Supreme Court allows appeal against lower court's invalidity ruling on loan contract modification for minors' assets.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Regional Court's decision, which had declared a loan contract modification invalid due to lack of judicial permission. The lower court erred in law by failing to recognize that the supplementary agreement merely adjusted repayment terms within the scope of the original judicial authorization granted for the minors' assets. Consequently, the Supreme Court quashed the lower court's ruling and remanded the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1510, 1511, 1526, 1624 no. 8, 806, 361 of the Civil Code; Judicial permission for minors' asset management covers supplementary agreements adjusting repayment terms if they do not deviate from original authorized conditions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 670 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 670/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Νάνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Τ. του Α., κατοίκου ... Πιερίας, 2) Ν. Τ. του Α., κατοίκου ... Πιερίας, 3) Α. Τ. του Ν., κατοίκου ... Πιερίας και 4) Μ. Τ. του Ε., κατοίκου ... Πιερίας. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σεραπλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-2015 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 195/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1921/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-10-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 139 παρ. 1 ΚΠολΔ "όποιος ενεργεί την επίδοση συντάσσει έκθεση, η οποία εκτός από όσα απαιτεί το άρθρο 117, πρέπει να περιέχει και α) την παραγγελία για επίδοση, β) σαφή καθορισμό του εγγράφου, που επιδόθηκε και των προσώπων, που αφορά γ) μνεία της ημέρας και ώρας επίδοσης και δ) μνεία του προσώπου, στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο, και τον τρόπο που επιδόθηκε σε περίπτωση απουσίας ή άρνησης του παραλήπτη ή των προσώπων, που ορίζονται στα άρθρα 128 έως 135 και 138", ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου "¨Όποιος ενεργεί την επίδοση σημειώνει επάνω στο επιδιδόμενο έγγραφο την ημέρα και την ώρα της επίδοσης και υπογράφει.
Η σημείωση αυτή αποτελεί απόδειξη υπέρ εκείνου προς τον οποίο έγινε η επίδοση. Αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην έκθεση της επίδοσης και στη σημείωση υπερισχύει η έκθεση". Από την διάταξη του τελευταίου εδαφίου της εν λόγω παραγράφου, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με εκείνη του δεύτερου εδαφίου της ίδιας παραγράφου και κατά τελολογική συστολή, υπαγορευόμενη από το γεγονός ότι τα έννομα αποτελέσματα για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων συναρτώνται προς τη γνώση του ακριβούς χρόνου της επίδοσης, την οποία εκείνος προς τον οποίο γίνεται (η επίδοση) αντλεί επισήμως και ασφαλώς από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο επιδιδόμενο έγγραφο, συνάγεται ότι σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ της ανωτέρω επισημείωσης και της έκθεσης του δικαστικού επιμελητή, αντίγραφο της οποίας δεν παραδίδεται στο λήπτη του εγγράφου, η χρονολογία της έκθεσης επίδοσης υπερισχύει έναντι εκείνης της επισημείωσης, μόνο εφόσον ωφελεί αυτόν προς τον οποίο έγινε η επίδοση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση ως βάση υπολογισμού της προθεσμίας πρέπει να λαμβάνεται η χρονολογία της επισημείωσης στο επιδιδόμενο έγγραφο.
Τούτο δε, διότι μόνο έτσι διασφαλίζεται πλήρως η δυνατότητα του λήπτη του εγγράφου να ασκήσει παραδεκτά το υπό προθεσμία δικαίωμά του, το οποίο στην περίπτωση των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων κατοχυρώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ.1 εδαφ. α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, υπό το φως των οποίων πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται ο οικείος δικονομικός κανόνας (ΑΠ 958/2019, ΑΠ 539/2019, ΑΠ 736/2017).
Τα παραπάνω ισχύουν κατά μείζονα λόγο και εάν ο δικαστικός επιμελητής παραλείψει εντελώς να αναγράψει στην επισημείωσή του, επάνω στο αντίγραφο του εγγράφου που επέδωσε, την ημέρα και την ώρα της επίδοσης, οπότε η γενομένη επίδοση δεν επιφέρει για τον προς ον η επίδοση την έναρξη της γνήσιας προθεσμίας άσκησης του ενδίκου μέσου.
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθμ. 350/30-10-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 643 επ, 632 παρ. 2 και 937 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτά ίσχυαν μετά την τροποποίηση τους με τον Ν. 4055/2012 και πριν την νέα τροποποίηση τους με τον Ν. 4335/2015, υπ' αριθμ. 1921/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την από 21/9/2017 έφεση της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων και κατά της υπ' αριθμ. 195/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που είχε κάνει δεκτή την από 2/1/2015 ανακοπή των αναιρεσιβλήτων και είχε ακυρώσει την υπ' αριθμ. 455/2014 διαταγή πληρωμή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης και την επιταγή εκτελέσεως αυτής, κάτω από αντίγραφο πρώτου εκτελεστού αντιγράφου της.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), από την υπ' αριθμ. 5626/17-9-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Π. Κ., την οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι και το ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το οποίο νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, περιλαμβάνει δε και την από 14/9/2018 παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων Δημητρίου Σεραπλή προς αρμόδιο δικαστικό επιμελητή να προβεί στην επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης στην αναιρεσείουσα, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς το εμπρόθεσμο της άσκησης της αναίρεσης:
Η προσβαλλόμενη 1921/2018 απόφαση δημοσιεύτηκε στις 27/7/2018. Με την από 14/9/2018 παραγγελία του, κάτω από ακριβές αντίγραφο της απόφασης αυτής, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων Δημήτριος Σεραπλής έδωσε παραγγελία σε αρμόδιο δικαστικό επιμελητή να επιδώσει την απόφαση στην αναιρεσείουσα. Από την ανωτέρω έκθεση επιδόσεως προκύπτει ότι στις 17/9/2018 η δικαστική επιμελήτρια Π.
Κ. επέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση σε αρμόδιο υπάλληλο του υποκαταστήματος Κατερίνης της αναιρεσείουσας. Όμως από το προσκομιζόμενο από την αναιρεσείουσα επιδοθέν αντίγραφο της απόφασης, το οποίο στο τέλος του φέρει και την ανωτέρω παραγγελία επιδόσεως, προκύπτει ότι η δικαστική επιμελήτρια, παρότι είχε θέση επί του επιδοθέντος αντιγράφου της απόφασης την σφραγίδα με τα στοιχεία της και την βεβαίωση επίδοσης, παρέλειψε να αναγράψει την ημερομηνία επίδοσης και να υπογράψει την σχετική βεβαίωση.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η έκθεση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα εντός της προθεσμίας των 2 ετών από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αφού η επίδοση αυτής στις 17/9/2018 δεν επιφέρει ως προς την αναιρεσείουσα την έναρξη της γνήσιας προθεσμίας άσκησης της αναίρεσης των 30 ημερών, δεδομένου ότι η δικαστική επιμελήτρια δεν επισημείωσε επάνω στο επιδοθέν αντίγραφο της απόφασης την ημέρα και ώρα της επίδοσης και συνεπώς, αφού συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, η αναίρεση είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 Κ.
Πολ.Δ.) και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ.Πολ.Δ.).
Σύμφωνα με το άρθρο 1510 εδ. α 'και β' ΑΚ η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού, περιλαμβάνει δε αυτή την επιμέλεια του προσώπου, την διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του τέκνου, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 1511 εδ.
α' του ιδίου κώδικα κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι οι γονείς στo πλαίσιo άσκησης της γονικής μέριμνας έχουν γονικό δικαίωμα διενέργειας κάθε πράξης τακτικής διαχείρισης της περιουσίας του τέκνου προς το συμφέρον αυτού.
Εξαιρέσεις στο γενικό αυτό δικαίωμα προβλέπονται με ειδικότερες διατάξεις των άρθρων 1512 επ. ΑΚ προκειμένου να ρυθμισθεί, μεταξύ άλλων, η διοίκηση της περιουσίας του τέκνου επί διαφωνίας των γονέων κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας ή επί διακοπής της συμβίωσης ή διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου τους ή επί συγκρούσεως συμφερόντων μεταξύ γονέων και τέκνου ή όταν πρόκειται να γίνει κάποια πράξη που υπερβαίνει τα όρια της τακτικής διαχείρισης και επιβάλλει να ληφθούν πρόσθετες εγγυήσεις για την προστασία του τέκνου από εσφαλμένες ενέργειες διοίκησης της περιουσίας του από τους ασκούντες την γονική μέριμνα γονείς του.
Στις εξαιρέσεις αυτές υπάγεται και η διάταξη του άρθρου 1526 Α.Κ., σύμφωνα με την οποία οι γονείς δεν μπορούν χωρίς την άδεια του δικαστηρίου να επιχειρήσουν στο όνομα του τέκνου τις πράξεις, που απαγορεύονται και στον επίτροπο ανηλίκου χωρίς την άδεια του δικαστηρίου. Η αναγκαστικού δικαίου αυτή διάταξη αναφέρεται σε πράξεις τις οποίες επιχειρούν οι γονείς ως νόμιμοι αντιπρόσωποι του τέκνου και όχι υπό άλλη ιδιότητα ή στο δικό τους όνομα, η δε επιχείρηση των πράξεων αυτών χωρίς άδεια του δικαστηρίου επάγεται, κατά το άρθρο 1528 ΑΚ, σχετική ακυρότητα, την οποία μπορεί, μεταξύ άλλων, να προτείνει και ο ανήλικος (ΑΠ 1283/2018).
Οι πράξεις που απαγορεύεται να ενεργήσει ο επίτροπος χωρίς την προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου αναφέρονται περιοριστικά στα άρθρα 1624 και 1625,ΑΚ μεταξύ δε των πράξεων αυτών, κατά το άρθρο 1624 αρ. 8 ΑΚ περιλαμβάνεται και η απαγόρευση στους γονείς, χωρίς προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου, να δανείζουν ή να δανείζονται στο όνομα του ανηλίκου τέκνου τους, του οποίου ασκούν την γονική μέριμνα.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 806 ΑΚ με την σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλο κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η σύμβαση του δανείου, η οποία είναι ετεροβαρής, καταρτίζεται με την μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος στον οφειλέτη (re καταρτιζομένη ).
Η διάταξη όμως αυτή δεν είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς με βάση την αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών (άρθρο 361 ΑΚ), οι συμβαλλόμενοι μπορούν να καταρτίσουν το δάνειο με μόνη την συναίνεσή τους (solo consencu), οπότε στην περίπτωση αυτή πρόκειται για σύμβαση υποσχετικού δανείου του άρθρου 809 ΑΚ (ΑΠ 917/2020).
Από τις ανωτέρω διατάξεις και ειδικότερα από την στάθμιση, αφ' ενός της γενικής αρμοδιότητας των γονέων να ενεργούν τις πράξεις τακτικής διαχείρισης της περιουσίας του τέκνου με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον του, αλλά και της ανάγκης προστασίας του τέκνου από άστοχες ή και δόλιες πράξεις των γονέων του, που ενεργούνται στο όνομά του, για τις οποίες απαιτείται προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου, συνεκτιμωμένης και της ασφάλειας των συναλλαγών, συνάγεται ότι οι γονείς έχουν το δικαίωμα στα πλαίσια της διενέργειας των πράξεων τακτικής διαχείρισης της περιουσίας του τέκνου επ' ωφελεία του, να προβούν σε τροποποίηση των όρων σύμβασης δανείου, που είχαν συνάψει στο όνομα του ανηλίκου τέκνου μετά από σχετική άδεια του αρμοδίου δικαστηρίου, χωρίς να προηγηθεί η χορήγηση νέας άδειας από το δικαστήριο, εφ' όσον ο όροι του δανείου, όπως τροποποιούνται, περιλαμβάνονται στην αρχικώς χορηγηθείσα άδεια.
Η χορηγηθείσα, δηλαδή, από το δικαστήριο για τη σύναψη του δανείου άδεια, εφόσον δεν υποβλήθηκε από τους αιτούντες γονείς σχετικό αίτημα ούτε και ορίστηκε με την τελευταία το αντίθετο, καλύπτει και την επαναδιαπραγμάτευση του δανείου με ευνοϊκότερους ή παρόμοιους με τους αρχικούς όρους, αφού η βασική υποχρέωση απόδοσης του δανείσματος εξακολουθεί να αποτελεί περιεχόμενο της αρχικής αυτής άδειας.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δικάζοντας την από 21/9/2017 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 195/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 2/1/2015 ανακοπή των αναιρεσίβλητων και είχε ακυρώσει την εκδοθείσα μετά από αίτηση της αναιρεσείουσας υπ' αριθμ. 455/2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, καθώς και την από 5/12/2014 επιταγή προς πληρωμή της διαταγής αυτής κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο πραγματικά περιστατικά: "Στις 22-7-2008 καταρτίστηκε μεταξύ των δύο πρώτων των ανακοπτόντων (ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων) και της καθ' ης (ήδη αναιρεσείουσας) η υπ' αριθμ. ...
σύμβαση στεγαστικού δανείου, με την οποία η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να χορηγήσει στους τελευταίους (αναιρεσιβλήτους) δάνειο ύψους 180.000 ευρώ, το οποίο οι ανακόπτοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να εξοφλήσουν, εντός προθεσμίας 25 ετών, σε 300 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, ενώ το επιτόκιο συμφωνήθηκε να ισούται με το επιτόκιο προσφοράς Εuribor διατραπεζικών καταθέσεων σε ευρώ διάρκειας ενός μηνός στρογγυλοποιημένο στα τρία δεκαδικά ψηφία και προσαυξημένο κατά περιθώριο 1,70% (το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα παραμένει σταθερό για όλη τη διάρκεια του δανείου), πλέον της νόμιμης εισφοράς του Ν. 128/75.
Σκοπός του πιο πάνω δανείου ήταν η κάλυψη στεγαστικών αναγκών τους, που σχετίζονται με το ακίνητο που βρίσκεται στον ... Πιερίας. Την τήρηση των όρων της συμβάσεως αυτής, εγγυήθηκαν οι τρίτος και τέταρτη των ανακοπτόντων (ήδη τρίτος και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων), οι οποίοι σύμφωνα με το άρθρο 13 της συμβάσεως εγγυήθηκαν την κανονική εξυπηρέτηση του δανείου και την ολοσχερή εξόφληση αυτού και κάθε από αυτό απορρέουσα υποχρέωση.
Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από την παραπάνω αιτία, στις 28-7-2010, ανερχόταν στο ποσό των 175.004 ευρώ, ποσό το οποίο τόσο οι οφειλέτες όσο και οι εγγυητές αποδέχθηκαν και αναγνώρισαν, και την 28-7-2010 προχώρησαν στην υπογραφή της από 28-7-2010 "πρόσθετης πράξης", όπως ονομάσθηκε από τους διαδίκους, το δε υπόλοιπό του κατά την ημέρα εκείνη ποσού 175.004 ευρώ μεταφέρθηκε στον υπ' αριθμ. ...
λογαριασμό, ο οποίος έκτοτε λειτούργησε προς εξυπηρέτηση της σύμβασης στεγαστικού δανείου, συμφωνήθηκε δε προθεσμία αποπληρωμής του δανείου 480 δόσεων, από τις οποίες οι 12 πρώτες μόνο τόκων και στη συνέχεια οι υπόλοιπες 468 με το σύστημα της σύνθετης χρεωλυσίας, το δε επιτόκιο ορίσθηκε κυμαινόμενο μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου εξυπηρέτησης του δανείου, ισούμενο με το επιτόκιο προσφοράς Euribor διατραπεζικών καταθέσεων σε ευρώ διαρκείας 3 μηνών στρογγυλοποιημένο στα τρία δεκαδικά ψηφία και προσαυξημένο κατά περιθώριο 1,85% ετησίως, συμπεριλαμβανομένης της κατά περίπτωση νόμιμης εισφοράς του ν 128/75.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 10-5-2013, επειδή οι δύο πρώτοι των ανακοπτόντων δεν επέδειξαν συνέπεια στην τήρηση των υποχρεώσεών τους, η καθ' ης έκλεισε οριστικά τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό, ο οποίος τηρήθηκε προς εξυπηρέτηση της σύμβασης και ο οποίος κατά το κλείσιμό του εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 193.199,74 ευρώ.
Για το κλείσιμο του λογαριασμού, την καταγγελία της σύμβασης και το χρεωστικό υπόλοιπο ενημερώθηκαν οι ανακόπτοντες στις 23-5-2013. Ενόψει του ότι οι ανακόπτοντες, οφειλέτες οι δύο πρώτοι και εγγυητές οι λοιποί, δεν εξόφλησαν την απαίτηση της καθ' ης, η τελευταία με την από 15-9-2014 αίτησή της πέτυχε την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, υποχρεώθηκαν δε οι ανακόπτοντες να καταβάλουν στην καθ' ης, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 193.199,74 ευρώ.
Ως προς τη λειτουργία της συναφθείσας συμβάσεως δανείου λεκτέα τα εξής. Ενόψει της σύναψης της υπ' αριθμ. .../22-7-2008 συμβάσεως, λόγω της ανηλικότητας, τότε, των πρωτοφειλετών (πρώτης και δεύτερου των ανακοπτόντων), εκδόθηκε κατόπιν υποβολής αιτήσεως από τους τρίτο και τέταρτο των ανακοπτόντων, ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους (α' και β' των ανακοπτόντων), η υπ' αριθ. 399/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης (εκουσία δικαιοδοσία), η οποία σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1526 και 1624 ΑΚ παρείχε στους εκεί αιτούντες - γονείς των ανηλίκων, άδεια να υπογράψουν στο όνομα και για λογαριασμό των τελευταίων (ανηλίκων) σύμβαση δανείου, ποσού 180.000 ευρώ, με την καθ' ης ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, καθώς και να συναινέσουν για λογαριασμό των ανηλίκων στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της δανείστριας τράπεζας για την εξασφάλιση του δανείου μετά τόκων και εξόδων μέχρι του ποσού των 234.000 ευρώ, σε βάρος του ακινήτου που περιγραφόταν στο σκεπτικό της απόφασης.
Συνεπώς, τόσο η υπογραφή της σύμβασης χορήγησης δανείου όσο και η αναγνώριση του ληξιπρόθεσμου υπολοίπου της, εγκύρως έλαβαν χώρα από τους νομίμως εκπροσωπούμενους από τους γονείς τους, πρώτη και δεύτερο των ανακοπτόντων, βάσει της αδείας που τους είχε χορηγηθεί με την υπ' αριθ. 399/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης.
Από το σημείο όμως που καταρτίσθηκε η από 28-7-2010 πράξη, η οποία ονομάσθηκε από τους διαδίκους "Πρόσθετη πράξη στην υπ' αριθμ. ... σύμβαση", με την οποία τροποποιήθηκε η πιο πάνω σύμβαση, ουδεμία υποχρέωση βαρύνει τους ανήλικους πρωτοφειλέτες, πρώτη και δεύτερο των ανακοπτόντων, όσο και τους έχοντες εγγυητική ευθύνη - τρίτο και τέταρτη των ανακοπτόντων και τούτο διότι, ουδεμία άδεια δικαστηρίου χορηγήθηκε στους εκπροσωπούντες τους ανηλίκους - πρωτοφειλέτες γονείς τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1526 ΑΚ, όπως άλλωστε συνομολογεί και η καθ' ης, προκειμένου να υπογράψουν την από 28-7-2010 πράξη, χωρίς να αρκεί η προηγηθείσα και χορηγηθείσα στους ασκούντες τη γονική μέριμνα των ανηλίκων - γονείς τους άδεια, με την υπ' αριθμ. 399/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, όπως αβάσιμα η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) υποστηρίζει με το σχετικό λόγο της έφεσή της.
Και τούτο διότι η χορηγηθείσα με την πιο πάνω απόφαση άδεια του Δικαστηρίου προς τους γονείς των ανηλίκων-πρωτοφειλετών, είχε συγκεκριμένο περιεχόμενο, που ασφαλώς δεν καλύπτει την διαφορετικού αντικειμένου, ονομασθείσα από τους διαδίκους "πρόσθετη πράξη", που όμως είναι τροποποιητική σύμβαση, χωρίς να εξετάζεται αν αυτή περιείχε ευνοϊκούς ή μη για τους ανηλίκους όρους, απορριπτομένου του περί αντιθέτου ισχυρισμού της καθ' ης, λαμβανομένου υπόψη σε κάθε περίπτωση, ότι η σύμβαση αυτή υπογράφηκε μετά την πάροδο διετίας από την παροχή της αδείας του Δικαστηρίου (17-7-2008 και 28-1-2010 αντίστοιχα).
Η ακυρότητα αυτή της σύμβασης, που είναι, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη σχετική, μπορεί να προβληθεί από τους ανακόπτοντες, που έχουν πλέον ενηλικιωθεί, κατά παντός, επιφέρει δε κατά λογική ακολουθία την ακυρότητα της επίδικης σύμβασης δανείου, την ακυρότητα της από 10-5-2013 καταγγελίας, αλλά και της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πρώτης και δεύτερου των ανακοπτόντων.
Βάσει των ανωτέρω αποδειχθέντων εφόσον η σύμβαση κατέστη άκυρη μετά την τροποποίησή της, η από 10-5-2013 καταγγελία είναι άκυρη και κατά το μέρος που στρέφεται κατά των εγγυητών (τρίτου και τέταρτης των ανακοπτόντων) λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγύησης, αφού δε νοείται έγκυρη εγγύηση επί άκυρης συμβάσεως, με αποτέλεσμα να είναι άκυρη και ως προς αυτούς η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, δεκτού γενομένου του πρώτου λόγου της ανακοπής".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε κάνει δεκτό τον ίδιο λόγο ανακοπής και είχε ακυρώσει τις ανακοπτόμενες διαταγή πληρωμής και επιταγή εκτελέσεως αυτής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή είναι άκυρη η ένδικη σύμβαση δανείου και η γενομένη καταγγελία αυτής, δεχόμενο ότι η πρόσθετη πράξη της ανωτέρω σύμβασης δεν καλύπτεται από την χορηγηθείσα άδεια προς σύναψη του δανείου και ότι απαιτείτο γι' αυτή νέα άδεια του δικαστηρίου, ανεξαρτήτως της παροχής με την πρόσθετη αυτή πράξη ευνοϊκότερων ή μη για τους ανηλίκους όρων, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1526, 1624 αρ. 8, 806 και 361 ΑΚ, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με την πρόσθετη πράξη δεν συνήφθη νέα σύμβαση δανείου, αλλά, στο πλαίσιο της τακτικής διαχείρισης της περιουσίας των ανηλίκων από τους ασκούντες την γονική τους μέριμνα γονείς τους, ρυθμίστηκε μόνον ο τρόπος αποπληρωμής του υφιστάμενου δανείου και το επιτόκιο αυτού, με όρους οι οποίοι δεν αποκλίνουν από εκείνους, με βάση τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια σύναψης του δανείου, και, ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η αρχικώς χορηγηθείσα από το δικαστήριο άδεια κάλυπτε και την κατόπιν επαναδιαπραγμάτευσης των όρων του δανείου συναφθείσα πρόσθετη πράξη και δεν απαιτείτο γι' αυτή νέα άδεια του δικαστηρίου.
Επομένως, ο δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος.
Η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης παρέλκει γιατί αυτοί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, που κρίθηκε βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν ως βασίμου του σχετικού αιτήματος της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1921/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης -
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση -Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα. Και -
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ