Legislator Case Law & Legislation
671/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations grounds, upholding lower court's rejection of municipal claims.

Case Number 671/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Municipality of Athens against the Second Instance Court's judgment. The lower court ruled that the statute of limitations had expired for most claims because the plaintiffs failed to file a lawsuit within six months of the municipality's response to their 2006 requests. The court held that the Second Instance Court correctly applied the law by finding that the statute of limitations was interrupted only for specific claims made in 2006, which were successfully pursued before the deadline.

Legislator headnote

AI generated

Articles 263 and 559 of the Code of Civil Procedure; Article 90 of Law 2362/1995: The statute of limitations is interrupted by a formal request for payment, but a subsequent lawsuit filed after the expiration of the six-month period following the response to that request does not reinstate the limitation period for claims generated prior to the interruption.

Keywords

AI generated
statute of limitations interruption of limitation municipal liability civil procedure code limitation period expiration formal request payment six month period

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 §§ 1, 2 § 4, 576 §§ 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 90 § 3 of Law 2362/1995
Article 263 of the Code of Civil Procedure
Article 263 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 281 § 2 of the Code of Municipalities and Communities (Law 3463/2006)
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 671 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 671/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: (Ν.Π.Δ.Δ.-Ο.Τ.Α.) οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Αθηναίων", που εδρεύει στην Αθήνα, που εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ευκλείδου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Κ. Ζ. του Γ., 2. Ι. Τ. του Ε., 3. Ζ. Γ. του Π., 4. Μ. Β. του Α., 5. Φ. Σ. του Σ., 6. Α. Λ. του Π., 7. Έ. Χ. του Γ., 8. Κ. Χ. του Σ., 9. Π. Ζ. του Η., 10. Ι. Κ. του Κ., 11. Ε. Σ. του Χ., 12. Α. Κ. του Θ., 13. Α. Μ. του Δ., 14. Κ. Κ. του Δ., 15. Ν. Μ. του Ν., 16. Ε. Μ. του Δ., 17. Α. Τ. του Μ., 18. Α. Μ. του Α., 19. Ε. Μ., η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 20. Π. Ε. του Σ., 21. Ζ. Ρ. του Μ., όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 22. Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑYΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ Α.Ε." (Ε.Ε.Τ.Α.Α. Α.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μπαρμπούρη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 995/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3531/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-4-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης, ανέγνωσε την από 5-12-2014 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Ανδρέα Δουλγεράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της 22ης αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 § § 1, 2 § 4, 576 § § 1-3 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της αυτής κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας και συγκεκριμένα από την .../23-9-2004 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Σ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι, ότι η συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως, αναιρέσεως για την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της 16-12-2014, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την προκειμένη δικάσιμο (5-5-2015), επισπεύσθηκε, με έγγραφη παραγγελία του Αντώνη Ρουπακιώτη, ο οποίος είναι πληρεξούσιος δικηγόρος των παρόντων μόνο αναιρεσιβλήτων (19 τον αριθμό) και όχι και της δέκατης ένατης αναιρεσίβλητης, Ε.

Μ., η οποία απουσίασε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο την προκειμένη δικάσιμο.

Συνεπώς, εφόσον δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεως της υποθέσεως εκ μέρους της δέκατης ένατης αναιρεσίβλητης (ελλείψει σχετικής προς τούτο πληρεξουσιότητας) αλλ’ ούτε και κλήση αυτής, για την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο, ούτε για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, δεδομένου ότι η εκ του πινακίου αναβολή για την παρούσα δικάσιμο, δεν αποτελεί κλήτευση αυτής, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσης ως προς την ανωτέρω αναιρεσίβλητη (δέκατη ένατη).

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών 3531/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της εκκαλουμένης τότε 995/2010 αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την τελευταία αυτή απόφαση κράτησε και δίκασε την υπόθεση απέρριψε την αγωγή ως προς την δεύτερη εφεσίβλητη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) ως παθητικώς ανομιμοποίητη δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή κατά τα λοιπά και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος Δήμος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων 10.838,59 ευρώ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 558, 559 και 566 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων απ’ αυτούς για τους οποίους με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές τους είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της, που στρέφεται κατ’ εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντα, τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με αυτή πλημμέλειες και ως προς τους οποίους, επομένως, ο αναιρεσείων προεχόντως στερείται εννόμου συμφέροντος. Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 3531/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που όπως αναφέρθηκε με την απόφαση αυτή (αναιρεσιβαλλομενη), απερρίφθη η ένδικη αγωγή ως προς την δεύτερη εναγόμενη - εφεσίβλητη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία: "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης ΑΕ". Επομένως, η αίτηση αυτή, απαραδέκτως στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, την οποία δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με αυτή πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Πρέπει συνεπώς η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).

Κανόνας δικαίου παραβιάζεται, κατ’ άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον αναιρετικό δε λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου, που το δικαστήριο εφάρμοσε.

Η, κατά την έννοια του αριθμού αυτού, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία υπάρχει και όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία στηρίζουν τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ.

προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, μεταξύ των οποίων και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτά ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α’ και γ’ της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.

α’ αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β’ αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, υπάγεται τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση κα’ στο άρθρο 14 παρ. 2 ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά.

Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.

Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (αρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ., άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Τέλος, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στο μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαμβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την μαθήτευσή του.

Αντίθετα επί σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας, παράλληλα, την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη.

Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποιά συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ.8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ενώ από τις παραπάνω διατάξεις και δη του άρθ. 6 ν. 2527/1997, ουδόλως συνάγεται απαγόρευση σύναψης από τα πρόσωπα αυτά, στις ειδικά προβλεπόμενες από το νόμο ως άνω περιπτώσεις, σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου.

Εξάλλου, εργοδότης είναι αυτός, που συνάπτει τη σύμβαση εργασίας με το μισθωτό, δέχεται την εργασία του, ασκώντας επ’ αυτού το διευθυντικό δικαίωμα, και καταβάλλει την αμοιβή του. Ο εργοδότης δεν είναι αναγκαίο να είναι και κύριος της επιχείρησης, στην οποία ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του, ενώ δεν παύει να έχει την ιδιότητα αυτή εκείνος, που έχει εξασφαλίσει την αναγκαία χρηματοδότηση, προς καταβολή της αμοιβής του μισθωτού, από τρίτο πρόσωπο, στα πλαίσια ειδικής συμφωνίας του με το τελευταίο, αλλά ακόμη και στην περίπτωση που, με βάση μια τέτοια συμφωνία, το μισθό έχει αναλάβει την υποχρέωση, να καταβάλει απ’ ευθείας στο μισθωτό κάποιος τρίτος.

Τέλος, το π.δ. 164/2004 "ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα", με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 11, επέτρεψε τη μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων (αυτών που μεταξύ τους μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των 3 μηνών), οι οποίες ήταν ενεργές έως τη δημοσίευση αυτού και η συνολική τους διάρκεια ήταν τουλάχιστον 24 μήνες έως την έναρξη ισχύος του ή 18 μήνες με τρείς τουλάχιστον ανανεώσεις σε διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση και εφόσον ο ως άνω συνολικός χρόνος υπηρεσίας έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, και το αντικείμενο της σύμβασης αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευρέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.

Η μετατροπή αυτή, όμως, των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν γίνεται αναδρομικά της αρχικής πρόσληψης των εργαζομένων αλλά εφεξής, ήτοι μετά την ισχύ του ως άνω Π.δ. (19-7-2004). Σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. ε’ του ως άνω π.δ., για την εφαρμογή αυτού, ως "Σύμβαση" νοείται η σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας.

Ενόψει αυτού, προκειμένου να κριθεί, αν συμπληρώνεται η ανωτέρω συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του ως άνω π.δ., ήτοι των 24 μηνών, για τη μετατροπή αυτών σε μια ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, συνυπολογίζεται και το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο συμβασιούχος απασχολήθηκε στον εργοδότη με απλή σχέση εργασίας, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση, κατά την οποία μετά τη λήξη της ορισμένου χρόνου έγγραφης σύμβασης εργασίας, ο μισθωτός εξακολουθεί να παραμένει στον εργοδότη, παρέχοντας τις συμβατικές του υπηρεσίες στα πλαίσια μιας τέτοιας σιωπηρής ανανεωτικής συμφωνίας.

Με τις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 11 του προαναφερόμενου Π.Δ., ορίζονται τα ακόλουθα: "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των, κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δυο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.

Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία...

Το κατά τα, ανωτέρω αρμόδιο όργανο κρίνει περαιτέρω, εάν στις συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις υποκρύπτεται σχέση εξαρτημένης εργασίας. Η κατά τις ως άνω διατάξεις κρίση του αρμόδιου οργάνου ολοκληρώνεται το αργότερο εντός πέντε (5) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος" (παρ. 2) "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων θετικές ή αρνητικές διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ 3).Η εν λόγω απαγόρευση, όμως, του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου ως μίας ενιαίας σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι διαφορετικό ζήτημα από την αναγνώριση του δικαιώματος του εργαζομένου, που έχει απασχοληθεί πραγματικά σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης, επί των νομίμων αποδοχών, τις οποίες θα λάμβανε εάν η σύμβαση ήταν έγκυρη και οι οποίες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 εδ.α’ του π.δ. 164/2004, οφείλονται σ’ αυτόν ως απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε ο εργοδότης αποφεύγοντας να απασχολήσει με έγκυρη σύμβαση, για την ίδια εργασία, έτερο πρόσωπο με τα ίδια προσόντα.

Τέλος, φύλαξη σχολικών κτιρίων, από την φύση της, δεν απαιτεί ούτε απόκτηση ειδικών γνώσεων και ικανοτήτων, ούτε ιδιαίτερη εκπαίδευση ο δε Δήμος, ως αντισυμβαλλόμενος κάθε φύλακα σχολικών κτιρίων, τόσο κατά την σύσταση όσο και καθεαυτή την λειτουργία των συμβάσεων εργασίας τους, αποτελεί το φορέα της εργασιακής σχέσης, με τον οποίο συνδέονται οι ενάγοντες στο πλαίσιο εφαρμογής του παραπάνω προγράμματος, και τον εργοδότη αυτών.

Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα, πραγματικά περιστατικά: Με την 34100/24-11-1999 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε μετά την 2701/16-11-1999 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και κατ’ εφαρμογή των προβλεπομένων στο άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/1998, καταρτίσθηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στη φύλαξη σχολείων 2700 ανέργων, αποφοίτων Λυκείου, ηλικίας από 25 έως 64 ετών διάρκειας (του προγράμματος) 24 μηνών, διαιρούμενο σε δύο φάσεις.

Την πρώτη φάση, διάρκειας 11 μηνών, με αντικείμενο την θεωρητική και πρακτική ενημέρωση (κατά τον πρώτο μήνα) και την τοποθέτηση σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (κατά τους υπόλοιπους μήνες). Κατά τη φάση αυτή η χρηματοδότηση του προγράμματος θα γινόταν από τον ΟΑΕΔ. Τη δεύτερη φάση, διάρκειας 13 μηνών, με αντικείμενο την απασχόληση των καταρτισθέντων στη φύλαξη των σχολικών κτιρίων, κατά την οποία φάση η χρηματοδότηση του προγράμματος θα γινόταν από το Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.

Δικαιούχοι φορείς του παραπάνω προγράμματος ήταν οι πρωτοβάθμιοι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) των νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, των πρωτευουσών νομών και των μεγάλων αστικών κέντρων. Μεταξύ των επιλεγέντων δικαιούχων Ο.Τ.Α ήταν και ο εναγόμενος Δήμος Αθηνών, ο οποίος συνήψε με τους ενάγοντες τα, από 8-3-2001, συμφωνητικά συνεργασίας διάρκειας έντεκα μηνών, δυνάμει των οποίων οι ενάγοντες αναλάμβαναν την υποχρέωση να συμμετάσχουν σε επιμορφωτική συνάντηση για ζητήματα φύλαξης σχολικών κτιρίων σε σχολικά κτίρια επιλογής του Δήμου και να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία απασχολούμενοι ως φύλακες σε καθημερινή βάση, αργίες και Σαββατοκύριακα σε τρεις βάρδιες συνολικής διάρκειας οκτώ ωρών ημερησίως (7.00-15.00,15:00-23.00 και 23.00-7.00) και για είκοσι δύο ημέρες το μήνα έναντι ημερήσιας αποζημίωσης ύψους 35,22 ευρώ.

Με τα ίδια συμφωνητικά ο Δήμος ανέλαβε, μεταξύ άλλων, τις εξής υποχρεώσεις: να επιλέξει τα σχολικά κτίρια και να κατανείμει τους ασκούμενους φύλακες σε αυτά, να προμηθευτεί τον απαραίτητο εξοπλισμό σύμφωνα με τις τεθείσες από την Επιτροπή Παρακολούθησης προδιαγραφές και να τον διαθέσει στους φύλακες, να διενεργεί τακτικούς έλεγχους για να διαπιστώνεται η παρουσία των ασκουμένων κατά τις ήμερες και ώρες που τελούνται οι βάρδιες, να ορίσει ένα μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου, το οποίο θα έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση της εφαρμογής του προγράμματος και την ενημέρωση του Δήμου και ένα στέλεχος αυτού, το οποίο θα συγκεντρώνει καθημερινά τα Ημερήσια Δελτία Συμβάντων - Παρουσιών, που θα συμπληρώνει κάθε ασκούμενος στη βάρδια του και βάσει αυτών θα συντάσσει Μηνιαίο Δελτίο Παρουσίας Ασκουμένων, το οποίο θα πιστοποιεί την παρουσία τους και θα αποστέλλεται στην Ε.Ε.Τ.ΑΑ προκειμένου να καταβληθεί η οφειλομένη ημερήσια αποζημίωση, καθώς επίσης και να έχει τακτική επικοινωνία με τους Διευθυντές των σχολείων και τους ασκούμενους.

Τα εν λόγω συμφωνητικά μετά τη λήξη τους παρατάθηκαν με τα από 8-2-2002,1-7-2002,17-7-2003,1-4- 2004, 2-8-2004, 4-2-1005, 28-4-2005, 12-7-2005, 27-10-2005, 16-1-2006, 19-4-2006 και 13-7-2006 ορισμένης χρονικής διάρκειας έκαστο πλην της δεύτερης ενάγουσας για την οποία τα εν λόγω συμφωνητικά μετά τη λήξη τους παρατάθηκαν με τα από 8-2-2002,1-7- 2002,17-7-2003 ορισμένης χρονικής διάρκειας έκαστο και η οποία ενάγουσα υπέβαλε την παραίτηση της την 31-7-2003.

Με βάση τα παραπάνω, ως φορέας της εργασιακής σχέσης των εναγόντων, στο πλαίσιο εφαρμογής του συγκεκριμένου προγράμματος, νοείται ο οικείος ΟΤΑ (Δήμος Αθηνών), ο οποίος και αποτελεί αντισυμβαλλόμενο του κάθε ενάγοντος - φύλακα, τόσο κατά την κατάρτιση όσο και κατά τη λειτουργία των συμβάσεων εργασίας τους.

Ο πρώτος εναγόμενος είναι ο εργοδότης των εναγόντων κατά την έννοια του νόμου, αφού ο’ αυτόν προσέφεραν πραγματικά τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες, σε όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας τους ως φύλακες στα σχολικά κτίρια, στα οποία τοποθετήθηκαν, απασχολούμενοι οκτώ (8) ώρες, σε μία από τις τρεις βάρδιες, κάθε μέρα, υπό τις εντολές και την εποπτεία των ορισθέντων από το Δήμο οργάνων του για το συντονισμό και την παρακολούθηση της εργασίας τους και στα όργανα αυτά αναφέρονταν για οποιοδήποτε πρόβλημα ανέκυπτε, τελώντας, έτσι, υπό την άμεση εξάρτηση και εποπτεία του εναγομένου Δήμου, ως προς την τακτικά και αδιάλειπτα παρεχόμενη εργασία τους.

Αντίθετα, ουδόλως αποδείχθηκε ότι υφίστατο οποιαδήποτε άλλη σχέση εξάρτησης των εναγόντων από τη δεύτερη εναγομένη "Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης ΑΕ". Μόνος εργοδότης των εναγόντων ήταν ο εναγόμενος Δήμος, ο οποίος και χρησιμοποιούσε με αμοιβή την εργασία τους, είχε τα οφέλη απ’ αυτήν και ήταν αντισυμβαλλόμενος τους στις σχετικές συμβάσεις, ενόψει και του ότι η φύλαξη των συγκεκριμένων σχολικών κτιρίων περιλαμβάνεται στις αρμοδιότητες αυτού.

Αυτός είναι και ο μόνος υπόχρεος για τις κατωτέρω απαιτήσεις των εναγόντων, που απορρέουν από την ως άνω εργασιακή τους σχέση. Οι ενάγοντες συνδέονται μόνο με τον πρώτο εναγόμενο με σχέση εξαρτημένης εργασίας, δεδομένου ότι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σ αυτόν έναντι αμοιβής (μισθού) και υπέκειντο σε προσωπική εξάρτηση απ’ αυτόν, που εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος Δήμος συνδέεται με τους ενάγοντες με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και είναι υποχρεωμένος να τους καταβάλει τα αιτούμενα ποσά. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν και δη των άρθρων 648, 653 ΑΚ, 20 παρ.1 και 15 ν.2639/1998, 20 παρ.4 ν. 2738/1999, της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας υπ’ αριθ. 34100/24-11-1999 ΥΑ, 103 παρ. 2 και 8 του Συντάγματος και 6 ν. 2527/1997 και εκείνες των άρθρων 11 του ΠΔ/τος 164/2004, αφού, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά, ως άνω, περιστατικά μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκαν εξαρχής, για τα ως άνω χρονικά διαστήματα, μη απαγορευόμενες αλλά επιτρεπόμενες από το νόμο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, παραταθείσες με παρόμοιες συμβάσεις, όπως ορθά χαρακτηρίσθηκαν και με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, και όχι συμβάσεις μαθητείας και μάλιστα γνήσιες, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων και τούτο διότι ο προέχων σκοπός των επίδικων συμβάσεων ήταν η παροχή εργασίας από τους ενάγοντες και στο σκοπό αυτό απέβλεψαν τα συμβαλλόμενα μέρη, ενόψει και του ότι η απασχόληση με την Φύλαξη σχολικών κτιρίων, από την φύση της, δεν απαιτεί ούτε απόκτηση ειδικών γνώσεων και ικανοτήτων, ούτε ιδιαίτερη εκπαίδευση, επίσης δε ο αναιρεσείων Δήμος, ως αντισυμβαλλόμενος κάθε Φύλακα σχολικών κτιρίων, τόσο κατά την σύσταση όσο και καθεαυτή την λειτουργία των συμβάσεων εργασίας τους, αποτελεί τον φορέα της εργασιακής σχέσης, με τον οποίο συνδέονταν οι ενάγοντες στο πλαίσιο εφαρμογής του παραπάνω προγράμματος, και τον εργοδότη αυτών, δεδομένου ότι σε αυτόν προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, έναντι αμοιβής (μισθού) και υπόκειντο σε προσωπική εξάρτηση απ’ αυτόν, που εκδηλωνόταν με το δικαίωμά του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες, ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της και ότι ο τελευταίος τους οφείλει τ’ αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ποσά, ως επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας και προσαύξηση για την απασχόληση τους κατά τις Κυριακές και τη νύχτα για τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται σ’ αυτήν.

Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, οι οποίες προβάλλονται με τον έκτο λόγο αναίρεσης, ότι το Εφετείο 1) επιδίκασε τις παραπάνω αποδοχές και για το χρονικό διάστημα πριν την έκδοση των πράξεων κατάταξης των εναγόντων ως εργαζομένων σ’ αυτόν και 2) δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να αναζητήσει την αληθή βούληση των συμβαλλομένων, από τη διαρκή παροχή των υπηρεσιών των εργαζομένων, είναι, η μεν πρώτη αβάσιμη διότι στην επιδίκαση αυτή ορθώς προέβη το Εφετείο, με βάση τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, και η δεύτερη απαράδεκτη, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το εφετείο δεν διεπίστωσε κενό ώστε να προσφύγει στους παραπάνω κανόνες.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου, ενιαίως κρινόμενοι, δεύτερος και έκτος λόγοι της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, αβάσιμος είναι και ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος της αναίρεσης, διότι το εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, πλήρεις και δίχως αντιφάσεις, αιτιολογίες οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της, ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν.

Από τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ που ορίζει ότι "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή επί ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια", προκύπτει ότι αδικαιολόγητος πλουτισμός και επομένως αξίωση απόδοσης της ωφέλειας υφίσταται όταν ελλείπει η νόμιμη αιτία. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε η απαγόρευση του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου ως μίας ενιαίας σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι διαφορετικό ζήτημα από την αναγνώριση του δικαιώματος του εργαζομένου, που έχει απασχοληθεί πραγματικά σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης, επί των νομίμων αποδοχών, τις οποίες θα λάμβανε εάν η σύμβαση ήταν έγκυρη και οι οποίες σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 εδ.

α’ του π.δ. 164/2004 οφείλονται σ’ αυτόν ως απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε ο εργοδότης αποφεύγοντας να απασχολήσει με έγκυρη σύμβαση, για την ίδια εργασία, έτερο πρόσωπο με τα ίδια προσόντα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 1 της 19040/1981 Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του α.ν. 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 συνάγεται ότι τα επιδόματα εορτών, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας και αποζημίωση απόλυσης δικαιούνται και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους βάσει άκυρης σύμβασης με απλή σχέση εργασίας.

Ακόμη, σύμφωνα με τις διατάξεις της γ Α 89007/1946, όπως ερμηνεύτηκε με την 25825/1951 όμοια και το άρθρο 2 του Ν 435/1976, στους εργαζομένους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, το κανονικό ημερομίσθιο αυξημένο κατά 75%. Επίσης, κατά τις διατάξεις της γ Α 18310/46, όπως ερμηνεύτηκε και συμπληρώθηκε με την 25.825/1951 όμοια και την γ Α Φ. 27.019/1953, η βάσει αυτών οφειλόμενη προσαύξηση 25% για νυκτερινή εργασία (από 10 μ.μ.

μέχρι 6 π.μ.) υπολογίζεται στο σύνολο των νομίμων αποδοχών του μισθωτού, που περιλαμβάνουν το βασικό μισθό και τα από το νόμο οριζόμενα επιδόματα. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επιπλέον των όσων ήδη αναφέρθηκαν δέχθηκε ότι οι ενάγοντες, με την αγωγή τους εκθέτουν ότι, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από την ανωτέρω πρόσληψη τους μέχρι την κατάταξη τους σε κενές οργανικές θέσεις στον πρώτο εναγόμενο Δήμο, εργάστηκαν στον εναγόμενο Δήμο, υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομάδας σε οκτάωρη ημερήσια βάση και υπό σύστημα τριών (3) βαρδιών, χωρίς όμως να τους καταβληθούν οι προβλεπόμενες από τις ΣΣΕ της ΠΟΕ-ΟΤΑ άλλως και επικουρικώς από τις εκάστοτε ισχύουσες Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, νόμιμες αποδοχές τους, βάσει σχέσης εξαρτημένης εργασίας, τα επιδόματα γάμου, τέκνων, ειδικής απασχόλησης, ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας, το κίνητρο απόδοσης και η αποζημίωση άδειας μητρότητας, ανάλογα με τις διακρίσεις που αναφέρονται στην αγωγή για έκαστο εξ αυτών, ενώ επίσης δεν τους καταβάλλονταν και οι εκ του νόμου προβλεπόμενες προσαυξήσεις της αμοιβής για την εργασία τους κατά τη νύχτα (25%), τις Κυριακές και τις αργίες (75%), τα επιδόματα εορτών (δώρα) Πάσχα και Χριστουγέννων καθώς και η αποζημίωση αδείας και τα επιδόματα αδείας των ετών 2001 έως και 2006 και με βάση αυτά ζητούν κυρίως από τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας τους και επικουρικά σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλλουν εις ολόκληρον έκαστος, κατά το κύριο αίτημα (ήτοι με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ της ΠΟΕ-ΟΤΑ), σε κάθε ενάγοντα το ποσό που αναφέρεται στην αγωγή Το Εφετείο απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής, ερευνώντας δε την επικουρική δέχθηκε ότι οι ενάγοντες α) για την παροχή την εργασίας των κατά τη νύχτα, β) για την προσαύξηση 75% για Κυριακάτικη εργασία γ)για την άδεια αναψυχής των ετών 2005,2006, και τις αποδοχές που αντιστοιχούν στις 22 ημέρες αδείας δ) για αποδοχές επιδόματος άδειας για το έτος 2004 ε) για αποδοχές επιδόματος Δώρου Πάσχα στ) για εργασία κατά τις επίσημες αργίες των επίσημων αργιών δικαιούνται συνολικά το ποσό των 10.838,59 ευρώ, το οποίο και επιδίκασε.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, με το να δεχθεί την επικουρική, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, βάση της αγωγής, διότι, όπως ισχυρίζεται, δεν τον συνέδεε σχέση απλής εργασίας με τους ενάγοντες, δεν απέφυγε τη σχετική δαπάνη, αφού δεν ήταν υποχρεωτική η πρόσληψη άλλου υπαλλήλου στη θέση των εναγόντων, αλλά και δεν υπήρχε νομική δυνατότητα να προσλάβει άλλους με έγκυρη σύμβαση εργασίας, είναι αβάσιμη.

Και τούτο για τον λόγο οι από τις αιτίες αυτές αξιώσεις των αναιρεσίβλητων οφείλονται ευθέως από τις παραπάνω σημειούμενες διατάξεις και σε περίπτωση άκυρης συμβάσεως εργασίας. Επομένως επί απλής σχέσεως εργασίας δεν είναι αναγκαία η προσφυγή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση, καταλήγοντας σε ορθό κατ’ αποτέλεσμα διατακτικό, οπότε στην περίπτωση αυτή απορρίπτεται ο προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος (Κ.Πολ.Δ. 578).

Κατ’ ακολουθίαν, απαράδεκτος είναι και ο τρίτος, από το άρθρο 559. αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης.

Ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ’ αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων.

Στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, το Εφετείο βεβαιώνει, ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και όλα τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά έγγραφα (...19.10.2009, ...23.10.2009, ...29.1.2009, ...2.12.2011 και ...7.12.2011).

Επομένως, ο περί του αντιθέτου αληθώς μόνο από τον αριθμ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το αρθρ. 90 παρ. 1 ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου των δαπανών του Κράτους", οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ένδικη διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος αυτής, κατά δε το αρ. 91 του ιδίου νόμου, επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διάταξης του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου, όπως ήταν και οι αναφερόμενες στο άρθρο 90 παρ. 1 αυτού, αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, ενώ σε βραχυπρόθεσμη διετή παραγραφή από τη γένεσή τους, κατά την διάταξη της παρ. 3 του αρ. 90 του νόμου αυτού, υπόκειται η απαίτηση οποιαδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 στοιχ. β’ του ως άνω ν. 2362/1995, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αίτησης για την πληρωμή της απαίτησης, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του Διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαίτησης αρχής.

Εάν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αίτησης (Ολ. ΑΠ 29/2006).Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 του Ν.Δ 31/1968 "περί προστασίας της περιουσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και ρυθμίσεως ετέρων τινών θεμάτων" οι υπό των αστικών εν γένει νόμων και των ουσιαστικών διατάξεων επί δικών του δημοσίου αναγνωριζόμενες στο Δημόσιο προνομίες ή θεσπισμένες ειδικές προστατευτικές διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Ο.Τ.Α., εφόσον οι τυχόν υφιστάμενες αντίστοιχες για τους οργανισμούς αυτούς προνομίες εν γένει δεν είναι ευρύτερες ή ευνοϊκότερες από εκείνες που ισχύουν για το Δημόσιο.

Επίσης, με το άρθρο 29 παρ. 4 του Ν. 3202/2003 προστέθηκε παράγραφος στο άρθρο 304 παρ. Ιβ’ του Π.Δ. 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), με την οποία ορίζεται ότι για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των Ο.Τ.Α. εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου, ενώ καταργείται κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των Ο.Τ.Α.

Η διάταξη αυτή επαναλαμβάνεται με το ίδιο περιεχόμενο στο άρθρο 276 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 (Νέος Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων), που ισχύει από 1.1.2007. Σύμφωνα με διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362 η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων αρχίζει όχι από το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν οι αξιώσεις αλλά από τη γένεση καθεμίας από αυτές, δηλαδή την 30η Απριλίου 2002 για το επίδομα Πάσχα, την 31η Δεκεμβρίου 2002 για το επίδομα Χριστουγέννων και το αργότερο το τέλος του ίδιου έτους για το επίδομα άδειας.

Η προβλεπόμενη από τις εν λόγω διατάξεις για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ΟΤΑ, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθμ.6 και 17 του ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων και τελών.

Εξάλλου, με τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής, δε δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ΟΤΑ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των OTA, αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των τελευταίων, σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.

Συνεπώς η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 304 του π.δ. 410/1995 που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ΟΤΑ, δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Η ίδια ρύθμιση δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 25 του Συντάγματος, 6,13 και 14 της ΕΣΔΑ, 2 παρ.3 α,β,14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (Ε.Σ.Δ.Α.), που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους.

Άλλωστε από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτιθέμενα, και η προστασία της περιουσίας των ΟΤΑ.

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ότι ο εναγόμενος Δήμος ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως με σχετική ένσταση του, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη, ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων για το ένδικο χρονικό διάστημα έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 § 3 του ν. 2362/1995, διότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στις 30-12- 2008.

Οι ενάγοντες, κατ’ αντένσταση, 263 ΚΠολΔ επικαλούνται ως λόγο διακοπής της ως άνω παραγραφής, ότι την 22/12/2006 κατέθεσαν τη με αριθμό πρωτοκόλλου ...22-12-2006 αίτηση τους προς τον εναγόμενο Δήμο Αθηναίων, με την οποία ζήτησαν τη καταβολή σ’ αυτούς των ένδικων αξιώσεων τους, αυτός δε τους απάντησε με το από 9-1-2007 έγγραφο του.

Όμως, εφόσον ο Δήμος απάντησε στους ενάγοντες την 9-1-2007 η παραγραφή άρχισε εκ νέου από 10-1-2007 και δεν διακόπηκε εκ νέου με την επίδοση προς τον εναγόμενο Δήμο της από 14-12-2007 αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας, αφού, η επίδοση της ένδικης έγινε την 30-12-2008 ήτοι δεν ασκήθηκε αγωγή από τους ενάγοντες εντός της προθεσμίας των 6 μηνών από της παραιτήσεως της από 14-12-2007 αγωγής (άρθρο 263 ΑΚ) αλλά με την επίδοση της ένδικης αγωγής στις 30-12-2008.

Κατά συνέπεια όσες από ανωτέρω αξιώσεις των εναγόντων που γεννήθηκαν προ της 22-12-2004 παραγράφηκαν. Όσον αφορά το επίδομα αδείας και το δώρο Χριστουγέννων, τα οποία γεννήθηκαν την 31η Δεκεμβρίου του έτους 2004 για το επίδομα Χριστουγέννων και το αργότερο το τέλος του ίδιου ως άνω έτους για το επίδομα άδεια, όπως και για το 2005 η παραγραφή διακόπηκε, με την υποβολή της από 22-12-2006 αίτηση των εναγόντων προς το Δήμο για καταβολή της αξίωσής των και άρχισε νέα, από 10-1-2007, η οποία και συμπληρώθηκε στις 10-1-2009 με αποτέλεσμα να μην έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις άνω, διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού με την παραδοχή της απόφασης "η παραγραφή διακόπηκε με την υποβολή της από 22-12-2006 αίτησης των εναγόντων προς το Δήμο για καταβολή της αξίωσής των, δικαιολογείται η διακοπή της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων και ο περί του αντιθέτου, πρώτος, από τον αριθμό 1 (όπως σαφώς αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναιρέσεως ως προς τη δέκατη ένατη αναιρεσίβλητη, ν’ απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων δέκα εννέα αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις καθώς και στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, η οποία παρέστη με ξεχωριστό δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα, κατ’ άρθρ. 281 § 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Ν. 3463/2006).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 2-4-2014 αίτησης αναίρεσης, ως προς τη δέκατη ένατη αναιρεσίβλητη, Ε. Μ. του Κ..

Απορρίπτει την παραπάνω αίτηση αναίρεσης του Δήμου Αθηναίων, κατά τα λοιπά.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης Α.Ε." τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) Ευρώ και στα δικαστικά έξοδα των λοιπών αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000,00) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ