Legislator Case Law & Legislation
671/2016 AI generated

Supreme Court allows Saturday overtime claim against cement company for lack of sufficient reasoning in lower court judgment.

Case Number 671/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed an appeal by a cement company regarding unpaid Saturday wages. The employee argued he worked Saturdays despite a five-day work system, claiming the lower court failed to provide sufficient factual reasoning for rejecting his overtime claim. The court found the lower judgment lacked adequate motivation regarding the specific circumstances of his Saturday work and ordered the case remanded for further examination on this specific issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4 and 9 of the 1932 Working Hours Decree; Article 559(1), 19 of the Code of Civil Procedure: A lower court judgment lacking sufficient factual reasoning for rejecting an overtime claim must be remanded for further examination on that specific ground.

Keywords

AI generated
Saturday overtime working hours insufficient reasoning remand for examination labor law appeal five-day work system overtime compensation

Cited Legislation

AI generated
Article 2 of the 1932 Decree on Working Hours
Articles 4 and 9 of the 1932 Decree
Articles 1(1) and 3(1) of Law 515/1970
Article 3 of the 1932 Decree
Article 3(1) of Law 4020/1959
Article 559(1), item 19 of the Code of Civil Procedure
Article 178(1) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 671 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 671/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βάγια, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Γραμμένο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2349/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 3609/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 18/11/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 29/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου κατά το μέρος που αφορά το κεφάλαιο αμοιβής για εργασία παρασχεθείσα κατά τα Σάββατα και την απόρριψη των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 2 του από 27 Ιουν. / 4 Ιουλ. 1932 (ΦΕΚ Α 212) Π.Δ/τος "Περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί οκταώρου εργασίας διατάξεων" καθιερώθηκε το πρώτον σε πολλούς κλάδους της βιομηχανίας ως νόμιμο ωράριο οι οκτώ ώρες ημερησίως και οι σαράντα οκτώ ώρες εβδομαδιαίως. Με νεώτερες διατάξεις το ως άνω νόμιμο ωράριο επεκτάθηκε και σε άλλους κλάδους της οικονομίας.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 9 του ως άνω Π.Δ/τος, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 3 παρ. 1 του Ν.Δ/τος 515/1970 "Περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών" και ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, προκύπτει ότι, με την επιφύλαξη του άρθρου 3 του πιο πάνω Π.Δ/τος, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 παρ.1 του Ν.Δ/τος 4020/1959 (ρύθμιση που έχει ήδη υπερκερασθεί μετά την εφαρμογή του πενθημέρου), είναι επιτρεπτή η υπέρβαση του ανωτέρω νομίμου ημερησίου ωραρίου των οκτώ ωρών (υπερωρία) υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) έγγραφη αναγγελία για την επικείμενη υπερωριακή απασχόληση από τον εργοδότη προς την αρμοδία επιθεώρηση εργασίας ή αν δεν υπάρχει προς την αρμοδία αστυνομική αρχή, πριν τη πραγματοποίηση της υπερωρίας, της οποίας αντίγραφο αναρτάται στο χώρο εργασίας. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις επείγουσας εργασίας αναγκαίας για τη πρόληψη ατυχήματος, την οργάνωση μέτρων σωτηρίας ή την αντιμετώπιση αιφνιδίων ζημιών που προκλήθηκαν στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης, επείγουσας εργασίας παροδικού χαρακτήρα ή εξαιρετικώς επείγουσας ανάγκης εξυπηρέτησης του κοινού ή επείγουσας επισκευής μεταφορικών μέσων ή καθυστέρησης εκτέλεσης δρομολογίων κάθε φύσεως μέσων μεταφοράς, η ανωτέρω αναγγελία μπορεί να λαμβάνει χώρα και την επομένη εργάσιμη ημέρα από την έναρξη της υπερωρίας, β) τήρηση από τον εργοδότη ειδικού βιβλίου υπερωριών, θεωρημένου από την επιθεώρηση της εργασίας, σε στήλες του οποίου καταχωρίζονται τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία, στο οποίο υπογράφει σε ειδική στήλη ο απασχοληθείς υπερωριακά μισθωτός, γ) μη υπέρβαση του ορίου των τριών ωρών υπερωρίας ημερησίως και σε εξαιρετικές περιπτώσεις που αναφέρονται στο νόμο, μετά την δεύτερη ημέρα (κατά τη πρώτη ημέρα δεν υπάρχει σχετικό όριο), των τεσσάρων ωρών υπερωρίας επί τέσσερις το πολύ ημέρες και του ορίου που σε ετήσια βάση ή σε εξάμηνη βάση καθορίζεται από τον Υπουργό Εργασίας με απόφαση του κατ’ εξουσιοδότηση της σχετικής διάταξης και δ) συνδρομή ορισμένου λόγου εξ αυτών που αναφέρονται περιοριστικά στο νόμο και δικαιολογεί την υπερωριακή απασχόληση, η εκτίμηση του οποίου αφήνεται στη κρίση του εργοδότη, πλην όμως η ανωτέρω εκτίμηση υπόκειται σε έλεγχο από το δικαστήριο της ουσίας.

Η έλλειψη έστω και μίας εκ των ως άνω προϋποθέσεων καθιστά την υπερωριακή απασχόληση παράνομη. Για τη πληρότητα του αιτιολογικού της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας κατά την από αυτό επιδίκαση αμοιβής σε μισθωτό για παροχή παράνομης υπερωριακής εργασίας (όπως και για το ορισμένο της αγωγής του μισθωτού με αντικείμενο την καταβολή αμοιβής για παράνομη υπερωριακή του απασχόληση) αρκεί η μνεία του παρανόμου χαρακτήρα της παρασχεθείσας υπερωριακά εργασίας και της διάρκειας αυτής, αφού το ζητούμενο είναι η πραγματοποίηση αυτής, ο δε εναγόμενος εργοδότης ισχυριζόμενος ότι η παροχή υπερωριακής εργασίας έλαβε χώρα νόμιμα, έχει το βάρος επίκλησης και απόδειξης του νομίμου χαρακτήρα της παρασχεθείσας υπερωριακής απασχόλησης (ΑΠ 526/2013), ως γεγονότος που διαλαμβάνεται στη σφαίρα της επαγγελματικής του δραστηριότητας και επαγομένου την εκ μέρους του καταβολή αμοιβής μικρότερης εκείνης για παροχή παράνομης υπερωριακής απασχόλησης κατά τις διατάξεις του νόμου.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο όμως αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στη προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι προέβη στην επιδίκαση των αναγραφομένων ποσών στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο για παροχή παράνομης υπερωριακής εργασίας αυτού 323 ωρών το έτος 2003, 318 ωρών το έτος 2004, 299 ωρών το έτος 2005, 235 ωρών το έτος 2006 και 194 ωρών το έτος 2006, χωρίς να διαλάβει περιστατικά θεμελιωτικά του παρανόμου χαρακτήρα της παρασχεθείσας υπερωριακής απασχόλησης του αναιρεσίβλητου και ειδικότερα χωρίς να διαλάβει ότι δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις του άρθρου 9 του πιο πάνω Π.

Δ/τος περί έγγραφης αναγγελίας της υπερωριακής απασχόλησης στην αρμόδια Επιθεώρηση εργασίας και περί καταχώρισης των υπερωριών σε ειδικό βιβλίο υπερωριών θεωρημένο από την ίδια Υπηρεσία. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, όπως αυτές διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, σε αυτήν γίνεται ρητή αναφορά του παρανόμου χαρακτήρα των ωρών της υπερωριακής απασχόλησης του αναιρεσίβλητου και της διάρκειάς τους, για τις οποίες επιδικάσθηκαν οι σχετικές αξιώσεις, το δε δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες στη προσβαλλομένη απόφαση εκ της παραλείψεως της αναφοράς των λόγων για τους οποίους οι παρασχεθείσες υπερωρίες ήταν παράνομες, αρκούσης της ρητής μνείας του παρανόμου χαρακτήρα αυτών.

Κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του Ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα όρια της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα στη πρώτη παράγραφο ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση δικαιούνται από τη πρώτη ώρα, πέρα από το πλουτισμό που απεκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου των.

Κατά το άρθρο 6 της από 14.2.1984 εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ’ αριθ. 11770/20.3.1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1.1.1984 σε σαράντα (40) ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το ως άνω συμβατικό (συλλογικό) εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του ανωτάτου νομίμου ωραρίου εβδομαδιαίας απασχόλησης, δηλαδή για την υπερεργασία, καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της υπ’ αριθ. 1/1982 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 παρ.1 του Ν. 1346/1983. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ως υπερωριακή εργασία, νόμιμη ή παράνομη, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 435/1976, θεωρείται η απασχόληση πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως για τους απασχολουμένους έξι ημέρες την εβδομάδα ή η απασχόληση πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως για τους απασχολουμένους πέντε ημέρες την εβδομάδα, υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2.1975 εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που δημοσιεύθηκε με την υπ’ αριθ. 11400/1710/4.3.1975 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975 (ΦΕΚ Α 180), έστω και εάν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του από το νόμο οριζομένου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας απασχόλησης, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ιδίας εβδομαδιαίας περιόδου.

Αντίθετα ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας. Ειδικότερα με βάση το πιο πάνω νομοθετικό καθεστώς επί παροχής παράνομης υπερωριακής εργασίας οφείλεται στον μισθωτό από την πρώτη ώρα κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθ. 904 επ.) το ποσό που θα κατέβαλε ο εργοδότης ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του παρανόμως απασχοληθέντος υπερωριακά (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές ιδιότητες αυτού), αφού κατά το ποσό αυτό, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ημερομίσθιο, καθίσταται πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή απασχόληση του παρανόμως απασχοληθέντος μισθωτού και επί πλέον ως αστική ποινή το 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου, κατά τη προαναφερθείσα διάταξη του άρθρο 1 παρ.2 Ν. 435/1976 (ΑΠ 1977/2013, ΑΠ 206/2009).

Επακολούθησε όμως η διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 2874/2000, η οποία ίσχυσε μέχρι τις 30.9.2005, οπότε αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3386/2005. Με τη εν λόγω διάταξη του άρθρου 4 καταργήθηκε από 1.4.2001 η υπερεργασία για τις επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας σαράντα (40) ωρών και η απασχόληση πέραν των 40 και μέχρι των 43 ωρών (41η, 42η και 43η ώρα εβδομαδιαίας απασχόλησης) χαρακτηρίσθηκε από το νόμο ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει την υποχρέωση να παράσχει την εργασία του κατά την περί τούτου διακριτική ευχέρεια του εργοδότη.

Η πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως απασχόληση του μισθωτού στις ως άνω επιχειρήσεις θεωρείται κατά τη παρ. 3 του ως άνω άρθρου ως υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Επομένως η πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως υπερωριακή απασχόληση του μισθωτού μπορεί να είναι είτε νόμιμη (εάν τηρήθηκαν οι κατά νόμο προϋποθέσεις και διαδικασίες έγκρισης), είτε παράνομη.

Η έκφραση του νόμου ότι για τις επιχειρήσεις αυτές θεωρείται υπερωριακή απασχόληση η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα επί πλέον απασχόληση (44η, 45η, 46η, 47η και 48η ώρες απασχόλησης) δεν έχει την έννοια ότι ως υπερωρία θεωρείται πλέον μόνον η υπέρβαση του ανώτατου νόμιμου εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας και όχι και η υπέρβαση του ανώτατου ωραρίου της ημερησίας απασχόλησης του μισθωτού, το οποίο μετά την 1 Απριλίου 2001, ελλείψει άλλης ειδικής ρύθμισης, εξακολουθεί να είναι το 8ωρο ή το 9ωρο επί πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης (ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 1223/2013, ΑΠ 1158/2011).

Τόσο η παροχή ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης, όσο και η παροχή νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης αμείβεται κατά την παρ. 4 του άρθρου 4 του Ν. 2874/2000 από της πρώτης ώρας με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%, εφόσον το σύνολο των ως άνω ωρών υπερωριακής απασχόλησης δεν υπερβαίνει τις 120 ώρες ετησίως.

Για τις πέραν των 120 ωρών ιδιόρρυθμης ή νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 435/1976. Τέτοια διάταξη είναι εκείνη του εδ. γ της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 435/1976 που προβλέπει αμοιβή των πέραν των 120 ωρών νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης προσαυξημένη κατά 75%. Αντιθέτως στη περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου (δηλαδή το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο με προσαύξηση 150% επ’ αυτού) κατά τη παρ.5 του ιδίου άρθρου 4 του Ν. 2874/2000.

Το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005, που ίσχυσε από 1.10.2005 κατά το άρθρο 15 αυτού. Με τη παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου επαναφέρθηκε ο θεσμός της υπερεργασίας για τους μισθωτούς που απασχολούνται σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό εβδομαδιαίο ωράριο έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα και ορίσθηκε ότι ο μισθωτός μπορεί κατά την κρίση του εργοδότη να απασχολείται για πέντε επί πλέον ώρες εργασίας την εβδομάδα πλέον του συμβατικού ωραρίου των 40 ωρών εβδομαδιαίως, ήτοι κατά την 41η, 42η, 43η, 44η και 45η ώρα αμειβόμενος με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυτού προσαυξημένο κατά 25% (ο δε απασχολούμενος σε επιχειρήσεις όπου ισχύει σύστημα εργασίας έξι ημερών για οκτώ επί πλέον του συμβατικού ωραρίου των 40 ωρών εβδομαδιαίως ώρες εργασίας την εβδομάδα, ήτοι από της 41ης έως και της 48ης ώρας), χωρίς η ανωτέρω υπερεργασιακή απασχόληση να συνυπολογίζεται στα επιτρεπόμενα σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις όρια υπερωριών.

Κατά τη παρ. 2 του ως άνω άρθρου η πέραν των 45 ωρών εβδομαδιαίως απασχόληση στις επιχειρήσεις της παρ. 1 και η πέραν των 48 ωρών εβδομαδιαίως απασχόληση στις επιχειρήσεις που ισχύει σύστημα εργασίας έξι ημερών θεωρείται υπερωριακή απασχόληση, σε κάθε δε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας.

Με τη παρ. 3 ορίσθηκε ότι η αμοιβή της νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης ισούται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% για τις πρώτες 120 ώρες νόμιμης υπερωρίας και κατά 75% για τις πέραν του εν λόγω ορίου ώρες νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης. Κάθε ώρα υπερωρίας, για τη πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία (παρ.4), δηλαδή παράνομη υπερωρία Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% (παρ.5).

Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω ρυθμίσεων σχετικά με τον προσδιορισμό των αξιώσεων του μισθωτού για παράνομη υπερωριακή απασχόληση του, ήτοι το μεν της παρ.2 του άρθρου 1 του Ν. 435/1976, με την οποία ορίζετο "Εις πάσαν περίπτωσιν μη νομίμου υπερωριακής απασχολήσεως ο μισθωτός δικαιούται από της πρώτης ώρας, πέραν των εκ των αρχών του αδικαιολογήτου πλουτισμού απαιτήσεών του και ίσης προς 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου πρόσθετον αποζημίωσιν", το δε της παρ. 5 του άρθρου 4 του ισχύσαντος από 1 Απριλίου 2001 Ν. 2874/2000, όπως αυτή ίσχυσε τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005, η οποία όριζε αρχικά ότι "ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησής του δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας", ήτοι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του προσαυξημένο κατά 150% (βλ.

εισηγητική έκθεση) και στη συνέχεια ότι "για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%", χωρίς πλέον να συνδέεται η ως άνω απαίτηση (αποζημίωση) με αξιώσεις αδικαιολόγητου πλουτισμού, αλλά ως βάση αυτής να λαμβάνεται το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο με τις πιο πάνω προσαυξήσεις, προκύπτει ότι μετά την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 4 του Ν. 2874/2000, ήτοι από 1.4.2001, ο μισθωτός δεν έχει πλέον δύο διακριτές αξιώσεις σε περίπτωση παράνομης υπερωριακής του απασχόλησης, όπως όριζε η διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του Ν. 435/1976, αλλά μία αξίωση αποζημίωσης για τη θεμελίωση της οποίας δεν απαιτείται η επίκληση των προϋποθέσεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 206/2009).

Επομένως ο δεύτερος εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι προέβη στην επιδίκαση των αναγραφομένων ποσών στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο για παροχή παράνομης υπερωριακής εργασίας αυτού 323 ωρών το έτος 2003, 318 ωρών το έτος 2004, 299 ωρών το έτος 2005, 235 ωρών το έτος 2006 και 194 ωρών το έτος 2006, χωρίς να διαλάβει περιστατικά θεμελιωτικά αξιώσεων του ενάγοντος εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού και συγκεκριμένα ότι από τη παράνομη υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ωφελήθηκε κατά το ποσό της αμοιβής που θα κατέβαλλε σε άλλο εργαζόμενο των ιδίων με τον ενάγοντα προσόντων, που θα είχε νομίμως απασχολήσει κατά τις ώρες που παρανόμως απασχόλησε τον ενάγοντα και κατά συνέπεια διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμος, αφού η αναφορά σε περιστατικά θεμελιωτικά αξιώσεων αδικαιολογήτου πλουτισμού δεν ήταν κατά νόμο αναγκαία, εφόσον κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο οι επιδικασθείσες αξιώσεις αφορούσαν απαιτήσεις του αναιρεσίβλητου από παράνομη υπερωριακή απασχόληση που παρασχέθηκε μετά την 1 Απριλίου 2001, οπότε τέθηκε σε ισχύ το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000.

Από τις διατάξεις του άρθρου 6 της από 26.2.1975 εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας που δημοσιεύθηκε με την υπ’ αριθ. 11400/1710/4.3.1975 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975 (ΦΕΚ Α 180) και του άρθρου 2 της από 29.12.1980 ΠΝΠ που κυρώθηκε με το Ν. 1157/1981 περί της δυνατότητας καθιέρωσης της εβδομάδας των πέντε ημερών σε κλάδους του ιδιωτικού τομέα δυνάμει σχετικών συλλογικών ρυθμίσεων ή κατόπιν έκδοσης ειδικών διατάξεων νόμων σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 904 επ.

του ΑΚ προκύπτει ότι η μέχρι οκτώ (8) ώρες εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας (συνήθως τα Σάββατα) σε επιχειρήσεις που εφαρμόζεται υποχρεωτικά το σύστημα παροχής εργασίας πέντε ημερών την εβδομάδα, [όπως στη βιομηχανία με την υπ’ αριθ. 25/1983 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ’ αριθ. 17958/1983 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β 688)], ήτοι σε ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης, λόγω εξαντλήσεως του πενθημέρου, το μεν δεν συναριθμείται με τις ώρες των εργασίμων ημερών της ίδιας εβδομάδας (ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 1223/2013), το δε είναι άκυρη, ως απαγορευμένη από κανόνες δημόσιας τάξης και κατά συνέπεια γεννά σε βάρος του εργοδότη απαίτηση απόδοση της ωφέλειας από τη παροχή τέτοιας εργασίας κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.

Η ωφέλεια συνίσταται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλο μισθωτό έχοντα τις ίδιες ικανότητες με τον απασχοληθέντα, τον οποίο θα απασχολούσε εγκύρως στη θέση του παρανόμως απασχοληθέντος την έκτη ημέρα μισθωτού, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές ιδιότητες του τελευταίου (ΑΠ 191/2011, ΑΠ 1576/2012, ΑΠ 864/2015).

Τα ανωτέρω, ως προς τον τρόπο αμοιβής των απασχολουμένων κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας σε επιχειρήσεις όπου εφαρμόζεται το πενθήμερο, βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, που αφορά χρονικό διάστημα πριν την έναρξη εφαρμογής του Ν. 3846/11.5.2010, με το άρθρο 8 του οποίου ρυθμίσθηκε το πρώτον νομοθετικά ο τρόπος αμοιβής του μισθωτού για απασχόλησή του την έκτη ημέρα της εβδομάδας σε επιχειρήσεις που εφαρμόζεται το σύστημα της πενθήμερης εργασίας.

Στη προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο κατά ένα μέρος εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι προέβη στην επιδίκαση αξιώσεων συνολικού ύψους 29.354,65 ευρώ στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο για παροχή μη επιτρεπομένης εργασίας κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας (Σάββατα) σε επιχείρηση που είχε (υποχρεωτικά) εφαρμοσθεί το σύστημα της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας, χωρίς να διαλάβει περιστατικά θεμελιωτικά αξιώσεων του ενάγοντος εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού και συγκεκριμένα ότι από την μη επιτρεπτή απασχόληση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά την έκτη ημέρα η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ωφελήθηκε κατά το ποσό της αμοιβής που θα κατέβαλλε σε άλλο εργαζόμενο των ιδίων με τον ενάγοντα προσόντων, που θα είχε νομίμως απασχολήσει κατά τα Σάββατα απασχόλησε τον ενάγοντα και κατά συνέπεια διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Όπως προκύπτει από τη προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η τελευταία κατά την ανέλεγκτη αυτής κρίση δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος είχε προσληφθεί στις 8.3.1978 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, που δραστηριοποιείτο στη παραγωγή και εμπορία τσιμέντου, προϊόντων τσιμέντου και οικοδομικών υλικών, δυνάμει εγγράφου συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος γραφείου, ότι από 1.7.1986 αυτός εργάσθηκε ως βοηθός λογιστή και από 1.1.1992 ως λογιστής στο κέντρο διανομής που η εναγομένη εταιρεία διατηρούσε στη Δραπετσώνα, ότι οι μηνιαίες αυτού αποδοχές είχαν διαμορφωθεί σε 2.616,03 ευρώ από τον Ιανουάριο του έτους 2003, σε 2.655,27 ευρώ από τον Ιούλιο του έτους 2003, σε 3.090,13 ευρώ από τον Μάρτιο του έτους 2004, σε 3.244,64 ευρώ από τον Απρίλιο του έτους 2005, σε 3.341,97 ευρώ από τον Απρίλιο του έτους 2006 και σε 3.492,53 ευρώ από τον Απρίλιο του έτους 2007 και ότι παρόλο που είχε συμφωνηθεί η εφαρμογή του συστήματος εργασίας πέντε ημερών στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, ο αναιρεσίβλητος εργαζόταν και τα Σάββατα στο ανωτέρω κέντρο διανομής, καθόλη την επίδικη περίοδο από τον Ιανουάριο του 2003 έως και τον Οκτώβριο του 2007, οπότε αποχώρησε από την εργασία του.

Στη συνέχεια, και χωρίς μάλιστα να διαλάβει ειδικές παραδοχές για τον αριθμό των Σαββάτων κατά τα οποία απασχολήθηκε ο αναιρεσίβλητος την ως άνω χρονική περίοδο, επεδίκασε σε αυτόν για τα έτη 2003 έως 2007 τα αναγραφόμενα σε αυτήν ποσά ανά έτος και συνολικά το ποσό των 29.354,65 ευρώ. Με τις ως άνω παραδοχές, η προσβαλλομένη απόφαση στερείται της κατά νόμο επαρκούς αιτιολογίας, αφού σε αυτήν δεν γίνεται μνεία πραγματικών περιστατικών που να θεμελιώνουν εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, επί του οποίου και μόνο κατά τον επίδικο χρόνο επιστηρίζονται οι απαιτήσεις αυτού προς καταβολή αμοιβής για παρασχεθείσα την έκτη ημέρα της εβδομάδας εργασία, σε επιχείρηση στην οποία εφαρμόζεται το σύστημα της εργασίας των πέντε ημερών.

Επομένως ο περί τούτου εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος που αφορά το κεφάλαιο αμοιβής του αναιρεσίβλητου για εργασία παρασχεθείσα κατά τα Σάββατα είναι βάσιμος. Κατ’ ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορά επιδίκαση αμοιβής του αναιρεσίβλητου για την απασχόλησή του κατά τη διάρκεια Σαββάτων, απορριπτομένης της αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές.

Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στη μερική πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παρέστη χωρίς να καταθέσει προτάσεις, κατά το μέρος της ήττας του (άρθρ. 178 παρ.1, 183 του ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της την 3609/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη μερική πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας από πεντακόσια (500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ