Legislator Case Law & Legislation
671/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in marital contribution case, upholding lower court's finding of wife's insufficient contribution.

Case Number 671/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the wife's appeal against the Second Instance Court's rejection of her claim for marital contribution. The court found that the husband's evidence proved the wife's domestic services did not exceed her legal obligations under Articles 1389 and 1390 of the Civil Code. Consequently, the court ruled that the lower court correctly assessed the evidence and rejected the wife's arguments regarding her financial and household contributions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1389, 1390, 1400 of the Civil Code; The court may reject a claim for marital contribution if the wife's domestic services and household management did not exceed her statutory obligations under the Civil Code.

Keywords

AI generated
marital contribution claim domestic services valuation Civil Code obligations evidence assessment marital property division

Cited Legislation

AI generated
Articles 1389, 1390, 1400 of the Civil Code
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 13 of the Code of Civil Procedure
Article 19 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 671 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 671/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, πρώην συζύγου ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Κοψαχείλη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τσακίρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Ιουλίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 210/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Ιουνίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 12 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 51/18.6.2008 αιτήσεως για αναίρεση της 210/13.3.2008 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσι-βλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 51/18-6-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 210/13-3-2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 911/22-7-2004 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας απορρέουσα από τη συμβολή της στα κατά την διάρκεια του μετά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου γάμου τους αποκτήματα του τελευταίου.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 59/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 167/16-5-2006 εφέσεως του εναγομένου, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 210/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριζε στις ακόλουθες και ενδιαφέρουσες του ερευνούμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: "Ο γάμος των διαδίκων τελέσθηκε την 5.2.1982 στο ..., όπου ο εναγόμενος σπούδαζε οδοντογιατρός.

Οι σύζυγοι κατοικούσαν στο ... μέχρι το 1986 που ο εναγόμενος τέλειωσε τις σπουδές του και επέστρεψαν στην Ελλάδα. Εγκαταστάθηκαν στη Λάρισα, όπου ο εναγόμενος ασκεί το επάγγελμα του οδοντογιατρού και την 23.10.1987 απέκτησαν μία κόρη. Ήδη από το 1992 η έγγαμη συμβίωσή τους παρουσίασε προβλήματα, αλλά διακόπηκε οριστικά την 22.6.1995, οπότε η ενάγουσα αποχώρησε από το συζυγικό οίκο μαζί με το τέκνο τους.

Ο γάμος τους λύθηκε με την υπ' αριθ. 642/2000 απόφαση του πολυμελούς πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία κατέστη αμετάκλητη την 15.5.2003, διότι η υπ' αριθ. 592/2002 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που απέρριψε την κατά της πρωτόδικης απόφασης έφεση, επιδόθηκε στην ενάγουσα την 11.11.2002.

Συνεπώς από την επόμενη (12.11.2002) άρχιζε η προθεσμία των 30 ημερών για αναίρεση (άρθρο 564 ΚΠολΔ),αλλά και η προθεσμία των έξι μηνών κατά το άρθρο 605 ΚΠολΔ για αναψηλάφηση που έληξε την 12.5.2003.Ο εναγόμενος πριν από το γάμο δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο, όπως και η ενάγουσα. Η τελευταία δεν απέκτησε περιουσιακά στοιχεία ούτε κατά τη διάρκεια του γάμου. Αντίθετα, ο εναγόμενος απέκτησε τα ακόλουθα: 1. Την 17.9.1991 κατά πλήρη κυριότητα μία επαγγελματική στέγη (οριζόντια ιδιοκτησία) 62,4 τ.μ. κείμενη στο δεύτερο όροφο πολυκατοικίας επί της οδού ... της .... Κατέστη κύριος αυτής δυνάμει του υπ' αριθ. 7974/1991 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Λάρισας Κλ. Δασταυρίδη που μεταγράφηκε νόμιμα αντί τιμήματος 6.500.000 δρχ (19.075 €), για την καταβολή του οποίου ο εναγόμενος έλαβε δάνειο από την Κτηματική Τράπεζα δεκαετούς χρονικής διάρκειας. Το δάνειο αποπληρώθηκε το έτος 2001 από τον εναγόμενο. Στην ανωτέρω επαγγελματική στέγη εγκατέστησε το οδοντιατρείο του. Η αγοραία αξία της κατά τη λύση του γάμου (11.5.2003) ήταν 1.230 € το τ.μ. και συνολικά 84.744 €.

2. Την 1.10.1993 το 1/2 εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα δύο αγρών στη θέση ... και ..." Κυψέλης Λάρισας εκτάσεως 10.971 και 5.843 τ.μ. Κατέστη κύριος αυτών δυνάμει του υπ' αριθ. 23705/1993 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λάρισας Στ. Εξάρχου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αντί τιμήματος 3.400.000 δρχ (9.978 €) που καταβλήθηκε από τον εναγόμενο. Οι αγροί αυτοί εισφέρθηκαν σε αναδασμό και αντ' αυτών παραχωρήθηκαν στον εναγόμενο κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου δύο άλλοι αγροί εκτάσεως 5.950 και 10.098 τ.μ. στη θέση .... Η αγοραία αξία τους κατά τη λύση του γάμου (11.5.2003) ήταν 1,5 € το τ.μ. και συνολικά 12.036 €.

3. Την 27.5.1994 κατά πλήρη κυριότητα ένα αγρό στη θέση ... εκτάσεως 15.000 τ.μ. Κατέστη κύριος αυτού ως πλειοδότης σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό δυνάμει της υπ' αριθ. 21.677/1994 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Λάρισας Δ. Δελή, που μεταγράφηκε νόμιμα, αντί τιμήματος 5.501.000 δρχ (16.144 €) που καταβλήθηκε από τον εναγόμενο. Ο αγρός αυτός εισφέρθηκε σε αναδασμό και αντ' αυτού παραχωρήθηκε στον εναγόμενο ένας άλλος εκτάσεως 11.863 τ.μ. στη θέση .... Η αγοραία αξία του κατά τη λύση του γάμου (11.5.2003) ήταν 1,5 € το τ.μ. και συνολικά 17.795 €.

4. Το 1991 ενός Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου τύπου Μάζντα 1600 κ.ε. (αριθ. κυκλοφορίας ....),το οποίο αγόρασε αντί τιμήματος 3.000.000 δρχ (8.801 €) που κατέβαλε ο ίδιος. Η αγοραία αξία του κατά τη λύση του γάμου (11.5.2003) ήταν 2.800 €. Την ανωτέρω περιουσία ο εναγόμενος απέκτησε αποκλειστικά με δικά του έσοδα από την επαγγελματική του δραστηριότητα ως οδοντογιατρός.

Η ενάγουσα δεν είχε καμία συμβολή στην απόκτηση της περιουσίας αυτής. Δεν είχε προσωπική περιουσία ούτε άλλη πηγή εσόδων. Άλλωστε και η ίδια δεν προβάλλει τέτοιο τρόπο συμβολής (με παροχή κεφαλαίου ή παροχής άλλων πραγμάτων). Η μόνη παροχή της, κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, ήταν η παροχή υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο και, όταν γεννήθηκε το τέκνο τους, για την επιμέλεια και ανατροφή αυτού.

Σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, η παροχή τέτοιων υπηρεσιών συνιστά "συμβολή" κατά την έννοια του άρθρου 1400 ΑΚ μόνο στην περίπτωση (και κατά το μέτρο) που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.

Στην προκείμενη, όμως, περίπτωση, οι υπηρεσίες που παρείχε η ενάγουσα δεν υπερέβαιναν το όριο της, από τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ, υποχρεώσεώς της προς συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών αυτής, του εναγομένου και του κοινού τέκνου τους. Οι παρεχόμενες απ' αυτήν υπηρεσίες συνίσταντο στην καθαριότητα και επιμέλεια του συζυγικού οίκου, την παρασκευή φαγητού, τη μέριμνα για την ένδυση συζύγου και τέκνου και γενικότερα σ' αυτό που αποκαλείται "νοικοκυριό".

Επίσης και στη φροντίδα και ανατροφή, από κοινού με το σύζυγο πατέρα, του ανήλικου τέκνου τους. Η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών ισοδυναμεί με τη χρηματική αξία ενός εισοδήματος, που η ενάγουσα θα αποκόμιζε αν, αντί για τις υπηρεσίες αυτές, ασκούσε ορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα, στην οποία θα μπορούσε να επιδοθεί και την οποία θυσίασε για χάρη της οικογένειας.

Η μόνη επαγγελματική, όμως, δραστηριότητα, στην οποία θα μπορούσε να επιδοθεί η ενάγουσα ήταν στην καλλίτερη περίπτωση, της ιδιωτικής υπαλλήλου γενικών καθηκόντων, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ήταν πτυχιούχος χημικός (με σπουδές στην πατρίδα της: ...ε περίπτωση, αν κατείχε τέτοιο πτυχίο, δεν αποδείχθηκε ότι προέβη στην αναγνώρισή του στην Ελλάδα με τις νόμιμες διαδικασίες ώστε να μπορεί να ασκεί τα παρεχόμενα από ένα τέτοιο πανεπιστημιακό πτυχίο επαγγελματικά δικαιώματα.

Έτσι η χρηματική αξία των υπηρεσιών της αποτιμώνται στο ύψος (κατά μέσο όρο) ενός ανάλογου μισθού που κατά το κρίσιμο χρόνο της λύσεως του γάμου (11.5.2003), κατά τον οποίο γίνεται η αποτίμηση της τελικής περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, ανέρχονταν σε 500 ευρώ το μήνα. Οι οικογενειακές τους ανάγκες, ενόψει της επαγγελματικής θέσεως του εναγομένου, την ηλικία των συζύγων, την ηλικία και τον αριθμό των τέκνων τους (ένα), αποτιμώνται στο συνολικό ποσό των 2.500 € και περιλαμβάνουν το μίσθωμα της κατοικίας τους, τη διατροφή, δαπάνες για την ένδυση και ψυχαγωγία αυτών και του τέκνου τους, τη θέρμανσή τους, καθώς και την ιατρική περίθαλψή τους που την εξασφάλιζε ο ασφαλιστικός φορέας του εναγομένου.

Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει το κόστος για το επίπεδο διαβίωσης μίας τριμελούς οικογένειας ενός οδοντογιατρού χωρίς ιδιόκτητη κατοικία. Στην αντιμετώπιση των αναγκών αυτών η ενάγουσα, ενόψει των προαναφερομένων δυνατοτήτων της, είχε από το νόμο υποχρέωση να συνεισφέρει ως ανάλογο μέτρο τις υπηρεσίες που προαναφέρθηκαν χρηματικής αξίας 500 €.

Δεν είναι βάσιμο ότι αυτή παρείχε υπηρεσίες πέρα από το μέτρο αυτό λ.χ. με την προσφορά υπηρεσιών επί πλέον και στο οδοντιατρείο του συζύγου της ή υπηρεσίες άλλης φύσεως που να υπήρξαν αιτία αποταμιεύσεως απ' αυτόν κάποιων δαπανών που απέφυγε. Εφόσον, λοιπόν, η μοναδική συμβολή της ενάγουσας κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης ήταν οι ανωτέρω υπηρεσίες και αυτές δεν υπερέβησαν το μέτρο των κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ υποχρεώσεών της προς συνεισφορά στον κοινό οικογενειακό οίκο οι εν λόγω υπηρεσίες δεν μπορούν να θεωρηθούν, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ως "συμβολή" αυτής (κατά την έννοια του άρθρου 1400 ΑΚ) στην απόκτηση των περιουσιακών αποκτημάτων του εναγομένου, διότι αυτά αποκλειστική αιτία και πηγή είχαν τα επαγγελματικά τους έσοδα.

Συνεπώς, δεν υπήρξε καμία συμβολή της ενάγουσας στην κτήση τους. Πρέπει, λοιπόν, να γίνει δεκτή η ένσταση του εναγομένου περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας, η οποία καταρρίπτει το τεκμήριό της κατά το 1/3 συμβολής που αποτελεί τη βάση της υπό κρίση αγωγής. Συνακόλουθα η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η εκκαλούμενη, χωρίς ειδικές αιτιολογίες, απέρριψε την ανωτέρω ένσταση του εναγομένου και δέχθηκε την αγωγή". Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται η ηττηθείσα εφεσίβλητη- ενάγουσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.

Ειδικότερα: Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος ή μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.13 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως.

Και μετά την κατάργηση με τον ν.2915/2001 της προδικαστικής αποφάσεως και την εισαγωγή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας εξακολουθεί να λειτουργεί ο αναιρετικός αυτός λόγος για την παραβίαση του αντικειμένου βάρους αποδείξεως, με το οποίο προσδιορίζεται ο διάδικος που φέρει τον κίνδυνο αμφιβολίας του δικαστή για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή ενστάσεως πραγματικών περιστατικών και τις συνέπειες του αναποδείκτου αυτών με την απόρριψή τους, σε αντιδιαστολή με το υποκειμενικό βάρος αποδείξεως, με το οποίο ορίζεται ο διάδικος που βαρύνεται με την ευθύνη προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων, το οποίο εκλείπει μετά την κατάργηση της προδικαστικής περί αποδείξεως αποφάσεως.

Τέλος κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δικής. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου , του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ.19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώνται αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου από το άρθρο 1400 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ) η συμβολή με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή της περιουσίας του υποχρέου.

Για την τελευταία είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου. Η συμβολή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμα και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο και για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.

Για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν.

Η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών του δικαιούχου συζύγου, μπορεί να προκύπτει και από τη χρηματική αξία ενός υποθετικού εισοδήματος, που ο δικαιούχος θα αποκόμιζε αν, αντί για τις υπηρεσίες αυτές, ασκούσε ορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα, στην οποία θα μπορούσε να επιδοθεί και την οποία θυσίασε για χάρη της οικογένειας.

Περαιτέρω, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδάφ. β' του ΑΚ μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.

Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ' απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιούσιας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.

Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και δεν απέδειξε καμία πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ' ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε και δεν απέδειξε ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου).

Ο ήδη αναιρεσίβλητος προς θεμελίωση της ενστάσεως περί μηδενικής συμβολής της ήδη αναιρεσείουσας στην αύξηση της περιουσίας του την οποία προέβαλε ως εναγόμενος με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις του και επαναδιατύπωσε με τον σχετικό λόγο της εφέσεώς του, υποστήριζε, ιδία, ".. η εφεσίβλητη όχι μόνο δεν συνέβαλε στη δημιουργία της περιουσίας που στην αγωγή της ιστορεί, αντίθετα υπήρξε αρνητική και δη σε ποσοστό 100%, διότι απαρχής και μέχρι της λύσης του γάμου μας καμία απολύτως οικιακή εργασία δεν τέλεσε ποτέ, αλλά συνεχώς με ένα τσιγάρο στο στόμα περιφέρετο εντός της κατοικίας μας, ακόμη και τις κρίσιμες ώρες του πρωινού, του γεύματος και του δείπνου, ετοιμάζοντας και σερβίροντας το φαγητό προσωπικά ο ίδιος ή η μητέρα μου, η οποία κυριολεκτικά υπήρξε μητέρα και της θυγατέρας μας ....

Περιττό να ισχυριστώ ότι, καίτοι μπορούσε, τόσο πριν από την γέννηση της θυγατέρας μας, όσο και μετά την ανάπτυξη αυτής και την πάροδο της βρεφικής της ηλικίας, να εργαστεί, όπως εργάζονται εκατομμύρια γυναίκες στον κόσμο αυτό, ποτέ δεν το έκανε. Ποτέ δεν μου έπλυνε και δεν μου σιδέρωσε ρούχα. Ο πρωινός καφές και το απογευματινό τσάι ήσαν διάρκειας μεγαλύτερης των τριών ωρών για το καθένα και επομένως ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για την σταδιοδρομία και την επαγγελματική καταξίωσή μου".

Αντίστοιχα, στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνεται, ιδία, (α) ότι οι παρεχόμενες από την αναιρεσείουσα υπηρεσίες συνίσταντο στην καθαριότητα και επιμέλεια του συζυγικού οίκου, την παρασκευή φαγητού, τη μέριμνα για την ένδυση συζύγου και τέκνου, απασχολούμενη αποκλειστικά με τις οικιακές εργασίες και παράλληλα με την φροντίδα και ανατροφή, από κοινού με τον αναιρεσίβλητο, του ανήλικου τέκνου τους και (β) ότι τις υπηρεσίες της αυτές, αποτιμώμενες χρηματικώς, σε μηνιαία βάση, στο πόσο των 500,00 €, σε συνολική οικογενειακή δαπάνη 2.500,00 €, η οποία καλυπτόταν κατά το υπόλοιπο από τα εισοδήματα του αναιρεσείοντος, είχε από το νόμο υποχρέωση να συνεισφέρει, ενόψει των δυνατοτήτων της, για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και με την έννοια αυτή δεν υπερέβαιναν την απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 1389,1390 ΑΚ νόμιμη υποχρέωσή της για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, που βεβαιώθηκαν στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, από το υπάρχον στην διάθεση του δικαστηρίου της ουσίας αποδεικτικό υλικό, περιλαμβάνονται στην ένσταση του αναιρεσείοντος περί μηδενικής συμβολής της αναιρεσείουσας στην αύξηση της περιουσίας του, η οποία νομίμως λήφθηκε υπ' όψη και κατά παραδοχή της απορρίφθηκε η αγωγή, με παράλληλη αρνητική αξιολόγηση από ουσιαστική άποψη των αντίθετων περί τούτου αγωγικών ισχυρισμών.

Επομένως η προβαλλόμενη με το δεύτερο σκέλος του πρώτου και δεύτερου λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη από την προβαλλόμενη απόφαση τα θεμελιωτικά, κατά τις αιτιολογίες της, της παραδοχής της ενστάσεως του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά και ιδία εκείνα που αναφέρονται στην χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών της και της οικογενειακής δαπάνης και παράλληλα ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι αντίθετοι περί τούτου αγωγικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, ελέγχεται ως αβάσιμη.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, την περί των πραγμάτων αυτών κρίση του σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποιθήσεως και εντεύθεν δεν τίθεται θέμα παραβιάσεως του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια επιρρίψεως στην αναιρεσείουσα του κινδύνου δημιουργίας αμφιβολίας στο δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της εν λόγω ενστάσεώς του πραγματικών περιστατικών και παραδοχής αυτής, ως αποδεδειγμένης, προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου αυτού την διάταξη άρθρου 559 αρ.13 ΚΠολΔ, αναιρετικού λόγου, που αβασίμως προβάλλεται με το πρώτο σκέλος του δεύτερου κατά σειρά λόγου αναιρέσεως.

Τέλος, σε συνέπεια με τις σημειούμενες στην αρχή της παράθεσης νομικές παραδοχές, οι διαλαμβανόμενες με πληρότητα και σαφήνεια στις αιτιολογίες της προβαλλόμενης αποφάσεως αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της ότι οι αναφερόμενες υπηρεσίες της "δεν υπερέβαιναν το μέτρο των κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ υποχρεώσεών της προς συνεισφορά στον κοινό οικογενειακό οίκο" δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1389,1390,1400 ΑΚ απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή της ενστάσεως του αναιρεσίβλητου περί μηδενικής συμβολής της στην αύξηση της περιουσίας του και εντεύθεν ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 της ΚΠολΔ 559 είναι αβάσιμος.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 27000,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 51/18-6-2008 αίτηση για αναίρεση της 210/13-3-2008 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ