Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for new evidence introduced in second instance without justification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's decision, ruling that the appellant's attempt to introduce new documentary evidence in the second instance was inadmissible. The appellant argued that the original company lacked standing because a different entity had allegedly performed the work abroad, citing three contracts that the appellate court allegedly distorted. The court rejected this claim, holding that the contracts were validly concluded with the appellant company and that the new evidence was introduced without justification of bad faith or gross negligence.
Legislator headnote
AI generatedArt. 529 para. 1 lit. a, Art. 529 para. 2, Art. 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure; New evidence introduced for the first time in the second instance is admissible only if the party demonstrates bad faith or gross negligence for its failure to submit it earlier, otherwise it is rejected as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 670 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 670/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Ν. - Μ. ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (δ.τ. "ΕΝΜ ΕΠΕ") η οποία συστάθηκε κατόπιν μετατροπής της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ε. - Ν. - Μ. ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" (δ.τ. "ΕΝΜ ΕΠΕ") της οποίας είναι επωμένως καθολικός διάδοχος, όπως είχε μετονομασθεί προ της άσκησης της αγωγής, η αρχικώς εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία " ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ Ε. ΚΑΙ Ν. ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ" η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Μορφόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κατερίνα Πετροπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:164/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-3-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 24-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 529 παρ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., "στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων", κατά δε την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου "το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια".
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα εγγράφων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα έγγραφα, τα οποία προσάγονται για πρώτη φορά σε αυτό, εάν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ο διάδικος δεν τα προσεκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Στην περίπτωση αυτήν, δηλαδή της προσαγωγής στο Εφετείο νέων εγγράφων, παρέχεται το δικαίωμα της αναιρέσεως, κατ άρθρον 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., μόνον εάν το Εφετείο αποκρούσει και δεν εκτιμήσει αυτά, χωρίς όμως να κρίνει ως απαράδεκτη την όψιμη προσαγωγή τους για κάποια από τις ως άνω αιτίες, καθόσον παρά τον νόμο δεν λαμβάνει υπόψη αυτά τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1352/2012, 133/2012, 12940/2010).
Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.11 και 14 ΚΠολΔ και δη ότι το εφετείο δέχτηκε την επίκληση και προσκόμιση, το πρώτον ενώπιον του, των εγγράφων που αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, τα οποία δεν απέκρουσε ως απαράδεκτα, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν.δ/τος 490/1974, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους, με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τις περιέχουν και που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως η επίκληση με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων επισυνάπτεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη. (ΑΠ 30/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι ο αναιρεσίβλητος δεν επανέφερε στο Εφετείο περίληψη των πρωτοδίκων προτάσεων του, στις οποίες να περιλαμβάνονται οι αγωγικοί του ισχυρισμοί σε σχέση με την οφειλόμενη σ' αυτόν αμοιβή ως πολιτικού μηχανικού και ειδικότερα του διευθυντή έργου στο εργοτάξιο της αναιρεσείουσας στην Αλγερία, με αποτέλεσμα το Εφετείο να λάβει υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν.
Πρόκειται για τους θεμελιωτικούς της αγωγής του αναιρεσίβλητου ισχυρισμούς, τους οποίους αποτελούντες αναγκαίο περιεχόμενο του εισαγωγικού τις δίκης δικογράφου δεν υποχρεούται ο ενάγων να επαναδιατυπώσει με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.8 και 14 ΚΠολΔ και πρέπει ν' απορριφθεί.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην αίτηση αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιον λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, α) η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, β) η νομική πλημμέλεια, ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και γ) εφόσον η αγωγή ή ο αυτοτελής ισχυρισμός (ένσταση, αντένσταση κλπ.) απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα, (πρέπει να περιέχεται στο αναιρετήριο) η ιστορική βάση της αγωγής ή του αυτοτελούς ισχυρισμού, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είχε επικαλεστεί ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση τους, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δεδομένου ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, δεν αρκεί να περιέχεται στο δικόγραφο της αναίρεσης η εκδοχή του αναιρεσείοντος για το προβαλλόμενο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, αλλά πρέπει να περιέχεται με σαφήνεια και πληρότητα η ελάσσων πρόταση του οικείου νομικού συλλογισμού του, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την ουσιαστική βασιμότητα ή αβασιμότητα της αγωγής ή του αυτοτελούς ισχυρισμού και τα οποία αποτέλεσαν τη βάση της προβαλλόμενης ευθείας παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθόσον, μόνο ενόψει αυτών των ουσιαστικών παραδοχών, μπορεί να ελεγχθεί αν η επικαλούμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ.
ΑΠ 27-28/1998 και 32/1996). Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 3/97 και 13/95).
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του.
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.
Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμα του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, 1/1999).
Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος-ενάγων είναι πολιτικός μηχανικός, με πολύχρονη εμπειρία σε δημόσια έργα που εκτελούσε η αναιρεσείουσα-εναγόμενη (εταιρεία) σε αναπτυσσόμενες χώρες, με την οποία αυτός συνεργάζεται από το έτος 1991. Μεταξύ άλλων έργων που είχε αναλάβει η τελευταία ήταν και το έργο της γενικής επίβλεψης της εκτέλεσης έργου υδροδότησης πόλεων στο κράτος του Αλγερίου, κατόπιν σχετικής σύμβασης που καταρτίσθηκε το 2002, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην απόφαση.
Λόγω δε της μεγάλης εμπειρίας του αναιρεσίβλητου σε παρόμοια έργα, η αναιρεσείουσα, κατόπιν προφορικής συμφωνίας μαζί του, που έγινε στις 16-12-2005, του ανέθεσε καθήκοντα Μηχανικού Διευθυντή έργου, έναντι αμοιβής 10.700 € μηνιαίως, ενώ συγχρόνως ανέλαβε και την οργάνωση του γραφείου της αναιρεσείουσας στην Αλγερία.
Ο ενάγων απασχολήθηκε στο έργο αυτό από 16-12-2005 έως 20-3-2006, οπότε αναχώρησε από την Αλγερία για λόγους υγείας και συνεπώς, η οφειλόμενη σ' αυτόν αμοιβή ανερχόταν στο ποσό των 32.100 € (3 μήνες Χ 10.700 €). Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι "εκτός από την εναγόμενη (εταιρεία) η οποία από το έτος 1994 μετονομάσθηκε σε "Έ.-Ν.-Μ.
ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ και διακριτικό τίτλο ΕΝΜ, μετετράπη σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ε. Ν.-Μ. ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ " (ΦΕΚ 9966/25-10-201 -τεύχος Α.Ε και Ε.Π.Ε"), ήτοι μετά την άσκηση της ένδικης έφεσης από τον ενάγοντα, υφίσταται και η εταιρία με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ Ε.
ΚΑΙ Ν. ΜΕΛΕΤΕΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ και διακριτικό τίτλο ΕΝΒ . Οι δύο εταιρίες εδρεύουν στην ίδια διεύθυνση, στο ίδιο κτίριο, έχουν το ίδιο αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας, ενώ ο Α. Ν. διατηρεί εταιρικά μερίδια και στις δύο εταιρίες, ενώ τα τέκνα του Κ. Ν. και Ι. Ν. διαθέτουν εταιρικά μερίδια και στις δύο εταιρίες.
Κατ' ακολουθίαν, οι άνω εταιρίες εμφανίζονταν στις συναλλαγές ως ενιαία οικονομική οντότητα, χρησιμοποιούν πολλές φορές, η μία εταιρία τον διακριτικό τίτλο της άλλης (ΕΝΜ- ΕΝΒ), ο ενάγων για το συγκεκριμένο έργο το οποίο είχε αναλάβει η εναγομένη, συνενοείτο με τον Α. Ν., εταίρο και των δύο εταιριών, οι οποίες είχαν το ίδιο αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας".
Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της εναγόμενης-αναιρεσείουσας περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής της, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση (που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την αγωγή) δέχθηκε αυτή μερικά επιδικάζοντας ως αμοιβή στον αναιρεσίβλητο το προαναφερόμενο ποσό.
Η αναιρεσείουσα, σε σχέση με την απόρριψη του ισχυρισμού της για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησής της, ισχυρίζεται και πάλι, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης (κατά το πρώτο μέρος του) ότι την εκτέλεση έργων στο εξωτερικό, με σχετικές συμβάσεις, αναλάμβανε όχι η εναγομένη εταιρεία, αλλά η αναφερόμενη στο σκεπτικό εταιρεία, με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ-Ε.
ΚΑΙ Ν. ΜΕΛΕΤΕΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ" και διακριτικό τίτλο "ΕΝΒ". Προς τούτο δε, αναιρεσείουσα επικαλείται τρείς έγγραφες συμβάσεις (τις οποίες δεν προσδιορίζει) για εκτέλεση έργων στο εξωτερικό, την εκτέλεση των οποίων ανέλαβε, κατά τους ισχυρισμούς της, όχι η ίδια, αλλά η πιο πάνω εταιρεία και ότι το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών παραμορφώθηκε από το Εφετείο.
Ενώ, τέλος, ισχυρίζεται, με τον ίδιο λόγο (κατά το δεύτερο μέρος του) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να δεχθεί ότι οι δύο εταιρείες (ΕΠΕ) είχαν ενιαία οικονομική οντότητα, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 Ν. 3190/1955, που ορίζει ότι στις ΕΠΕ, για τις εταιρικές υποχρεώσεις ευθύνεται μόνο η εταιρεία με την περιουσία της και ότι, τέλος, στέρησε την απόφαση της νόμιμης βάσης, αφού δεν περιέχει καμμιά αιτιολογία για το ζήτημα αυτό.
Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος και ως προς τα δύο μέρη του και πρέπει ν' απορριφθεί. Και τούτο γιατί, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, η επίμαχη σύμβαση καταρτίσθηκε με την εναγόμενη εταιρεία, στηρίζοντας έτσι αυτοτελώς το διατακτικό της. Οι δε λοιπές αιτιολογίες του Εφετείου, στις οποίες αναφέρεται η αναιρεσείουσα, είναι πλεοναστικές και συνεπώς απαραδέκτως προσάπτονται στην απόφαση, με το λόγο αυτό, οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1,19 και 20 ΚΠολΔ.
IV. Κατόπιν αυτών, η αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατάθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 183). Ενώ, τέλος, πρέπει να διαταχθεί και η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα, καθόσον η σχετική υποχρέωση καταβολής του δεν ισχύει στην παρούσα εργατική διαδικασία (ΚΠολΔ 495 παρ.4 τελευταίο εδάφιο).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης (αρ.κατ.220/2014) κατά της απόφασης 8/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ.
Διατάζει την επιστροφή των παραβόλων τριακοσίων (300) ευρώ στην αναιρεσείουσα (1641255-1641247 σειρά Α' παράβολα Δημοσίου και 060229-060231 σειρά Α' παράβολα ΤΑΧΔΙΚ).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ