Legislator Case Law & Legislation
670/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as lower court correctly interpreted evidence regarding unpaid wages declaration.

Case Number 670/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an anonymous company against a First Instance Court judgment in a labor dispute. The company argued the appellate court misinterpreted an external declaration stating it would pay September 2011 wages, claiming this proved a refusal to pay all outstanding wages. The court found the appeal baseless because the declaration only expressed a general intent to pay, not a specific timeline, and the lower court correctly evaluated the document alongside other evidence. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the lower court's failure to consider relevant evidence or its incorrect evaluation thereof is inadmissible if the appellate court properly weighed the evidence and reached a different conclusion based on the totality of the case.

Keywords

AI generated
appeal admissibility labor dispute evidence evaluation misinterpretation of documents unpaid wages declaration costs of appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1, 147 §7 and 144 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 670 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 670/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ανώνυμος εταιρεία", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αναστασίου, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2)Χ. Π. του Ν., κατοίκου ... και 3)Σ. Ρ. του Θ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Καλαμίτση, που ανακάλεσε την από 25/9/2017 δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/4/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2998/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1134/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 5/9/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 14.10.2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1134/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (3ου Τμήματος), που εκδόθηκε κατόπιν έφεσης της εναγομένης κατά της 2998/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου, ακολούθως δε διακρατήθηκε η υπόθεση, και υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει: α) 13.277,68 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα, β) 14.076,63 ευρώ στη δεύτερη ενάγουσα και γ) 14.953 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ ΑΠ 8/2013,14/2004, 2/1989 ).

Ακόμη, δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 3/1997). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτή κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας ακύρως χωρίς να τηρήσει τον έγγραφο τύπο και να καταβάλει την ανάλογη αποζημίωση και ότι οι αναιρεσίβλητες έλαβαν γνώση της γενόμενης καταγγελίας κατά την 27.01.2012, μολονότι τέτοιοι ισχυρισμοί δεν είχαν υποβληθεί από τις τελευταίες.

Όπως όμως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (βλ. αγωγή), αίτημα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων ήταν η καταβολή μισθών υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας, που έλαβε χώρα την 24.01.2012, ημέρα κατά την οποία - μετά την διακοπή της επίσχεσης εργασίας - προσέφεραν την εργασία στην αναιρεσείουσα, την οποία, αυτή απέκρουσε, απομακρύνοντας αυτές από το κατάστημα της επιχείρησης.

Επίσης, ο ισχυρισμός ότι οι ενάγουσες έλαβαν γνώση της γενόμενης καταγγελίας την 27.01.2012 (αντένσταση διακοπής της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας) προς αντίκρουση του ισχυρισμού της εναγόμενης ότι η καταγγελία έγινε κατά την 13.01.2012 (για την στήριξη του ισχυρισμού αυτής περί τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας) προτάθηκε από τις ενάγουσες, όπως τούτο προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής.

Eξάλλου, από τη διατύπωση της αγωγής προκύπτει σαφώς ότι η καταγγελία έγινε χωρίς την τήρηση του εγγράφου τύπου και την καταβολή αποζημιώσεως.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, αλλά έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης (και ως προς τα δύο σκέλη αυτού) από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, υφισταμένης συμβάσεως εργασίας, εάν ο εργαζόμενος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την οφειλόμενη απ’ αυτόν παροχή εργασίας (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού, αλλά και για την παράβαση εργοδοτικού διευθυντικού δικαιώματος) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.

Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Το δικαίωμα επισχέσεως δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί, αλλά μόνο προς εξασφάλιση της ανταπαιτήσεώς του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή προς εκπλήρωση της οφειλόμενης απ’ αυτόν αντιπαροχής.

Κατ’ ακολουθία, αν υφίσταται ασφάλεια ως προς την εκπλήρωση της ανταξιώσεώς του αίρεται το δικαίωμα περαιτέρω επισχέσεως. Εξ άλλου, το δικαίωμα επισχέσεως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.

Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Τούτο δε διότι, ενώ κατά κανόνα, η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης συνεπάγεται για το δανειστή τη μετάθεση του χρονικού σημείου εκπλήρωσης της οφειλόμενης προς αυτόν παροχής, χωρίς κατά τα λοιπά να θίγεται η αξίωσή του, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η παροχή εργασίας για όσο χρόνο διαρκεί η επίσχεση καθίσταται αδύνατη και ο εργαζόμενος απαλλάσσεται οριστικά.

Η συνέπεια αυτή δεν αποκλείει την επίσχεση εργασίας, λόγω όμως της ιδιοτυπίας της παροχής, πρέπει να ασκείται μέσα στα διαγραφόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη (ΑΠ 447/2015, 940/2015, 1248/2015, 790/2014).

Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 940/2015, 1248/2015, 790/2014, 1342/2014, 2094/2014, 1502/2010).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και 173, 200 και 288 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του, που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχεία ή στην κατά το νόμο 3514/1928 στράτευσή του, αλλά σε άλλη αιτία, όπως σε επίσχεση της εργασίας του, το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αν η αποχή αυτή, κατά κρίση αντικειμενική, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρή δήλωση βούλησης του εργαζόμενου να λύσει τη σύμβαση εργασίας του, δηλαδή ως σιωπηρή εκ μέρους του καταγγελία αυτής, με όλες τις δυσμενείς γι’ αυτόν επιπτώσεις.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 455/2014). Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποια, δηλαδή, στοιχεία αναγκαία για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 121/2014, 1504/2011, 479/2009).

Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του κρίνοντας επί εφέσεως της αναιρεσείουσας, επί αγωγής των αναιρεσιβλήτων για την καταβολή αποδοχών αυτών από την υπερημερία της αναιρεσείουσας εργοδότριας αυτών, στην οποία περιήλθε κατά το χρονικό διάστημα της επίσχεσης εργασίας εξαιτίας της μη καταβολής ληξιπροθέσμων απαιτήσεων τους, αλλά και μετά την λήξη της επίσχεσης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των εξετασθέντων στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μαρτύρων των εναγουσών Α.

Π. και της εναγομένης Α. Π., που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, της υπ’ αρ. .../7-6-2012 ενόρκου βεβαιώσεως ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Α. Α. Α. Σ. Σ. , που λήφθηκε μετά από προηγούμενη εμπρόθεσμη ( προ 24 ωρών ) και νομότυπη κλήτευση της εναγομένης (βλ. την υπ αρ. ... / 6-6-2012 κλήτευση του δικαστ.

Επιμελητή στο Πρωτοδικείο (Γ. Δ. ), την οποία νομότυπα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι ενάγουσες , της υπ ‘ αρ. .../14-5-2012 ενόρκου βεβαιώσεως ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Μ. Α. - Ζ. των 1) Α. Λ.,2) Α. Κ., 3)Δ. Τ. , 4) Ν. Χ. , 5) Β. Σ. και 6) Α. Κ. ,που λήφθηκε μετά από προηγούμενη εμπρόθεσμη ( προ 24 ωρών ) και νομότυπη κλήτευση των εναγουσών (βλ.

την υπ αρ. ... / 7-5-2011 κλήτευση του δικαστ. Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Λ. ), της υπ’ αρ. .../10-6-2013 ενόρκου βεβαιώσεως ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Μ. Α. - Ζ. της Φ. Θ. που λήφθηκε μετά από προηγούμενη εμπρόθεσμη (προ 24 ωρών ) και νομότυπη κλήτευση των εναγουσών (άρθρο 671 ΚΠολΔ.) που έγινε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της εναγόμενης που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου , τις οποίες νομότυπα προσκόμισε και επικαλέστηκε η εναγόμενη , καθώς και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν , είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα , είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια , καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :

Η εναγόμενη Ανώνυμη εταιρεία ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1950 και δραστηριοποιείται με μεγάλη επιτυχία στο χώρο της κομμωτικής και των συναφών υπηρεσιών, διατηρούσε δε για τον σκοπό αυτό 4 κομμωτήρια στην Αττική και συγκεκριμένα επί της οδού ... στο Σύνταγμα, επί της οδού ... στο Κέντρο της Αθήνας, επί της ... στο Κολωνάκι ,και επί της λεωφόρου ... , στο Χαλάνδρι.

Τα ανωτέρω ουδείς των διαδίκων αρνείται ειδικά. Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι η προαναφερόμενη εταιρεία προσέλαβε τις τώρα ενάγουσες δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων στην Αθήνα και συγκεκριμένα προσέλαβε : α) την πρώτη των εναγουσών Ε. Κ. στις 5-2-1990 προκειμένου να εργασθεί σε ένα από τα κομμωτήρια που διατηρούσε η εργοδότρια στην περιοχή των Αθηνών, αρχικά ως βοηθός κομμωτή, από δε το 1997 και εφεξής ως κομμώτρια Α, πραγματοποιώντας 8 ώρες ημερήσιας εργασία επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, γεγονός που ουδείς των διαδίκων αρνήθηκε ειδικά , αντί μηνιαίων αποδοχών ανερχόμενων σε ποσοστό 50% επί της παραγωγής της και, εφόσον υπολειπόταν, συμφωνήθηκε να της καταβάλλεται ο μισθός που θα καθοριζόταν από την εκάστοτε ισχύουσα εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας, β) την δεύτερη των εναγουσών Χ.

Π. αρχικά στις 2.3.1992 προκειμένου να εργασθεί σε ένα από τα κομμωτήρια που διατηρούσε η εργοδότρια στην περιοχή των Αθηνών , ως βοηθός κομμωτή μέχρι το 1999, οπότε αυτή αποχώρησε οικειοθελώς για προσωπικούς (οικογενειακούς της ) λόγους , προσελήφθη δε εκ νέου στις 11.11.2000 με ειδικότητα Β. Κομμωτηρίου (βλ. ιδία την μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενη αναγγελία γνωστοποίησης όρων ατομικής σύμβασης εργασίας της ανωτέρω ), προκειμένου να πραγματοποιεί 8 ώρες ημερήσιας εργασία επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, γεγονός που ουδείς των διαδίκων αρνήθηκε ειδικά , αντί μηνιαίων αποδοχών ανερχόμενων σε ποσοστό 40% επί της παραγωγής της και, εφόσον υπολειπόταν, συμφωνήθηκε να της καταβάλλεται ο μισθός που θα καθοριζόταν από την εκάστοτε ισχύουσα εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας, γ) την τρίτη των εναγουσών Ρ.

Σ. αρχικά στις 22-11- 1989 προκειμένου να εργασθεί ως βοηθός κομμωτή σε ένα από τα κομμωτήρια που διατηρούσε η εργοδότρια στην περιοχή των Αθηνών, μέχρι τις 30-1-1995 , οπότε παραιτήθηκε για προσωπικούς της λόγους , προσελήφθη δε εκ νέου στις 4-9-1995 προκειμένου να προσφέρει την εργασία της στην εναγομένη ως ταμίας , πραγματοποιώντας 8 ώρες ημερήσιας εργασία επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, γεγονός που ουδείς των διαδίκων αρνήθηκε ειδικά , αντί μηνιαίων αποδοχών καθοριζόμενων από την εκάστοτε ισχύουσα εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας πλέον ποσοστών επί των πωλήσεων.

Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι και οι τρεις ενάγουσες παρείχαν την εργασία τους έως και τον Δεκέμβριο 2011 στο κείμενο στην οδό ... κατάστημα της εναγομένης, καίτοι η εναγομένη - εργοδότρια είχε διατηρήσει το δικαίωμα να μεταφέρει τις ενάγουσες σε οποιοδήποτε από τα κομμωτήρια που είχε στην Αθήνα. Αποδείχτηκε εξάλλου ότι οι μηνιαίες συμβατικές αποδοχές των εναγουσών έως και τον Δεκέμβριο 2011 ανέρχονταν, [ όπως δέχθηκε και η εκκαλούμενη που κατά τις παραδοχές της αυτές δεν εφεσιβάλλεται ειδικά α) για την πρώτη ενάγουσα Ε.

Κ. στο ποσό των 1.397,65 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο (1.077,65 ευρώ μηνιαίως + 320 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο επί των εξυπηρετούμενων πελατών ) , β) για την δεύτερη ενάγουσα Χ. Π. στο ποσό των 1.481,75 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο (1.161,75 ευρώ μηνιαίως + 320 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο επί των εξυπηρετούμενων πελατών ) γ) για την τρίτη ενάγουσα Ρ.

Σ. στο ποσό των 1.574 ευρώ μηνιαίως συνολικά κατά μέσο όρο (συμπεριλαμβανομένων όλων των επιδομάτων, 3 ου τέκνου, ταμείου, γάμου και ποσοστών επί των πωλήσεων ). Η πληρωμή των (αντίστοιχων για εκάστη τούτων) μηνιαίων αποδοχών των εναγουσών είχε συμφωνηθεί μεταξύ των τώρα διαδίκων να γίνεται στο τέλος κάθε εργασιακού μήνα, υπήρχε όμως η (υπέρ των εργαζομένων- εναγουσών ) δυνατότητα λήψης προκαταβολών σε εβδομαδιαία βάση ή για το δεκαπενθήμερο , με εξόφληση του υπολοίπου στο τέλος του εργασιακού μήνα .

Αποδείχτηκε επίσης ότι η εναγομένη εταιρεία λόγω της μακροχρόνιας υψηλής ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών είχε αποκτήσει φήμη και μεγάλη πελατεία. Το έτος 2009, εξαιτίας της ύφεσης που έπληξε την Ελληνική Οικονομία, η εναγομένη παρουσίασε κάποια μείωση του κύκλου εργασιών της και οικονομική δυσχέρεια στην κάλυψη των εξόδων λειτουργίας της επιχείρησής η δε πτώση του κύκλου των εργασιών της συνεχίστηκε μετ’ επιτάσεως και κατά • • τα έτη 2010 και 2011, με αποτέλεσμα ήδη από τον Αύγουστο 2010 να παρατηρείται καθυστέρηση κατά ένα περίπου μήνα στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του προσωπικού της εναγομένης , ενώ μέσα στο έτος 2011 έπαυσε τη λειτουργία του το κατάστημα που η εναγομένη διατηρούσε στην οδό ....

Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι , εκτός των άλλων και οι υπ’ αρ.2027/2014, 2029/2014, 2030/2014, 2031/2014 τελεσίδικες αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που προσκόμισαν αμφότεροι οι διάδικοι και εξεδόθησαν επί παρεμφερών αγωγών ετέρων συναδέλφων των τώρα εναγουσών, στρεφόμενων κατά της αυτής εργοδότριας εναγομένης και ήδη εκκαλούσας.

Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι η εναγομένη από το προσωπικό που απασχολούσε στο συγκεκριμένο κατάστημα [στην οδό ... ] , κάποιους εργαζόμενους απέλυσε, ενώ άλλους τους μετέφερε στα άλλα τρία κομμωτήρια της. Στις 30 Νοεμβρίου 2011, αποσκοπώντας να μειώσει το κόστος μισθοδοσίας του προσωπικού της κατά το επερχόμενο έτος 2012 χωρίς να προβεί σε περαιτέρω απολύσεις εργαζομένων, με την μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενη στο Δικαστήριο αυτό έγγραφη ανακοίνωση της, η εναγομένη κάλεσε όλους τους υπαλλήλους της σε διαβούλευση, ανακοινώνοντάς τους ότι με βάση τα στοιχεία της επιχείρησης κατά τους πρώτους μήνες του 2011 παρατηρήθηκε σημαντική και ανησυχητική μείωση του κύκλου εργασιών της επιχείρησής της, ότι οι υποχρεώσεις της εταιρείας έχουν αυξηθεί , ότι οι προοπτικές για τους προσεχείς μήνες παραμένουν ζοφερές και ότι προτίθεται (η τώρα εναγομένη) να εφαρμόσει το σύστημα της εκ περιτροπής απασχόλησής των εργαζομένων της , αντί απολύσεων, για τους επόμενους εννέα μήνες, επιφυλασσόμενη να λάβει και κάθε άλλο μέτρο που θα έκρινε αναγκαίο για την επιβίωση της επιχείρησης της, τους γνωστοποίησε δε την ημερομηνία κατά την οποία θα λάμβανε χώρα η ως άνω διαβούλευση σε καθένα από τα προαναφερθέντα καταστήματά της.

Η εκ περιτροπής εργασία δεν εφαρμόστηκε όμως λόγω σφοδρής αντίδρασης του μεγαλύτερου μέρους των εργαζομένων σε όλα τα καταστήματα της εναγομένης . Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι ιδία όσα ενόρκως κατέθεσε ο μάρτυς της εναγομένης Α. Π. (κομμωτής και υπεύθυνος ενός από τα καταστήματα της εναγομένης), η ένορκη κατάθεση του οποίου περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης , που κατέθεσε ενόρκως μετά λόγου γνώσεως : " Ο κος Σ.

μας είπε ότι πρέπει εκ περιτροπής.Υπήρξε ντόρος, φασαρία σε όλα τα καταστήματα. Αποφασίστηκε να μην γίνει αυτό". Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι πριν προτείνει στους εργαζομένους της την εκ περιτροπής απασχόληση (περί της οποίας ανωτέρω εξετέθη) ήδη από τον Αύγουστο 2011 και εφεξής, η εναγομένη είχε προγραμματίσει την συστηματική καθυστέρηση καταβολής περισσότερων του ενός μηνιαίου μισθού των εργαζομένων της , μεταξύ αυτών δε και των αποδοχών των εναγουσών.

Συγκεκριμένα αποδείχτηκε ότι η εναγομένη δεν είχε καταβάλει , όπως όφειλε ,τις δεδουλευμένες αποδοχές του Αυγούστου 2011 στο τέλος Αυγούστου 2011 , ότι παρά τις σχετικές διαμαρτυρίες των εναγουσών (και άλλων συναδέλφων τους ) δεν είχε καταβάλει τις αποδοχές Σεπτέμβριου 2011 στο τέλος του αντίστοιχου μήνα , όπως όφειλε, ότι δεν είχε καταβάλει τις αποδοχές Οκτώβριου 2011 και Νοέμβριου 2011 στο τέλος των αντίστοιχων μηνών , ότι απέφευγε να δεσμευτεί ως προς (οιονδήποτε) συγκεκριμένο χρόνο καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών των εργαζομένων της , ότι κατέβαλλε επιλεκτικά κατά την κρίση της τις οφειλόμενες μηνιαίες αποδοχές σε κάποιους από τους υπαλλήλους της, ενώ συνέχιζε να μην καταβάλει τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές άλλων εργαζομένων της (μεταξύ των οποίων και οι ενάγουσες ) .

Συγκεκριμένα αποδείχτηκε ότι τον Δεκέμβριο 2011 η εναγομένη δεν είχε ακόμη καταβάλει στις ενάγουσες τις μηνιαίες δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Σεπτέμβριου 2011, Οκτώβριου 201Ι και Νοέμβριου 2011, ότι τις δεδουλευμένες αποδοχές του Αυγούστου 2011 τις κατέβαλε τελικώς περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2011 και δη παρά το γεγονός ότι ιδία από το μετ’ επικλήσεως προσκομισθέν υπό της εναγομένης αντίγραφο κινήσεως του υπ’ αρ. ...

λογαριασμού της εναγομένης στην ... αποδεικνύεται ότι στις 29/8/2011 υπήρχε υπόλοιπο 96.538,48 ευρώ στον ανωτέρω λογαριασμό, στις δε 15/9/2011 υπήρχε υπόλοιπο 119.200,01 ευρώ στον ίδιο λογαριασμό .Ιδία εν όψει του προαναφερόμενου μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντος υπό της εναγομένης αντιγράφου κινήσεως του υπ’ αρ. ... λογαριασμού της εναγομένης στην ...

και των προαναφερόμενων υπολοίπων αυτού, ελέγχεται ως ανακριβής ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οφειλόταν σε πραγματική ταμειακή δυσχέρεια ( και όχι σε δυστροπία ή κακοβουλία ) η καθυστέρηση καταβολής των προαναφερόμενων δεδουλευμένων αποδοχών των εναγουσών . Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι την 1η Ιανουάριου 2012 η εναγομένη συνέχιζε να οφείλει στις τώρα ενάγουσες τις μηνιαίες δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Σεπτέμβριου 2011, Οκτώβριου 2011 και Νοέμβριου 2011, καθώς και το μεγαλύτερο τμήμα των αποδοχών του Δεκέμβριου 2011, [εκκρεμούσης μόνο της εκκαθάρισης της διαφοράς μεταξύ του οφειλόμενου ποσοστού επί της παραγωγής των εναγουσών για τον μήνα αυτό και των συμφωνηθέντων μισθών τους ], και ότι συνέχιζε να μη δεσμεύεται ως προς (οιονδήποτε) συγκεκριμένο χρόνο καταβολής των προαναφερόμενων δεδουλευμένων αποδοχών των εναγουσών .

Πρέπει να σημειωθεί ότι , από όλα τα ανωτέρω αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι α) η πρώτη των εναγουσών (πέραν των λοιπών βιοτικών υποχρεώσεών της ) αποπλήρωνε στεγαστικό δάνειο ύψους 98.312 ευρώ ,που είχε συναφθεί από τις 24-5-2002, προς

εξασφάλιση

του οποίου έχει εγγραφεί στο ακίνητό της προσημείωση 135.585 ευρώ, κατέβαλε δε προς αποπληρωμή του το έτος 2010 ποσό 5.441,93 ευρώ , το δε έτος 2011 ποσό 5.077,03 ευρώ (ορ. Σχετική βεβαίωση χορήγησης στεγαστικού δανείου της ... με ημερομηνία 10/02/2011 ), β) η δεύτερη από τις ενάγουσες είναι έγγαμη και μητέρα τριών τέκνων , ηλικίας δέκα , οκτώ και πέντε ετών αντιστοίχως (κατά τον χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής ), γ) η δε τρίτη από τις ενάγουσες είναι επίσης έγγαμη και μητέρα τριών τέκνων , ηλικίας δεκαέξι, ένδεκα και έξι ετών αντιστοίχως κατά τον χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής , όλες δε οι ενάγουσες κάλυπταν τις βιοτικές τους ανάγκες με το μισθό που εισέπρατταν από την εργασία τους στην εναγόμενη (γεγονός που η εναγόμενη δεν αρνήθηκε άλλωστε ειδικά ).

Αποδείχτηκε εξάλλου από όλα τα ανωτέρω αναλυτικά αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα ότι α) η προαναφερθείσα μεγάλη καθυστέρηση στην καταβολή των προαναφερόμενων δεδουλευμένων μηνιαίων αποδοχών τους , τις οποίες οι ενάγουσες είχαν απόλυτη ανάγκη για αντιμετώπιση των καθημερινών βιοτικών αναγκών των ιδίων και των οικογενειών τους , γεγονός που είχαν επανειλημμένα γνωστοποιήσει στην εναγόμενη, διαμαρτυρόμενες για την καθυστέρηση αυτή, σε συνδυασμό και β) με το γεγονός ότι δεν ελάμβαναν από την εναγόμενη καμιά συγκεκριμένη διαβεβαίωση για τον χρόνο εξόφλησης αυτών (δεδουλευμένων αποδοχών τους), και το γεγονός ότι γ) εκ του λόγου αυτού είχαν περιέλθει σε απόλυτη οικονομική δυσπραγία και ανασφάλεια, είχαν δε αναγκαστεί να προβούν σε ανάλωση των αποταμιεύσεών τους, ήταν οι λόγοι για τους οποίους αναγκάστηκαν οι ενάγουσες να κοινοποιήσουν στην εργοδότριά τους εναγόμενη την από 2-1-2012 εξώδικη δήλωση της επίσχεσης εργασίας τους ως μόνου μέσου προς επίτευξη της καταβολής υπ’ αυτής των προ πολλού οφειλόμενων αποδοχών τους.

Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι εξαιτίας της προαναφερθείσας καθυστέρησης στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους για τους μήνες Σεπτέμβριο 2011, Οκτώβριο 2011, Νοέμβριο 2011 και Δεκέμβριο 2011 , οι τώρα ενάγουσες από κοινού με άλλες συναδέλφους τους (εννέα συνολικά ) κοινοποίησαν στις 2-1- 2012 (βλ. την υπ’ αρ. .../2-1-2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ.

Π. ) την από 2-1-2012 εξώδικη δήλωση επίσχεσης εργασίας , στην οποία ανέφεραν ότι η εργασία τους αποτελούσε το αποκλειστικό μέσο συντήρησης και διαβίωσής τους, με συνέπεια το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο μέχρι και τον Δεκέμβριο 2011, κατά το οποίο δεν πληρώθηκαν παρότι εργάστηκαν κανονικά , να έχουν καταφύγει στην ανάλωση των ελάχιστων αποταμιεύσεών τους για να καλύψουν τις στοιχειώδεις βιοτικές τους ανάγκες.

Επίσης, κάλεσαν την τώρα εναγόμενη - εκκαλούσα να τους καταβάλει τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους για τους μήνες Σεπτέμβριο 2011, Οκτώβριο 2011, Νοέμβριο 2011 και Δεκέμβριο 2011 μέχρι και την 3/1/2012 και της δήλωσαν ότι, σε περίπτωση μη καταβολής των ως άνω δεδουλευμένων τους , θα ασκήσουν από τις 4/1/2012 το δικαίωμα της επίσχεσης της εργασίας τους, αρνούμενες να παράσχουν την εργασία τους στην εναγόμενη εργοδότριά τους από την ημερομηνία αυτή (δηλαδή από τις 4/1/2012 και μέχρις ότου εξοφληθούν οι οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους των ως άνω μηνών .

Η εναγομένη απάντησε στην πιο πάνω δήλωση με την από 4.1.2012 εξώδικη απάντηση -διαμαρτυρία -δήλωση μετ’ επιφυλάξεως δικαιωμάτων, που κοινοποίησε στην ενάγουσα στις 5.1.2012 (βλ. την υπ’ αρ. .../5-1-2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Λ.), με την οποία συνομολόγησε την καθυστέρηση στην καταβολή της μισθοδοσίας Σεπτέμβριου 2011, Οκτώβριου 2011, Νοέμβριου 2011, συνομολόγησε ότι η καταβολή του οφειλόμενου δεδουλευμένου μισθού των εναγουσών για τον μήνα Αύγουστο 2011 είχε λάβει χώρα "μόλις λίγες ημέρες προ της αποστολής του εξωδίκου σας." (δηλαδή λίγες μόνο ημέρες πριν την 2-1-2012) , ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι " η εκκαθάριση της μισθοδοσίας μηνός Δεκεμβρίου, όπως κάθε χρόνο, δεν έχει εισέτι ολοκληρωθεί για τους λόγους που γνωρίζετε καλώς εκ της πολύχρονης παρουσίας σας στην Εταιρείας μας ....", ισχυρίστηκε περαιτέρω δε ότι η προαναφερθείσα (και συνομολογημένη , όπως ανωτέρω εξετέθη , από αυτήν) καθυστέρηση στην καταβολή των μισθών των εξωδίκως δηλουσών (μεταξύ των οποίων και οι ενάγουσες) δεν είναι μακροχρόνια και σημαντική , ότι δεν δικαιολογεί την εκ μέρους των τώρα εναγουσών (και των άλλων (συνολικά 9 συναδέλφων τους) επίσχεση εργασίας, ότι η επίσχεση εργασίας των εξωδίκως δηλουσών ( μεταξύ των οποίων και οι ενάγουσες ) είναι καταχρηστική, ότι η καθυστέρηση στην καταβολή των οφειλόμενων μισθών οφείλεται σε εξαιρετικά δυσμενείς περιστάσεις, ότι η επίσχεση της εργασίας των εναγουσών προκαλεί , στην εναγομένη δυσανάλογα μεγάλη ζημιά , είναι μη νόμιμη , δεν περιάγει αποτελέσματα και δεν περιάγει την εναγομένη σε υπερημερία ,καθώς και ότι η συμπεριφορά των εναγουσών οφείλεται σε κακοβουλία τους με σκοπό ιδίως να εισπράξουν την αποζημίωση απόλυσης.

Με το ίδιο έγγραφο η εναγομένη δήλωσε ότι η αποχή των εναγουσών (και των συναδέλφων τους) από την εργασία τους ήταν αδικαιολόγητη, ότι η συνέχιση της συνιστά αντισυμβατική εκ μέρους τους συμπεριφορά, που τις καθιστά υπερήμερες ως προς την υποχρέωσή τους για παροχή εργασίας και, τέλος, τις κάλεσε να προσέλθουν και να αναλάβουν εργασία την επομένη από τη λήψη της επιστολής της, δηλώνοντας ότι άλλως θα θεωρήσει ότι κατήγγειλαν οι ίδιες οι ενάγουσες τη σύμβαση εργασίας τους.

Μετά την κοινοποίηση στις 5.1.2012 της από 4/1/2012 προαναφερθείσας εξώδικης δήλωσης της εναγόμενης, οι τώρα ενάγουσες, (καθώς και οι λοιπές " - (συνολικά 9 συνάδελφοι τους) στις 5/1/2012 (ήτοι αυθημερόν) κοινοποίησαν στην εναγομένη την από 5/1/2012 εξώδικη απάντηση- πρόσκλησή τους (βλ. την υπ’ αρ. .../5-1-2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Κ.

Τ. ) , στην οποία δήλωναν στην τώρα εναγομένη εργοδότριά τους ότι η οικονομική κατάστασή τους είναι τραγική, ότι αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στις βασικές υποχρεώσεις τους και βιοτικές ανάγκες τους , όπως εξόφληση ενοικίου, λογαριασμών ΔΕΗ, ΟΤΕ, κινητής τηλεφωνίας , φαγητού , δανείων , διδάκτρων, φροντιστηρίων και λοιπών εξόδων διαβίωσης, καθώς και (δήλωναν) ότι εμμένουν στην επίσχεση εργασίας τους, η οποία δεν συνιστά εκ μέρους τους καταγγελία της εργασιακής τους σύμβασης, αλλά αποτελεί ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος, εωσότου η εναγομένη τους καταβάλει τους δεδουλευμένους μισθούς.

Επισήμαναν ακολούθως στην τώρα εναγομένη ότι η επίσχεση εργασίας τους αποτελεί "το έσχατο καταφύγιο και το προσφορότερο μέσο διαφύλαξης της προσωπικής αξιοπρέπειας και των εργασιακών δικαιωμάτων " τους και ότι εάν σκοπός τους ήταν " η είσπραξη της νόμιμης αποζημίωσης " θα είχαν " επιλέξει ήδη από καιρό επαχθέστερα και επιθετικότερα μέσα όπως μηνύσεις για μη καταβολή δεδουλευμένων καταγγελίες στην επιθεώρηση εργασίας αγωγές κ.λ.π...." , την καλούσαν δε να εκπληρώσει τις προς αυτές υποχρεώσεις τους .

Στις 11/1/2012 η εναγομένη επέδωσε στις.. ενάγουσες (και στις λοιπές μετ’ αυτών εξωδίκως δηλούσες ) την από 9/1/ 2012 εξώδικη απάντηση-διαμαρτυρία- δήλωση μετ’ επιφυλάξεως δικαιωμάτων, με την οποία δήλωνε ότι έναντι των οφειλομένων θα τους κατέβαλε το μισθό του Σεπτεμβρίου 2011 μόλις θα προσέρχονταν προς ανάληψη εργασίας , ενώ για τους υπόλοιπους οφειλόμενους μισθούς των μηνών Οκτωβρίου 2011, Νοεμβρίου 2011, και Δεκεμβρίου 2011, τις διαβεβαίωνε ότι θα προβεί "σε κάθε δυνατή νόμιμη ενέργεια" προκειμένου να τις εξοφλήσει " το συντομότερο" , χωρίς ωστόσο να δεσμεύεται (η εναγομένη) σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα καταβολής τους και δη παρά τις προηγηθείσες [περιεχόμενες στο από 5-1-2012 εξώδικο των τώρα εναγουσών] επισημάνσεις για την δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει εξαιτίας της υπό της τώρα εναγομένης οφειλής των δεδουλευμένων αποδοχών τους .

Με το ίδιο εξώδικο έγγραφο η εναγομένη κάλεσε τις τώρα ενάγουσες (και τις άλλες εξωδίκως δηλούσες συναδέλφους τους ) να προσέλθουν να αναλάβουν εργασία, δηλώνοντας κατά λέξη ότι " άλλως θα θεωρήσουμε ότι καταγγείλατε οριστικά και αμετάκλητα εσείς τη σύμβαση εργασίας σας και μάλιστα χωρίς να τηρήσετε την εκ του νόμου προθεσμία, και θα ασκήσουμε παν νόμιμο δικαίωμα μας".

Πρέπει να τονιστεί ότι από το περιεχόμενο του προαναφερόμενου εξωδίκου της εναγομένης προέκυπτε με σαφήνεια η πρόθεση της να μην τους καταβάλει το σύνολο των δεδουλευμένων και μη καταβληθέντων μισθών τους και δεν γινόταν οιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά σε συγκεκριμένο χρόνο καταβολής τούτων και δη παρά το γεγονός ότι η εναγομένη δεν αρνείτο ειδικά τα οικονομικά προβλήματα των εναγουσών , τις βιοτικές ανάγκες τους που αυτές της είχαν απαριθμήσει και την δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία αυτές είχαν περιέλθει εξαιτίας της μη καταβολής των δεδουλευμένων μισθών τους .Στην προαναφερθείσα εξώδικη δήλωση της τώρα εναγομένης- εργοδότριάς τους οι τώρα ενάγουσες απάντησαν με την από 12/1/2012 κοινή με τις συναδέλφους τους εξώδικη πρόσκληση, που κοινοποιήθηκε στις 16/1/2012 στην εναγομένη (βλ.

την υπ’ αρ. ... /16-1-2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Κ. Τ.) δηλώνοντας ότι, όπως επανειλημμένως έχουν δηλώσει στην ενάγουσα οι μηνιαίες αποδοχές τους από την εργασία τους αποτελούν το αποκλειστικό μέσο συντήρησης και επιβίωσής τους , ότι " ..αντικειμενικά πλέον δεν μπορούμε να εργαζόμαστε χωρίς να πληρωνόμαστε , διότι πρωτίστως πρέπει να επιβιώσουμε...", ότι εμμένουν στην από 4/1/2011 επίσχεση εργασίας, δεδομένου ότι αυτή συνιστά εύλογη και καλόπιστη ενάσκηση νομίμου δικαιώματος μας ..." ότι η επίσχεση εργασίας τους σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά αδικαιολόγητη απουσία και "πολλώ μάλλον δεν συνιστά εκ μέρους μας καταγγελία της σύμβασης εργασίας μας " και καλούσαν την εργοδότρια να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της ,προκειμένου (οι τώρα ενάγουσες) να επανέλθουν στην εργασία τους και να αναλάβουν τα καθήκοντα τους.

Ακολούθησε η από 17.1.2012 "εξώδικη απάντηση -διαμαρτυρία-δήλωση μετ’ επιφυλάξεως δικαιωμάτων" της εναγομένης, που επιδόθηκε στις ενάγουσες στις 18.1.2012, με την οποία, για πρώτη φορά, καλούντο οι τώρα ενάγουσες και οι συνάδελφοι τους που ασκούσαν επίσχεση εργασίας , να προσέλθουν στο λογιστήριο της εργοδότριας σε συγκεκριμένες ημερομηνίες για να εισπράξουν τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2011, Ειδικότερα, η εναγομένη δεσμευόταν να καταβάλει στις τώρα ενάγουσες στις 24.1.2012 το μισθό του Σεπτεμβρίου του 2011, στις 7.2.2012 το μισθό του Οκτωβρίου 2011, στις 13.3.2012 το μισθό του Νοεμβρίου 2011 και στις 17.4.2012 το μισθό του Δεκεμβρίου του 2011.

Πρέπει να σημειωθεί ότι στο αποτελούμενο από έξι (6) σελίδες προαναφερόμενο εξώδικο έγγραφό της η εναγομένη, α) εξέθετε με λεπτομέρεια την (ανωτέρω αναφερθείσα) πρόταση που είχε κάνει για εκ περιτροπής εργασία (εκτός των άλλων και ) στην ανωτέρω δεύτερη των τώρα εναγουσών [ζητώντας από αυτήν να συμφωνήσει στην ως άνω δυσμενή για αυτήν των μεταβολή των εργασιακών της όρων] και συγκεκριμένα ότι της πρότεινε να παρέχει την εργασία της στην εναγομένη κάθε Πέμπτη , Παρασκευή και Σάββατο κάθε εβδομάδας με ανάλογη μείωση των αποδοχών της, β) παρέθετε το ακριβές κείμενο της προταθείσας από αυτήν (εναγομένη) τροποποιητικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης, που σε αντίγραφο είχε χορηγήσει (εκτός των άλλων και) στην ανωτέρω δεύτερη των τώρα εναγουσών για να το υπογράψει, [ ζητώντας από αυτήν να συμφωνήσει στην ως άνω δυσμενή για αυτήν των εργασιακών της όρων ] , όπως επίσης γ) παρέθετε και το κείμενο της από 30.11.2011 "ανακοίνωσης μετά ενημερώσεως και προσκλήσεως σε διαβούλευση" που είχε απευθύνει προς το σύνολο των εργαζομένων στα καταστήματα της (κομμωτήρια ) .

Πρέπει να τονιστεί όμως ότι η εναγομένη δεν έκανε λόγο σε κανένα σημείο του ως άνω "τελούμενου από έξι (6) σελίδες προαναφερόμενου εξώδικου εγγράφου της για το γεγονός ότι από τις 13-1-2012 είχε γνωστοποιήσει στον ΟΑΕΔ τις φέρουσες την ίδια ως άνω ημερομηνία (13-1-2013 ) και υπογραφείσες μόνο υπό της εναγομένης εργοδότριας φερόμενες " αναγγελίες οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού", ούτε τις ενσωμάτωσε στο εξώδικό της αυτό και δη παρά την προφανή σημασία τους για την εργασιακή σχέση αυτών (τώρα εναγουσών) με την εξωδίκως δηλούσα (τώρα εναγομένη ) εργοδότριά τους .

Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι η τώρα εναγομένη εργοδότρια κατέθεσε στον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού [ΟΑΕΔ] στις 13-1-2012 τις (υπό της ιδίας μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενες) φέρουσες

την ίδια ημερομηνία [13-1-2012] " αναγγελίες οικειοθελούς αποχώρησης " των τώρα εναγουσών - εφεσιβλήτων , τις οποίες υπέγραψε μόνο αυτή (εναγομένη εργοδότρια ) και στις οποίες δήλωσε στον ως άνω αρμόδιο Οργανισμό (αντιστοίχως ) ότι η τώρα 1η ενάγουσα απασχολήθηκε στην επιχείρηση της από 15/02/1990 μέχρι 13/1/2012 με την ειδικότητα "...", οπότε αποχώρησε οικειοθελώς, ότι η τώρα 2η ενάγουσα απασχολήθηκε στην επιχείρηση της από 11/11/2000 μέχρι 13/1/2012 με την ειδικότητα "...", οπότε αποχώρησε οικειοθελώς, και ότι η τώρα 3η ενάγουσα απασχολήθηκε στην επιχείρηση της από 04/09/1995 μέχρι 13/1/2012 με την ειδικότητα "ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΥΠΟΔΟΧΗΣ", οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.

Απαντώντας στην από 17/1/2012 (επιδοθείσα στις 18-1-2012 ) εξώδικη δήλωση της εναγομένης, οι τώρα ενάγουσες σε κοινή "εξώδικη απάντηση- πρόσκληση" με τις λοιπές συναδέλφους τους (εν συνόλω, που στις 20.1 2012 επιδόθηκε στην εναγομένη, (βλ. σχετική επισημείωση επ’ αυτής ) δήλωσαν στην ανωτέρω (εναγομένη ) ότι επειδή για πρώτη φορά με την τελευταία προαναφερθείσα εξώδικη δήλωση της η εναγομένη ως εργοδότρια ανέλαβε " ρητή δέσμευση για την εξόφληση των δεδουλευμένων αποδοχών μας, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες " και παρά το γεγονός ότι η εν λόγω υπόσχεση της εναγομένης " δεν ισοδυναμεί με πραγματική εξόφληση, όπως απαιτεί ο νόμος " , παρά ταύτα οι ως άνω εξωδίκως δηλούσες (μεταξύ των οποίων και οι τώρα ενάγουσες ) την αποδέχονται καλόπιστα ευελπιστώντας ότι θα τηρήσει την υπόσχεση της για εξόφληση των δεδουλευμένων αποδοχών τους στις προαναφερθείσες ημερομηνίες και ότι στο μέλλον θα τηρήσει την υποχρέωση της για έγκαιρη καταβολή της μισθοδοσίας της, και δηλώνουν ότι στις 24/1/2012 διακόπτουν την επίσχεση εργασίας τους και ότι από την ίδια, ως άνω ημερομηνία (24-1-2012 ) αναλαμβάνουν , [εκάστη των εξωδίκως δηλουσών ] τα προηγούμενα της επίσχεσης εργασίας τους καθήκοντά τους αμέσως μετά το πέρας της διαδικασίας καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών τους του Σεπτεμβρίου του 2011 από το λογιστήριο της (τώρα εναγομένης) εργοδότριάς τους.

Εις απάντηση του ανωτέρω εξωδίκου που είχαν αποστείλει στην εναγομένη (μεταξύ άλλων ) και οι τώρα ενάγουσες , με το οποίο της δήλωναν (πέραν των λοιπών προαναφερθέντων) ότι από τις 24/1/2012 διακόπτουν την επίσχεση εργασίας τους , η εναγομένη - εργοδότρια κοινοποίησε στις 23 / 1/ 2012 και ώρα 17.00 , στον υπογράφοντα τα εξώδικα των εναγουσών δικηγόρο των τώρα εναγουσών ,την φέρουσα ημερομηνία 22.1.2012 εξώδικη δήλωση της, στην οποία, αφού αναφερόταν στο περιεχόμενο όλων των προηγούμενων εξωδίκων της , ισχυρίστηκε ότι " η αδικαιολόγητα προβαλλόμενη δυσπιστία σας, που ήταν όψιμη και μαρτυρούσε για μία ακόμη φορά την έλλειψη εκ μέρους σας του απαραίτητου και ελάχιστου πνεύματος συνεργασίας σε συνδυασμό με την παγιωθείσα μειωμένη απόδοση σας, επισφράγισε τη στάση σας και επιβεβαίωσε τη βούλησή σας για τη λύση της εργασιακής σας σχέσης...", ισχυριζόταν ότι οι περιεχόμενες στο προαναφερθέν εξώδικό τους δηλώσεις "δεν παράγουν καμία έννομη συνέπεια ", επικαλείτο την "πραγματική κατάσταση της μόνιμης πλέον , όπως εξελίχθηκε , μη παροχή της εργασίας εκ μέρους σας στην Εταιρεία μας. " και τους δήλωνε ότι " η Εταιρεία ουδέν άλλο σας οφείλει εκ της κατά τα ανωτέρω λυθείσης σχέσεως εργασίας , πέραν των αναλυόμενων για την κάθε μία εξ υμών στην από 17-1- 2012 εξώδικο της Εταιρείας μας ποσά...." Στο ως άνω κοινοποιηθέν κατά τα προαναφερθέντα στις 23-1-2012 εξώδικο γινόταν το πρώτον λόγος για λύση της σχέσεως εργασίας των τώρα εναγουσών.

Πρέπει ωστόσο να τονιστεί ότι ούτε στο ως άνω εξώδικο της εναγομένης - εργοδότριάς γινόταν οιαδήποτε αναφορά από αυτήν στις προαναφερθείσες ,φέρουσες την ημερομηνία 13-1- 2012 "αναγγελίες οικειοθελούς αποχώρησης " των τώρα εναγουσών - εφεσιβλήτων , τις οποίες είχε υπογράψει μόνο η εναγομένη εργοδότρια και είχε ήδη κοινοποιήσει στον ΟΑΕΔ.

Αποδείχτηκε περαιτέρω από όλα τα ανωτέρω αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα ότι στις 24/1/2012 οι τώρα ενάγουσες εμφανίσθηκαν στο κατάστημα "κομμωτήριο" της εναγομένης που βρίσκεται στην οδό ... ... στην Αθήνα προκειμένου να παράσχουν σε αυτήν (εναγομένη ) την εργασία τους , όπως της είχαν δηλώσει ότι θα έπρατταν διακόπτοντας από την ως άνω ημερομηνία (24-1-2012) την επίσχεση της εργασίας τους, ωστόσο ο υπεύθυνος του καταστήματος, ενεργώντας κατ’ εντολή της εναγομένης δεν τους επέτρεψε την είσοδο, με αποτέλεσμα να προσφύγουν οι ενάγουσες αυθημερόν (στις 24-1-2012) στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας [ τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Ανατολικού Τομέα Αθηνών] , όπου κατέθεσαν τις από 24-1-2012 (αντίστοιχες) αιτήσεις τους για να ορισθεί ημερομηνία συζήτησης της εργατικής διαφοράς μεταξύ αυτών και της εναγομένης, στην οποία (αντίστοιχος) παραπονούντο για την μη καταβολή των μισθών Οκτωβρίου 2011 έως και Δεκεμβρίου 2011, και για " ΜΗ ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ , ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΕΙΣΟΔΟΥ ΚΑΙ ΕΚΔΙΩΞΗ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΟΜΙΜΟ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟ Κ.

Θ. Σ. ΕΝΩ ΕΧΩ ΔΙΑΚΟΨΕΙ ΤΗΝ ΕΠΙΣΧΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΛΟΓΩ ΥΠΟΣΧΕΣΗΣ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΜΕΝΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ". Η προαναφερθείσα εργατική διαφορά συζητήθηκε ενώπιον του αρμόδιου Επιθεωρητή Εργασίας στις 27-1- 2012 , μετά δε την ανάπτυξη των ισχυρισμών των προσφευγουσών εργαζομένων και της κληθείσας εργοδότριας , που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους Δικηγόρους τους , ενέμειναν δε στις θέσεις που είχαν διατυπώσει στις προαναφερθείσες εξώδικες δηλώσεις ,τις οποίες είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους το διάστημα από 3/1/2012 μέχρι και 23/1/2012, τις οποίες επανέλαβαν και με τις από 25/1/2012 εξώδικες δηλώσεις, που εκ νέου αντάλλαξαν, ο αρμόδιος Επιθεωρητής Εργασίας ανέφερε στο μετ επικλήσεως προσκομισθέν υπ’ αρ. ...-1-2012 ΔΕΛΤΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣΗ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ότι "Η Υπηρεσία μας δεν διαπιστώνει καταχρηστικότητα της ενάσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας των προσφευγόντων....Η Υπηρεσία μας επίσης λαμβάνοντας υπόψιν τα προσκομισθέντα από την εργοδότρια έγγραφα, ιδιαιτέρως το υπ’ αρ. ...13.1.12 έντυπο Γνωστοποίησης Οικειοθελούς Αποχώρησης προς τον ΟΑΕΔ, αλλά και των λοιπών μεταγενέστερων της ανωτέρω (13-1-2012) η μ/ νιας εξωδίκων των δύο μερών στα οποία δεν γίνεται αναφορά του εν λόγω εγγράφου καθώς επίσης και όλων των αναφερόμενων θεωρεί ότι η εργασιακή σχέση ήταν σε ισχύ την 13-1-2012, καλεί την εργοδότρια στην άμεση αποδοχή της προσφερόμενης εργασίας των προσφευγουσών και σε περίπτωση που δεν επιθυμεί η εργοδότρια τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης και τη θεωρεί λυθείσα πρέπει άμεσα να χορηγήσει στις προσφεύγουσες τις καταγγελίες συμβάσεων εργασίας και τις τυχόν αναλογούσες αποζημιώσεις απόλυσης".

Ενόψει όλων των ανωτέρω εκτεθέντων, αποδείχτηκε ότι η, κατά τα ανωτέρω αναλυτικά εκτεθέντα και μετά την κοινοποίηση της προαναφερθείσας δήλωσης επίσχεσης της εργασίας τους έως ότου τους καταβληθούν οι προαναφερόμενες και οφειλόμενες πράγματι υπό της εναγομένης δεδουλευμένες μηνιαίες αποδοχές τους , μη προσέλευση των εναγουσών στην εργασία τους στην εναγομένη , κατά της οποίας είχαν ληξιπρόθεσμη αξίωση για την καταβολή των ανωτέρω αναλυτικά αναφερθέντων μισθών τους , αποτελούσε νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως , γενόμενη εντός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, που απέβλεπε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για το οποίο θεσπίσθηκε , και συγκεκριμένα είχε μόνο σκοπό την καταβολή των οφειλομένων δεδουλευμένων μηνιαίων αποδοχών των εναγουσών.

Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι ιδία το γεγονός ότι μόλις οι ενάγουσες έλαβαν υπό της εναγομένης συγκεκριμένη διαβεβαίωση για καταβολή (έστω και με αξιόλογη χρονική καθυστέρηση, κατά τα ανωτέρω αναλυτικά εκτεθέντα ) των οφειλόμενων μηνιαίων αποδοχών τους των μηνών Σεπτεμβρίου 2011, Οκτωβρίου 2011, Νοεμβρίου 2011 και Δεκεμβρίου 2011 , αμέσως διέκοψαν την επίσχεση εργασίας τους και επιχείρησαν να επιστρέψουν στην εργασία τους στην εναγομένη , γεγονός που δεν κατέστη δυνατόν επειδή η τελευταία δεν τους το επέτρεψε.

Εξάλλου από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχτηκε με πληρότητα και πειστικότητα ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι ενάγουσες πριν την 24-1-2012 , ( οπότε τους απαγορεύτηκε το πρώτον η παροχή της εργασίας τους στην εναγομένη ) διετάραξαν ποτέ την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης της εναγομένης ή επέδειξαν οιανδήποτε αντισυμβατική συμπεριφορά .

Αντιθέτως αποδείχτηκε ότι οι ενάγουσες παρείχαν με ευσυνειδησία και αποτελεσματικότητα την εργασία τους στην εναγομένη επί μακρόν ( όπως αντιστοίχως για εκάστη τούτων αναλυτικά ανωτέρω εξετέθη) και ότι πριν την προαναφερθείσα ενάσκηση του δικαιώματος επισχέσεως της εργασία τους λόγω μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών τους ουδεμία επίπληξη για μειωμένη απόδοση στην εργασία τους ή για οιανδήποτε άλλη αντισυμβατική συμπεριφορά είχαν δεχθεί υπό της εναγομένης .

Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι ότι ουδεμία έγγραφη επίπληξη κατά των εναγουσών ούτε οιαδήποτε παρατήρηση για μειωμένη απόδοση, ή για μη επαγγελματική συμπεριφορά σε πελάτες προσκομίστηκε υπό της εναγομένης μετ’ επικλήσεως , αλλά ούτε και ο μάρτυς της εναγομένης κατέθεσε ενόρκως οτιδήποτε συγκεκριμένο για την εργατικότητα, την απόδοση ή την επαγγελματική συμπεριφορά των εναγουσών (ορ.

Πρακτικά εκκαλούμενης ).Ούτε άλλωστε αποδείχτηκε με πληρότητα και πειστικότητα η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού της εναγομένης ότι οι ενάγουσες ήθελαν να απολυθούν για να εισπράξουν την αποζημίωση απόλυσης , ισχυρισμός που άλλωστε και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν κρίνεται πειστικός εν μέσω της ολονέν αυξανόμενης ανόδου της ανεργίας , αλλά και ο οποίος αντικρούστηκε από όλα τα ανωτέρω εκτεθέντα και ιδία από την συμπεριφορά των εναγουσών που (όπως ανωτέρω εξετέθη) μόλις έλαβαν την πρώτη συγκεκριμένη διαβεβαίωση υπό της εναγομένης για καταβολή (έστω και τμηματική και κατά πολύ καθυστερημένη ) των δεδουλευμένων αποδοχών τους , αμέσως διέκοψαν την επίσχεση εργασίας τους.

Επομένως , εν όψει των αναλυτικά προεκτεθέντων ο ισχυρισμός της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας των εναγουσών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος . Επίσης από τα ίδια αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχτηκε η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού της εναγομένης ότι οι ενάγουσες κατήγγειλαν οι ίδιες τις συμβάσεις εργασίας τους, εμμένοντας στην νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας τους και αρνούμενες να παράσχουν τις υπηρεσίες τους και μετά την προαναφερθείσα από 9/1/2012 εξώδικη δήλωση της εναγομένης , με την οποία τις καλούσε να προσέλθουν και να αναλάβουν εργασία την επομένη από της λήψης της , αφού η εναγομένη , κατά ρητή δήλωσή της συνέχιζε να αρνείται να εκπληρώσει την υποχρέωση που την βάρυνε ως εργοδότρια, και συγκεκριμένα δεν προέβαινε στην καταβολή όλων των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, αλλά προσέφερε μόνο τον μισθό του Σεπτεμβρίου 2011 .

Συνακόλουθα και ο ισχυρισμός της εναγομένης περί οικειοθελούς αποχώρησης των εναγουσών στις 13-1-2012 πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος , η δε εναγομένη , που κατά το χρονικό διάστημα μέχρι 24-1-2012 που οι ενάγουσες συνέχιζαν την επίσχεση εργασίας τους δεν κατέβαλε τις οφειλόμενες αποδοχές τους κατέστη υπερήμερη και οφείλει ως εκ τούτου τις κατωτέρω αναφερόμενες αποδοχές υπερημερίας .Αποδείχτηκε εξάλλου από τα ίδια αποδεικτικά μέσα ότι η εναγομένη ήταν εκείνη που κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας των εναγουσών στις 24-1-2012 , οπότε αρνήθηκε να αποδεχθεί την προσηκόντως προσφερθείσα εργασία τους , καταγγελία που ωστόσο ήταν άκυρη για τον λόγο ότι δεν έγινε εγγράφως και δεν συνοδεύτηκε από καταβολή της οφειλομένης αποζημιώσεως.

Επομένως ,αφού η εναγομένη κατήγγειλε ακύρως την σύμβαση εργασίας των εναγουσών, συνακόλουθα τους οφείλει έκτοτε, ήτοι από 24-1-2012 αποδοχές υπερημερίας . Σημειώνεται ότι (όπως και ανωτέρω εξετέθη) από 1-1-2012 μέχρι 24-1-2012 η εναγομένη οφείλει αποδοχές υπερημερίας καθόσον κατά το χρονικό διάστημα μέχρι 24-1-2012 που οι ενάγουσες συνέχιζαν την επίσχεση εργασίας τους δεν κατέβαλε τις οφειλόμενες αποδοχές τους.

Οι υπό της εναγομένης οφειλόμενες στις ενάγουσες αποδοχές υπερημερίας για το (συνολικό) ως άνω χρονικό διάστημα από 1-1-2012 μέχρι 30-9-2012 ( ήτοι αποδοχές 9 μισθωτικών μηνών πλέον του Δώρου Πάσχα του έτους 2012) ανέρχονται στα ποσά που υπολόγισε η εκκαλούμενη απόφαση για εκάστη των εναγουσών , η οποία ως προς τον τρόπο υπολογισμού τούτων (αποδοχών υπερημερίας) δεν εφεσιβάλλεται, ήτοι ανέρχονται στο ποσό των 13.277,68 ευρώ για την 1η ενάγουσα , στο ποσό των 14.076,63 ευρώ για την 2η ενάγουσα και στο ποσό των 14.953 ευρώ για την 3η ενάγουσα.

Το Πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο κατά το μέρος που με την εκκαλούμενη απόφασή τους έκρινε ομοίως προς τα προαναφερθέντα ,και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας των εναγουσών, ορθά κατά τούτο ερμήνευσε και εφήρμοσε το Νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου ως αβάσιμου του υποστηρίζοντος τα αντίθετα τέταρτου λόγου της υπό κρίση έφεσης".

Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, αναγνώρισε ότι οι ενάγουσες άσκησαν νόμιμα κατά το διάστημα από 4-1-2012 έως 23-1-2012 το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, ότι δεν έχει λυθεί η σύμβαση εργασίας αυτων και υποχρέωσε την εναγομένη να απασχολεί πραγματικά τις ενάγουσες στη θέση εργασίας που κατείχαν πριν την άσκηση της επίσχεσης εργασίας και επιδίκασε για μισθούς υπερημερίας, δώρο Πάσχα και επίδομα αδείας του έτους 2012 α) 13.277,68 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα, β) 14.076,63 ευρώ στη δεύτερη ενάγουσα και γ) 14.953 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη τoυ άρθρου 281 ΑΚ, αφού αφενός μεν προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, αφετέρου δε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας από μέρους των αναιρεσιβλήτων, με αποτέλεσμα να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή της ως άνω διατάξεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο εφήρμοσε ορθά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιολόγησε επαρκώς και με σαφήνεια : α) το αξιόλογο της καθυστέρησης στην καταβολή των μηνιαίων αποδοχών, η οποία ουσιαστικά ανήλθε στους 4 μήνες, χρονικό διάστημα αξιόλογο, δεδομένου ότι ο μισθός αποτελούσε το αποκλειστικό μέσο κάλυψης των βιοτικών αναγκών των εναγουσών, η μη καταβολή του οποίου για μεγάλο χρονικό διάστημα, προκάλεσε σε αυτές μεγάλη ζημία σε αντίθεση με την αναιρεσείουσα, η οποία ουδεμία ζημία προέβαλε ούτε απέδειξε ότι υπέστη, αλλά συνέχισε (και συνεχίζει) την κανονική λειτουργία της, β) την κακοβουλία της αναιρεσείουσας περί της μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγουσών, μολονότι υπήρχαν μεγάλα ταμειακά διαθέσιμα στους λογαριασμούς της αναιρεσείουσας καθώς και την επιλεκτική μη καταβολή αποδοχών σε εργαζόμενους (όπως οι εναγουσες), Περαιτέρω, το Εφετείο χωρίς αντιφάσεις δέχθηκε ότι η επίσχεση εργασίας ασκήθηκε και για τον λόγο ότι η αναιρεσείουσα ουδέποτε είχε δεσμευθεί για την καταβολή των οφειλομένων, ούτε έδινε κάποιο χρονοδιάγραμμα για την εξόφληση.

Με τη δέσμευση της αναιρεσείουσας για εξόφληση των οφειλομένων εντός συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος (τον μισθό του Σεπτεμβρίου 2011 την 24.01.2012, το μισθό του Οκτωβρίου 2011 την 07.02.2012, το μισθό του Νοεμβρίου 2011 την 13.03.2012 και το μισθό του Δεκεμβρίου 2011 την 17.04.2012 ) οι ενάγουσες διέκοψαν την επίσχεση εργασίας και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, τις οποίες, όμως, απέκρουσε η αναιρεσείουσα.

Η ύπαρξη οικονομικής κρίσης ουδεμία αντίφαση δημιουργεί σε σχέση με την υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας στην καταβολή των οφειλομένων, δεδομένου ότι αυτή κατέβαλλε επιλεκτικά αποδοχές σε εργαζομένους ενώ σε άλλους δεν κατέβαλλε, παρά το γεγονός ότι διατηρούσε αυξανόμενα υπόλοιπα καταθέσεων σε τραπεζικούς λογαριασμούς και συνέχιζε τη λειτουργία της (όπως συνεχίζει μέχρι και σήμερα), έχοντας μάλιστα, απολύσει στη διάρκεια της επίσχεσης υπαλλήλους καταβάλλοντας όλα τα δεδουλευμένα και υψηλές αποζημιώσεις (δεκάδων χιλιάδων ευρώ).

Τέλος , ως προς την επικαλούμενη εκ μέρους της αναιρεσείουσας ανεπάρκεια της αιτιολογίας της σχετικής με το δυσανάλογο ή μη μεταξύ της ζημίας των εναγουσών και της ζημίας της αναιρεσείουσας, δεν υφίσταται ανεπάρκεια αφού στην προσβαλλόμενη διαλαμβάνεται η ζημία των εναγουσών και δεν υπήρξε η ζημία της αναιρεσείουσας αφού συνέχιζε κανονικά τη λειτουργία της καθ’ όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο από υπαιτιότητά της δεν κατέβαλλε τα δεδουλευμένα, αλλά και κατά το χρονικό διάστημα της επίσχεσης εργασίας, μολονότι διέθετε τα αναγκαία ταμειακά διαθέσιμα χωρίς να έχει ισχυρισθεί ότι τα διαθέσιμα αυτά προορίζονταν για την κάλυψη άλλων επιτακτικών αναγκών, η μη ικανοποίηση των οποίων θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη βλάβη στην αναιρεσείουσα.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως (κατά το πρώτο αυτού σκέλος) από το άρθρο 559 αριθμό.1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το οποίο υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια αιτιολογιών στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της οικειοθελούς αποχώρησης των αναιρεσιβλήτων από την εργασία τους από τις 13-1-2012, επειδή δεν επικαλείται:

α) κλονιστικά γεγονότα, αναγκαία για την εξακολούθηση της ένδικης σύμβασης εργασίας σχέσης εμπιστοσύνης, όπως οι ύβρεις κατά του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, η δημιουργία επεισοδίων έξω από το κομμωτήριο, παρουσία πελατών, κλήση της Αμεσης Δράσης β) περιστατικά για τη μειωμένη απόδοση των αναιρεσιβλήτων σε σχέση με άλλες συναδέλφους της, εκτεινόμενα σε βάθος χρόνου, που δεν αποτελούν στιγμαίες εκδηλώσεις συμπεριφοράς αυτών, αλλά μια παγιωμένη από καιρό στάση, η οποία βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με τη μεμονωμένη και προσχηματική δήλωση αυτών στο εξώδικο ότι επιθυμούν τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης της με την αναιρεσείουσα και γ) γιατί έπρεπε τα γεγονότα της μειωμένης απόδοσης και της αντιεπαγγελματικής συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων να τα περιλάβει η αναιρεσείουσα στις εξώδικες από 4-1-2012, 9-1-2012 και 17-1-2012 δηλώσεις της προς τις αναιρεσίβλητες, αυτό (σκέλος) είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, πρωτίστως διότι δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί σιωπηρής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από μέρους των αναιρεσιβλήτων σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, αλλά και διότι οι αιτιάσεις αυτές, σχετικά με την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν στο πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται, κατά την αναιρεσείουσα, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που πρόβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, πέραν του ότι μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας πλήττεται πλέον η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 2/2008). Περαιτέρω, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ’ Κ.Πολ.Δ., περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (άρθρα 339 και 352 Κ.Πολ.Δ.). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία, η οποία κατά το άρθρο 352 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

εκτιμάται ελεύθερα, από έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), ενώ εξάλλου δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο από το οποίο, σύμφωνα με το λόγο αναιρέσεως, συνάγεται ομολογία (Α.Π. 447/2015, 156/2014, 1322/2014, 297/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη την εξώδικη ομολογία των αναιρεσίβλητων, ότι ήταν αληθές το περιεχόμενο της δήλωσης οικειοθελούς αποχώρησης αυτής από την εργασία της, την οποία (δήλωση) κατέθεσε η αναιρεσείουσα στον ΟΑΕΔ, ότι η υποβολή προς τον ΟΑΕΔ της από 13-1-2012 δήλωσης οικειοθελούς αποχώρησης δεν ήταν ψευδής και η αναιρεσίβλητη δεν άσκησε προσφυγή κατ’ αυτής εντός τριμήνου, όπως είχε δικαίωμα, αποδεχθείσα έτσι την αλήθεια του ως άνω γεγονότος.

Οτι αυτή επικαλέστηκε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου την επίμαχη εξώδικη ομολογία των αναιρεσιβλήτων, η οποία είναι ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, σχετικά με τον ισχυρισμό της ότι οι αναιρεσίβλητες αποχώρησαν οικειοθελώς από την εργασία της στις 13-1-2012. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία διαλαμβάνεται ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος έγινε εκτίμηση από το Εφετείο, εκτός των άλλων, και "των εγγράφων, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι" , σε συνδυασμό με το αιτιολογικό αυτής, δεν δημιουργούνται αμφιβολίες ότι δεν ελήφθη υπόψη από το Εφετείο η ως άνω δήλωση.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφο, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας αν από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το ανωτέρω έγγραφο, από το οποίο, κατά τον αναιρετικό λόγο, συνάγεται εξώδικη ομολογία.

Συνεπώς, ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό. Δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.

Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 447/2015, 1056/2014, 1663/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 9-1-2012 εξώδικης δήλωσης της αναιρεσείουσας προς τις αναιρεσίβλητες, όπου, ενώ στο ως άνω έγγραφο, κατά την παρατιθέμενη αυτολεξεί περικοπή του, η αναιρεσείουσα απευθυνόμενη προς τις αναιρεσίβλητες εκθέτει ότι ‘ ‘ εις ένδειξη ειλικρινούς εκ μέρους της εταιρείας μας διάθεσης θα σας καταβάλουμε έναντι των οφειλομένων την μισθοδοσία του μηνός Σεπτεμβρίου 2011 σε εκάστη εξ υμών άμα τη εμφανίσει στις εγκαταστάσεις μας προς ανάληψη εργασίας...

Για το υπόλοιπο των οφειλομένων μισθοδοσιών μηνών Οκτωβρίου 2011 και Νοεμβρίου 2011 και της μισθοδοσίας μηνός Δεκεμβρίου 2011 μετά την εκκαθάρισή της, σας διαβεβαιώνουμε και πάλι ότι θα προβούμε σε κάθε δυνατή και νόμιμη ενέργεια προκειμένου να σας εξοφλήσουμε το συντομότερο’ ‘ , το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, συνήγαγε ότι από το έγγραφο αυτό αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δήλωνε ότι δεν θα προέβαινε στην καταβολή όλων των ληξιπρόθεσμων μισθών που όφειλε στις αναιρεσίβλητες, αφού πρόσφερε μόνο το μισθό του μηνός Σεπτεμβρίου 2011.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί με την από 09.01.2012 εξώδικη δήλωση προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν δεσμεύθηκε ως προς συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών, δηλώνοντας απλώς ότι θα προβεί σε κάθε δυνατή προσπάθεια για την εξόφληση αυτών. Αλλωστε, από τα όσα έγιναν δεκτά προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας και αξιολογώντας το έγγραφο αυτό μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα ορθά διέγνωσε το περιεχόμενό του και απλά κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό, ενώ εξάλλου την σχετική του κρίση του το Εφετείο δεν στήριξε αποκλειστικά ή κύρια στο έγγραφο αυτό.

Συνεπώς, o τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν όλων όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει ν’ απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 05.09.2016 και με αριθμό κατάθεσης ...2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1134/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (3ου Τμήματος), ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα κατά την 16 Ιανουαρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του κατά την 2 Απριλίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ