχου τους (ενάγοντος), απ' εκείνο των συγκρινόμενων, αλλά και την ύπαρξη ουσιαστικών προσόντων σ' αυτόν που δικαιολογεί την μετέπειτα απρόσκοπτη προαγωγική του εξέλιξη και την κατοχή υπεύθυνων υψηλών θέσεων και την απορρέουσα εκ τούτου ικανότητα του σε επιτελικό βαθμό.
Υπερέχει όλων των συγκρινόμενων και προαχθέντων συναδέλφων του, εκτός του τρίτου αυτών, που είναι ισάξιος ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (ο ενάγων έχει παρακολουθήσει 21 σεμινάρια, ενώ αυτοί 11, 8, 0, 14 και 1 αντίστοιχα), ενώ είναι ισοδύναμοι ως προς την βαθμολογία. Υπάρχει εικόνα υπηρεσιακής ισοδυναμίας ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, τον κατεχόμενο βαθμό ως προς τους 2η, 6° και 7°, ενώ υστερεί ως προς τους 3°, 5° και 8° κατά δύο, δύο και τέσσερα έτη αντίστοιχα.
Επιπλέον υπερέχει όλων των συγκρινόμενων, πλην της 2ης (που γνωρίζει τρεις γλώσσες) ως προς τον αριθμό γνώσης ξένων γλωσσών (ο ενάγων δύο ξένες γλώσσες, ενώ ο 3ος, ο 5ος, ο 6ος και ο 7ος μόνο την αγγλική, ο δε 8ος είναι ισάξιος με τον ενάγοντα .0 ενάγων υστερούσε των συγκρινόμενων ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά πέντε, τρία, τρία, έξι, τέσσερα και πέντε έτη αντίστοιχα.
Ως προς το κυριότερο όμως αξιολογικό προσόν της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, ο ενάγων υπερέχει έναντι όλων των συγκρινόμενων κατά επτά, δέκα, οκτώ, επτά, πέντε και οκτώ, έτη αντίστοιχα, διότι πέραν του ότι ανέλαβε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου από 6/11/1986, ο ίδιος από της προσλήψεως του (16/4/1976) με το ευρύ φάσμα των γνώσεων του στα μαθηματικά, τη Στατιστική, την Πληροφορική και τα οικονομικά και με την εκπόνηση της σωρείας των μελετών του σχετικά με τις μεθόδους τηλεπεξεργασίας, καθόρισε σταδιακά αλλά αποφασιστικά, κατά την υπηρεσιακή του εξέλιξη στην Τράπεζα, την ανάπτυξη των προγραμμάτων Η/Υ, την εκπαίδευση Των χρηστών και τελικά έτσι υλοποιήθηκε το πρώτο πιλοτικό Σύστημα Τηλεπεξεργασίας Συναλλαγών στο Τμήμα Δημοσίων Οργανισμών, που αφορούσε τόνο την εναγομένη με τα 27 Υποκαταστήματα και τα 67 πρακτορεία της, όσο και το συντονισμό και εποπτεία των βασικών τμημάτων της Δ/νσης Πληροφορικής της εναγομένης, δηλαδή των Μηχανογραφικών Εφαρμογών τραπεζικών εργασιών και την Ανάπτυξη και Υποστήριξη Εφαρμογών Νομισματικής Πολιτικής και Συστημάτων Πληρωμών.
Η υπεροχή αυτή του ενάγοντος ως προς το ουσιαστικό προσόν της ασκήσεως υπεύθυνων καθηκόντων υπό την έννοια της συναρτώμενης προς αυτά γνώσεως του όλου αντικειμένου των εργασιών της εναγομένης Τράπεζας προκύπτει και από το ότι αυτός είχε την ευθύνη για την παρακολούθηση του Λογισμικού Σχεδίου της Τράπεζας καθώς και την επιλογή των μεθόδων στατιστικής ανάλυσης του παραπάνω σχεδίου, εκπροσωπώντας πολλές φορές την εναγομένη στο Διεθνές Διατραπεζικό Οργανισμό SWIFT, στις Μηχανογραφικές Εγκαταστάσεις των Κεντρικών Τραπεζών SOCIETE GENERAL DE BANQUE (Βρυξέλλες) και ΒΑΝCA D ' ΙΤΑLΙΑ (Ρώμη), στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας (για την ανανέωση των Κεντρικών Η/Υ και των Τερματικών Μονάδων Τηλεπεξεργασίας) και στο Υπουργείο Γεωργίας - Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (σε θέματα Λογιστικής) γεγονότα που υποδηλώνουν την ευρύτητα των γνώσεων του ενάγοντος ως προς το αντικείμενο όλων των τραπεζικών εργασιών και Επιχειρηματικών εργασιών των συνδεομένων ως προς τις τελευταίες με τις προϋποθέσεις της Πληροφορικής - λογιστικής και Οργάνωσης.
Αντιθέτως οι με αυτόν συγκρινόμενοι (2η, 3ος, 5ος, 6ος, 7ος και 8ος) ανέλαβαν καθήκοντα και εξελίχθηκαν σε αναπληρωτές προϊσταμένους τμήματος ή και σε-προϊσταμένους τμήματος σε συγκεκριμένες υπηρεσιακές λειτουργίες της εναγομένης Τράπεζας, στις οποίες και υπηρέτησαν συνεχώς. Δέχεται ακολούθως το Εφετείο ότι το μοναδικό στοιχείο υπεροχής των συγκρινόμενων έναντι του ενάγοντος είναι εκείνο της υπεροχής ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, το οποίο, πέραν του ότι δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο αλλά έχει περιορισμένη σημασία για τις κατ' απόλυτη εκλογή προαγωγές, όπως στην προκείμενη περίπτωση, που απαιτεί εξ ορισμού επιλογή με ποιοτικές αξιολογήσεις των ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων και χωρίς δέσμευση από τη σειρά αρχαιότητας, αντισταθμίζεται και εξισορροπείται από την υπεροχή του ενάγοντος έναντι αυτών ως προς το χρόνο ανάληψης θέσης διαβάθμισης και το πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων με απόλυτη επιτυχία και εύστοχες υπηρεσιακές ενέργειες σε νευραλγικής σημασίας υπηρεσίες και τομείς της εναγομένης Τράπεζας, αφού, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η προαγωγή του νεότερου υπαλλήλου σ' ανώτερο βαθμό και η ανάθεση σ' αυτόν ουσιαστικών καθηκόντων, καταδεικνύει ακριβώς την υπεροχή αυτή, λόγω της εργατικότητας και επαγγελματικής αποτελεσματικότητας του στην άσκηση αυτών.
Καταλήγει δε το Εφετείο ότι ενόψει των προαναφερθέντων, ότι ο ενάγων υπερείχε καταφανώς έναντι των δεύτερης (Ε. Β.), τρίτου (Ι. Γ.), πέμπτου (Λ. Λ.), έκτου (Κ. Π.), έβδομου (Μ. Σ.) και όγδοου (Θ. Σ.) προτεινομένων προς σύγκριση και προαχθέντων αντί αυτού ομοιόβαθμων συναδέλφων του, η κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1/5/2002 παράλειψη της προαγωγής αυτού στο βαθμό του Υποδιευθυντή και η αντ' αυτού προαγωγή εκείνων στον εν λόγω βαθμό συνιστά παραβίαση, εναντίον των αρχών της καλής πίστεως, εκ μέρους της εναγομένης Τράπεζας της πληρώσεως της αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του ενάγοντος σύμφωνα με τις διατάξεις του Οργανισμού του προσωπικού της και η σχετική κρίση του Γενικού Συμβουλίου, ως αρμόδιου προαγωγικού οργάνου της, παρίσταται κατάφωρα άδικη.
Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα αντίθετα, δέχθηκε, εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι ο ενάγων έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1/5/2002 . Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 201 και 207 Α.Κ., καθόσον α) με βάση τα προεκτεθέντα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσίβλητου και των ανωτέρω προαχθέντων ομοιόβαθμων συναδέλφων του προέκυπτε κατάδηλη υπεροχή αυτού έναντι εκείνων και η κρίση του αρμοδίου προς προαγωγή οργάνου της αναιρεσείουσας είναι κατάφωρα άδικη και θεωρείται ότι πληρώθηκε η αίρεση υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του αναιρεσίβλητου και β) οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως προς τα περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα περιστατικά που συνιστούν κατάδηλη υπεροχή του αναιρεσίβλητου έναντι των προαχθέντων συναδέλφων του, είναι σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και καλύπτουν πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της .
Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ. Δ. είναι αβάσιμοι.
Επειδή, όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338 και 346 του Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρεώσεως του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν καταλείπονται αμφιβολίες για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Δεν θεμελιώνει όμως το λόγο αυτό η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει ρητά στην απόφαση του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα απ' αυτά.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προεκτίμηση των υπηρεσιακών προσόντων των υποψηφίων προς προαγωγή από τη γνωμοδοτική Επιτροπή. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από τη γενική βεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το παραπάνω έγγραφο, για το οποίο μάλιστα γίνεται ρητή μνεία, με την αναφορά ότι η γνωμοδότηση της αρμόδιας Επιτροπής για την κατ' αρχήν αξιολόγηση των υποψηφίων προς προαγωγή στο βαθμό του Υποδιευθυντή, στην οποία διαλαμβάνονται ευμενέστερες κρίσεις ως προς τους προαχθέντες έναντι της αντίστοιχης κρίσεως για τον ενάγοντα, αποσκοπεί να προπαρασκευάσει και να διευκολύνει την κρίση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης και δεν υποκαθιστά, ούτε δεσμεύει την κρίση του Συμβουλίου, καθώς επίσης δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των στοιχείων του άρθρου 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεων των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας και δεν αποτελεί αντικειμενικό δεδομένο αλλά προϊόν υποκειμενικής κρίσεως της Επιτροπής που εντάσσεται στην όλη διαδικασία των προαγωγών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24/5/2011 αίτηση για αναίρεση της 4729/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ