Legislator Case Law & Legislation
672/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court properly evaluated evidence and provided sufficient reasoning.

Case Number 672/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued that the lower court failed to provide adequate reasoning and contained contradictions regarding specific factual findings, while the appellee contended the court correctly assessed witness testimonies and documents. The court ruled that the lower court's evaluation of evidence and its reasoning regarding the disputed facts were not subject to review, thereby rejecting the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 10, 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews cassation grounds only if the lower court's reasoning is insufficient or contradictory regarding independent legal claims, not merely regarding the evaluation and weighing of evidence.

Keywords

AI generated
cassation appeal evaluation of evidence insufficient reasoning contradictory findings Code of Civil Procedure review of facts legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Art. 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 10 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 672 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 672/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Μακρυγιάννη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Γκούσκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Φεβρουαρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4638/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1643/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29 Αυγούστου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 2 Φεβρουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 1060/29.8.2008 αιτήσεως για αναίρεση της 1643/26.3.2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 1060/29-8-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1643/26-3-2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 30595/1606/28.2.2005 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, απορρέουσα από τη συσταθείσα μεταξύ των διαδίκων άφανη εταιρεία.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, η 4638/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 3457/19.4.2007 εφέσεως του εναγομένου, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 1643/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά μερική παραδοχή της αγωγής, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους: "Στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίες διαλαμβάνονται στα, μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους, ταυτάριθμα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθώς και από όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα των διαδίκων, τα οποία χρησιμεύουν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά:

Οι διάδικοι είναι γεωλόγοι και αναλαμβάνουν να εκτελέσουν γεωτρήσεις στο πλαίσιο δημοσίων, δημοτικών ή ιδιωτικών τεχνικών έργων. Με βάση το από 4-2-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίσθηκε μεταξύ του εναγομένου και του Δήμου ..., ο εναγόμενος με την ιδιότητα του, του γεωλόγου και εργολήπτη δημοσίων έργων, ανέλαβε να προβεί σε γεωλογική μελέτη και έρευνα για τον εντοπισμό υπογείων αποθεμάτων νερού και την κατασκευή γεώτρησης άντλησης νερού προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες σε πόσιμο νερό των πολιτών του άνω Δήμου.

Με το συμφωνητικό αυτό συμφωνήθηκε ότι ο εναγόμενος θα λάβει εργολαβική αμοιβή μόνο στην περίπτωση που μετά τις μελέτες και εργασίες του θα ανευρισκόταν η συμφωνηθείσα ποσότητα νερού και ειδικότερα συμφωνήθηκε ότι στην περίπτωση ανευρέσεως νερού ποσότητας 3.000 κυβικών μέτρων ανά 24ωρο, θα ελάμβανε ως αμοιβή 30.000.000 δρχ., από την οποία ο εναγόμενος θα εισέπραττε το 70% άμεσα μετά την κατασκευή της γεώτρησης, τη δοκιμαστική άντληση, τη μέτρηση της ποσότητας και τον έλεγχο της ποιότητας του νερού, το δε υπόλοιπο ποσό του 30% μετά την παρέλευση έτους και εφόσον διαπιστωθεί με την μόνιμη εγκατάσταση αντλήσεως ότι η απόδοση της γεώτρησης είναι σταθερή και αναλλοίωτη.

Επειδή ο εναγόμενος δεν, διέθετε τα απαραίτητα μηχανήματα και τον εξοπλισμό για την εκτέλεση του εν λόγω έργου, συνέπραξε με τον ενάγοντα αμέσως μετά την κατάρτιση του προαναφερόμενου συμφωνητικού ήτοι στις αρχές του Φεβρουαρίου του 1994, με το οποίο συμφώνησε προφορικά να προβούν στην εκτέλεση του έργου από κοινού.

Ειδικότερα οι διάδικοι συμφώνησαν προφορικά ότι ο μεν εναγόμενος θα προέβαινε στη μελέτη του έργου και θα υποδείκνυε στον ενάγοντα τη θέση όπου θα γινόταν η γεώτρηση, ο δε ενάγων θα κατασκεύαζε τη γεώτρηση με τα μηχανήματα και τον εν γένει εξοπλισμό που διέθετε. Εάν ανευρισκόταν νερό στις συμφωνηθείσες με το Δήμο ...

ποσότητες, αφού αφαιρούντο οι δαπάνες εκτέλεσης του έργου, θα κατανέμενε την καταβληθείσα εκ μέρους του Δήμου αμοιβή δια δύο. Συγκεκριμένα για τη δαπάνη εκτελέσεως έργου οι διάδικοι υπέγραψαν το από Απριλίου 1994 χειρόγραφο έγγραφο που προσκομίζεται μετ' επικλήσεως, κατά το οποίο, υπολόγισαν τη δαπάνη ως εξής: 1η γεώτρηση με διάτρηση 8 1/2 χιλ. 200 μέτρα επί 6.000 δρχ.

ίσον 1.200.000 δρχ., 2η γεώτρηση με διάτρηση 8 1/2 χιλ. 350 μέτρα επί 6.000 δρχ. ίσον 2.100.000 δρχ., διεύρυνση σε 15 1/2 χιλ. 25 μέτρα επί 8.000 ίσον 200.000 δρχ., διεύρυνση σε 12 Χ/2 χιλ. 325 μέτρα επί 5.000 ίσον 1.625.000 δρχ. και σωλήνες 13 χιλ. 24 μέτρα επί 7.000 δρχ. ίσον 168.000 δρχ. Ήτοι σύνολο δαπάνης 5.293.000 δρχ. (2.100.000 + 200.000 + 1.625.000 + 168.000). Σε εκτέλεση της άνω συμφωνίας έγιναν δύο γεωτρήσεις, η πρώτη σε βάθος 200 μέτρων και με διάτρηση 8 1/2 χιλ.

δεν είχε αποτέλεσμα. Η δεύτερη γεώτρηση που έγινε σε νέα υποδειχθείσα από τον εναγόμενο θέση σε βάθος 350 μέτρων απέδωσε νερό σε ποσότητα 3.000 κυβικών μέτρων ανά 24ωρο, κατάλληλο για την κάλυψη των αναγκών του άνω Δήμου σε πόσιμο νερό. Δηλαδή επετεύχθη ο σκοπός και κατά τις άνω διαφορετικές, αλλά παράλληλες συμφωνίες, δημιουργήθηκε ο λόγος να οφείλεται, τόσον η εργολαβική αμοιβή από πλευράς Δήμου ...προς τον εναγόμενο, όσο και η διανομή κερδών από πλευράς εναγομένου προς τον ενάγοντα.

Διότι κατά τα παραπάνω και σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγούνται, οι διάδικοι συνέπραξαν υπό τη μορφή της αφανούς εταιρείας, η οποία συνίσταται και ατύπως εκ μόνου του γεγονότος της συμμετοχής, με αφανή εταίρο τον ενάγοντα και εμφανή εταίρο τον εναγόμενο, αφού στους διαδίκους υπήρξε πρόθεση ισότιμης εταιρικής συνεργασίας, επιδίωξη κοινού σκοπού και ανάληψη κοινού κινδύνου, μάλιστα ο χαρακτηρισμός αυτός περί λειτουργίας αφανούς εταιρείας μεταξύ των διαδίκων γίνεται από το δικαστήριο χωρίς αυτό να δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.

Τα παραπάνω περιστατικά που αποδείχθηκαν ενισχύονται από τα μεταγενέστερα γεγονότα που συνέβησαν. Ειδικότερα, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι στις 15-4-1994 ο άνω Δήμος κατέβαλε στον εναγόμενο μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής από 1.180.000 δρχ., από τις οποίες ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα 405.000 δρχ.

έναντι του κόστους των δαπανών για τις εργασίες της γεώτρησης (βλ. από 14-9-1994 απόδειξη εισπράξεως), ώστε ο εναγόμενος να οφείλει στον ενάγοντα για αυτές τις δαπάνες 4.888.000 δρχ. (5.293.000 μείον 405.000) ή 14.344,82 ΕΥΡΩ, ενώ ο Δήμος αρνήθηκε να καταβάλει και το υπόλοιπο από τη συμφωνηθείσα συνολική αμοιβή των 30.000.000 δρχ.

Με κοινή συμφωνία των διαδίκων αποφασίστηκε η άσκηση αγωγής εναντίον του άνω Δήμου. Καταρχάς εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1870/1997 αναγνωριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του Δήμου ... να καταβάλει στον εναγόμενο 28.820.000 δρχ. για την εκτέλεση του αναφερόμενου έργου, στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3979/2003 απόφαση του ιδίου άνω δικαστηρίου με την οποία ο Δήμος ...

υποχρεώθηκε να καταβάλει στον εναγόμενο 28.820.000 δρχ. ή 84.578,13 ΕΥΡΩ, απόφαση η οποία κατέστη αμετάκλητη. Για τη δίκη εκείνη, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από 15-2-2001 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, προκύπτει ότι ο ενάγων κατέβαλε στη δικηγόρο του εναγομένου, ..., και για λογαριασμό του τελευταίου, για δικαστικά έξοδα και αμοιβή, 425.000 δρχ., γεγονός που είναι ενδεικτικό του ενδιαφέροντος που εκδήλωσε ο ενάγων, ο οποίος δεν ήταν διάδικος στη δίκη εκείνη και συντείνει στην απόδειξη περί καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων εταιρικής σχέσης και λειτουργίας αφανούς εταιρείας.

Εξάλλου, σαφής περί αυτού είναι και η κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ..., συνεργάτη του ενάγοντος και επιβλέποντος του έργου, ο οποίος έχοντας ιδία αντίληψη, αφού ήταν παρών κατά την κατάρτιση της ένδικης συμφωνίας, κατέθεσε περί των όρων αυτής και ότι οι διάδικοι ανέλαβαν από κοινού τον κίνδυνο, αναφορικά με την εύρεση ή όχι νερού.

Η κατάθεση αυτή δεν αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρα του εναγομένου, συζύγου του, στο ίδιο ακροατήριο, δεδομένου ότι αυτή που δεν ήταν παρούσα κατά τη συμφωνία, δεν έχει ίδια αντίληψη των συμφωνηθέντων, συνεπώς όσα αντίθετα καταθέτει δεν κρίνονται πειστικά. Κατόπιν αυτών, δεν είναι βάσιμοι οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι η σχέση δεν ήταν εταιρική, αλλά υπεργολαβία και δεν οφείλει εργολαβική αμοιβή διότι την έχει καταβάλει.

Σημειωτέο ότι από την υπογραφή του εναγομένου με ημερομηνία 29-3-04 στο προαναφερόμενο χειρόγραφο έγγραφο που απεικονίζει τις δαπάνες των γεωτρήσεων, δεν προκύπτει εξόφληση των εξόδων αυτών, αφού, εκτός των στοιχείων αυτών δεν υπάρχει κάποια άλλη αναφορά περί αυτού. Συνακόλουθα, αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του περί παραγραφής της αξίωσης που ασκείται με την αγωγή διότι ο χρόνος παραγραφής κατά το άρθρο 250 Α.Κ.

είναι πέντε έτη, εφόσον, αφού δεν προβλέπεται βραχυχρόνια παραγραφή για τις εταιρικές σχέσεις, αυτή είναι 20ετής κατ' άρθρο 249 Α.Κ., ενώ η αγωγική αξίωση που τελούσε υπό την αίρεση καταβολής της αμοιβής εκ μέρους του Δήμου ... στον εναγόμενο, θεωρείται ότι γεννήθηκε το έτος 2005 που ο εναγόμενος, όπως συνομολογεί, εισέπραξε από το Δήμο την επιδικασθείσα αμοιβή του.

Ωστόσο, με βάση τα παραπάνω συμφωνηθέντα που έγιναν δεκτά, ο εναγόμενος θα πρέπει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό που αντιπροσωπεύει τα οφειλόμενα κέρδη της εταιρείας τους και εξάγεται ως εξής: Οι από 5.293.000 δρχ. ή 15.533,38 ΕΥΡΩ δαπάνες της εκτέλεσης του έργου των γεωτρήσεων, πρέπει, να αφαιρεθούν από το επιδικασθέν στον ενάγοντα ποσό της αμοιβής του από 28.820.000 δρχ.

ή 84.587,13 ΕΥΡΩ. Το ποσό των 69.044,75 ΕΥΡΩ δια δύο ανέρχεται σε 34.522,37 ΕΥΡΩ, στο οποίο πρέπει να προστεθεί το ως άνω υπόλοιπο δαπανών κατασκευής του έργου από 14.344,82 ΕΥΡΩ. Επομένως, ο εναγόμενος πρέπει να καταβάλει στον ενάγοντα 48.867,19 ΕΥΡΩ (34.522,37 + 14.344,82) ως οφειλόμενα κέρδη από τη λειτουργία της υπόψη αφανούς εταιρείας".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών - εναγόμενος με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι'αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 47-50 ΕμπΝ προκύπτει ότι συμμετοχική ή αφανής εταιρία είναι εκείνη στην οποία ένας μόνος από τους συνεταίρους, κατ' εξουσιοδότηση των λοιπών, που παραμένουν αφανείς έναντι των τρίτων, ενεργεί είτε εμπορία είτε μία ή περισσότερες εμπορικές πράξεις στο όνομα του, χωρίς να παρίσταται προς τα έξω ως διαχειριστής εταιρίας, η οποία παραμένει επίσης αφανής έναντι των τρίτων.

Αυτή συνιστάται και ατύπως εκ μόνου του γεγονότος της συμμετοχής, δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε δημοσιότητα, στερείται νομικής προσωπικότητας και αυτόνομης περιουσίας. Ο σχηματισμός της εταιρίας, η αναλογία κάθε εταίρου στα κέρδη και στις ζημίες και οι υπόλοιπες συνθήκες λειτουργίας της εξαρτώνται από τις συμφωνίες των μετόχων, με την έννοια ότι, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι συνθήκες ίδρυσης και λειτουργίας ρυθμίζονται, κύρια από τις μεταξύ των μετόχων συμφωνίες, ενώ σε περίπτωση ανυπαρξίας τέτοιων συμφωνιών, έχουν ανάλογη εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 18 του ΕμπΝ, οι διατάξεις περί εταιριών του Αστικού Κώδικα (άρθρα 741 επ.), οι οποίες αφορούν εταιρίες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, υπό την προϋπόθεση ότι συμβιβάζονται με τη φύση της αφανούς εταιρίας ως εσωτερικής εταιρίας που χαρακτηρίζεται κυρίως από την έναντι τρίτων αφάνειά της.

Έτσι, από τα άρθρα 758 παρ. 2 και 762 του Κώδικα αυτού συνάγεται ότι καθετί που αποκτά ο διαχειριστής εμφανής εταίρος υποχρεούται να το καταστήσει κοινό όλων των λοιπών, κατά το λόγο της εταιρικής μερίδας του καθενός και ότι αν η εταιρία έχει διάρκεια μεγαλύτερη του έτους, ο λογαριασμός κλείνεται και τα κέρδη μοιράζονται στο τέλος κάθε έτους.

Ως κέρδος, κατά την έννοια του νόμου, νοείται το καθαρό προϊόν που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων. Από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι δι' αυτής ο ήδη αναιρεσίβλητος διετείνετο, ιδία (α) ότι αρχές Φεβρουαρίου του έτους 1994 συμφώνησε προφορικά με τον αναιρεσίβλητο την από κοινού εκτέλεση του έργου για τον εντοπισμό αποθεμάτων πόσιμου ύδατος και την στη συνέχεια κατασκευή γεωτρήσεως στην περιοχή του Δήμου ..., διαλαμβάνοντας παράλληλα ότι συνέστησαν προς τούτο αφανή εταιρεία για την εκτέλεση του εν λόγω έργου, στην οποία ο τελευταίος θα προσέφερε τις απαιτούμενες προς τούτο μελέτες και εκείνος την κατασκευή της γεωτρήσεως και (β) ότι σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεως της γεωτρήσεως και καταβολής από τον Δήμο ...

στον συμβληθέντα μετ' αυτού αναιρεσείοντα της συνομολογηθείσης εργολαβικής αμοιβής, το απομένον μετά την αφαίρεση των δαπανών καθαρό υπόλοιπο αυτής θα κατενέμετο μεταξύ αυτών κατ' ισομοιρία. Στους αγωγικούς αυτούς ισχυρισμούς περιλαμβάνονται οι αντίστοιχες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ιδία "ότι οι διάδικοι συνέπραξαν υπό τη μορφή της αφανούς εταιρείας, η οποία συνίσταται και ατύπως εκ μόνου του γεγονότος της συμμετοχής, με αφανή εταίρο τον ενάγοντα και εμφανή εταίρο τον εναγόμενο, αφού στους διαδίκους υπήρξε πρόθεση ισότιμης εταιρικής συνεργασίας, επιδίωξη κοινού σκοπού και ανάληψη κοινού κινδύνου".

Επομένως η προβαλλόμενη με το πρώτο σκέλος του δεύτερου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 παρ. α' ΚΠολΔ, με την έννοια της λήψεως υπόψη των πραγματικών αυτών περιστατικών, που δεν προτάθηκαν κατά τον αναιρεσίβλητο με το δικόγραφο της αγωγής, ελέγχεται ως αβάσιμη. Αντίθετα, δεν διαλαμβάνει στις αιτιολογίες ότι ο αναιρεσείων προσήλθε στην κατάρτιση με τον Δήμο ...

της διατυπούμενης στο από 4.2.1994 ιδιωτικό έγγραφο συμβάσεως ύστερα από προς τούτο εξουσιοδότηση του αναιρεσίβλητου, όπως υποστηρίζεται με την ομοίως ελεγχόμενη ως αβάσιμη υπό την αυτή αρίθμηση και αναφορά αναιρετική αιτίαση, αλλ' αντιθέτως δέχεται ότι η συμφωνία των διαδίκων για σύσταση αφανούς εταιρείας με σκοπό την από κοινού εκτέλεση του εν λόγω έργου επακολούθησε της συμβάσεως του αναιρεσείοντος με τον Δήμο ..., χωρίς τούτο να ασκεί νομική επιρροή στη βασιμότητα από νομική και ουσιαστική άποψη στην φερόμενη προς τούτο διάγνωση αξίωση του αναιρεσίβλητου.

Όμοια αρνητικά αξιολογείται ως απαράδεκτη η διατυπούμενη με το δεύτερο σκέλος του υπό την αυτή αρίθμηση λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, με την έννοια ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος (α) ότι επρόκειτο περί συμβάσεως υπεργολαβίας, ισχυρισμός, ο οποίος δεν συνιστά "πράγμα" κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, αλλά άρνηση και μάλιστα αιτιολογημένη της αγωγής θεμελιουμένης στην επικαλούμενη δι' αυτής αφανή εταιρεία, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και με ειδική αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεώς του απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμος και (β) ότι την εν λόγω σύμβαση κατήρτισε με την εταιρεία "ΥΔΡΟΓΕΩΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής υπήρξε ο αναιρεσίβλητος, ισχυρισμό τον οποίο δεν επικαλείται ότι προέβαλε με την έφεση, ούτε σε κάθε περίπτωση προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής, προϋπόθεση κατά τους ορισμούς του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως.

ΙΙ. Κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται (α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και εκείνος της διατάξεως με αριθμό 11 περ.

α', κατά τους ορισμούς της οποίας αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στοιχειοθετείται και όταν το αποδεικτικό μέσο περιλαμβάνεται μεν στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται όμως η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της φύσεως της υποθέσεως, όπως εκείνη της διατάξεως του άρθρου 393 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς της οποίας συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει το αναφερόμενο στην εν λόγω διάταξη χρηματικό ποσό, το οποίο κατά τον κρίσιμο χρόνο συνομολογήσεως της θεμελιωτικής της αγωγής του αναιρεσιβλήτου συμβάσεως συστάσεως αφανούς εταιρείας, κατά τις παραδοχές της, ανερχόταν στο ποσό των 500.000 δρχ. (άρθρο 7 παρ. 6 ν. 2145/1993) και στη συνέχεια καθορίσθηκε σε εκείνο των 5900,00 ευρώ (άρθρα 14 ν. 2915/2001, 3-5 του ν. 2943/2001).

Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος στηρίχθηκε κύρια στο αποδεικτικό μέσο των μαρτύρων, το οποίο δεν επιτρεπόταν, εφόσον το αντικείμενο της επικαλούμενης συμβάσεως συστάσεως υπερέβαινε το ποσό των 500.000 δρχ., χωρίς παράλληλα να δέχεται συνδρομή οποιασδήποτε περιπτώσεως από τις εξαιρέσεις της απαγορεύσεως αυτής του άρθρου 394 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι προεβλήθη ως λόγος εφέσεως κατά της 4638/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επετράπη στον ενάγοντα να αποδείξει τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά και με μάρτυρες, τις καταθέσεις των οποίων αντιθέτως έλαβε υπόψη και στήριξε κύρια το αποδεικτικό της πόρισμα, ούτε τούτο βεβαιώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου αυτής, χωρίς παράλληλα να πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή η πλημμέλεια περί του μη επιτρεπτού του αποδεικτικού μέσου των μαρτύρων να βεβαιώνεται ρητώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, η κρίση της οποίας αντιθέτως περί της συνδρομής των εξαιρετικών περιπτώσεων του άρθρου 394 παρ. 1 ΚΠολΔ για το επιτρεπτό των αποδεικτικών μέσων δεν χρήζει ειδικής αιτιολογίας και είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β' Ολ ΑΠ 2/2008).

Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου. Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου, ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό.

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος, διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας των λόγων αυτών αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων και εγγράφων, τα οποία αφορούν οι εν λόγω αναιρετικές αιτιάσεις, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 559 αρ. 11γ) και αν παραμορφώθηκε το περιεχόμενο αυτών (ΚΠολΔ 559 αρ. 20).

Με το απομένον προς έρευνα δεύτερο σκέλος του δεύτερου και τον πέμπτο κατά σειρά λόγο προβάλλονται αντίστοιχα οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 11 γ και 20 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος με την προσβαλλόμενη απόφαση (α) δεν έλαβε υπόψη 1) τα ...

τιμολόγια παροχής υπηρεσιών της εταιρείας "ΥΔΡΟΓΕΩΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής ήταν ο αναιρεσίβλητος, (2) το ... έγγραφο λύσεως της εν λόγω εταιρείας και (3) τα 3979/30.6.2003 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναφορικά με τις περιεχόμενες εις αυτά μαρτυρικές καταθέσεις έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων προς (αντ)απόδειξη των ισχυρισμών του (i) ότι η συνομολογηθείσα με τον αναιρεσίβλητο σύμβαση ήταν εκείνη της συμβάσεως έργου με τη μορφή της υπεργολαβίας και (ii) ότι την εν λόγω σύμβαση κατάρτισε με την εταιρεία "ΥΔΡΟΓΕΩΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕ".

Όπως προαναφέρθηκε ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός δεν προβλήθηκε με λόγο εφέσεως και κατά συνέπεια αλυσιτελής αξιολογείται κατά τούτο η ερευνώμενη αναιρετική αιτίαση και (β) παραμόρφωσε το περιεχόμενο (1) του από Απριλίου 1994 εγγράφου και (2) της από 14.9.1994 αποδείξεως από την ορθή ανάγνωση των οποίων επιβεβαιώνονται κατά το αναιρετήριο οι εν λόγω και με στοιχ. (i) και (ii) ισχυρισμοί του, με αλυσιτελή προς τον τελευταίο σύνδεση της αναιρετικής αυτής αιτιάσεως.

Δεν ανταποκρίνεται όμως ο αναιρεσείων στη δικονομική του υποχρέωση προσκομίσεως των εν λόγω εγγράφων, αναγκαίας, όπως προαναφέρθηκε, προκειμένου να διακριβωθεί, με βάση το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, αν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα με στοιχ. (α) αποδεικτικά μέσα (ΚΠολΔ 559 αρ. 11γ) και παραμορφώθηκαν κατά το περιεχόμενο αυτών τα με στοιχ. (β) έγγραφα (ΚΠολΔ 559 αρ. 20), με άμεση δικονομική συνέπεια οι εν λόγω αναιρετικές αιτιάσεις, που λυσιτελώς διατυπώνονται αναφορικά με τον με στοιχ. (ii) ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, να ελέγχονται ως αβάσιμες.

Όμοια αρνητικά, αξιολογείται ως αβάσιμη, η διατυπούμενη με τον τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι κατά τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα.

IV. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Στις ενδιαφέρουσες σε σχέση με τον απομένοντα προς έρευνα τέταρτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως με σαφήνεια διαλαμβάνεται "Συγκεκριμένα για την δαπάνη εκτελέσεως του έργου οι διάδικοι υπέγραφαν το από Απριλίου 1994 χειρόγραφο έγγραφο, που προσκομίζεται μετ' επικλήσεως, κατά το οποίο υπολόγισαν την δαπάνη ως εξής......"και, περαιτέρω, στη συνέχεια "Σημειωτέον ότι από την υπογραφή του εναγομένου με ημερομηνία 24.3.2004 στο προαναφερόμενο χειρόγραφο έγγραφο που απεικονίζει τις δαπάνες των γεωτρήσεων, δεν προκύπτει εξόφληση των εξόδων αυτών, αφού, εκτός των στοιχείων αυτών δεν υπάρχει κάποια άλλη αναφορά περί αυτού".

Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικότητα στις κατά τούτο αιτιολογίες της και παράλληλα πλήττεται ανεπιτρέπτως η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ελέγχεται ως αβάσιμος. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 1060/29-8-2008 αίτηση για αναίρεση της 1643/26-3-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ