Legislator Case Law & Legislation
671/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against second instance judgment for failure to consider evidence affecting case outcome.

Case Number 671/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's decision to dismiss the plaintiff's claim for damages. The plaintiff argued that the Second Instance Court failed to consider specific documents submitted as evidence, which were crucial for proving the defendants' liability. The Court held that while specific mention of every document is not required, the failure to address evidence that significantly impacts the case outcome constitutes a valid ground for appeal under Article 559(11) of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338, 339, 340, 346, 559(11) of the Code of Civil Procedure; The court must consider all evidence lawfully submitted that has a significant impact on the case outcome, and failure to do so, even without specific mention, constitutes a ground for appeal if the evidence could have influenced the judgment.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal grounds evidence consideration significant impact judgment reversal civil procedure damages claim

Cited Legislation

AI generated
Articles 335, 338, 339, 340 and 346 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 2/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 671 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 671/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Λ., κατοίκου ..., ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικής ενάγουσας Ρ συζύγου Λ. Π., το γένος Γ. Κ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαμπρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Κ. του , κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κοσμά που ανακάλεσε την από 1/10/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Θ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ιωάννου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/12/2014 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Ρ συζύγου Λ. Π., το γένος Γ. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 280/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/8/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου κατά το όρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασής του. Αρκεί δε για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα) υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Ειδικώς δε, όταν πρόκειται για απόφαση ποινικού δικαστηρίου, το δικάσαν Εφετείο, δεν δεσμεύεται μεν από το περιεχόμενο αυτής και δύναται να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο εκείνης, πρέπει, όμως, εν όψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το αντικρούσει (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 441/2019, ΑΠ 1436/2017, ΑΠ 240/2011, ΑΠ 1622/2010).

Περαιτέρω, σύμφωνα μεν με τη διάταξη της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 529 ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, με τις προτάσεις των διαδίκων, σύμφωνα δε με τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα, που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά, που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτόδικα, είτε αυτά, που υποβλήθηκαν μεν πρωτόδικα, αλλά απαράδεκτα. Η διάταξη αυτή (άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ) είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επιτρέπονται από το νόμο (ΑΠ 484/2019, ΑΠ 284/2018, ΑΠ 315/2015, ΑΠ 1450/2011).

Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής, της αρχικώς ενάγουσας μητέρας της, στη δικονομική θέση της οποίας αυτή έχει υπεισέλθει, ως μοναδική, εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, ερειδομένης στις περί αδικοπραξίας διατάξεις (άρθρα 914 επ.) συνισταμένης (της αδικοπραξίας) σε απόπειρα απάτης στο δικαστήριο του πρώτου, ήδη αναιρεσιβλήτου και σε απλή συνδρομή, στην πράξη του αυτή του δεύτερου, με σκοπό την παραδοχή της αναφερόμενης σ' αυτήν (ένδικη αγωγή), αγωγής, που είχε ασκήσει ο πρώτος κατά της ανωτέρω, αρχικής, ενάγουσας και δικάσθηκε πρωτοδίκως, στο Ειρηνοδικείο Κλειτορίας και, κατ' έφεση, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων, δεν έλαβε υπόψη του, έγγραφα, τα οποία, μεταξύ άλλων, αυτή (ήδη αναιρεσείουσα), νόμιμα, επικαλέσθηκε και προσεκόμισε, με τις προτάσεις της σ' αυτό (Εφετείο) και, συγκεκριμένα:

α) Την 49/2015 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καλαβρύτων, με την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι και καταδικάσθηκαν, αντίστοιχα, σε φυλάκιση δώδεκα μηνών ο πρώτος, για απόπειρα απάτης στο δικαστήριο και απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και, εννέα μηνών ο δεύτερος, για απλή συνέργεια στις ανωτέρω πράξεις του πρώτου, συντελεσθείσες με την επίκληση και προσκομιδή, εκ μέρους του πρώτου, στα προαναφερθέντα Δικαστήρια (Ειρηνοδικείο και Μονομελές Πρωτοδικείο), του από 12-11-2009 ψευδούς τοπογραφικού διαγράμματος, που συνέταξε και παρέδωσε, σ' αυτόν, προς τούτο, ο δεύτερος, ώστε να εξαπατηθούν τα εν λόγω Δικαστήρια και να δεχθούν την ενώπιον αυτών αχθείσα, προς κρίση, 24/2009 αγωγή του πρώτου κατά της αρχικώς ενάγουσας.

β) Την 165/2016, αμετάκλητη, απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαβρύτων, που εκδόθηκε ύστερα από έφεση, κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης, των καταδικασθέντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία καταδικάσθηκε ο πρώτος σε φυλάκιση έξι μηνών για την πράξη απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, ενώ ως προς τον δεύτερο η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο, υπό τον όρο της μη τέλεσης από δόλο νέας αξιόποινης πράξης, μέχρι τις 02-08-2018.

γ) Την υπ' αριθμ. πρωτ. …/…-10-2011 καταγγελία της αρχικής ενάγουσας προς το ΤΕΕ Δυτικής Ελλάδος κατά του β' αναιρεσιβλήτου. γ) Το υπ' αριθμ. πρωτ. …/…-11-2011 διαβιβαστικό έγγραφο του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος Τμήματος Δυτικής Ελλάδος προς το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος. Και, γ) την 8Γ απόφαση του ανωτέρω Πειθαρχικού Συμβουλίου, με την οποία κρίθηκε ότι ο β' αναιρεσίβλητος έχει υποπέσει στο πειθαρχικό παράπτωμα του άρθρου 30 παρ. 1 εδ.

γ του ν. 783/70, γιατί, κατά τη σύνταξη του επίμαχου τοπογραφικού διαγράμματος, απεφάνθη για την κυριότητα του τότε επίδικου τμήματος του ακινήτου της αρχικής ενάγουσας, χωρίς τεκμηρίωση από τίτλους ιδιοκτησίας ή διαγράμματα και οι μετρήσεις του απέχουν από αυτές του πραγματογνώμονα του ΤΕΕ και, του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της επίπληξης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, επί λέξει, ότι: "...από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 59/2017 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου εκείνου, τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδεικνύονται σε σχέση με τους λόγους της έφεσης τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο πρώτος εναγόμενος Β. Κ. του Κ. άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κλειτορίας κατά της αρχικώς ενάγουσας Ρ. συζύγου Λ. Π. το γένος Γ. Κ. την από 16-12-2009 και με αριθμό καταθέσεως 24/2009 αγωγή του ζητώντας να αναγνωριστεί κύριος επί δύο τμημάτων ενός κατά τους ισχυρισμούς του ακινήτου του εμβαδού 700 τ.μ. περίπου ήτοι α] του τμήματος Α με τα στοιχεία 5-6-7-8-9-22-21-5 εμβαδού 23,35 τ.μ.

και β] του τμήματος Β με τα στοιχεία 2-3-4-19-18-17-16-15-2 εμβαδού 41,95 περίπου τ.μ., όπως αυτά λεπτομερώς αποτυπώνονται στο με ημερομηνία 12-11-2009 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού ΤΕ Αιγίου Απόστολου Ι. Θ. - δευτέρου εναγομένου, στηριζόμενος σε έκτακτη χρησικτησία ήτοι ότι από το 1959 που περιήλθε το όλο ακίνητο στην κατοχή του ασκούσε τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό αυτών πράξεις νομής και κατοχής, όπως επιτήρηση, περίφραξη, οίκηση, ανέργεση οικοδομής, καλλιέργεια κήπου και προστασία από προσβολές τρίτων.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικώς η υπ' αριθμ. 7/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κλειτορίας η οποία διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως και την διενέργεια αυτοψίας και εν συνεχεία η υπ' αριθμ. 5/2012 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την αγωγή μη αποδειχθείσης της κυριότητας του ενάγοντος.

Εν συνεχεία κατόπιν εφέσεως του νυν πρώτου εναγομένου Β. Κ. του Κ. κατά της άνω υπ' αριθμ. 5/2012 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κλειτορίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 104/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, η οποία αντίθετα με τους ισχυρισμούς της αρχικώς ενάγουσας, που ισχυρίστηκε στην υπό κρίση αγωγή της ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων με την άνω απόφαση του απέρριψε την έφεση και δέχθηκε ότι τα επίδικα τμήματα ανήκαν στην ιδιοκτησία της, αφού έκανε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή την έφεση εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 5/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κλειτορίας, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την άνω από 16-12-2009 και με αριθμό έκθεσης καταθέσεως 24/2009 αγωγή, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε τον ενάγοντα και νυν πρώτο εναγόμενο του εδαφικού τμήματος που αποτυπώνεται στο από 26 Μάϊου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Π.

Σ. με τα στοιχεία 84-83-48-4-11-84, εντός του οποίου υπάρχει ένας χωμάτινος φούρνος με στέγαστρο από λαμαρίνες, έχει εμβαδό είκοσι (20) περίπου τετραγωνικά μέτρα, συνορεύει δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Π., ανατολικά και βόρεια με λοιπή ιδιοκτησία του ενάγοντος (νυν πρώτου εναγομένου) και νότια με ιδιοκτησία εναγομένης (νυν αρχικώς ενάγουσας) Το άνω τμήμα που αναγνωρίστηκε κύριος ο πρώτος εναγόμενος είναι μέρος του Α τμήματος της αγωγής του εμβαδού 23 τ.μ.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων αναγνώρισε τελεσιδίκως με δύναμη δεδικασμένου ότι αυτός είναι κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του αναφερθέντος ως άνω εδαφικού τμήματος. Ενώ στο έτερο εδαφικό τμήμα εμβαδού 42 τ.μ. δέχθηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων ότι από το έτος 1980 και μετά ο νυν πρώτος εναγόμενος χρησιμοποιεί το ανωτέρω εδαφικό τμήμα για την καλλιέργεια κηπευτικών αλλά ότι δεν αποδεικνύεται ότι το πράττει με διάνοια κυρίου.

Ενόψει λοιπόν κυρίως τους γεγονότος ότι ο πρώτος εναγόμενος στήριξε το κατά τους ισχυρισμούς του δικαίωμα κυριότητας επί των άνω εδαφικών τμημάτων σε έκτακτη χρησικτησία επ' αυτών σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τελεσιδίκως έγινε δεκτή η αγωγή για το μεγαλύτερο μέρος του Α τμήματος και του γεγονότος ότι αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος πράγματι, όπως δέχθηκε και το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων, χρησιμοποιούσε το έτερο εδαφικό τμήμα για καλλιέργεια κηπευτικών αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε υπαιτιότητα τελέσεως απάτης δεν προέβη σε ενσυνείδητο ψεύδος που παραβιάζει το καθήκον αληθείας του.

Ο πρώτος εναγόμενος πίστευε ότι είναι κύριος των άνω επιδίκων τμημάτων στηρίζοντας το κατά τους ισχυρισμούς του δικαίωμα του στην έκτακτη χρησικτησία και μάλιστα για το τμήμα Α της αγωγής κατ'ουσίαν κέρδισε την δίκη. Πολλώ δε μάλλον ο δεύτερος εναγόμενος δεν είχε υπαιτιότητα, καθ' όσον ενήργησε κατόπιν υποδείξεων του πρώτου εναγομένου ως προς τα όρια του ακινήτου του τελευταίου...".

Ενώ, λοιπόν, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, ο λόγος για τον οποίο, το Εφετείο, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα και, στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε, απέρριψε στο σύνολό της την ένδικη αγωγή, είναι ότι: "...αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε υπαιτιότητα τελέσεως απάτης δεν προέβη σε ενσυνείδητο ψεύδος που παραβιάζει το καθήκον αληθείας του.

Ο πρώτος εναγόμενος πίστευε ότι είναι κύριος των άνω επιδίκων τμημάτων στηρίζοντας το κατά τους ισχυρισμούς του δικαίωμα του στην έκτακτη χρησικτησία και μάλιστα για το τμήμα Α της αγωγής κατ' ουσίαν κέρδισε την δίκη. Πολλώ δε μάλλον ο δεύτερος εναγόμενος δεν είχε υπαιτιότητα, καθ' όσον ενήργησε κατόπιν υποδείξεων του πρώτου εναγομένου ως προς τα όρια του ακινήτου του τελευταίου...".

Ουδεμία αναφορά κάνει στις προαναφερθείσες ποινικές αποφάσεις, ούτε αναφέρει, καθόλου την ανωτέρω πειθαρχική απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΤΕΕ. Τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νόμιμα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η ήδη αναιρεσείουσα, ως νέα αποδεικτικά μέσα, με τις προτάσεις της, στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού δεν μνημονεύεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του το αντίθετο και δεν αποκρούσθηκαν, από αυτό (Εφετείο).

Η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρει, βεβαίως, ότι έλαβε υπόψη τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως, ενόψει όμως της αντίθετης ουσιαστικής κρίσης, προς αυτή των ανωτέρω ποινικών αποφάσεων, στην οποία κατέληξε, με το να απορρίψει την ένδικη αγωγή, με αντικείμενο την επιδίκαση αποζημιώσεως θετικής της ζημίας και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, προκληθείσας, στην αρχικώς ενάγουσα, από αδικοπραξία των ήδη αναιρεσιβλήτων, εναγομένων, συνισταμένη στις πράξεις, για τις οποίες εκδόθηκαν οι επίμαχες ποινικές αποφάσεις, χωρίς να τις μνημονεύει ούτε να τις αντικρούει, αλλά και χωρίς, καθόλου, να μνημονεύει ούτε να σχολιάζει και την προαναφερθείσα πειθαρχική απόφαση, όπως, επίσης, δεν αναφέρει και τα ανωτέρω, σχετικά με αυτή έγγραφα, γεννάται αμφιβολία για το αν, πράγματι, λήφθηκαν αυτά υπόψη, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.

Και τούτο διότι, τα ανωτέρω έγγραφα είναι κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία και θα μπορούσαν να είχαν επηρεάσει τον δικανικό συλλογισμό του Εφετείου, για την απόδειξη του ένδικου αγωγικού ισχυρισμού, περί της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και, εντεύθεν, αποζημιωτικής ευθύνης των ήδη αναιρεσιβλήτων, εναγομένων, έναντι της αρχικώς ενάγουσας, την οποία διαδέχθηκε, ως ανωτέρω, η ήδη αναιρεσείουσα.

Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρ. 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος. Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Λόγω δε της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του ανωτέρω λόγου της κρινόμενης αίτησης, που έγινε δεκτός, παρέλκει η εξέταση του δευτέρου και τελευταίου λόγου αυτής, από τον αριθμό 19 άρθρου ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού και αυτός κατατείνει στο ίδιο αποτέλεσμα, με τον πρώτο.

Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που την εξέδωσε (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατέβαλε (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά της έξοδα, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτή, με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 280/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Και,

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ