Legislator Case Law & Legislation
672/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to failure to summon absent defendant for accelerated hearing.

Case Number 672/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible because the absent second appellant was not properly summoned for the accelerated hearing. While the first appellant personally managed the proceedings and served documents, no evidence showed the second appellant was notified or initiated the acceleration. The court ruled that without proof of legal summons or the second appellant's initiative, the entire hearing must be rejected for all parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568(1), 568(2), 568(4) and 498(1) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the absent party was not legally summoned for the accelerated hearing and did not initiate the acceleration.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal accelerated hearing legal summons Code of Civil Procedure absence of party

Cited Legislation

AI generated
Article 568(1) of the Code of Civil Procedure
Article 568(2) of the Code of Civil Procedure
Article 568(4) of the Code of Civil Procedure
Article 498(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 672 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 672/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Χ1 , κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Κουκούτση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και με την από 7-2-2000 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2334/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 7353/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 11-10-2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 7-5-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά μεν τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 568 ΚΠολΔ για τον προσδιορισμό δικασίμου της αιτήσεως αναιρέσεως προσάγεται επικυρωμένο αντίγραφο αυτής, επί του οποίου ο πρόεδρος του αρμόδιου τμήματος του Αρείου Πάγου με απλή σημείωσή του ορίζει δικάσιμο, κατά δε την παρ.4 του ίδιου άρθρου, αν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσείων, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα, και τουλάχιστον ενενήντα ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, ενώ, αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση ή την επισπεύδει άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα, η κλήση επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία, με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, στον αναιρεσείοντα και στους άλλους διαδίκους, Ακόμη, με την παρ.1 του άρθρου 498 ΚΠολΔ ορίζεται ότι κάθε διάδικος μπορεί μετά την άσκηση του ένδικου μέσου, φέροντας αντίγραφο του ένδικου μέσου και της αποφάσεως που προσβάλλεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο το ένδικο μέσο απευθύνεται, να ζητήσει να προσδιοριστεί δικάσιμος και να φέρει για συζήτηση την υπόθεση με κλήση κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και αυτοτελώς, η οποία επιδίδεται στον αντίδικο.

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι, για να είναι νόμιμη η κλήτευση του αναιρεσείοντος για την ορισθείσα από τον πρόεδρο του αρμόδιου τμήματος του Αρείου Πάγου δικάσιμο προς συζήτηση της υποθέσεως, ανεξάρτητα από το αν η συζήτηση επισπεύδεται από τον αναιρεσίβλητο ή από κάποιον από τους λοιπούς αναιρεσείοντες, είναι αναγκαία η προς τον αναιρεσείοντα που απουσιάζει επίδοση, νόμιμα και εμπρόθεσμα, είτε αντιγράφου του δικογράφου της αιτήσεως που κατατέθηκε με κάτω από αυτό κλήση για συζήτηση της αιτήσεως αυτής αναιρέσεως είτε της τυχόν αυτοτελούς κλήσεως που έχει κατατεθεί για συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 575 ΚΠολΔ, με αίτηση του εισαγγελέα, του εισηγητή ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υποθέσεως μία μόνο φορά σε μεταγενέστερη δικάσιμο, που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο, τα δε εδάφια β' και γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 226 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζονται και εδώ.

Από τα εδάφια αυτά, το μεν εδάφιο β' ορίζει ότι, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε, το δε εδάφιο γ' ορίζει ότι κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ακόμη, κατά το άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υποθέσεως, ακόμη και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει για το σκοπό αυτόν να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι, αν η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναβλήθηκε από το δικαστήριο με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους σε μεταγενέστερη δικάσιμο με επισημείωση στο πινάκιο, ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο κατά τη οποία χορηγήθηκε η αναβολή δεν καλείται και πάλι για εμφάνιση κατά τη νέα, μετά την αναβολή, δικάσιμο, εφόσον όμως είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά την αρχική, από την οποία η αναβολή, δικάσιμο, οπότε η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο επέχει θέση κλητεύσεώς του.

Διαφορετικά απαιτείται νέα κλήτευσή του για τη συζήτηση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, "αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι" (παρ. 1). "Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ..." (παρ. 2). "Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους" (παρ. 3). Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται για συζήτηση η από 11-10-2006 αίτηση των α) Χ1 κ.λπ για αναίρεση της υπ' αριθ. 7353/2003 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά τη νέα προσδιορισθείσα μετά από αναβολή από το πινάκιο και στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο αμφότερες οι αναιρεσείουσες δεν εμφανίστηκαν. Από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι κατά την αρχική δικάσιμο της 20-5-2008, η μεν πρώτη αναιρεσείουσσα (Χ1) εκπροσωπήθηκε νόμιμα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Πολυχρονόπουλο, δεδομένου ότι αυτή είχε χορηγήσει, στον εν λόγω δικηγόρο με προφορική δήλωσή της τη σχετική πληρεξουσιότητα (άρθρα 94 παρ.1 και 96 παρ.1 ΚΠολΔ), η δε δεύτερη αναιρεσείουσα (Χ2) δεν εμφανίστηκε.

Προκύπτει, από την επισημειωματική πράξη του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... επί του επικυρωμένου ακριβούς αντιγράφου της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και σχετική κλήση για συζήτηση, που προσκομίζεται από την παριστάμενη αναιρεσίβλητη, ότι την προκειμένη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως επιμελήθηκε αποκλειστικά και μόνο η πρώτη αναιρεσείουσα αυτοπροσώπως υπό την ιδιότητά της ως δικηγόρου, κατά παραγγελία της οποίας ο πιο πάνω δικαστικός επιμελητής επέδωσε στην αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 20-5-2008, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, κλήση της πρώτης αναιρεσείουσας για εμφάνιση στην τελευταία μετά από αναβολή δικάσιμο δεν χρειάζεται, εφόσον η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της τελευταίας αυτής δικασίμου ισχύει ως κλήτευση της εν λόγω διαδίκου, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είναι εκείνη η οποία επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμό της 20-5-2008.

Όμως δεν προκύπτει ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα (Χ2), η οποία όπως προαναφέρθηκε, δεν εμφανίστηκε, κλητεύθηκε, με επιμέλεια είτε της αναιρεσίβλητης, που παρίσταται νόμιμα, είτε της πρώτης αναιρεσείουσας για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας μετά από αναβολή από το πινάκιο δικάσιμο ή, έστω, κατά την παραπάνω αρχική δικάσιμο της 20-5-2008, δεδομένου ότι, δεν προσκομίζεται σχετική έκθεση αρμόδιου δικαστικού επιμελητή για επίδοση είτε αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως με κάτω από αυτήν κλήση για συζήτηση της αιτήσεως αυτής αναιρέσεως είτε αυτοτελούς κλήσεως για συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως στη μη εμφανισθείσα δεύτερη αναιρεσείουσα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η μόνη παριστάμενη αναιρεσίβλητη δεν επικαλείται καν τέτοια έκθεση επιδόσεως ως προσκομιζόμενη, αλλ' ούτε (προκύπτει) και ότι αυτή (απολειπόμενη 2η αναιρεσείουσα) είχε, σε κάθε περίπτωση, την πρωτοβουλία επισπεύσεως της συζητήσεως.

Επομένως, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι και η απολειπόμενη 2η αναιρεσείουσα είχε την πρωτοβουλία επισπεύσεως της συζητήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ή ότι αυτή κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για συζήτηση της αιτήσεως αυτής αναιρέσεως κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 20-5-2008, στην οποία αυτή, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε εμφανιστεί, οπότε η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, ή, έστω, απευθείας κατά την τελευταία δικάσιμο, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως για όλες τις διαδίκους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση επί της από 11 Οκτωβρίου 2006 αιτήσεως των α) Χ1 και β) Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθ. 7353/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών για όλες τις διαδίκους.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ