Supreme Court dismisses appeal in insurance liquidation case due to procedural inadmissibility and withdrawal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by eleven individuals against a first-instance judgment in an insurance liquidation case. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant withdrew it after the deadline for filing proposals had passed, and the withdrawal was deemed untimely. Consequently, the appeal was declared non-existent, the proceedings were terminated for the withdrawing parties, and the remaining appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94 § 1, 96 §§ 1α' and 3, 97, 98, 294, 295 § 1, 297 and 299 of the Code of Civil Procedure; An appellant may withdraw an appeal without the respondent's consent if the court has not yet held oral debate on the merits, but a subsequent withdrawal made after the deadline for filing proposals is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 671 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 671/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 4) Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 5) Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 6) Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 7) Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 8) Ν. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 9) Π. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 10) Π. Π. του Λ., κατοίκου ... και 11) Ν. Π. του Γ., κατοίκου .... Οι 1ος, 2ος, 3η, 8ος, 9ος και 10ος αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Δρόσο. Στο σημείο αυτό ο ίδιος ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος Γρηγόριος Δρόσος, αφού έλαβε τον λόγο, δήλωσε στο ακροατήριο ότι οι 4ος, 5η, 6ος, 7η και 11ος αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο της από 28-9-2020 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 2432/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Της αναιρεσιβλήτου: υπό ασφαλιστική εκκαθάριση εταιρείας "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσουμάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-2016 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 3705/2016 ανακοπή, την από 10-5-2016 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 18056/2016 προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης και την από 7-12-2016 προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1778/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2432/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 28-9-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των 1ου, 2ου, 3ης, 8ου, 9ου και 10ου αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 § 1, 96 §§ 1α' και 3, 97, 98, 294, 295 § 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, όπως το πρώτο, πέμπτο και έβδομο τροποποιήθηκαν με το ν. 4335/2015, τα οποία εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο ή με δήλωση στις προτάσεις να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον το δικαστήριο δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης (Α.Π. 692/2022, Α.Π. 741/2020).
Για το κύρος της παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσίβλητου, αφού αυτός, ακόμη και αν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν μπορούσε να αντιταχθεί σε αυτήν, εφόσον γίνεται πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (Α.Π. 741/2020, Α.Π. 1382/2011). Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν, ή από το δικαστήριο, και το οποίο (έγγραφο) κατ' άρθρο 118 ΚΠολΔ είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο, είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο.
Με βάση τα παραπάνω, η παραίτηση από το ένδικο μέσο της αναίρεσης (δικόγραφο ή δικαίωμα) μπορεί να γίνει με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του παραιτούμενου, οπότε στην περίπτωση της παραίτησης μόνο από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτούμενου, ενώ στην περίπτωση της παραίτησης από το δικαίωμα ο δικηγόρος του παραιτούμενου πρέπει να έχει ειδική πληρεξουσιότητα προς τούτο, σύμφωνα με το άρθρο 98 εδ.
β' ΚΠολΔ, η έλλειψη δε της πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτούμενου καθιστά την παραίτηση άκυρη (Α.Π. 692/2022). Η παραίτηση που γίνεται με τον προαναφερόμενο τρόπο έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργηση της.
Δεν αποκλείεται όμως και η έκδοση οριστικής απόφασης του δικαστηρίου που να αναγνωρίζει το κύρος της παραίτησης και να κηρύσσει καταργημένη τη δίκη, οπότε γίνεται και η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, εφόσον υποβλήθηκε, κατά το άρθρο 191 § 2 ΚΠολΔ, σχετικό αίτημα, το οποίο δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από κατάλογο των εξόδων (Α.Π. 692/2022, Α.Π. 242/2020, Α.Π. 82/2020, Α.Π. 1294/2019, Α.Π. 26/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 28-9-2020 αίτηση των Π. Κ. κ.λπ. για την αναίρεση της 2432/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, οι τέταρτος, πέμπτη, έκτος, έβδομη και ενδέκατος αναιρεσείοντες, Ι.
Κ., Μ. Κ., Κ. Μ., Γ. Μ. και Ν. Π., αντίστοιχα, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Γρηγόριου Δρόσου, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της ως άνω αίτησης αναιρέσεως, προσκομίζονται δε και το ...-2024 πληρεξούσιο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ζ. για τον τέταρτο αναιρεσείοντα, το ...-2024 πληρεξούσιο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Γενικού Προξένου της Ελλάδας στη Βοστώνη Μασαχουσέτης Η.Π.Α.
Σ. Τ. για την πέμπτη αναιρεσείουσα, το ...-2024 πληρεξούσιο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δράμας Μ. Κ. για τους έκτο και έβδομη αναιρεσείοντες και ...-2024 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Α. Μ. για τον ενδέκατο αναιρεσείοντα, με τα οποία οι ανωτέρω εγκρίνουν τις πράξεις που έχουν διενεργηθεί από τον εν λόγω δικηγόρο, επομένως και την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, και παρέχουν σε αυτόν την εντολή και πληρεξουσιότητα να παραιτηθεί από το δικόγραφό της.
Η γενομένη κατά τον προαναφερόμενο τρόπο παραίτηση των ανωτέρω αναιρεσειόντων από το δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναιρέσεως έγινε νομότυπα, συνακόλουθα δε η αίτηση θεωρείται αναδρομικά ότι δεν ασκήθηκε και η δίκη θεωρείται κατηργημένη. Οι παραιτούμενοι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος της τελευταίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 § 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 § 1 του ν.δ. 400/1970 "Ιδιωτική επιχείρηση ασφάλισης", οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής και οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι αυτών έχουν προνόμιο στην ασφαλιστική τοποθέτηση, που προηγείται από κάθε άλλο γενικό ή ειδικό προνόμιο της παραγράφου 9 του άρθρου 12 αυτού. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 10 § 3 του ίδιου ως άνω ν.δ. 400/1970, "σε περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης ή πτώχευσης ασφαλιστικής επιχείρησης ο, κατά το άρθρο 12α του παρόντος, επόπτης εκκαθάρισης ή πτώχευσης καλεί μέσα σε δέκα ημέρες από το διορισμό του τους δικαιούχους ασφαλίσματος, με ανακοίνωση, που δημοσιεύεται μια φορά την εβδομάδα, επί τρεις συνεχείς εβδομάδες σε πέντε ημερήσιες, ευρείας κυκλοφορίας, εφημερίδες, από τις οποίες μια τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης και μια οικονομική, να του αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους με όλα τα δικαιολογητικά τους στοιχεία μέσα σε τρεις μήνες από την τελευταία δημοσίευση.
Δεν καλούνται οι δικαιούχοι ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, καθώς και οι δικαιούχοι ασφαλίσεων ζωής, για τους οποίους δεν έχει επέλθει ασφαλιστική περίπτωση. Η επαλήθευση των απαιτήσεων γίνεται από τα ως άνω όργανα, αρχίζει το αργότερο μέσα σε τρεις ημέρες από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας και ολοκληρώνεται στο συντομότερο χρονικό διάστημα.
Γίνονται δεκτές οι απαιτήσεις που δεν αμφισβητούνται από τα ως άνω όργανα ή έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή (εκτελεστή) απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου. Ο επόπτης εκκαθάρισης και ο εκκαθαριστής ή ο επόπτης πτώχευσης και ο σύνδικος υποβάλλουν στο Υπουργείο Εμπορίου κατάσταση των δικαιούχων ασφαλίσματος μέσα σε δύο μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αναγγελιών.
Στην κατάσταση αυτήν περιλαμβάνονται, εφόσον έχουν επαληθευθεί οι απαιτήσεις τους: α) οι δικαιούχοι ασφαλίσματος ασφαλίσεων ζωής, β) οι δικαιούχοι ασφαλίσματος ασφαλίσεων κατά ζημιών εκτός ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, που έχουν δηλώσει την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης και έχει καταχωρισθεί η δήλωση στα βιβλία της ασφαλιστικής επιχείρησης και γ) όσοι αναγγέλθηκαν μέσα στην ως άνω προθεσμία.
Για τις απαιτήσεις που αμφισβητούνται δικαστικά ή εξώδικα γίνεται χωριστή μνεία, στην οποία αναφέρεται το ποσό που εκτιμά ο επόπτης εκκαθάρισης και ο εκκαθαριστής ή ο επόπτης πτώχευσης και ο σύνδικος και το ποσό που διεκδικεί ο δικαιούχος ασφαλίσματος. Στην κατάσταση καταχωρίζονται και οι τυχόν διαφωνίες κατά την επαλήθευση μεταξύ επόπτη και εκκαθαριστή ή συνδίκου.
Η κατάσταση καταχωρίζεται αμέσως στο μητρώο ασφαλιστικών επιχειρήσεων και η ανακοίνωση της καταχώρισής της δημοσιεύεται σε δύο τουλάχιστον ευρείας κυκλοφορίας ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μια τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης, μια φορά την εβδομάδα επί τρεις συνεχείς εβδομάδες.
Αντιρρήσεις κατά της πιο πάνω κατάστασης ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες από την τελευταία δημοσίευση και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Έφεση κατά της απόφασης του πρωτοδικείου εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο." Το ν.δ 400/1970 καταργήθηκε στο σύνολό του από 1-1-2016 με το ν. 4364/2016, πλην όμως, με τη διάταξη του άρθρου 248 § 1 του νόμου αυτού ορίστηκε ότι "από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου διέπονται οι υφιστάμενες κατά την 31-12-2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις", στις οποίες, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, εφαρμόζονται ορισμένες διατάξεις του νόμου αυτού, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 242 §§ 1 και 4.
Ωστόσο, οι προ της 31-12-2015 διαδικασίες εξέλεγξης και επαλήθευσης απαιτήσεων από τον επόπτη εκκαθάρισης κ.λπ., όπως η παρούσα, διέπονται από τις διατάξεις του ν.δ. 400/1970 (Α.Π. 263/2024, Α.Π. 67/2024, Α.Π. 1705/2023).
Περαιτέρω, η ως άνω απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων, συνεπώς και αναίρεσης, κατά της απόφασης του εφετείου που εκδίδεται επί ανακοπής κατά της κατάστασης των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής, επαναλήφθηκε και στο ν. 4364/2016, στο άρθρο 242 § 2 του οποίου ορίζεται ότι "μέσα σε δύο (2) μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αναγγελιών η ως άνω κατάσταση αναρτάται στην ιστοσελίδα της επιχείρησης και η ανακοίνωση της καταχώρησής της δημοσιεύεται σε δύο (2) τουλάχιστον ευρείας κυκλοφορίας ημερήσιες εφημερίδες από τις οποίες η μία (1) τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης, μία (1) φορά την εβδομάδα επί τρεις (3) συνεχείς εβδομάδες.
Αντιρρήσεις κατά της πιο πάνω κατάστασης ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την τελευταία δημοσίευση και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Έφεση κατά της απόφασης του πρωτοδικείου εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο". Η απαγόρευση άσκησης ενδίκου μέσου κατά της απόφασης του εφετείου προβλέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 248 § 8 του ν. 4364/2016, και στην περίπτωση της ανακοπής κατά της κατάστασης, με την οποία γίνεται κατάταξη των δικαιούχων από ασφάλιση, δηλαδή κατά του πίνακα διανομής, που συντάσσει ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής κατά τις διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 του άνω άρθρου.
Ο αποκλεισμός της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά των άνω αποφάσεων δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 20 § 1 του Συντάγματος, ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 § 1 της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, καθόσον οι διατάξεις αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται κάποιος υπό συνθήκες δίκαιης δίκης, δηλαδή δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, στην έννοια, όμως, αυτών δεν περιλαμβάνεται και η πρόβλεψη οπωσδήποτε άσκησης ένδικων μέσων, στο νομοθέτη δε εναπόκειται να κρίνει αν, πόσα και ποια ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας μεταξύ άλλων την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας, με την οποία εκδικάζεται η υπόθεση.
Άλλωστε, ο περιορισμός της άσκησης ένδικων μέσων κατά των σχετικών υποθέσεων, όπως η κρινόμενη, που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, στοχεύει στη συντόμευση των δικαστικών εκκρεμοτήτων και στην επιτάχυνση της διαδικασίας περάτωσης της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, ώστε να ικανοποιηθούν οι προνομιακά ασφαλισμένοι από την ασφαλιστική τοποθέτηση, και ως εκ τούτου δεν είναι δυσανάλογος, ούτε αντιβαίνει στην καθιερούμενη με το άρθρο 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας.
Επίσης, σύμφωνα με την αρχή διαχρονικού δικονομικού δικαίου του άρθρου 24 § 1 του ΕισΝΚΠολΔ, η οποία έχει εφαρμογή όταν στο νεότερο νόμο δεν περιλαμβάνεται ειδική μεταβατική διάταξη για το παραδεκτό των ένδικων μέσων, τούτο κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συνεπώς, από το δίκαιο που ισχύει κατά τον ως άνω χρόνο και που στην προκείμενη περίπτωση είναι η διάταξη του άρθρου 242 § 2 του ν. 4364/2016, θα κριθεί αν η απόφαση μπορεί ή όχι να προσβληθεί με ένδικα μέσα. Τέλος, κατά το άρθρο 577 § 2 ΚΠολΔ, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Απαράδεκτη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι μεταξύ άλλων η αναίρεση που απευθύνεται κατά απόφασης που δεν υπόκειται ή δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με ένδικα μέσα και συνεπώς με αναίρεση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 28-9-2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2432/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 18-1-2016 ανακοπή τους, εκατόν δεκαεπτά ανακόπτοντες, μεταξύ των οποίων οι ήδη αναιρεσείοντες, ανέφεραν ότι είναι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής κατά της καθ' ης-αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 400/1970 κατόπιν της ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της, που έγινε με την 156/21-1-2009 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (Φ.Ε.Κ. 11292/21-9-2009 τ.
Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), και ότι οι απαιτήσεις τους δεν περιελήφθησαν, ως μη αναγγελθείσες, στην από 20-11-2015 κατάσταση δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής, που υπέβαλε ο επόπτης εκκαθάρισης στο αρμόδιο υπουργείο, ζήτησαν δε να μεταρρυθμιστεί η ανωτέρω κατάσταση, προκειμένου να περιληφθούν σε αυτήν οι ως άνω απαιτήσεις τους.
Με την 1778/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η ανακοπή συνεκδικάσθηκε με την από 10-5-2016 προσεπίκληση της καθ' ης-αναιρεσίβλητης προς το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Εγγυητικό Κεφάλαιο Ιδιωτικής Ασφάλισης Ζωής" και έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τους τρεις πρώτους αναιρεσείοντες, απορρίφθηκε δε ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τους όγδοο, ένατο και δέκατο.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση η αναιρεσίβλητη και οι ηττηθέντες ανακόπτοντες, η οποία συνεκδικάσθηκε με την πρόσθετη παρέμβαση, που άσκησε υπέρ της αναιρεσίβλητης το Εγγυητικό Κεφάλαιο, και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 2432/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη.
Η εφετειακή απόφαση δημοσιεύθηκε στις 6-5-2019, δηλαδή υπό την ισχύ του ν. 4364/2016. Ενόψει δε του ότι στο νόμο αυτό δεν υφίσταται ειδική μεταβατική διάταξη για τις ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις, που υφίστανται κατά την 31-12-2015, όπως η προκείμενη, το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά της παρούσας απόφασης θα κριθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 § 1 ΕισΝΚΠολΔ, από την ισχύουσα κατά τον ως άνω χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου διάταξη του άρθρου 242 § 2 ν. 4364/2016, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, απαγορεύει ρητά την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης του εφετείου που εκδίδεται σε υπόθεση ανακοπής κατά της κατάστασης δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής, όπως άλλωστε, ρητά απαγορευόταν και από τη διάταξη του άρθρου 10 § 3 του προϊσχύσαντος ν.δ. 400/1970.
Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η ένδικη ανακοπή τους έχει χαρακτήρα ανακοπής του άρθρου 92 του Πτωχευτικού Κώδικα (εν προκειμένω του ν. 3588/2007, λόγω του χρόνου θέσης υπό ασφαλιστικής εκκαθάρισης της αναιρεσίβλητης) και συνεπώς η παρούσα απόφαση προσβάλλεται με αναίρεση σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 55 αυτού, όμως ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 του Πτωχευτικού Κώδικα, "οι διατάξεις του κώδικα αυτού εφαρμόζονται συμπληρωματικά και επί εξυγίανσης και εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων και ασφαλιστικών επιχειρήσεων, κατά το μέρος που δεν ρυθμίζονται ειδικά", ενώ ίδια ρύθμιση προβλέπεται και στο άρθρο 235 § 3 του ν. 4364/2016, που προβλέπει ότι στην περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα, όμως τέτοια ειδική ρύθμιση, που αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 92 του Πτωχευτικού Κώδικα, αποτελεί η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 10 § 3 του ν.δ. 400/1970, και ήδη αυτή του άρθρου 242 § 2 του ν. 4364/2016, που περιέχουν ειδικές ρυθμίσεις περί των αντιρρήσεων κατά της κατάστασης δικαιούχων απαιτήσεως από ασφάλιση ζωής και απαγορεύουν ρητά την άσκηση ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων των εφετείων, συνεπώς, και αίτησης αναιρέσεως, άλλωστε η παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πτωχευτική ανακοπή του άρθρου 92 του Πτωχευτικού Κώδικα και για τον επιπλέον λόγο ότι η ανακοπή αυτή εκδικάζεται από το πτωχευτικό δικαστήριο, δηλαδή το πολυμελές πρωτοδικείο που κήρυξε την πτώχευση κατ' άρθρο 53 του ΠτΚ, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ενώ η ασφαλιστική εκκαθάριση δεν διατάσσεται με δικαστική απόφαση, αλλά επέρχεται αναγκαστικά μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης λόγω παράβασης νόμου με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, ο δε νομοθέτης για τις δίκες της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, σταθμίζοντας τις ιδιαιτερότητές της, θέσπισε την αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου και ως διαδικασία αυτή των ασφαλιστικών μέτρων, ώστε να επιτευχθεί ο σκοπός επιτάχυνσης της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και της ικανοποίησης σε σύντομο χρόνο των προνομιακά ασφαλισμένων, ενώ ο περιορισμός της άσκησης ένδικων μέσων κατά των σχετικών υποθέσεων, όπως η κρινόμενη, που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, στοχεύει, όπως προεκτέθηκε, στην επιτάχυνση της διαδικασίας της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και ως εκ τούτου δεν είναι δυσανάλογος, ούτε αντιβαίνει στην καθιερούμενη με το άρθρο 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας (Α.Π. 263/2024, Α.Π. 67/2024, Α.Π. 1705/2023, Α.Π. 1704/2023, Α.Π. 1431/2023, Α.Π. 543/2023, Α.Π. 152 έως 154/2023).
Κατ' ακολουθία αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία έχει επιδοθεί και στο Εγγυητικό Κεφάλαιο Ιδιωτικής Ασφάλισης Ζωής, που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης στη δευτεροβάθμια δίκη, όπως προκύπτει από την 5758/24-4-2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Δ.
Κ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού περί απαραδέκτου αυτής ισχυρισμού, που προβάλλει η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της, κατατεθείσες την 5-5-2023, δηλαδή περισσότερες από είκοσι ημέρες πριν από την ημέρα της συζήτησης της αίτησης αναιρέσεως, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 570 § 1 ΚΠολΔ, γεγονός άλλωστε που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός της, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176 § 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 28-9-2020 αίτηση αναιρέσεως κατά της 2432/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον τέταρτο αναιρεσείοντα Ι. Κ., την πέμπτη αναιρεσείουσα Μ. Κ., τον έκτο αναιρεσείοντα Κ. Μ., την έβδομη αναιρεσείουσα Γ. Μ. και τον ενδέκατο αναιρεσείοντα Ν. Π.
Κηρύσσει καταργημένη την εκκρεμή δίκη ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες.
Απορρίπτει την από 28-9-2020 αίτηση των υπολοίπων αναιρεσειόντων για αναίρεση της 2432/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και Καταδικάζει όλους τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ