Supreme Court allows appeal against hotel dismissal, remanding case due to lack of proven malicious intent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of a seasonal hotel's refusal to rehire an employee. The plaintiff argued the dismissal was malicious and unprofessional, but the lower court found no evidence of these claims. The Court ruled that while the employer's right to dismiss is restricted, the specific allegations of malice were unsubstantiated, yet the appeal was accepted to allow further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 5 and 559 of Law 1346/1983; The employer's right to terminate a contract for seasonal hotel staff is subject to statutory limits, but a dismissal is not automatically voidable without proof of malicious intent or professional incompetence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 671 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 671/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΤΤΙΚΟΣ ΗΛΙΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Τσουρούλα - Σωτηροπούλου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βασδέκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1589/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5626/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-11-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης διάβασε την από 20-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι λόγοι της από 21-11-2006 αίτησης για αναίρεση της 5626/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 8 παρ. 1 και 5 του Ν. 1346/1983, όπως επεκτάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 6 του Ν. 1545/1985, ορίστηκαν τα εξής: "α) Σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις εποχιακής λειτουργίας ο εργοδότης υποχρεούται να επαναπροσλάβει συνολικά τον ίδιο αριθμό εργαζομένων που είχε κατά μέσον όρο τις δύο προηγούμενες περιόδους εργασίας, και κατά προτίμηση αυτούς που εργάζονταν την τελευταία περίοδο ..." (παρ. 1), "β) ευνοϊκότερες ρυθμίσεις που ισχύουν με βάση νόμους, διατάγματα, συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις ή κοινές υπουργικές αποφάσεις υπερισχύουν" (παρ. 5).
Εξάλλου, με την 20/1997 Δ.Α. (πράξη καταθέσεως Υπ. Εργασίας 9/8-5-1997), η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 12161/11-6-1997 Υ.Α. (ΦΕΚ 523 τ. Β' της 7-7-1997), ορίζεται α) στο άρθρο 5 παρ. 5 "οι μη συνεχούς λειτουργίας ξενοδοχειακές επιχειρήσεις (εποχιακές), και αυτές θεωρείται ότι είναι εκείνες που λειτουργούν μέχρι 9 μήνες το χρόνο, υποχρεούνται να επαναπροσλάβουν το αυτό προσωπικό που απασχόλησαν κατά την προηγούμενη περίοδο.
Προϋπόθεση γι' αυτό το καθιερωμένο δικαίωμα του εργαζομένου αποτελεί η έγγραφη προειδοποίηση προς τον εργοδότη του μέχρι τέλους Ιανουαρίου, ότι επιθυμεί να απασχοληθεί κατά την προσεχή περίοδο. Η έγγραφη αυτή ειδοποίηση πρέπει να γίνει μέσω της οικείας οργάνωσής του και σε έντυπο - δήλωση που έχει εκδώσει αυτή.
Η επιχείρηση υποχρεούται να τον απασχολήσει σε κάθε περίπτωση από την 10η Ιουνίου, εκτός εάν βρίσκεται σε περιοχές Κρήτης, Ρόδου και Κέρκυρας, οπότε υποχρεούται από 25 Μαΐου και από 15 Ιουνίου εάν βρίσκεται στις λουτροπόλεις. Σε κάθε περίπτωση ο μισθωτός που θα κληθεί από την επιχείρηση να αναλάβει υπηρεσία και δε την αναλάβει αδικαιολόγητα, εντός πενθημέρου, χάνει κάθε δικαίωμα επαναπρόσληψης και αποζημίωσης.
Η πρόσληψη και τα μετά απ' αυτήν δικαιώματα και υποχρεώσεις αρχίζουν από τη στιγμή που εργαζόμενος αναλαμβάνει εργασία. Τα παραπάνω ισχύουν και σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 1346/1983 ...", παρ. 6 "Τόσο κατά τη διάρκεια λειτουργίας της εποχιακής επιχείρησης όσο και κατά τη νεκρή περίοδο αυτής, απόλυση εργασθέντος κατά την προηγούμενη περίοδο χωρεί μόνο επί τη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Δεν επιτρέπεται κατά τη νεκρή περίοδο καταγγελία με προειδοποίηση πλην για δικαιολογημένη αιτία ...". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων ξενοδοχειακών επιχειρήσεων εποχιακής λειτουργίας είναι ορισμένου χρόνου, με την έννοια ότι λύονται μόλις παρέλθει η περίοδος λειτουργίας του ξενοδοχείου.
Παρέχεται όμως στον εργαζόμενο από το νόμο διαπλαστικό δικαίωμα προαιρέσεως, με την άσκηση του οποίου συντελείται η επαναπρόσληψή του κατά τη νέα περίοδο εργασίας, με την προϋπόθεση ότι το ξενοδοχείο θα επαναλειτουργήσει και θα φθάσει σε ορισμένη πληρότητα. Το δικαίωμα αυτό ασκείται με μονομερή έγγραφη ειδοποίηση του εργαζόμενου προς τον εργοδότη, η οποία υποβάλλεται μέσω της οικείας επαγγελματικής οργάνωσής του, ότι επιθυμεί να απασχοληθεί κατά την προσεχή περίοδο.
Με μόνη δε την άσκηση του δικαιώματος αυτού, εφόσον συντρέξουν οι κατά το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 1346/1983 προϋποθέσεις πληρότητας, καταρτίζεται νέα σύμβαση εργασίας για την προσεχή περίοδο. Επομένως ο εργοδότης, υποχρεούται να επαναπασχολήσει τον εργαζόμενο κατά τη νέα περίοδο, διαφορετικά περιέρχεται σε υπερημερία αποδοχής (δανειστή) και οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο αποδοχές υπερημερίας (Α.Κ. 656).
Το δικαίωμα αυτό της επαναπρόσληψης του εργαζόμενου μπορεί να καταλύσει ο εργοδότης, καταγγέλλοντας τη σύμβαση εργασίας, είτε κατά την περίοδο εργασίας είτε κατά τη νεκρή περίοδο, με ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (Ολ.Α.Π. 14/2000). Εξ άλλου από τα άρθρα 669 παρ. 2 του Α.Κ., 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του Α.Κ.
Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζόμενου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους.
Αν λοιπόν δεν αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προβλήθηκαν από τον απολυθέντα μισθωτό προς θεμελίωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της απολύσεώς του, (όπως π.χ. ότι η απόλυσή του έγινε προς το σκοπό εκδικήσεως κατ' αυτού), ο από το άρθρο 281 Α.Κ. ισχυρισμός του απορρίπτεται κατ' ουσίαν, χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθούν και να καθορισθούν τα πραγματικά αίτια ή κίνητρα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία εκμεταλλεύεται, με σύμβαση μισθώσεως (40ετούς διάρκειας), συνεπεία προκηρυχθέντος και διενεργηθέντος διεθνούς δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, το ανήκον κατά κυριότητα (κατά 75%) στον ΕΟΤ και (κατά 25%) στην ΕΤΒΑ, ξενοδοχειακό συγκρότημα με την ονομασία "GRAND RESORT LAGONISI" (πρώην "ΞΕΝΙΑ ..."), το οποίο λειτουργεί εποχιακά στο ... .
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ηλικίας 40 ετών κατά τον επίδικο χρόνο, ξενοδοχοϋπάλληλος, απόφοιτος της Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων Αθηνών από το 1979, με πολύ καλή γνώση της αγγλικής και γαλλικής γλώσσας και με προϋπηρεσία είκοσι (20) περίπου ετών σε μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες (όπως Ledra Marriot, Ιntercontinental, club 33 Ρόδου, Πεντελικού) και σε διαφορετικέ ειδικότητες, προσελήφθη από την αναιρεσείουσα με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκε στο ..., στις 9-5-2001, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του, με την ειδικότητα του Υπεύθυνου Παραλίας στο προαναφερόμενο ξενοδοχειακό συγκρότημα, κατά το χρονικό διάστημα από 14-5-2001 έως 30-10-2001, με πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία και νόμιμο ημερήσιο ωράριο οκτώ (8) ωρών, σε συνεχόμενο ή διακεκομμένο, καθοριζόμενο από την εργοδότριά του (αναιρεσείουσα), σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες της επιχείρησης αυτής και με μηνιαίες μικτές αποδοχές του 499.813 δραχμών και ήδη 1.466,80 ευρώ που κάλυπταν και την αμοιβή για ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία, εργασία κατά τις Κυριακές και έκτης ημέρας της εβδομάδας (Σάββατο) ως και τυχόν νυκτερινή εργασία αυτού.
Σε εκτέλεση της εν λόγω εργασιακής σύμβασης ο αναιρεσίβλητος προσέφερε την εργασία του καθόλο το ένδικο χρονικό διάστημα από 10-6-2001 έως 23-9-2001, εργαζόμενος επί επτά (7) ημέρες την εβδομάδα και κατά μέσο όρο, επί 13 ώρες ημερησίως, ανταποκρινόμενος με επαγγελματική επάρκεια στα αναληφθέντα καθήκοντά του. Ότι ο αναιρεσίβλητος μετά τη λύση της εργασιακής του συμβάσεως που συνέπιπτε με τη λήξη της τουριστικής περιόδου του έτους 2001, υπέβαλε προς την αναιρεσείουσα εμπρόθεσμα (ήτοι την 29-1-2002), μέσω της οικίας συνδικαλιστικής του οργάνωσης ξενοδοχοϋπαλλήλων "Η Αλληλεγγύη", την με ίδια ημερομηνία γραπτή δήλωσή του περί της επιθυμίας του να επαναπασχοληθεί στο ίδιο ξενοδοχειακό συγκρότημα και κατά τη νέα τουριστική περίοδο του έτους 2002.
Με τη νομότυπη δε αυτή και εμπρόθεσμη δήλωση του αναιρεσίβλητου προς την αναιρεσείουσα καταρτίσθηκε νέα σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για τη νέα τουριστική περίοδο του έτους 2002, κατά την οποία το εν λόγω ξενοδοχείο λειτούργησε και έφθασε στα εκ του νόμου προβλεπόμενα ποσοστά πληρότητας. Την 10-6-2002 η αναιρεσείουσα κάλεσε τον αναιρεσίβλητο με την ταυτόχρονη τηλεγραφική ειδοποίησή της να προσέλθει στην ως άνω ξενοδοχειακή επιχείρησή της προς ανάληψη εργασίας, γνωστοποιώντας τον συγχρόνως ότι, στην περίπτωση που δεν εμφανισθεί προς τούτο εντός πενθημέρου από της ειδοποιήσεως, θα χάσει κάθε δικαίωμα επαναπρόσληψης και αποζημίωσής του.
Την 12-6-2002 εμφανίσθηκε ο αναιρεσίβλητος για να αναλάβει εργασία, πλην όμως η εργοδότρια (αναιρεσείουσα), αν και του δήλωσε ότι θα τον απασχολήσει "ως μαιτρ", γεγονός που ο ίδιος αποδέχθηκε, την ίδια ως άνω ημερομηνία (12-6-2002) κατήγγειλε τη σύμβασή του και του κατέβαλε ως νόμιμη αποζημίωση το ποσό των 1.711 ευρώ.
Την νομότυπη δε αυτήν καταγγελία ο αναιρεσείων την προσέβαλε ως καταχρηστική και συνακόλουθα ως άκυρη. Ότι ειδικότερα ισχυρίσθηκε με το δικόγραφο της αγωγής του ότι η αναιρεσείουσα εργοδότριά του, κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματός της, τον απέλυσε, αφενός μεν από λόγους εκδικήσεως και εχθρότητας για το πρόσωπό του, λόγω του ότι διεκδίκησε την επαναπρόσληψή του μέσω του συνδικαλιστικού του σωματείου, αφετέρου δε διότι δεν συνέτρεξαν αντικειμενικοί λόγοι για την αντικατάστασή του με άλλο μισθωτό, εφόσον εκπλήρωσε με επιμέλεια και απόλυτη επαγγελματική επάρκεια τα αναληφθέντα εργασιακά του καθήκοντα κατά την προηγούμενη τουριστική περίοδο.
Ότι κατά των αιτιάσεων αυτών του αναιρεσίβλητου, η αναιρεσείουσα πρότεινε με τις πρωτόδικες προτάσεις του, αλλά και με λόγους της έφεσής της ότι η ένδικη καταγγελία της συμβάσεως έγινε για σπουδαίο και σοβαρό λόγο που αφορά την πλημμελή εκτέλεση των συμβατικών καθηκόντων του, καθόσον αυτός δεν είχε τα απαραίτητα προσόντα για τη συγκεκριμένη θέση του υπεύθυνου της παραλίας, που κατείχε, η οποία απαιτεί ιδιαίτερες οργανωτικές ικανότητες και επικοινωνιακή ευχέρεια στις δημόσιας σχέσεις.
Ότι, σε σχέση με την καταχρηστικότητα της απόλυσης του αναιρεσίβλητου, δεν προέκυψε, κατ' αρχήν, ότι αυτή έγινε εκδικητικώς από την αναιρεσείουσα, λόγω της υποβολής της αίτησης επαναπρόσληψης του αναιρεσίβλητου, μέσω της συνδικαλιστικής του οργάνωσης, διότι όπως συνηθίζεται στην εργασιακή, πρακτική και προβλέπεται από την (περί ξενοδοχοϋπαλλήλων) ΣΣΕ, όλες οι επαναπροσλήψεις του εποχιακού προσωπικού σε όλα τα εποχιακώς λειτουργούντα ξενοδοχεία γίνονται πάντοτε επί σειρά πολλών ετών μέσω του επιχειρησιακού ή κλαδικού σωματείου των εργαζομένων, γεγονός που προφανώς δεν δυσχεραίνει, αλλά αντίθετα διευκολύνει τους εργοδότες, για να προβούν στον προγραμματισμό των απασχολουμένων της επιχειρήσεώς του στην εκάστοτε επερχόμενη τουριστική περίοδο.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν προέκυψε, επίσης ο επικαλούμενος από την αναιρεσείουσα σπουδαίος λόγος της επαγγελματικής ανεπάρκειας και ακαταλληλότητας του αναιρεσίβλητου στην άσκηση των καθηκόντων του ως υπευθύνου της λειτουργίας της παραλίας, που την εξανάγκασε, κατά τις αιτιάσεις της, να μη τον επαναπροσλάβει, με συνέπεια έτσι να καθίσταται η εκ μέρους της απόλυση του αναιρεσίβλητου καταχρηστική και συνακόλουθα άκυρη, εφόσον προέβη στην άσκηση του εργοδοτικού αυτού δικαιώματός της καθ' υπέρβαση των επιβαλλομένων περιορισμών από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
Στη συνέχεια το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του αναιρεσίβλητου, λόγω της ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας ως καταχρηστικής, και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Όπως προεκτέθηκε, το δικαίωμα της επαναπρόσληψης του αναιρεσίβλητου που εργάζεται στην αναιρεσείουσα, η οποία είναι ξενοδοχειακή επιχείρηση εποχιακής λειτουργίας, μπορεί να καταλύσει η εργοδότρια αναιρεσείουσα με καταγγελία της σύμβασης εργασίας.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ. Όπως, όμως, δέχθηκε το Εφετείο, δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είχαν προβληθεί από τον απολυθέντα αναιρεσίβλητο προς θεμελίωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της απολύσεώς του, ότι δηλαδή η απόλυσή του έγινε προς τον σκοπό της εκδικήσεως κατ' αυτού, κατά τα προεκτεθέντα, και ο ισχυρισμός του από το άρθρο 281 Α.Κ.
είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν. Επομένως, η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν ήταν άκυρη.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5626/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ