Legislator Case Law & Legislation
670/2008 AI generated

Supreme Court remands traffic accident case for retrial due to insufficient factual findings on driver liability.

Case Number 670/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a second-instance traffic accident judgment. The appellants argued that the lower court failed to specify the exact location of the collision and whether the car driver properly signaled or braked. The court found these factual gaps made it impossible to assess the driver's liability and causal link to the accident. Consequently, the decision was remanded to the same court of appeal for a new trial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may remand a case for retrial when the lower court's decision lacks essential factual findings regarding the location of the accident and the specific conduct of the parties, rendering the assessment of liability and causation impossible.

Keywords

AI generated
traffic accident liability insufficient factual findings causal link assessment remand for retrial Code of Civil Procedure driver negligence collision location

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 670 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 670/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένης Μαραμαθά και Αντωνίου Παπαθεοδώρου), Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ......., 2) ......., 3) ......., 4) ........, οι δε 3η και 4ος των ως άνω δι' εαυτούς ατομικώς και ως ασκούντων την γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων τους .... και ....... . Άπαντες οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μίστρα και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ψ2, , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Της εν Αθήναις εδρευούσης και νομίμως εκπροσωπουμένης εταιρείας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ, Ανώνυμος Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/2/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 349/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 810/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/3/2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 1/2/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, κατά το δεύτερο μέρος, δεύτερου και τρίτου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των άλλων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναιρέσεως, η πληρεξούσια της 3ης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ...... και ...... εκθέσεις επιδόσεως των αρμόδιων δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείων Καρδίτσας και Αθηνών ..... και ...... αντιστοίχως, σε κάθε ένα από τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους Ψ1 και Ψ2 έχει επιδοθεί νομίμως και εμπροθέσμως ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτή πράξεις κατάθεσης του δικογράφου αυτού και ορισμού της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως για να παραστούν στο δικαστήριο τούτο προς συζήτηση της υποθέσεως. Αυτοί, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της, ούτε έχει κατατεθεί δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η συζήτηση της αναιρέσεως πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, κατ' άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 10 του Ν. ΓπΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ. β' , 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση συγκρούσεως δύο ή περισσότερων οχημάτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά του οδηγού παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως δημιουργείται κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι' έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.

Έτσι, επί ευθύνης προς αποζημίωση από σύγκρουση οχημάτων ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Και τούτο, διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες, που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, εν σχέσει με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγών, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: "Ο δεύτερος εναγόμενος - εφεσίβλητος Ψ2, εφοδιασμένος με εκδοθείσα εις την Αλβανία διεθνή άδεια οδηγήσεως, την 8-7-2001, περί ώραν 9ην πρωϊνή οδηγούσε το υπ' αριθμ.

κυκλ. ...... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, αγροτικό 11 ίππων, κυριότητος του πρώτου εναγομένου, ασφαλισμένο εις την τρίτην εναγομένην ασφαλιστικήν εταιρείαν δια των αστικήν ευθύνην της έναντι τρίτων ζημίας εκ της κυκλοφορίας του, εκινείτο δε επί της εύρους 8,40 μέτρων, διπλής κατευθύνσεως, επαρχιακής οδού .... - .... με κατεύθυνση προς ....

και εις το 2ον χιλιόμετρον αυτής, ότε αντελήφθη τρίκυκλο μοτοποδήλατο να διανύει ανώνυμη χωμάτινη κοινοτικήν οδό κάθετον προς την Ε.Ο. Ο οδηγός του άνω - στερουμένου αριθμού κυκλοφορίας μοτοποδηλάτου δεν διέκοψε την πορεία του και δεν παραχώρησε προτεραιότητα εις το επί της επαρχιακής οδού κινούμενον όχημα του εναγομένου οδηγού, ως όφειλε, καθόσον επί της κοινοτικής οδού.

και εις το σημείο όπου αυτή απολήγει εις την επαρχιακήν οδόν υπάρχει ρυθμιστική της κυκλοφορίας των οχημάτων πινακίδα με ένδειξη Ρ2 - Stop επιβάλλουσα την υποχρέωση εις τους οδηγούς των οχημάτων να διακόψουν την πορείαν των και παραχωρήσουν αντιστοίχως προτεραιότητα διελεύσεως εις τα κινούμενα επί της επαρχιακής οδού οχήματα.

Ο εναγόμενος οδηγός του αγροτικού αυτοκινήτου, η ταχύτητα του οποίου δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενον όριον των 80 χιλ. ανά ώρα, αντιληφθείς εις μικράν απόσταση -περίπου 30 μέτρων - τον οδηγόν του μοτοποδηλάτου να μην ακινητοποιεί το όχημα του προ της συμβολής της κοινοτικής με την επαρχιακήν οδόν, αλλά να εισέρχεται ανελέγκτως και χωρίς να μειώσει την ταχύτητα του, από το άκρον αριστερό σημείον της κοινοτικής (χωμάτινης) οδού εις την επαρχιακή και εις το ρεύμα πορείας του εναγομένου, ενεργών ελιγμόν ώστε να οδηγήσει το τρίκυκλο μοτοποδήλατον προς ......, ήτοι εις αντίθετη κατεύθυνση προς την πορείαν του εναγομένου, εμείωσε την ταχύτητα του οδηγουμένου αυτοκινήτου, ενήργησε αποφευκτικόν προς αριστερά ελιγμόν, χρησιμοποιήσας συγχρόνως ηχητικά και φωτιστικά σήματα του οχήματος, ώστε να αποφύγει την σύγκρουση των δύο οχημάτων, αποτέλεσμα το οποίο όμως δεν απεφεύχθη.

Ειδικώτερον απεδείχθη ότι ο οδηγός του τρικύκλου μοτοποδηλάτου και συγγενής των εναγόντων δεν τροχοπέδησε, ώστε να αποφύγει την σύγκρουση με το όχημα του εναγομένου, την πορεία του οποίου διέκοψε, αποτέλεσμα δε της εισόδου του μοτοποδηλάτου εις την επαρχιακήν οδόν ανελέγκτως ήτο η σύγκρουση των δύο οχημάτων, ήτοι το εμπρόσθιο τμήμα του τρίκυκλου με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου (παρμπρίζ, φτερό, προφυλακτήρας, φανοί),με συνέπεια τον τραυματισμόν του 65ετούς οδηγού του μοτοποδηλάτου, ο οποίος ένεκα των σωματικών βλαβών (ρήξη ήπατος, διαφράγματος, κάταγμα θώρακος άμφω, αιμορραγικό shock, βαριές διαταραχές πήξεως) απεβίωσε την 10-7-2001 μετά νοσηλεία εις το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λαρίσης.

Εκ πάντων των ανωτέρω πλήρως απεδείχθη ότι το άνω επελθόν αποτέλεσμα οφείλεται εις αποκλειστικήν υπαιτιότητα του οδηγού του μοτοποδηλάτου, ο οποίος παρεβίασε ρυθμιστικήν της κυκλοφορίας του πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας του και ανελέγκτως εισήλθε εις την ευθείαν εις μήκος 1500 μέτρων επαρχιακήν οδόν, ενώ ο εναγόμενος οδηγός, ενώ τον είχε αντιληφθεί εις την χωμάτινη αγροτικην οδόν από απόσταση δεν ήτο δυνατόν να προβλέψει ότι θα εισήρχετο εις το ρεύμα της πορείας του ώστε να ακινητοποιήσει - ενώ είχε προτεραιότητα - το ΙΧΦ αυτοκίνητο επί της Ε.Ο, παρακωλύων την κυκλοφορίαν επί της εύρους εις το ρεύμα πορείας του 4.20 μ.

οδού των λοιπών οχημάτων, κρίνεται δε παντελώς αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι λόγω της διασταυρώσεως της Ε.Ο. με αγροτικούς δρόμους και λόγω της χρονικής περιόδου απασχολήσεως των αγροτών εις την αγροτική περιοχή, ο κινούμενος επί της άνω επαρχιακής οδού εναγόμενος ώφειλε να ρυθμίσει την κίνηση του.

Εξ ουδενός επίσης στοιχείου εις την δικογραφία προέκυψε. ότι τα ελαστικά του ΙΧΦ αυτοκινήτου ήσαν "φθαρμένα" ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες δια της μετά διετία ν από του ατυχήματος ασκηθείσης αγωγής, αλλ' ούτε απεδείχθη ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου ήτο πλέον των 100 χιλ. ωριαίως, λαμβανομένων υπόψιν αφενός μεν της σχετικής εκθέσεως αυτοψίας εις την οποία προσδιορίζεται η ταχύτητα του αυτοκινήτου βάσει των ιχνών τροχοπεδήσεως εις τα 67 Km/h - ενώ δεν ευρέθησαν ίχνη "τροχοπεδήσεως του μοτοποδηλάτου - αφετέρου δε της θέσεως του παθόντος, ο οποίος, εις περίπτωση υπερβολικής ταχύτητας του ΙΧΦ, θα είχε εκτιναχθεί εις μεγάλη απόσταση από του σημείου συγκρούσεως".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως κα είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτή ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του ουσιώδους ζητήματος της αποκλειστικής υπαιτιότητας, για την προκληθείσα σύγκρουση των οχημάτων και τον εντεύθεν θάνατο του μοτοποδηλάτη, στενού συγγενούς των αναιρεσειόντων, του ίδιου αυτού θύματος και της ελλείψεως υπαιτιότητας του οδηγού του αυτοκινήτου δεύτερου αναιρεσιβλήτου.

Ειδικότερα στην απόφαση : 1) Δεν προσδιορίζεται α) σε ποιο μέρος του ρεύματος πορείας του στην επαρχιακή οδό έβαινε το αυτοκίνητο κατά τον προ του ατυχήμαος χρόνο, ήτοι στο άκρο δεξιό, στο μέσον ή στο άκρο αριστερά και β) σε ποιο σημείο, της επαρχιακής αυτής οδού και σε ποιά απόσταση από τη διασταύρωσή της με την αγροτική οδό, στην οποία έβαινε προηγουμένως το μοτοποδήλατο, συγκρούστηκαν τα οχήματα. 2) Δεν διευκρινίζεται ακόμη α) αν ο οδηγός του αυτοκινήτου, ο οποίος φέρεται ότι αντιλήφθηκε από ικανή απόσταση το μοτοποδήλατο να κινείται στην αγροτική οδό με κατεύθυνση, προς την διασταύρωση της με την επαρχιακή οδό, στην οποία έβαινε το αυτοκίνητο, όταν το μοτοποδήλατο πλησίαζε τη διασταύρωση, ειδοποίησε τον οδηγό του, με ηχητικό σήμα του αυτοκινήτου του, ότι προσέγγιζε και αυτό στη διασταύρωση και ότι έπρεπε εκείνος να διακόψει την πορεία του και να μην εισέλθει σ' αυτή και β) αν ο ελιγμός προς τα αριστερά, που γίνεται δεκτό ότι επιχείρησε ο οδηγός του αυτοκινήτου συγχρόνως με τη χρήση του συστήματος πεδήσεως αυτού, ήταν κατάλληλος για να αποφευχθεί η σύγκρουση και αν το αποτέλεσμα τούτο θα είχε επέλθει, αν αυτός είχε ενεργήσει μόνο πέδηση χωρίς ελιγμό ή με ελιγμό προς τα δεξιά, ενόψει των γενομένων δεκτών περιστατικών, ήτοι της ικανής αποστάσεως των 30μ περίπου, που το αυτοκίνητο απείχε από τη διασταύρωση, όταν το μοτοποδήλατο εισήλθε σ' αυτό χωρίς να μειώσει την ταχύτητα του, της μικρότερης των 80 χιλ.

την ώρα ταχύτητας του αυτοκινήτου και του μικρού εύρους των 4,20 μ του επί της επαρχιακής οδού ρεύματος πορείας αυτού. Ενόψει των ανωτέρω ελλείψεων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ήτοι ως προς τη σωστή ή μη εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της υπαιτιότητας του δεύτερου αναιρεσιβλήτου και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Επομένως, είναι βάσιμοι οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, συναφείς και αλληλοσυμπληρούμενοι, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ και έτσι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης. Κατόπιν αυτού πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Αναιρεί την 810/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

-

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

-

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ