Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to specify legal errors in the lower court's decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by partners against a court ruling dissolving their general partnership. The appellants argued the lower court erred in evidence assessment but failed to cite specific legal errors in their appeal petition. The court ruled that appeals must clearly identify the precise legal flaw to be reviewed, rejecting vague arguments that merely cite statutory provisions without detailing the specific error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3) and 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is vague and fails to specify the exact legal error in the contested decision, rendering it impossible for the appellate court to assess the alleged mistake.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 671 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 671/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Μ. του Γ. και 2) Ε. Τ. συζύγου Κ. Μ., κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Μπλάνα. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Φ., κατοίκου ..., ομορρύθμου εταίρου στην εταιρεία με την επωνυμία "... και ΣΙΑ Ε.Ε." και διακριτικό τίτλο "... ", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Γιαλού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2016 και ...320/2016 αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1576/2018 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-10-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 259 του Ν. 4072/2012 περί "Βελτιώσεως επιχειρηματικού περιβάλλοντος - Νέας εταιρικής μορφής - Σημάτων - Μεσιτών ακινήτων - Ρυθμίσεως θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις" με τον τίτλο "Λύση της (ομόρρυθμης) εταιρείας", η οποία, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 271 του ίδιου Νόμου, εφαρμόζεται και στην ετερόρρυθμη εταιρεία, η ομόρρυθμη εταιρεία λύνεται:
α) με την πάροδο του χρόνου διαρκείας της, β) με απόφαση των εταίρων, γ) με την κήρυξή της σε πτώχευση και δ) με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος. Βάσει της διατάξεως του άρθρου 259 § 2 του Ν. 4072/2012, η αίτηση εκδικάζεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων του άρθρου αυτού με εκείνες των άρθρων 249 και 294, όπως ισχύουν, σύμφωνα με το άρθρο 330 του Ν. 4072/2012, συνάγεται ότι η ομόρρυθμη εταιρεία λύνεται με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση εταίρου εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος. Η δικαστική λύση της εταιρίας για σπουδαίο λόγο αφορά τόσο την εταιρία αορίστου όσο και την ορισμένου χρόνου.
Ο σπουδαίος λόγος κρίνεται κατά τις περιστάσεις και σε συνάρτηση με τη γενικότερη οργάνωση της συγκεκριμένης εταιρίας, η οποία θα αποτελεί τον κύριο οδηγό για την εκτίμηση της σοβαρότητας της κατάστασης που δημιούργησε ο προβαλλόμενος σπουδαίος λόγος. Οι λόγοι λύσης των προσωπικών εταιριών υπό το ισχύον δίκαιο του ν. 4072/2012 διαφέρουν από αυτούς που γίνονταν δεκτοί κατά το προϊσχύσαν δίκαιο και καθορίζονται πλέον με κεντρικούς άξονες τη γενική αρχή της διατήρησης της εμπορικής επιχείρησης και το επιβεβλημένο απομάκρυνσης από τον απόλυτα προσωποπαγή χαρακτήρα των προσωπικών εταιριών.
Μάλιστα, η εκ μέρους εταίρου καταγγελία της εταιρίας έχει πλέον απαλειφθεί ως προβλεπόμενος από το νόμο λόγος λύσης της προσωπικής εταιρίας, ισχύει όμως ως τέτοιος λόγος, εφόσον προβλέπεται στην εταιρική σύμβαση. Με βάση το σκοπό της διατήρησης της επιχείρησης που διακατέχει το ν. 4072/2012 και δεδομένου ότι προβλέπεται και δικαίωμα εξόδου του εταίρου, σύμφωνα με το άρθρο 261 του ως άνω νόμου, το δικαίωμα δικαστικής λύσης της εταιρίας συνιστά έσχατο μέσο αντιμετώπισης της κατάστασης που ανέκυψε με τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου και εγείρεται επομένως μόνο σε περίπτωση που δεν βρέθηκε άλλος τρόπος άρσης του αδιεξόδου.
Η ύπαρξη του σπουδαίου λόγου θα πρέπει πάντως να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και σημαντικές επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία της εταιρίας. Ο σπουδαίος λόγος πρέπει κατά βάση να αναφέρεται στις σχέσεις της εταιρίας και όχι στο πρόσωπο των εταίρων, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση τα προσωπικά στοιχεία παίζουν πρωτεύοντα ρόλο.
Περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο, υπό το πρίσμα των νέων διατάξεων που επικεντρώνουν στην οπτική της εμπορικής επιχείρησης, φορέας της οποίας είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρίας παρά στον προσωποπαγή συμβατικό εταιρικό δεσμό, είναι η κακή πορεία των εταιρικών υποθέσεων και η έλλειψη κερδών, η αθέτηση των εταιρικών υποχρεώσεων και η κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, οι διαρκείς διαφωνίες, η έλλειψη συνεργασίας, ο κλονισμός της εμπιστοσύνης κλπ.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 263 του ν. 4072/2012 με τον τίτλο "Αποκλεισμός εταίρου" "Αν συντρέχει στο πρόσωπο ενός εταίρου περιστατικό που θα δικαιολογούσε τη λύση της εταιρείας σύμφωνα με την περίπτωση δ` της παραγράφου 1 του άρθρου 259, το μονομελές πρωτοδικείο μπορεί, ύστερα από αίτηση των λοιπών εταίρων, η οποία εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αντί της λύσης της εταιρείας, να διατάξει τον αποκλεισμό του εταίρου".
Σκοπός της διάταξης αυτής είναι η προστασία των λοιπών εταίρων και η διατήρηση της επιχείρησης. Ο αποκλεισμός του εταίρου συνίσταται στην ακούσια έξοδό του από την εταιρεία και αποτελεί αναγκαστική αποχώρησή του από αυτήν παρά τη θέλησή του. Ο σπουδαίος λόγος πρέπει να υπάρχει εξάλλου όχι μόνο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, αλλά και κατά το χρόνο συζήτησής της.
Επιπλέον, η συνέχιση της εταιρείας με τον υπό αποκλεισμό εταίρο, λόγω της (υπαίτιας ή μη) συμπεριφοράς του θα πρέπει να είναι δυσβάστακτη για τους άλλους εταίρους, έτσι ώστε να κινδυνεύει η ομαλή λειτουργία ή η υπόστασή της. Περαιτέρω, προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος αποκλεισμού εταίρου, είναι η αίτηση να έχει υποβληθεί από τους λοιπούς εταίρους.
Ο αποκλεισμός μπορεί να αφορά έναν ή περισσότερους εταίρους, ερμηνεία που ίσχυε και με τη μέχρι πρότινος εφαρμοζόμενη διάταξη του άρθρου 771 ΑΚ. Από τη διάταξη του άρθρου 263 Ν.4072/2012, σε συνδυασμό με τις λειτουργικά συναφείς διατάξεις των άρθρων 259, 264 και 267 Ν.4072/2012, υπό το πρίσμα της αρχής της διατήρησης της εταιρικής επιχείρησης, το δικαίωμα αποκλεισμού μπορεί να ασκηθεί και από τον "άλλο εταίρο", δοθέντος ότι μετά την εισαγωγή του θεσμού της μονοπρόσωπης ομόρρυθμης εταιρείας, έστω και για περιορισμένο χρονικό διάστημα, αυτή γίνεται δεκτή ανεξάρτητα από την αιτία ("για οποιονδήποτε λόγο") της αποχώρησης "ενός ή περισσότερων εταίρων".
Έτσι, αν οι εταιρικές μερίδες συγκεντρωθούν στα χέρια ενός η εταιρεία λύνεται, ενώ αν αποχωρήσουν για οποιονδήποτε λόγο ένας ή περισσότεροι εταίροι και παραμείνει μόνο ένας εταίρος, η εταιρεία λύνεται, εφόσον μέσα σε δυο μήνες δεν δημοσιευθεί στο Γ.Ε.Μ.Η. η είσοδος νέου εταίρου (άρθρο 267 παρ. 1 του ν.4072/2012, το οποίο ήδη προβλέπει δυνατότητα συνέχισης της εταιρείας επί τετράμηνο, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 27 του ν.4403/2016).
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 263 του Ν.4072/2012, δεν θέτει ως στοιχείο του πραγματικού της αίτησης, τη ρητή μνεία της πρόθεσης ανεύρεσης νέου εταίρου για τη συνέχιση της εταιρείας (ΑΠ 37/2019, 473/2019). Τέλος, το δικαίωμα του εταίρου να ζητήσει τη λύση της εταιρείας υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ και ασκείται καταχρηστικά μεταξύ άλλων και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις, που η άσκησή του οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης ή όταν υπό την επίκληση λόγων που δικαιολογούν τη λύση της εταιρείας υποκρύπτονται επίμεμπτα κίνητρα, τα οποία και αποτέλεσαν την πραγματική αιτία της επιδίωξης για λύση της εταιρίας (ΑΠ 1085/2018, ΑΠ 210/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αίτηση των αναιρεσειόντων Κ. Μ. και Ε. Τ., ομόρρυθμου και ετερόρρυθμου μέλους αντίστοιχα, για λύση της εταιρείας " Κ.... και ΣΙΑ ΕΕ" και έκανε δεκτή την αίτηση του αναιρεσιβλήτου Κ.
Μ., ομορρύθμου μέλους, διατάσσοντας τον αποκλεισμό των καθών- αναιρεσειόντων από την εν λόγω ετερόρρυθμη εταιρεία, αφού πρώτα εξαφάνισε την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία είχε συνεκδικάσει τις παραπάνω αιτήσεις και είχε κρίνει αντιθέτως, δηλαδή είχε διατάξει τη λύση της εταιρείας. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ` αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).
Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το ιστορούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη του υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 555/2019, ΑΠ 293/2016, ΑΠ 436/2016).
Εξάλλου, κατά τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται, οι ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. Κατά την ανωτέρω έννοια, δεν είναι "πράγμα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (ΑΠ 625/2008). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 93/2019, ΑΠ 355/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η εταιρεία είναι βιώσιμη και ο σκοπός της εφικτός χωρίς να λάβει υπόψη τις δηλώσεις ΦΠΑ της εταιρείας και τα ανταλλαγέντα μεταξύ των διαδίκων mail σχετικά με την καταγγελία της σύμβασης με τη συνεργαζόμενη εταιρεία ....
Ο λόγος αυτός καθώς και ο υπό τις ίδιες αιτιάσεις από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έκτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι αφού στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης μνημονεύονται κατά το είδος τους τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και σε συνδυασμό με τις παραδοχές, όπου μάλιστα γίνεται ρητή αναφορά στα φορολογικά αυτά στοιχεία, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος συνεκτιμήθηκαν και τα παραπάνω έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων δεν αποτελεί πράγμα κατά την προαναφερθείσα έννοια του από τον αριθμό 8 αναιρετικού λόγου.
Οι περιεχόμενες, εξάλλου, στους παραπάνω αναιρετικούς λόγους λοιπές αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης των εγγράφων και της κατάθεσης του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου είναι απαράδεκτες ως αναγόμενες στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση ( ΑΠ 1/2019, ΑΠ 24/2015).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης ( ΑΠ 5/2019, ΑΠ 7/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Δυνάμει του από 9-9-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο καταχωρίσθηκε νομίμως στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Κατερίνης ... 1) Μ. Κ. του Γ., 2) Μ. Κ. του Φ., 3)Ρ. Δ. του Κ., 4) Κ. Ι. του Χ., 5) Α. Α. του Ι., 6) Κ. Δ. του Θ., 7) Τ. Α. του Ν. και 8) Τ. Μ. του Α., συνέστησαν ετερόρρυθμη εταιρία αόριστης διάρκειας με την επωνυμία "Κ.... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" με ομορρύθμους εταίρους τους Μ. Κ. και Μ. Κ. και ετερορρύθμους εταίρους τους λοιπούς ως άνω συμβληθέντες. Έδρα της εταιρίας ορίσθηκε ο Δήμος Κατερίνης ...Σκοπός της σύμφωνα με το καταστατικό, ήταν η οδική βοήθεια οχημάτων σε περίπτωση ατυχήματος ή βλάβης ... Διαχειριστές της εταιρίας ορίσθηκαν οι ως άνω ομόρρυθμοι εταίροι, στους οποίους παρασχέθηκε "το δικαίωμα όπως με την εταιρική υπογραφή που αποτελείται από την σφραγίδα της εταιρίας.... και με μόνη την υπογραφή του ενός από τους δύο .. να εκπροσωπούν την εταιρία σε κάθε σχέση της με τους τρίτους και ενώπιον δημοσίων, δικαστικών και άλλων αρχών...." (άρθρο 10), ενώ "όλοι οι συμβαλλόμενοι εταίροι υποχρεούνταν να προσφέρουν και την προσωπική τους εργασία για την ευόδωση των σκοπών της εταιρίας" (άρθρο 15)........
'Ετσι η λειτουργία της εταιρίας συνεχίσθηκε, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του καταστατικού της, με τα εναπομείναντα ως άνω μέλη της, ήτοι, τους Κ. Μ. και Κ. Μ. ως ομορρύθμους εταίρους και την Ε. Τ. ως ετερόρρυθμο εταίρο, οι δε εταιρικές μερίδες των αποχωρησάντων ετρορρύθμων μελών προσαύξησαν τις μερίδες των ανωτέρω εταίρων κατά τον λόγο συμμετοχής ενός εκάστου .Στο πλαίσιο του καταστατικού της σκοπού η ως άνω εταιρία είχε συμβληθεί με μικτές επιχειρήσεις παροχής οδικής βοήθειας και ειδικότερα με την εταιρία "..." που εδρεύει στην ...
και διατηρεί υποκατάστημα στη Ελλάδα .... και με το σωματείο με την επωνυμία (ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΗΓΗΣΕΩΝ(ΕΛΠΑ), που εδρεύει στην ..., αναλαμβάνοντας να παρέχει στους συνδρομητές της ... και της ΕΛΠΑ υπηρεσίες οδικής βοήθειας έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής .Οι σχέσεις των εταίρων, αν και ομαλές στην αρχή της συνεργασίας τους, δεδομένης και της συγγενικής σχέσεως των συζύγων τους (πρώτες εξαδέλφες), εντάθηκαν από τα τέλη του έτους 2013, οπότε άρχισαν να εμφανίζονται μεταξύ τους εντάσεις και έριδες, οφειλόμενες στην ύπαρξη παραπόνων ενός εκάστου κατά του αντιδίκου του αναφορικά αφενός μεν με την διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, αφετέρου δε με την συμμετοχή εκάστου εξ αυτών στην επίτευξη του εταιρικού σκοπού.
Οι κακές αυτές σχέσεις μεταξύ των αντιδίκων, οι οποίες κατέστησαν, ... αδύνατη την εύρυθμη λειτουργία της επιχειρήσεως, ήταν, άλλωστε και αυτές που οδήγησαν τα λοιπά ετερόρρυθμα μέλη της εταιρίας Α.Α., Α.,Τ., Β.Μ., Ι.Γ., Β.Ζ. και Κ.Δ. να εξέλθουν εκουσίως από αυτήν .... Στις αρχές του έτους 2014 ο Κ. Μ. διαπίστωσε ότι ο Κ.
Μ. προέβη σε διάφορες αναλήψεις χρηματικών ποσών από τον υπ'αριθμ.... λογαριασμό όψεως που διατηρούσε η εταιρία στην Τράπεζα Πειραιώς(5.000 ευρώ την 27-11-2013, 6.500 ευρώ την 23-12-2014, 10.000 ευρώ την 22-1-2014, 9.400 ευρώ την 25-2-2014, 2.544 ευρώ την 25-2-2014, 5.150 ευρώ την 27-3-2014, 2430, 49 ευρώ και 4440 ευρώ την 30-4-2014, και συνολικώς 45.464 ευρώ) και με την από 12-3-2014 εξώδικη δήλωση -πρόσκληση προς τον Κ.Μ.
ζήτησε εξηγήσεις και απαίτησε την ενεργό του συμμετοχή στην διαχείριση των οικονομικών της εταιρίας. Οι καθών Κ. Μ. και Ε. Τ. δεν ανταποκρίθηκαν στην ως άνω εξώδικη πρόσκληση και τον Απρίλιο του ιδίου έτους "αξιοποιώντας" τον υπ'αριθμ. …όρο του καταστατικού σύμφωνα με τον οποίο " επιτρέπεται στους εταίρους να μετέχουν σε άλλη εταιρία που θα συσταθεί στο εξής με το αυτό αντικείμενο να ενεργούν εμπορικές πράξεις για ίδιο λογαριασμό και να αντιπροσωπεύουν οποιουσδήποτε οίκους για ίδιο λογαριασμό", ίδρυσαν την εταιρία "...
ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΟΔΙΚΗΣ ΒΟΗΘΕΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ"(αρ.ΓΕΜΗ ...17-4-2014) με ίδια έδρα, παρόμοια επωνυμία ,και με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών οδικής βοήθειας., με σκοπό την άμεση μεταφορά στην εν λόγω εταιρία του πελατολογίου, του προσωπικού και των περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας ... ΣΙΑ ΕΕ, ώστε να υποκαταστήσουν την τελευταία στην λειτουργία της με την ως άνω εταιρία συμφερόντων τους και να απαλλαγούν με τον τρόπο αυτό από τον συνεταίρο τους (Κ.Μ.).Ο Κ.
Μ. για να προστατεύσει τα συμφέροντα της εταιρίας και κατ'επέκταση και τα δικά του, ως ομορρύθμου εταίρου αυτής, άσκησε την υπ'αριθμ.1179/264/2014 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης και το τελευταίο με την υπ'αριθμ.302/2014 απόφαση αφού πιθανολόγησε ότι " ο δεύτερος των καθών (Κ.Μ.) προέβη σε μία σειρά μεθοδευμένων και στοχευμένων ενεργειών ώστε να αποδιοργανώσει την πρώτη αιτούσα (Κ.Μ.
και Σία ΕΕ) και να την θέσει εκτός αγοράς....", εκτός των άλλων, απαγόρευσε προσωρινά στον δεύτερο των καθών την εκποίηση ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αποστέρηση από την πρώτη αιτούσα οποιουδήποτε περιουσιακού της στοιχείου ή δικαιώματος, απαγόρευσε προσωρινά στην πρώτη των καθών (... ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΟΔΙΚΗΣ ΒΟΗΘΕΙΑΣ και ΣΙΑ ΕΕ) να λειτουργεί στον χώρο γραφείων που χρησιμοποιούσε έως τον Μάιο του 2014 η πρώτη αιτούσα και υποχρέωσε τον δεύτερο των καθών να αποδίδει στο ταμείο της πρώτης αιτούσας (Κ.Μ.
και Σια ΕΕ) κάθε έσοδο προερχόμενο από πελάτες ή συνεργάτες της. Στην συνέχεια ο Κ. Μ. άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης την υπ'αριθμ.εκθ.καταθ. 1761/194/3-11-2014 αγωγή (ενάγοντες η ΕΕ με την επωνυμία Κ.... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ και ο ίδιος, εναγόμενοι η ΕΕ με την επωνυμία ... ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΟΔΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ, ο Κ.
Μ. και η Ε. Τ.). Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης, αφού έκρινε ότι " ο δεύτερος εναγόμενος με σειρά πράξεων και παραλείψεων επιχείρησε μεθοδευμένα να πλήξει την οικονομική και λειτουργική υπόσταση αυτής (Κ.... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ) σε τέτοιο βαθμό, ώστε να την εξοβελίσει από την οικεία αγορά, όπου σχεδίαζε να δραστηριοποιηθεί αυτόνομα και υπό νέο εταιρικό σχήμα ο ίδιος", με την υπ'αριθμ.20/2016 απόφαση έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή (ως προς την πρώτη ενάγουσα) και υποχρέωσε τον δεύτερο των εναγομένων να απέχει στο μέλλον από την διενέργεια κάθε απαλλοτριωτικής πράξεως εις βάρος της' ενάγουσας και υποχρέωσε τους εναγομένους να παύσουν και να παραλείπουν στο μέλλον την δραστηριοποίηση της πρώτης εναγομένης εταιρίας, των εργαζομένων, προστηθέντων ή εντολοδόχων της στους χώρους και εγκαταστάσεις που βρίσκονται στο 2ο χιλ.
της ΕΟ Κατερίνης-Λάρισας. Οι κάκιστες ως άνω σχέσεις μεταξύ των διαδίκων, όπως είναι φυσικό, προκάλεσαν ανυπέρβλητα εμπόδια στην λειτουργία της εταιρίας. Μετά την ως άνω εξέλιξη των πραγμάτων ο Κ. Μ. ίδρυσε και αυτός ατομική επιχείρηση οδικής βοήθειας .... Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η εταιρία ... με την από 1-7-2015 εξώδικη δήλωσή της προς την εταιρία Κ....
ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση συνεργασίας στην παροχή οδικής βοήθειας με αποτέλεσμα η εταιρία να αποστερηθεί έναν από τους δύο κυριότερους συνεργάτες της, και συνήψε όμοια σύμβαση την 14-7-2015 με την ως άνω ατομική επιχείρηση που ίδρυσε ο Κ. Μ.. Για το λόγο αυτό η εταιρία με την επωνυμία Κ....
ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ έχει καταθέσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης σχετική αγωγή ... κατά του Κ.Μ., η οποία ερείδεται στην παράβαση της υποχρεώσεως πίστεως και στην διενέργεια πράξεων αθέμιτου ανταγωνισμού. .... Επίσης αποδεικνύεται ότι ο Κ. Μ. προέβη σε αναιτιολόγητες και αντίθετες προς τα συμφέροντα της εταιρίας μεταβολές του προσωπικού της, που απέβλεπαν στην αντικατάστασή του με άλλο, ελεγχόμενο από τον ίδιο, ώστε την κρίσιμη στιγμή να το μεταφέρει στην εταιρία συμφερόντων του ...
Μετά την εκούσια έξοδο των ως άνω ετερορρύθμων μελών της εταιρίας, που έγινε με παρότρυνση του Κ. Μ., προκειμένου η εταιρία να αποστερηθεί του νομίμου αριθμού των οδηγών της και να απωλέσει την άδειά της- ... -η αρμόδια Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών ΠΕ Πιερίας με το υπ'αριθμ..../30-12-2014 έγγραφό της έταξε στην εταιρία προθεσμία δύο μηνών προκειμένου να αναπληρώσει τον αριθμό των παραιτηθέντων ως άνω οδηγών της, άλλως ,τους δήλωσε ότι θα προβεί στην ανάκληση της αδείας λειτουργίας της.
Η ανάκληση της αδείας λειτουργίας της εταιρίας αποφεύχθηκε τελικώς μετά από ενέργειες του αιτούντος Κ. Μ. για αναπλήρωση των οδηγών της. Με την υπ'αριθμ....5-1-2016 απόφαση του Περιφερειάρχη της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας ανακλήθηκε η η υπ'αριθμ.πρωτ..../12-12-2008 άδεια λειτουργίας της εταιρίας με την επωνυμία Κ....
ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ, ... Με την από 24-9-2014 αναφορά του προς την Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών ΠΕ Πιερίας ο Μ. Φ. του Θ. κάλεσε την ως άνω υπηρεσία να προχωρήσει σε έλεγχο της νομιμότητας λειτουργίας της ανωτέρω επιχειρήσεως .... Μετά την ως άνω καταγγελία υπάλληλοι της παραπάνω υπηρεσίας την 30-9-2014 \ διενήργησαν αυτοψία στις εγκαταστάσεις της εταιρίας και κατά την διάρκεια \ της αυτοψίας ο Κ.
Μ., προκειμένου να αποστερήσει από την εταιρία τον χώρο και το ανυψωτικό μηχάνημα οχημάτων δήλωσε σ'αυτούς ότι ανακαλεί την άτυπη παραχώρηση στην οποία είχε προβεί ο ίδιος το έτος 2008 ατομικά και εκ νέου το έτος 2009 με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της άλλης κοινής εταιρίας των διαδίκων (... ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ), καθόσον ο χώρος αυτός αποτελούσε τμήμα του μισθίου συνεργείου της τελευταίας.
Κατόπιν τούτων η ως άνω υπηρεσία απαίτησε την απόδειξη του δικαιώματος χρήσεως του χώρου και του μηχανήματος αρνούμενη να δεχθεί σχετική ΥΔ, όπως συνέβαινε τα προηγούμενη έτη. Ο Κ. Μ. υπέβαλε για λογαριασμό της εταιρίας την υπ'αριθμ.πρωτ..../20-10-2014 αίτηση για την ετήσια τακτική ανανέωση της αδείας λειτουργίας της σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν.3651/2008, συνυποβάλλοντας, εκτός των άλλων, και την από 1-10-2014 σύμβαση χρησιδανείου χώρου και μηχανήματος μεταξύ των δύο εταιριών, πλην όμως ο Κ.
Μ. με το από 21-10-2014 έγγραφό του προς το Τμήμα Συγκοινωνιών Κατερίνης επικαλούμενος το άρθρο 11 του πδ 34/1995, σύμφωνα με το οποίο η ολική ή μερική παραχώρηση του μισθίου δεν επιτρέπεται σε τρίτο εκτός από αντίθετη συμφωνία των μερών, και το από 23-7-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μισθώσεως, κατά τους όρους του οποίου δεν υφίσταται συμφωνία ανάμεσα στον εκμισθωτή Κ.
Μ. και την μισθώτρια εταιρία με την επωνυμία ... ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ περί ολικής ή μερικής παραχώρησης του μισθίου σε τρίτο πρόσωπο, ζήτησε "τα άνω να ληφθούν υπόψιν δια το νόμιμο των ενεργειών και αποφάσεών τους". Με άλλα λόγια ζήτησε να μην ανανεωθεί η άδεια λειτουργίας της εταιρίας Κ.... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ. Με το υπ'αριθμ..../27-10-2014 έγγραφό της η Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών της ΠΕ Πιερίας επιφυλάχθηκε ως προς τον νομικό έλεγχο της προϋπόθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 2 παρ.13 περ.
ζ' του ν.3651/2008 μέχρι να λάβει την σχετική γνωμοδότηση από τον νομικό σύμβουλο της ΠΕ Πιερίας και με το υπ'αριθμ.πρωτ..../11-11-2014 έγγραφο κάλεσε την εταιρία Κ.... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ να προσκομίσει "οποιοδήποτε έγγραφο συμφωνητικό ή δήλωση του αρχικού εκμισθωτή που να συμφωνεί και να αποδέχεται την προαναφερόμενη σύμβαση χρησιδανείου" μέχρι την 26-12-2014(σύμφωνα με το υπ'αριθμ..../27-11-2014 απαντητικό έγγραφο της ως άνω υπηρεσίας).
Με την από 14-11-2014 εξώδικη δήλωση των εταιριών Κ... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ, ... ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ και του Κ. Μ. κλήθηκε ο Κ. Μ. να συμμορφωθεί άμεσα με το διατακτικό της υπ'αριθμ.302/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, να παραλείψει κάθε ενέργεια που παρεμποδίζει την σύννομη λειτουργία της εταιρίας Κ....
ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ και να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες ώστε να μην ανακληθεί η άδεια λειτουργίας της, χωρίς όμως αποτέλεσμα ... . Ακολούθως η εταιρία Κ.... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης την υπ'αριθμ. 1983/459/22-12-2014 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και παράλληλα ζήτησε να εκδοθεί προσωρινή διαταγή.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης με την από 24-12-2014 προσωρινή διαταγή υποχρέωσε τον Κ. Μ. να προσδιορίσει εγγράφως στην αρμόδια υπηρεσία την έννομη σχέση με βάση την οποία χρησιμοποιούνταν έκαστος των χώρων της εταιρίας λαμβανομένων υπόψη των ως άνω υπεύθυνων δηλώσεών του, αλλά ο ανωτέρω αρνήθηκε να συμμορφωθεί.
Με την από 24-12-2014 εξώδικη δήλωση προς την εταιρία με την επωνυμία ... ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Μ. Κ., ο Κ. Μ. "της γνωρίζει, μετά και από προφορικές διαμαρτυρίες του, σύμφωνα με την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 14 του πδ 34/1995, πως διαμαρτύρεται για την από 1-10-2014 σύμβαση χρησιδανείου, στην οποία προχώρησε χωρίς νόμιμο δικαίωμα (γι'αυτό και δεν την αναγνωρίζει) με την εταιρία Κ....
ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ ερήμην του, χωρίς προηγούμενη συμφωνία τους και κατά παράβαση, πλην άλλων, και των όρων του από 23-7-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού που υπεγράφη μεταξύ τους". Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η μη σύμπραξη πλέον του Κ. Μ., ο οποίος τα προηγούμενα έτη συνέπραττε με τις προαναφερόμενες ΥΔ που υπέβαλε η εταιρία περί λειτουργίας της σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν.3651/2008, κατέστησε αδύνατη την ανανέωση της αδείας λειτουργίας της παραπάνω εταιρίας.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι την 27-11-2014 και σε εκτέλεση της υπ'αριθμ.302/2014 αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης ο Κ. Μ. απέκτησε πρόσβαση στα γραφεία της εταιρίας, που έκτοτε άρχισε να λειτουργεί κανονικά, οι δε καθών εγκατέλειψαν τις εγκαταστάσεις της και ουδέποτε ασχολήθηκαν ξανά με την λειτουργία της.
Και ενώ ο Κ. Μ. δεν είχε καμμία πλέον ουσιαστική συμμετοχή στην διοίκηση της εταιρίας Κ.... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της, και επικαλούμενος εντελώς προσχηματικά την εύρυθμη λειτουργία της άρχισε να προσλαμβάνει υπεράριθμο και μη αναγκαίο προσωπικό, επιβαρύνοντας την εταιρία άνευ λόγου με έξοδα μισθοδοσίας με σκοπό να εξανεμίσει τα κέρδη της και να την εμφανίσει οικονομικά καταρακωμένη.
Για τις ως άνω προσλήψεις εις βάρος του Κ. Μ. ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 390 ΠΚ και παραπέμφθηκε για να δικαστεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου Κατερίνης στην μετ'αναβολή δικάσιμο της 11-5-2018.Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι οι καθών (Κ. Μ. και Ε. Τ.) ίδρυσαν ομοειδή εταιρία, εκμεταλλευόμενοι το άρθρο 16 του καταστατικού, όχι όμως για να λάβει μέρος στον υγιή ανταγωνισμό αλλά για να μεταφέρουν σ'αυτήν την πελατεία και τα περιουσιακά στοιχεία της κοινής τους εταιρίας και να εκδιώξουν τον Κ.Μ.
από την εταιρία, ώστε να καρπωθούν μόνο αυτοί τα ωφέλη από την φήμη, την δραστηριότητα και την περιουσία της. Για την υλοποίηση δε του σχεδίου τους αυτού εκμεταλλεύθηκαν την οργανική θέση του πρώτου ως καταστατικού συνδιαχειριστή της εταιρίας, ο οποίος με τις ως άνω ενέργειές του φρόντισε να παρεμποδίζει συστηματικά την παραγωγική λειτουργία της, αποβάλλοντάς την παρανόμως από τις εγκαταστάσεις της, αποστερώντας της αθέμιτα τους απαιτουμένους από το νόμο οδηγούς, υφαρπάσσοντας την πελατεία της, δημιουργώντας προσκόμματα στην ανανέωση της αδείας λειτουργίας της, με τελική επιδίωξη της ανάκληση της αδείας της, την οποία και πέτυχε, ιδιοποιούμενος παρανόμως μεγάλα ποσά εσόδων της εν γνώσει και με την συνδρομή της δεύτερης, επιβαρύνοντάς την με έξοδα και υποχρεώσεις προκειμένου να την απαξιώσει οικονομικά, ώστε ο ίδιος και η δεύτερη των καθών να προσποριστούν όφελος.
Η εν κρυπτώ ίδρυση από τους καθών της παραπάνω εταιρίας συμφερόντων τους είχε αποκλειστικό σκοπό τον εκτόπισμά της εταιρίας τους από την αγορά και την υποκατάστασή της από την παραπάνω εταιρία. Η δεύτερη των καθών (σύζυγος του πρώτου) τελούσε σε γνώση του σκοπού αυτού, πράγμα που μαρτυρά η εν κρυπτώ σύμπραξή της στην ίδρυση της εταιρίας τους.
Η συμμετοχή της στην ίδρυση της εταιρίας με τέτοιο σκοπό συνιστά από μόνη της ενέργεια που θίγει τον πυρήνα της υποχρέωσης συμβολής στην επίτευξη του κοινού τους σκοπού και ως εκ τούτου ευθεία παράβαση της απορρέουσας από την διάταξη του άρθρου 747 ΑΚ υποχρεώσεως πίστεως στην εταιρία τους. Σημειωτέον ότι η ανωτέρω χρησιμοποιούσε τα γραφεία της εταιρίας τους για την άσκηση της ατομικής της δραστηριότητας ως ασφαλίστριας, ενώ συμμετείχε ενεργά και στην λειτουργία της ως άνω εταιρίας συμφερόντων τους, η οποία από την 17-5-2014 έως την μετεγκατάστασή της (τον Οκτώβριο του 2014) σε νέα έδρα, λειτουργούσε εντός των γραφείων της εταιρίας Κ....
ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ με το προσωπικό και τον εξοπλισμό της τελευταίας, είχε ιδία αντίληψη των ενεργειών του συζύγου της και των συνεπειών τους εις βάρος της εταιρίας Κ.... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ και εις βάρος του Κ. Μ. και ουδέποτε εναντιώθηκε, επιδιώκοντας και η ίδια την κατάλυση του νομικού προσώπου της εταιρίας Κ.... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ.
Επίσης αποδεικνύεται ότι αμφότεροι οι καθών (Κ.Μ., Ε. Τ.) απείχαν οικειοθελώς από την λειτουργία της εταιρίας Κ.... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ καθόλο το διάστημα λειτουργίας της εντός του έτους 2015(βλ. κατάθεση μάρτυρος Ζ. Φ.). Το, γεγονός αυτό συνιστά παράβαση της εκ του καταστατικού υποχρεώσεώς τους για παροχή προσωπικής εργασίας στην εταιρία και παράλληλα παράβαση της εκ του νόμου υποχρεώσεως προωθήσεως του κοινού εταιρικού σκοπού, που αποτελεί έκφανση της υποχρεώσεως πίστεως.
Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η εταιρία Κ.... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ είναι πλέον ανενεργή από διετίας περίπου, η δε συνεργασία της με τον έτερο συνεργάτη της (ΕΛΠΑ), μολονότι τυπικά αποδεικνύεται ότι δεν έχει καταγγελθεί, έχει καταστεί άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι προϋπόθεση της εν λόγω συνεργασίας είναι η ισχύς της αδείας του συνεργάτη αυτής (εν προκειμένω της εταιρίας Κ....
ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ), η οποία ήδη έχει ανακληθεί. Επίσης αποδεικνύεται ότι κατόπιν εγκλήσεως του Κ. Μ. ο Κ.Μ. έχει ήδη παραπεμφθεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης για να δικαστεί για την πράξη της υπεξαιρέσεως ποσού 18.359,13 ευρώ από το ταμείο της εταιρίας, ενώ, μεταξύ των διαδίκων εκκρεμεί και η συζήτηση της υπ'αριθμ.εκθ.καταθ..../2016 αγωγής λογοδοσίας που έχει ασκήσει ο Κ.
Μ. κατά του Κ. Μ.. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο σκοπός της εταιρίας είναι εφικτός και η ίδια βιώσιμη. Από την επισκόπηση των ως άνω φορολογικών δηλώσεων της εταιρίας δεν μπορεί να διαπιστωθεί η αληθής οικονομική της κατάσταση , αφού απαιτείται ο έλεγχος των φορολογικών παραστατικών, η εταιρία κατά τον χρόνο λειτουργίας της εντός του έτους 2015 ήταν κερδοφόρα (καθαρά κέρδη 28.009,07 ευρώ σε ένα επτάμηνο) και δεν είχε χρέη-το τελευταίο γεγονός επιβεβαίωσε και ο μάρτυρας των καθών- η δε εμφάνιση δήθεν ζημιών προέκυψε μεταξύ άλλων και εξαιτίας της αδικαιολόγητης αυξήσεως των "διαφόρων εξόδων"(κωδ….
εντύπου Ε3) η οποία ήταν αντιστρόφως ανάλογη του κύκλου των εργασιών της. Στον συγκεκριμένο κωδικό μπορούν να καταχωριστούν και έξοδα που δεν αφορούν στην λειτουργία της εταιρίας π.χ. δαπάνες των εταίρων, οι οποίες, όμως, δεν μπορούν να εκπέσουν από τα ακαθάριστα έσοδα (βλ. κατάθεση μάρτυρα Π.Ε.), ενώ, οι σπουδαίοι λόγοι λύσεως της εταιρίας αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο των καθών (Κ.Μ.
και Ε. Τ.), οι οποίοι αρνούνται να αποχωρήσουν οικειοθελώς από αυτήν, παρά την σχετική πρόβλεψη του νόμου και του κατασταστατικού. Οι καθών μολονότι εξέφρασαν ρητώς την βούλησή τους να μην συμμετέχουν πλέον στην εταιρία εντούτοις επέλεξαν να ζητήσουν την λύση της τελευταίας με την εκ των κρινομένων υπ'αριθμ .../2016 αίτηση, επιδώκοντας δια της ολιστικής καταλύσεώς της να παγιώσουν την κατάσταση στην οποία αυτή περιήλθε τεχνηέντως με τις ως άνω πράξεις και παραλείψεις τους.
Η εν λόγω αξίωση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα αξιολογικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ λόγω της προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκομένου απ'αυτούς σκοπού. Με βάση όσα προεκτέθηκαν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών καθιστούν επαχθή την συνέχιση και πολύ περισσότερο την εύρυθμη λειτουργία της εταιρίας.
Συγκεκριμένα υπάρχει έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των εταίρων, μη επικοινωνία μεταξύ τους, διαφωνίες αυτών για τον τρόπο διοικήσεως και λειτουργίας της εταιρίας, μη εμπιστοσύνη και υπόνοιες περί κακής διαχειρίσεως εκ μέρους κάθε πλευράς, έριδες και διαπληκτισμοί μεταξύ τους, άρνηση των καθών να συνεισφέρουν στα εταιρικά βάρη και να παρέχουν την προσωπική τους εργασία προς επιδίωξη του κοινού σκοπού, τα οποία κρινόμενα αντικειμενικά συνιστούν ,κατ'αρχήν, σπουδαίο λόγο για την λύση της εταιρίας.
Από την έναρξη δε λειτουργίας της ως άνω ανταγωνιστικής επιχειρήσεως των καθών οι σχέσεις των διαδίκων επιδεινώθηκαν ακόμη περισσότερο και έκτοτε ουσιαστικά άρχισαν και οι δικαστικές διενέξεις μεταξύ τους. Μετά την ανταλλαγή εξωδίκων δηλώσεων και των ως άνω δικογράφων υφίσταται κλίμα πόλωσης και δεν είναι αναστρέψιμη η επελθούσα διάρρηξη των σχέσεων μεταξύ αυτών (διαδίκων), ενώ είναι αυτονόητο ότι έχει χαθεί η εμπιστοσύνη μεταξύ τους και είναι αδύνατη η συνέχιση, πολύ δε περισσότερο η εύρυθμη λειτουργία, της εταιρείας με συνύπαρξη όλων των διαδίκων.
Η αθέμιτη, από εμπορική άποψη, συμπεριφορά των καθών που προκλήθηκε με την ίδρυση της ως άνω ανταγωνιστικής εταιρίας, η συνακόλουθη παραβίαση της υποχρεώσεως πίστεως και εχεμύθειας προς την εταιρία ,της οποίας είναι ο πρώτος είναι και διαχειριστής, η δυσπιστία από τις υπόνοιες που εγέρθηκαν για την ορθολογική και διαφανή χρήση των οικονομικών υποθέσεων της εταιρείας εκ μέρους του ανωτέρω κατά το διάστημα που αυτός διαχειριζόταν τα οικονομικά της εταιρείας, το εχθρικό κλίμα που επικρατεί μεταξύ των διαδίκων ομορρύθμων εταίρων, η άσκηση της κρινομένης υπ'αριθμ.εκθ.καταθ..../2016 αιτήσεως εκ μέρους των καθών, η οποία, ενόψει των προεκτεθέντων, υπερβαίνει τα όρια του διαγράφει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, και αποτελεί αναμφισβήτητη επιθυμία λήξεως της εταιρικής συμπορεύσεως και συνεργασίας προς το σκοπό επίτευξης των εταιρικών στόχων, αποτελούν ανασχετικούς παράγοντες οικονομικής ευδοκίμησης της εταιρείας.
Το σοβαρό πρόβλημα λειτουργίας της εταιρίας μπορεί να υπερκερασθεί με την αναγκαστική αποχώρηση (αποκλεισμό) των καθών και ήδη εφεσιβλήτων από την εταιρία κατ'άρθρο 263 του ν.4072/2012,οι οποίοι αναμφισβήτητα επιθυμούν την λήξη της εταιρικής συμπόρευσης και συνεργασίας με τον αιτούντα Κ. Μ. και περαιτέρω την λύση της εταιρίας, εν αντιθέσει προς τον αιτούντα Κ.
Μ., ο οποίος επιθυμεί την διατήρηση της επιχειρήσεως, η οικονομική πορεία της οποίας τα τελευταία χρόνια σε ένα ιδιαιτέρως δύσκολο οικονομικό περιβάλλον δεν καθιστά απαγορευτική την συνέχιση της λειτουργίας της. Με την ως άνω λύση δίδεται η δυνατότητα στον εναπομείναντα εταίρο να συνεχίσει την λειτουργία της εταιρίας με την ανεύρεση νέου εταίρου.
Αν αυτό δεν συμβεί μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, που ορίζει το άρθρο 267 του ν.4072/2012 η λύση θα επέλθει αυτομάτως χωρίς να απαιτείται νέα δικαστική απόφαση Η ως άνω εταιρία, η οποία περιήλθε τεχνηέντως σε αδράνεια, δύναται ευχερώς να ανακτήσει την άδειά της και να επαναδραστηριοποιηθεί, καθώς μετά τον αποκλεισμό των καθών θα καταστεί εφικτή η μεταφορά της σε νέες κτιριακές εγκαταστάσεις που θα πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις, όπως και η επιβαλλόμενη εκ του νόμου σχετική τροποποίηση του καταστατικού της χωρίς να απαιτείται προς τούτο η σύμπραξη των καθών.
Δεδομένου δε, ότι διαθέτει πέντε φορτηγά, ήτοι την πιο κοστοβόρα προϋπόθεση λειτουργίας, η δε σύμβαση με την ΕΛΠΑ ουδέποτε καταγγέλθηκε και μπορεί να ενεργοποιηθεί ανα πάσα στιγμή, σε κάθε δε περίπτωση τίποτε δεν εμποδίζει την εταιρία να συνάψει νέα σύμβαση συνεργασίας με κάποια άλλη επιχείρηση οδικής βοήθειας, όπως και να προσλάβει οδηγούς, είναι προφανές ότι αυτή μπορεί να επαναδραστηριοποιηθεί άμεσα.
Γίνεται μνεία ότι η ίδρυση και λειτουργία της προαναφερθείσα ατομικής επιχειρήσεως εκ μέρους του Κ.Μ. δεν αποκλείει κατ'αρχήν την δυνατότητά του να συμμετέχει και στην παρούσα εταιρία ενόψει του προαναφερθέντος άρθρου 16 του καταστατικού αυτής. Η παραπάνω λύση είναι εναρμονισμένη προς την απορρέουσα από το ν.4072/2012 γενική αρχή της διατηρήσεως της εμπορικής επιχειρήσεως, την οποία επιθυμεί ο αιτών Κ.
Μ., και αποτρέπει την λύση της εταιρίας. Κατ'ακολουθίαν των προεκτεθέντων η κρινόμενη υπ'αριθμ. ...320/2016 αίτηση του Κ.Μ. πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ'ουσίαν, η δε υπ'αριθμ.εκθ.καταθ..../2016 αίτηση των Κ. Μ. και Ε. Τ. να απορριφθεί ως καταχρηστικώς ασκουμένη, κατά παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας της σχετικής ενστάσεως εκ του άρθρου 281 ΑΚ που προβάλλει ο καθού Κ.
Μ., την οποία παραδεκτώς επαναφέρει με το σχετικό λόγο της εφέσεώς του".
Έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 259 παρ. 1 και 263 του Ν. 4072/2012, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του αποκλεισμού των αναιρεσειόντων από την ετερόρρυθμη εταιρεία, αφού δέχθηκε α) ότι συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι που καθιστούν επαχθή τη συνέχιση και πολύ περισσότερο την εύρυθμη λειτουργία της εταιρείας με τη συνύπαρξη όλων των εταίρων β) ότι οι σπουδαίοι λόγοι αφορούν το πρόσωπο των καθών, οι οποίοι με τις περιγραφόμενες αναλυτικά στο σκεπτικό πράξεις και παραλείψεις τους παραβίασαν την υποχρέωση πίστης και εχεμύθειας προς την εταιρεία και γ) ότι η εταιρεία είναι βιώσιμη και ο σκοπός της εφικτός και το πρόβλημα της δυσλειτουργίας μπορεί να υπερκερασθεί με την αναγκαστική αποχώρηση (αποκλεισμό) των καθών, οι οποίοι αρνούνται να αποχωρήσουν οικειοθελώς παρότι επιθυμούν τη λήξη της συνεργασίας με τον άλλο εταίρο, ο οποίος επιθυμεί τη διατήρηση της επιχείρησης και τη συνέχιση της λειτουργίας της με την ανεύρεση νέου εταίρου.
Περαιτέρω, με ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ απέρριψε την αντίθετη αίτηση των αναιρεσειόντων για λύση της εταιρείας ως καταχρηστικώς ασκηθείσα, αφού δέχθηκε ότι οι τελευταίοι επέλεξαν σκοπίμως να ζητήσουν τη λύση της εταιρείας αντί να αποχωρήσουν οικειοθελώς, εφόσον δεν ήθελαν την περαιτέρω συνέχιση της συνεργασίας με τον άλλο εταίρο, καθώς η εταιρεία είναι βιώσιμη και μπορεί να επανακάμψει οικονομικά και να ανασυρθεί από την αδράνεια, κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει τεχνηέντως εξαιτίας της επίμεμπτης και αθέμιτης από εμπορική άποψη συμπεριφοράς των αιτούντων τη λύση εταίρων, στοιχεία που συγκροτούν την προαναφερθείσα έννοια της κατάχρησης δικαιώματος για τη λύση της ετερόρρυθμης εταιρείας.
Εξάλλου, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον ως προς το ανωτέρω ζήτημα του αποκλεισμού των εταίρων διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, επισημαίνοντας μάλιστα και την υποχρέωση του αιτούντος-αναιρεσιβλήτου μέσα σε τέσσερις μήνες να ανεύρει νέο εταίρο, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρει και τα προσωπικά στοιχεία αυτού.
Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, πέραν της αοριστίας την οποία ενέχουν λόγω της μη αναφοράς, έστω και συνοπτικά, των ουσιαστικών παραδοχών του δικαστηρίου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Με την διάταξη του άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ ελέγχεται η κρίση ως προς τη νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτό δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία ) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα . Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης ( ΑΠ 525/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης υπό την επίκληση (εσφαλμένα) του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη την ένσταση αοριστίας αναφορικά με τη αίτηση αποκλεισμού τους από την εταιρεία. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφενός μεν διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αίτησης του αντιδίκου τους προτάθηκε από τους αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου προς αντίκρουση της έφεσης, αφετέρου δε διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της αίτησης, τα στοιχεία που λείπουν για τη θεμελίωσή της και οι αντίστοιχες παραδοχές του δικαστηρίου για να διαπιστωθεί η τυχόν εσφαλμένη αντιμετώπισή της.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ,Δ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα και χωρίς να αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης άνευ προσδιορισμού των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ` αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 555/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση οι χωρίς αρίθμηση τελευταίοι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 12 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την επίκληση μόνο των όρων του νόμου, ότι δηλαδή το δικαστήριο απέδωσε σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει ο νόμος και ότι παρά το νόμο δέχθηκε χωρίς απόδειξη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κάποια συγκεκριμένη ιδρυόμενη από τους λόγους αυτούς πλημμέλεια, είναι αόριστοι και απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22/10/2018 αίτηση των Κ. Μ. και Ε. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1576/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ