Legislator Case Law & Legislation
670/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against a judgment rejecting unjust enrichment claims due to lack of legal basis.

Case Number 670/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed two concurrent appeals filed by a wife and a contractor against a regional court judgment. The court held that the lower court correctly rejected the contractor's claim for unjust enrichment because he failed to prove he performed work without authorization or for his own benefit. Furthermore, the wife's appeal was rejected as inadmissible because it challenged insufficient reasoning regarding the substantive legality of the claim rather than the factual investigation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 730, 739, 904 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on unjust enrichment fails if the claimant does not demonstrate the absence of legal basis for the enrichment or that the work was performed for their own benefit, and appeals challenging insufficient reasoning on the substantive legality of the claim are inadmissible.

Keywords

AI generated
unjust enrichment civil code provisions inadmissible appeal substantive legality code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 730, 739, 904 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1343/2013 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 670 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 670/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: Α. Τ., συζύγου Χ. Τ., φυσικού τέκνου Ν. Π., θετού τέκνου Β. Τ., κατοίκου ..., ατομικά και ως καθολικής διαδόχου και μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικώς συνεναγομένης αποβιωσάσης Α. χήρας Β. Τ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Προυσανίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 16-1-2020 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταματελάτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-1998 αγωγή του Ν. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 166/2000 μη οριστική, 70/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 196/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 31-12-2015 και 15-6-2016 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βασδέκη ανέγνωσε την από 16-11-2017 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αβροκόμης Θούα, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου, υπό τους αριθμούς 1, 2, 5, 6 και 7 λόγο της από 31-12-2015 αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησής της, την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση α) η από 31/12/2015 αίτηση αναίρεσης της Α. Τ. και β) η από 15/6/2016 αίτηση αναίρεσης του Ν. Μ. στρεφόμενες κατά της υπ' αριθ. 196/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, με την οποία, μετά από εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης, έγινε εν μέρει δεκτή η από 8/7/1998 αγωγή του Ν. Μ. και υποχρεώθηκε η εναγομένη Α. Τ. να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 198.495, 87 ευρώ κατά το οποίο αυτή κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη μετά την υπαναχώρησή της από τη σύμβαση έργου για την ανέγερση οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, το οποίο είχε αναλάβει και δεν αποπεράτωσε ο ενάγων επί οικοπέδου ιδιοκτησίας της. Οι παραπάνω αντίθετες αναιρέσεις πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους προφανούς συνάφειας (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α' και γ' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Επομένως, η έλλειψη της πληρεξουσιότητας έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 13/2008, ΑΠ 1446/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση από τη σειρά του οικείου πινακίου της από 15/6/2016 αίτησης αναίρεσης η αναιρεσίβλητη Α. Τ. εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Αναστάσιο Προυσανίδη, ο οποίος δεν προσκόμισε συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο με συνέπεια η αναιρεσίβλητη να θεωρείται δικονομικά απούσα. Από δε την προσκομιζόμενη ...'/II-5-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Α. Σ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της προκειμένης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής για τη δικάσιμο αρχικά της 12/2/2018 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο της 22/10/2018 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη, οπότε κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο με αίτηση της αναιρεσίβλητης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης και επομένως πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Επί της από 31/12/2015 αίτησης αναίρεσης της Α. Τ. λεκτέα τα εξής: Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπ' όψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 726/2019, ΑΠ 1114/2018).

Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 686 ΑΚ, αν ο εργολάβος χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη επιβραδύνει την εκτέλεση του έργου με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωσή του, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από την σύμβαση χωρίς να περιμένει το χρόνο της παραδόσεως του έργου.

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 686, 387, 389 και 390 ΑΚ προκύπτει ότι, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης από τις διατάξεις αυτές, με την κατά τη διάταξη αυτή δήλωση του εργοδότη προς τον εργολάβο, ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση της μισθώσεως έργου, η σύμβαση αυτή καταργείται από τη στιγμή της καταρτίσεώς της (ex tunk), η νομική σχέση ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργολάβο διαλύεται αυτοδικαίως και αναδρομικά, επέρχεται απόσβεση όλων των υποχρεώσεων αυτών για παροχή που πηγάζουν από τη σύμβαση και δημιουργείται υποχρέωσή τους να αποδώσουν αμοιβαίως τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ( ΑΠ 997/2010).

Στην περίπτωση αδυναμίας της αυτούσιας απόδοσης του ληφθέντος αντικειμένου ο οφειλέτης αποδίδει το ληφθέν γι' αυτό αντάλλαγμα. Επί παροχής έργου αντάλλαγμα είναι η κατά το χρόνο της παροχής αξία του μέρους του έργου που εκτελέστηκε και παραδόθηκε. Η αξία αυτή δεν αποτελεί αμοιβή, αλλά ωφέλεια κατά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1113/2017), περιλαμβάνονται δε σ' αυτή τόσο η αξία της εργασίας και των υλικών που ενσωματώθηκαν στο έργο, όσο και το εργολαβικό κέρδος που αντιστοιχεί στο τμήμα του έργου που είχε εκτελεστεί μέχρι την υπαναχώρηση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, ο ενάγων μεταξύ των άλλων δαπανών, που ζήτησε την απόδοσή τους ως ωφέλεια που αποκόμισε η εναγομένη-αναιρεσείουσα μετά την υπαναχώρησή της από τη σύμβαση έργου, περιέλαβε και τα ακόλουθα κονδύλια 1) Μάρτιος-Μάιος 1996 α) οπτοπλινθοδομές-σενάζια-πατάρια λουτρών 2.848 τ.μ Χ 2.800 = 7.974.400 δραχμές β) πατάρια λουτρών 48 τ.μ Χ 16.000 = 768.000 δραχμές 2) Απρίλιος 1996 εργασία καθαρισμού όλης της οικοδομής και απομάκρυνση μπαζών από τις οπτοπλινθοδομές ( εργατικά και μεταφορικά) 650.000 δραχμές 3) Μάιος 1996 μόνωση εξωτερικής τοιχοποιίας με χυτή πολυορεθάνη στους εξωτερικούς τοίχους 264 τ.μ Χ 2.600 = 686.400 4) Ιούνιος 1996 κατασκευή και τοποθέτηση όλων των κασωμάτων εσωτερικών και εξωτερικών κουφωμάτων, ήτοι εσωτερικά από σουηδική ξυλεία 38 τεμ.Χ 35.000 = 1.330.000 δραχμές, εξωτερικά από γαλβανισμένη σωληνωτή στράντζα 42 τεμ.

Χ 12.000 = 504.000 δραχμές και ξύλινα κασώματα στα πατάρια των λουτρών 8 τεμ. Χ 15.000 = 120.000 δραχμές και συνολικά 1.954.000 δραχμές 5) Απρίλιος 1997 αγορά και τοποθέτηση λουτρών (μπανιέρων) με τα εξαρτήματα αυτών 7 τεμ.Χ55.000 = 385.000 δραχμές 6) Νοέμβριος 1997 προμήθεια πλακιδίων δαπέδου και λουτρών και υλικά προς τοποθέτηση (κόλλα, στόκος) και εργασία προς τοποθέτηση 550 τ.μ Χ10.500 και συνολικά 5.775.000 δραχμές.

Τα κονδύλια αυτά είναι επαρκώς ορισμένα αφού εκτίθενται με πληρότητα τα υλικά ως προς το είδος αυτών, η αξία των εργασιών, τα τετρ. μέτρα ή τα τεμάχια κατά περίπτωση και η αξία εκάστου, χωρίς να απαιτούνται άλλα περαιτέρω διευκρινιστικά στοιχεία για τη θεμελίωσή τους, τα οποία μπορούν να συμπληρωθούν σε περίπτωση αμφισβήτησης από τις αποδείξεις.

Επομένως, ορθά το Εφετείο δεν κήρυξε το απαράδεκτο των παραπάνω κονδυλίων λόγω αοριστίας και απέρριψε τη σχετική ένσταση της εναγομένης- αναιρεσείουσας, την οποία επανέφερε και στο Εφετείο και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ , είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Περαιτέρω, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης στα με αριθμούς 5 και 6 παραπάνω κονδύλια, ότι δηλαδή τοποθετήθηκαν μέσης ποιότητας μπανιέρες και πλακίδια δαπέδου και λουτρών, διευκρίνηση που δεν περιλαμβανόταν στην ιστορική βάση της αγωγής, αποτελεί συμπέρασμα του δικαστηρίου που προέκυψε από τις αποδείξεις και δεν στοιχειοθετείται η από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, την οποία αβάσιμα προβάλλει η αναιρεσείουσα με ειδικότερη αιτίαση, που περιλαμβάνεται στον άνω πρώτο λόγο αναίρεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα για την έρευνα του δεύτερου αναιρετικού λόγου πραγματικά περιστατικά: "Με την από 24-11-1997 εξώδικη δήλωση των οικοπεδούχων (δηλ. την υπαναχώρηση), η οποία επέφερε τα αποτελέσματά της από την επίδοσή της (25-11-1997), αποσβέσθηκαν αναδρομικά οι αξιώσεις των μερών από τη σύμβαση εργολαβίας, αμφότεροι δε οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται αμοιβαία να αποδώσουν τις ληφθείσες παροχές κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή εν προκειμένω η εναγομένη το όφελος από την κατασκευασθείσα οικοδομή.

Ο ενάγων μέχρι και την υπαναχώρηση των οικοπεδούχων υποβλήθηκε στις εξής δαπάνες για την εκτέλεση του έργου, τις οποίες αντίστοιχα ωφελήθηκαν οι οικοπεδούχοι, ο δε σχετικός πλουτισμός τους σώζεται μέχρι σήμερα 1)...2)... Επομένως η συνολική δαπάνη, την οποία (οφελήθηκε η εναγομένη ανέρχεται σε ποσό (191.916, 08-26.502,86=) 165.413,23 ευρώ.

Επίσης η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού το εργολαβικό κέρδος, το οποίο ωφελήθηκε σε βάρος της περιουσίας του τελευταίου, και το οποίο θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε τρίτο, προκειμένου να ανεγείρει την επίδικη οικοδομή ....Το ποσοστό του κέρδους αυτού ανερχόταν τόσο κατά το χρόνο της ανέγερσης, όσο και κατά το χρόνο της υπαναχώρησης σε 20% επί της συνολικής δαπάνης (απορριπτομένων των όσων αντίθετων υποστηρίζουν οι διάδικοι με τους συναφείς λόγους των εφέσεων τους), ήτοι εν προκειμένω σε ποσό 33.082,65 [=165.413,23 ευρώ (η ωφεληθείσα δαπάνη) Χ 0,20] ευρώ.

Συνεπώς, η εναγομένη κατέστη πράγματι αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος του ενάγοντος κατά το συνολικό ποσό των 198.495, 87 (=165.413,23 +33.082,65) ευρώ, εφ' όσον μετά την υπαναχώρησή της από τη σύμβαση παρέμεινε προς όφελος της το τμήμα του έργου που εκτελέσθηκε ήδη από τον ενάγοντα, χωρίς να καταβάλει για την εκτέλεσή του ολόκληρη την ανωτέρω δαπάνη που αντιστοιχεί σ' αυτό".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 686, 387, 389, 390 και 904 του ΑΚ. Ειδικότερα, με ορθή υπαγωγή στις εφαρμοσθείσες διατάξεις έκρινε ότι στην αξία του έργου, που όφειλε να αποδώσει η εναγομένη-αναιρεσίβλητη μετά την υπαναχώρησή της από την επίδικη σύμβαση έργου και που αποτελεί την ωφέλεια που αδικαιολογήτως αυτή αποκόμισε, περιλαμβάνεται και το συμφωνηθέν εργολαβικό κέρδος του ενάγοντος που αντιστοιχεί στο εκτελεσθέν μέχρι την υπαναχώρηση έργο. Επομένως και ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι εσφαλμένα κρίθηκε ότι στην έννοια της ωφέλειας περιλαμβάνεται και το εργολαβικό κέρδος, είναι ουσιαστικά αβάσιμος.

Επί της από 15/6/2016 αίτησης αναίρεσης του Ν. Μ..

Η διοίκηση αλλότριων ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρ. 730-740 ΑΚ ως ενοχή εξωδικαιοπρακτική, που παράγεται αμέσως από το νόμο μεταξύ του διοικητή και του κυρίου της υπόθεσης και μάλιστα από μόνο το γεγονός ότι ο διοικητής χειρίζεται και διοικεί ξένη υπόθεση χωρίς να έχει δικαίωμα ή σχετική υποχρέωση.

Οι διατάξεις αυτές διακρίνουν μεταξύ γνήσιας και μη γνήσιας διοίκησης αλλότριων, ενώ και η γνήσια διοίκηση αλλότριων διακρίνεται περαιτέρω σε θεμιτή και αθέμιτη (ΑΠ 784/2005), η δε μη γνήσια σε αυτή που διεξάγεται εν γνώσει του διοικητή ότι αφορά ξένη υπόθεση και σε αυτή που γίνεται εν αγνοία του, οπότε πρόκειται για ιδιοτελή κατά πλάνη διοίκηση αλλότριων.

Η έννοια της γνήσιας διοίκησης αλλότριων δίνεται από τις διατάξεις του άρθρ. 730 ΑΚ, κατά τις οποίες όποιος διοικεί χωρίς εντολή ξένη υπόθεση έχει υποχρέωση να τη διεξάγει προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέλησή του, δεν λαμβάνεται δε υπόψη αντίθετη θέληση του τελευταίου για τη διοίκηση της υπόθεσής του, αν αντιβαίνει στο νόμο ή στα χρηστά ήθη.

Εφόσον ο διοικητής ανέλαβε τη διοίκηση της ξένης υπόθεσης και τη διεξάγει ως ξένη προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική ή εικαζόμενη θέληση του κυρίου, πρόκειται για γνήσια θεμιτή διοίκηση αλλότριων και ο διοικητής έχει κατά το άρθρ. 736 ΑΚ το δικαίωμα να ζητήσει από τον κύριο τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως, διαφορετικά πρόκειται για γνήσια μεν, αθέμιτη όμως διοίκηση αλλότριων και ο διοικητής δικαιούται κατά το άρθρ. 737 ΑΚ να ζητήσει μόνο την απόδοση των δαπανών του κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Αντίθετα πρόκειται για μη γνήσια διοίκηση αλλότριων όταν ο διοικητής διοικεί την ξένη υπόθεση σαν δική του, δηλαδή αποβλέποντας στο δικό του συμφέρον και όχι στο συμφέρον του κυρίου (ΑΠ 668/2007), οπότε αν μεν αγνοεί ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και τη διεξάγει νομίζοντας πως είναι δική του, τότε κατά το άρθρ. 740 ΑΚ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη διοίκηση αλλότριων, αλλά αυτές για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή τις αδικοπραξίες, εφόσον ειδικότερα η πλάνη του διοικητή οφείλεται σε αμέλειά του και η διοίκηση της ξένης υπόθεσης συνιστά παράνομη πράξη, όπως κατά κανόνα συμβαίνει.

Αν όμως ο διοικητής γνωρίζει ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και παρόλα αυτά τη διοικεί σαν δική του, τότε κατά το άρθρ. 739 ΑΚ και με την επιφύλαξη της τυχόν ευθύνης του από αδικοπραξία έχει και πάλι τις υποχρεώσεις από τη διοίκηση αλλότριων, ενώ δαπάνες έχει δικαίωμα να απαιτήσει μόνο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ο οποίος πρέπει να είναι πραγματικός και συγκεκριμένος ενόψει του ότι επιβάλλεται στο λήπτη χωρίς τη θέλησή του ( ΑΠ 855/2019, ΑΠ 1343/2013).

Ενόψει αυτών, στοιχεία της αγωγής του διοικητή στην περίπτωση της μη γνήσιας διοίκησης είναι: 1) η αυθόρμητη ανάληψη της διοίκησης αλλότριας υπόθεσης χωρίς τη ρητή εντολή του κυρίου αυτής 2) η γνώση του διοικητή ότι η υπόθεση είναι ξένη 3) η κατά το συμφέρον του διοικητή διεξαγωγή της υπόθεσης και 4) οι δαπάνες που υποβλήθηκε κατά την κανονική διεξαγωγή της υπόθεσης, οι οποίες συνιστούν τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του κυρίου.

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 11/2017). Επίσης, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή (Ολ. ΑΠ 18/1998, ΑΠ 3/2019).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων-αναιρεσείων, εκτός από τις δαπάνες (αξία υλικών, εργασιών, εργολαβικό κέρδος κ.λ.π) που ζήτησε κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού για το εκτελεσθέν μέχρι την υπαναχώρηση της εναγομένης εργοδότριας έργο, περιέλαβε στο αγωγικό αίτημα και δαπάνες για εργασίες που εκτέλεσε σε μεταγενέστερο της υπαναχώρησης χρονικό διάστημα, ήτοι από 25/11/1997 μέχρι Φεβρουάριο 1998, χωρίς να προβαίνει σε ιδιαίτερο διαχωρισμό των δαπανών αυτών από τις λοιπές και χωρίς την επίκληση των στοιχείων εκείνων που είναι αναγκαία για την αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού που έχει ο διοικητής κατά τις περί ( μη γνήσιας) διοίκησης αλλότριων διατάξεις των άρθρων 730 επ. 739 και 904 ΑΚ.

Ειδικότερα, για τη νομική θεμελίωση της αξίωσης απόδοσης των εν λόγω δαπανών στις παραπάνω διατάξεις ο ενάγων δεν επικαλείται ούτε διευκρινίζει α) ότι εκτέλεσε τις μεταγενέστερες αυτές εργασίες χωρίς την εντολή ή άλλη έννομη σχέση με την εργοδότρια και κυρία του έργου εναγομένη και β) ότι εκτέλεσε τις εργασίες εξυπηρετώντας το δικό του συμφέρον και ότι γνώριζε ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και τη διεκπεραίωσε σαν δική του.

Απλή αναφορά ότι η εναγομένη πλούτισε αδικαιολογήτως σε βάρος της περιουσίας του δεν αρκεί. Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε με τις ίδιες αιτιολογίες ως μη νόμιμη την αγωγή κατά το αίτημα απόδοσης των δαπανών που αφορούν εκτελεσθείσες εργασίες μεταγενέστερου της υπαναχώρησης χρονικού διαστήματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 730, 739, 904 ΑΚ και οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8 και 14 ΚΠολΔ με την ειδικότερη αιτίαση ότι τα επικαλούμενα περιστατικά ήταν επαρκή για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης στις περί διοίκησης αλλότριων διατάξεις, ότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη η προσβαλλόμενη απόφαση και ότι σε κάθε περίπτωση το Εφετείο έπρεπε να απορρίψει την αγωγή κατά το μέρος αυτό ως απαράδεκτη λόγω ποσοτικής αοριστίας, απόρριψη η οποία θα ήταν γι' αυτόν επωφελέστερη, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Τέλος, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ για αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το παραπάνω ζήτημα της απόρριψης της αγωγής ως μη νόμιμης, είναι απαράδεκτος, αφού ο αναιρετικός αυτός λόγος αφορά ανεπάρκεια αιτιολογιών που περιέχονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή ως προς την κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης και όχι αιτιολογίες αναφορικά με τη νομική βασιμότητα της αγωγής (ΑΠ 1343/2013).

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν και οι δύο αιτήσεις αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων από τους αναιρεσείοντες παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και στη μεν αίτηση αναίρεσης της Α. Τ. να επιβληθούν σε βάρος της τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στη δε αίτηση αναίρεσης του Ν. Μ. να μην επιβληθούν έξοδα σε βάρος του λόγω της μη προσήκουσας παράστασης και ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 31/12/2015 και 15/6/2016 αντίθετες αιτήσεις των διαδίκων Α. Τ. και Ν. Μ. αντίστοιχα για αναίρεση της υπ' αριθ. 196/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.

Απορρίπτει τις παραπάνω αιτήσεις αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παρά των αναιρεσειόντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα Α. Τ. στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουνίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ