Supreme Court partially allows appeal against labor dispute verdict regarding moral damages due to wrongful dismissal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a labor court verdict that awarded moral damages for wrongful dismissal. While the court upheld the dismissal and salary claims, it found the lower court erred in applying substantive law regarding the specific facts of the case. Consequently, the case was remanded for further examination of the moral damages claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court misapplies substantive law to specific facts, requiring remand for further examination of the contested claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 671 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 671/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ανώνυμος εταιρεία", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αναστασίου, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Β. Θ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κουζουτζόγλου, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/6/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1746/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1173/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 14/10/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 14.10.2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1173/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), που εκδόθηκε κατόπιν έφεσης κατά της 1746/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου, ακολούθως δε διακρατήθηκε η υπόθεση, και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα 4.561,87 ευρώ για μισθούς υπερημερίας και διαφορές αποδοχών και 1.000 για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 1632/2013).
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και υπήχθησαν αυτά στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες που σχετίζονται με τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (AΠ 2260/2009).
Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ` υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία/ αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους -που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος -εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 653 κα 656 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης, διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεως του για την επίτευξη των σκοπών της, δεν έχει κατ` αρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερομένων υπηρεσιών του δεν έχει κατά τις διατάξεις αυτές, άλλες συνέπειες από εκείνες που ορίζουν οι ως άνω διατάξεις και ειδικότερα αυτή του άρθρου 656 ΑΚ, εκτός αν η απόκρουση των προσφερομένων υπηρεσιών είναι παράνομη, όπως, όταν γίνεται υπό περιστάσεις που υπερβαίνουν προφανώς τα τιθέμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια, ή που συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας (άρθρο 57 ΑΚ), ή όταν εκ προθέσεως ζημιώνεται ο εργαζόμενος κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη (άρθρο 919 ΑΚ), ή προσβάλλεται το δικαίωμα του στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή.
Στις περιπτώσεις μόνο αυτές γεννάται αξίωση του εργαζομένου για την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον. Εξάλλου, αν η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου ή συνιστούν αδικοπραξία, ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στο μισθωτό και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281 του Α.Κ.
και 5 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1901/2005 , ΑΠ 161/1997 ΑΠ 1000/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά παραδοχή της εφέσεως της εναγόμενης, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και διακράτησε την υπόθεση, υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 5.561,87 ευρώ, δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα προσλήφθηκε στις 27-9-1981 από την εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολήθηκε αρχικά ως βοηθός κομμώτριας και από 1-7-2005 με την ειδικότητα της κομμώτριας σε καταστήματα - κομμωτήρια της εκμεταλλεύσεως της.
Οι μηνιαίες αποδοχές της, με βάση το από 20-7-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκαν σε ποσοστό 40% επί της παραγωγής, ήτοι επί των χρημάτων που η εναγόμενη εισέπραττε από την παροχή των υπηρεσιών της (ενάγουσας) στις πελάτισσες της. Η ενάγουσα απασχολήθηκε κανονικά με την άνω ειδικότητα στο κατάστημα της εναγόμενης επί της Πλατείας ...), στην Αθήνα, μέχρι τις 23-3-2011, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, αφού είχε προηγηθεί η κοινοποίηση της από 23-9-2010 προειδοποίησης καταγγελίας της σύμβασης της, με την οποία η εναγόμενη της καθιστούσε γνωστό ότι θα απολυόταν μετά την πάροδο εξαμήνου, ήτοι στις 23-3-2011.
Τον Αύγουστο 2010 η ενάγουσα έλαβε την άδεια της, ωστόσο, όμως, δεν της καταβλήθηκε το επίδομα αδείας που δικαιούταν, αλλά της ανακοινώθηκε (όπως και σε άλλους εργαζόμενους στην εταιρεία) ότι δεν θα ελάμβανε το επίδομα αδείας της αλλά θα της καταβαλόταν αυτό μεταγενέστερα, πιθανόν τον Οκτώβριο. Η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε έντονα προς τους εκπροσώπους της εναγόμενης και συγκεκριμένα προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της Θ.
Σ. και στους υπεύθυνους του λογιστηρίου της, επικαλούμενη τις οικονομικές της ανάγκες, ενόψει και της οικογενειακής της κατάστασης ως μητέρας τριών ανηλίκων παιδιών. Μετά από την εκδήλωση της δυσαρέσκειας της και της έντονης διαμαρτυρίας της, ως ανωτέρω, η εναγόμενη της κατέβαλε μεν το επίδομα αδείας, ωστόσο, όμως, ένα μήνα μετά και αφού επέστρεψε από την άδεια της της γνωστοποίησε την μετά έξι μήνες απόλυση της.
Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από την σαφή και πειστική κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας, επίσης εργαζόμενης στην εναγόμενη, η οποία ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής: "... Δεν μας καταβλήθηκε επίδομα αδείας ζήτησε η ενάγουσα άμεση πληρωμή. Τελικά της καταβλήθηκε όμως την απέλυσαν ...
Ο Σ. ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος και προς αυτόν και στο λογιστήριο παραπονέθηκε η ενάγουσα. Ο Σ. προέβη στην απόλυση. Άλλος λόγος απόλυσης δεν υπήρχε ...". Τα ανωτέρω άλλωστε δεν αναιρούνται από την αντιφατική κατάθεση του μάρτυρα της εναγόμενης, υπεύθυνου του καταστήματος εργασίας της ενάγουσας, ο οποίος κατέθεσε σχετικά στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου ότι "...
δεν γνώριζα ότι δεν της καταβλήθηκε το επίδομα αδείας ...", αναφέρει δε ότι η απόλυση της έγινε λόγω μείωσης του προσωπικού και ότι απολύθηκαν 15-18 άτομα, ενώ στη συνέχεια καταθέτει αντιφατικά ότι "απολύθηκε λόγω μείωσης αποδοτικότητας" γεγονότα άλλωστε που δεν εκθέτει ούτε η εκκαλούσα - εναγόμενη με λόγο έφεσης, περιοριζόμενη να αναφέρει το πρώτον στις προτάσεις της (ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου), περί οικονομικών προβλημάτων που την οδήγησαν σε καταγγελίες συμβάσεων εργασίας, όπως της ενάγουσας.
Με τα δεδομένα αυτά και το παρόν δικαστήριο κρίνει ότι η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας από την εναγομένη, έγινε από εμπάθεια και για λόγους εκδίκησης εναντίον της, καθόσον μετά τις άνω διαμαρτυρίες της επιθυμούσε να απαλλαγεί από αυτήν. Επομένως, η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας υπήρξε καταχρηστική, διότι προφανώς έγινε καθ’ υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό, αλλά και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της εναγομένης - εφεσίβλητης προς καταγγελία της σύμβασης και ως εκ τούτου, βάσει των άρθρων 174, 180 και 281 του ΑΚ είναι άκυρη.....
Περαιτέρω, στην προκειμένη υπό κρίση υπόθεση από την, κατά τα προεκτεθέντα, ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, η εναγόμενη καθίσταται εκ μόνου του λόγου αυτού υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας της και υποχρεούται να καταβάλει σ’ αυτήν το μισθό της, χωρίς να απαιτείται πραγματική εκ μέρους της τελευταίας προσφορά των υπηρεσιών της, τις οποίες ήδη η εναγόμενη εργοδότρια απέκρουσε με την άκυρη καταγγελία, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 350, 359 και 656 του ΑΚ, για το επίδικο χρονικό διάστημα από την απόλυση της μέχρι την αιτούμενη ημερομηνία, ήτοι τους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από τον Απρίλιο 2011 έως και Ιούνιο 2011 τριών μηνών, που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 3.062,24 ευρώ (1.020,80 ευρώ το μήνα X 3 μήνες), ως προς το ύψος του οποίου και τον τρόπο υπολογισμού του δεν πλήττεται η εκκαλουμένη με λόγο έφεσης.
Επίσης η εναγόμενης οφείλει στην ενάγουσα για διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-9-2006 μέχρι 23-3-2011 το συνολικό ποσό των 1.139,63 ευρώ, ως προς το οποίο (ύψος αυτού και τρόπο υπολογισμού του), επίσης, δεν πλήττεται η εκκαλουμένη (άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη είχε καθιερώσει στα καταστήματα της και απαιτούσε από τους εργαζόμενους να φορούν στολές εργασίας, που έφεραν το λογότυπο της, ο κάθε εργαζόμενος δε είχε δύο στολές.
Τις στολές αυτές προμηθευόταν (αγόραζε) η ίδια η εναγόμενη, ωστόσο, όμως, δεν χορηγούσε σ’ αυτούς και τις δύο, αλλά μόνο τη μία, ενώ το ποσό της αγοράς της δεύτερης παρακρατούσε από το μισθό τους. Αυτά προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ιδίως δε από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγόμενης, ο οποίος πειστικά αναφέρει ότι "...
ήταν υποχρεωμένες να φοράνε στολές και την πρώτη την χορηγούσε το κατάστημα...". Η εναγόμενη επομένως, η οποία ήταν υποχρεωμένη να χορηγεί στην ενάγουσα και τις δύο αναγκαίες στολές για την εργασία της, οφείλει να αποδώσει στην τελευταία για την μία στολή κατ’ έτος, που η τιμή της αγοράς της ανερχόταν στο μη αμφισβητούμενο ποσό των 60 ευρώ, και για το χρονικό διάστημα από 2006 μέχρι την απόλυση της το έτος 2011 στο συνολικό ποσό των 360 ευρώ (60 X 6 στολές).......
Τέλος, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εταιρεία δια των παραπάνω υπαλλήλων και εκπροσώπων της, με την ανωτέρω συμπεριφορά τους, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), προσέβαλαν και την προσωπικότητα της ενάγουσας, ως ατόμου και ως εργαζομένης, με αποτέλεσμα να προξενηθεί σ’ αυτήν ηθική βλάβη.
Έτσι η εναγομένη, η οποία ευθύνεται από τις αδικοπραξίες των οργάνων της (άρθρα 914, 922 ΑΚ), έχει υποχρέωση να αποκαταστήσει τη ζημία που έχει προκληθεί στην ενάγουσα από την άδικη αυτή πράξη, στην οποία περιλαμβάνεται και η εύλογη, κατά την κρίση του δικαστηρίου, χρηματική ικανοποίηση.
Συνεπώς, η ενάγουσα για την αποκατάσταση της παραπάνω, μη περιουσιακής ζημίας, δικαιούται ανάλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία, αν ληφθούν υπόψη η σοβαρότητα της παραπάνω προσβολής, οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε, ο χρόνος που διήρκεσε, ο βαθμός του πταίσματος της εναγόμενης, το είδος της προσβολής, η προσωπικότητα του ενάγοντος και η οικονομική κατάσταση των διαδίκων, πρέπει να αποτιμηθεί στο ποσό των 1.000 ευρώ το οποίο κρίνεται εύλογο .....".
Με τις άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά, ως προς την καταχρηστικότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας καθώς και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας και διαφορών αποδοχών, υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 180, 281 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος και ο δεύτερος λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ( κατά το πρώτο επίσης σκέλος αυτού) πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, όμως, με όσα δέχθηκε το Εφετείο ως προς την πρόκληση ηθικής βλάβης λόγω προσβολής της προσωπικότητας εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδεχθέντα, στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 932 ΑΚ τις οποίες παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, στο δε αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Και αυτό διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά συμπεριφοράς προσβλητικά της ενάγουσας που να μειώνουν αυτή ως άτομο και εργαζόμενη και που να έχουν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ηθικής της βλάβης. Το γεγονός και μόνο της καταγγελίας από την εναγόμενη της σύμβασης εργασίας για λόγους εκδίκησης δεν επιφέρει άνευ άλλου τινός και προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, εάν δεν συνοδεύεται από περιστατικά που να θίγουν αυτή στον επαγγελματικό ή κοινωνικό κύκλο.
Επομένως, οι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης ( κατά το δεύτερο σκέλος αυτών) είναι βάσιμοι και κατά παραδοχή αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη με αριθμό 1173/2016 απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και να παραπεμφθεί, κατά ταύτα, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκείμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε τη προσβαλλομένη απόφαση, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων, λόγω της μερικής ήττας αυτής (άρθ. 178 και 183 του ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 1173/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), κατά ένα μέρος και δη κατά το κεφάλαιό της, που αφορά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή προς περαιτέρω εκδίκαση.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εξακοσίων (1.600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα κατά την 16 Ιανουαρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του κατά την 2 Απριλίου 2018
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ