Legislator Case Law & Legislation
66/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against tax authority's priority ranking of creditor claims in auction proceedings.

Case Number 66/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court ruling regarding the priority ranking of creditor claims in a public auction. The State argued that certain claims were improperly ranked, but the lower court found the claims met the two-year filing window required by law. The Court upheld the lower court's decision, confirming that the claims were correctly prioritized and the State lost the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 975 of the Code of Civil Procedure; Priority of claims in public auctions is determined by the date claims became due, not the date of filing, and procedural errors do not constitute substantive law violations.

Keywords

AI generated
public auction priority creditor claims ranking Code of Civil Procedure substantive law violation procedural error admissibility

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 975 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 91 paragraph 1, 92, 96 paragraph 2, 98 paragraph 1, 99, 100 and 107 paragraph 1 of Law 3026/1954
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 22 paragraphs 1, 3 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 66 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 66/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Νέας Σμύρνης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δ. Σ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/5/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 341/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 143/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8/7/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 08.07.2019 και με αριθμ. κατάθεσης ΓΑΚ 282/2019 και ΕΑΚ 20/2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 143/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, και έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την ασκηθείσα από το εκκαλούν- ανακόπτον έφεση κατά της 341/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η από 12.05.2011 (με αριθμό κατάθεσης 31553/2011) ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου με την οποία ζητούσε να ακυρωθεί, άλλως να μεταρρυθμιστεί, ο με αρ. … πίνακας κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ασημίνας Καλαθέρη- Κούρου, αποβαλλομένων από αυτόν των απαιτήσεων, μεταξύ άλλων και του καθού, για τα εκεί αναφερόμενα ποσά, και να καταταχθεί το ίδιο στα ποσά αυτά, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ.577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της(άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998, 7/2006 και 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι απεδείχθησαν το Δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 653/2011).

Κανόνες ουσιαστικού δικαίου αποτελούν τέλος και οι περί προνομίων ως άνω διατάξεις του ΚΠολΔ και συνεπώς η παραβίαση τους ελέγχεται αναιρετικώς, μέσω της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 191/2021, ΑΠ 1434/2017, ΑΠ 370/2014). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1458/2021, ΑΠ 166/2016).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ. ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/09), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 869/2022, ΑΠ 356/2021, ΑΠ 1324/2019, ΑΠ 1309/2015, ΑΠ 1274/2014, ΑΠ 126/2012, ΑΠ 902/2008, ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008, ΑΠ 395/2004).

Ως κανόνες ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων συνιστά λόγο αναίρεσης, αποτελούν κατά τα προαναφερόμενα και οι κανόνες του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας περί προνομίων (άρθρα 975, 976), ως και εκείνη της διάταξης του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρα 585 και 933 ίδιου Κώδικα, που προβλέπει την ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης και από την οποία προκύπτει ποιες απαιτήσεις ικανοποιούνται μετά την επιτυχή άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης των δανειστών (ΑΠ 1226/2006) και, συνεπώς, η παραβίασή τους ελέγχεται αναιρετικώς, για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση, μέσω των αριθμών 1 και 19 της διάταξης του άρθρου 559 ΚΠολΔ ( ΑΠ 966/2022, ΑΠ 1434/2020, ΑΠ 370/2014).

Με τη διάταξη του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο της εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015,ορίζονται κατά σειρά προτεραιότητας οι ασφαλιζόμενες με γενικά προνόμια απαιτήσεις, οι οποίες σε περίπτωση ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος για την ικανοποίηση όλων των δανειστών που αναγγέλθηκαν στον πλειστηριασμό, προηγούνται και των εμπραγμάτως ασφαλισμένων (άρθρα 976, 977, 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Στην τρίτη σειρά (τάξη) των γενικών αυτών προνομίων κατατάσσονται, μετά την τροποποίηση του αριθμού 3 του πιο πάνω άρθρου (975 ΚΠολΔ) με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις των δικηγόρων, είτε αμείβονται κατά υπόθεση είτε με πάγια περιοδική αμοιβή, εφ' όσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού. (ΑΠ 847/2022, ΑΠ 602/2022).

Με το μοναδικό λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο, ισχυριζόμενο ότι με τις παραδοχές του παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 975 αρ. 3 ΚΠολΔ. Ειδικότερα διατείνεται ότι μολονότι οι απαιτήσεις που προσβάλλονται με την αίτηση αναίρεσης δεν είχαν προνομιακό χαρακτήρα για το λόγο ότι προέκυψαν πριν από την τελευταία διετία από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού, ήτοι του διαστήματος από 27-01-2008 έως 27-01-2010, το Εφετείο με εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω επικαλούμενων διατάξεων και εσφαλμένο υπολογισμό έκρινε και κατέταξε τον αναιρεσίβλητο και για τις προσβαλλόμενες απαιτήσεις συνολικού ποσού 76.085,16 ευρώ.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους και έλαβε υπόψη του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι με επίσπευση και κατ' εντολήν της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ¨… " και τον διακριτικό τίτλο …" κατασχέθηκε ακίνητο ιδιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία "…", το οποίο, με την υπ' αριθμ.

… έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Ε. Π., εκτέθηκε σε αναγκαστικό πλειστηριασμό, την …. Κατ' αυτόν, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος Ασημίνα Καλαθέρη, συμβολαιογράφος Χαλκίδας, συνέταξε την υπ' αριθμ. … έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, με την οποία εκπλειστηριάσθηκε το ακίνητο της οφειλέτιδας, αντί συνολικού ποσού 170.001 ευρώ.

Αρχική ημερομηνία για την διενέργεια του πλειστηριασμού είχε ορισθεί η … και στη συνέχεια μετά από άσκηση ανακοπής εκ μέρους της οφειλέτριας η … . Κατά την ημερομηνία αυτή ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε λόγω μη προσέλευσης πλειοδοτών και ακολούθως, εκδόθηκε ακολούθως η β επαναληπτική περίληψη τις ίδιες κατασχετήριας έκθεσης από την ίδια δικαστική επιμελήτρια με αριθμό…, με την οποία ορίστηκε νέα ημερομηνία πλειστηριασμού…, όμως και κατά την τελευταία ημερομηνία ματαιώθηκε διενέργεια του πλειστηριασμού, προσέλευση πλειοδοτών.

Κατόπιν αίτησης της επισπεύδουσας εξεδόθη η υπ' αρ. 1913/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 170.000,00 ευρώ, ενώ δυνάμει της υπ' αρ…., Γ επαναληπτικής κατασχετήριας έκθεσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας ορίστηκε ημέρα πλειστηριασμού οι… . Κατά την τελευταία ημερομηνία διενεργήθηκε τελικά ο πλειστηριασμούς και το ακίνητο κατακυρώθηκε στην πλειοδότρια τράπεζα στο ποσό των 170.010 ευρώ, το οποίο και κατέβαλε στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, επειδή, δε το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε δεν επαρκούσε για την πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεων όλων των αναγγελθέντων δανειστών, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, συμβολαιογράφος Ασημίνα Καλαθέρη - Κούρου συνέταξε τον υπ' αρ.

… πίνακα κατάταξης, στον οποίο, μετά την προαφαίρεση του ποσού εξόδων εκτέλεσης, επί του υπολοίπου των 156.378,68 ευρώ, κατέταξε κατά τη σημειούμενη σειρά προνομιακά τους αναφερόμενους δανειστές, που είχαν αναγγελθεί, μεταξύ των οποίων τον αναιρεσίβλητο δικηγόρο για το ποσό των 60.780 ευρώ ήτοι για μέρος της απαίτησης του συνολικού ποσού 109.797,39 ευρώ δεχόμενη ότι οι απαιτήσεις του σε βάρος της οφειλέτριας για τη παράσταση ενώπιον δικαστηρίων προέκυψαν εντός της διετίας πριν από την ημερομηνία αναγγελίας του πρώτου πλειστηριασμού.

Το Ν.Δ. 3026/1954 "Κώδιξ περί δικηγόρων", που τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω λόγω του χρόνου γένεσης των ένδικων απαιτήσεων του αναιρεσίβλητου, ορίζει: Στο άρθρο 91 παρ. 1 "1. Ο Δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης δικαστηριακής ή άλλης την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αµοιβήν διά πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον".

Στο άρθρο 92 "1. Τα της αµοιβής του Δικηγόρου ορίζονται ελεύθερα µε έγγραφη συµφωνία τούτου και του εντολέως του ή του αvτιπρoσώπoυ αυτού, εν ουδεµία όµως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθροις 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής.... ". Ο ίδιος Κώδικας ορίζει: α) στο άρθρο 96 παρ. 2: "Οι διάδικοι στις πολιτικές υποθέσεις (...) είναι υποχρεωμένοι σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας (...) να προκαταβάλλουν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο στο Ταμείο του Δικηγορικού Συλλόγου το οριζόμενο στο νόμο αυτόν αντίστοιχο ποσοστό αµοιβής δικηγόρου για κάθε πράξη της προδικασίας και την παράσταση.

Ειδικά για τις αγωγές, ανταγωγές, παρεμβάσεις, αιτήσεις για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και αιτήσεις έκδοσης διαταγών πληρωμής, η αμοιβή που προκαταβάλλεται υπολογίζεται κατά το άρθρο 100 παρ. 4", β) στο άρθρο 98 παρ. 1 ότι "Εν ελλείψει ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστον ποσόν της αµοιβής του Δικηγόρου ορίζεται κατά τας διατάξεις των επόμενων άρθρων..." και γ) στο άρθρο 99 "Το ελάχιστον όριον της αµοιβής επί των πολιτικών υποθέσεων, των ποινικών και ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων...

είναι ίσον προς το γινόµενον των δραχμών, αίτινες αναγράφονται εν τω παρόντι και δι' εκάστην ειδικήν εργασίαν, επί συντελεστή ν οριζόµενον δι' αποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης... Ο ανωτέρω υπολογισµός επί τη βάσει του συντελεστού δεν λαμβάνει χώραν όπου κατά τον παρόντα νόµον η αμοιβή ορίζεται κατά ποσοστόν επί της αξίας του αντικειμένου...".

Κατ' εξουσιοδότηση δε της τελευταίας αυτής διάταξης, ο ως άνω συντελεστής υπολογισμού των δικηγορικών αμοιβών ορίστηκε, µε την 12398/9.2.1989 (ΦΕΚ 131 Β`) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, "σε 140 μονάδες". Στη συνέχεια, ο ίδιος Κώδικας προβλέπει στο άρθρο 100: "1. Το ελάχιστον όριον της αµοιβής διά την σύνταξιν κυρίας αγωγής ορίζεται εις ποσοστόν 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής. (...). 2.....

Στο άρθρο 107 παρ. 1: "Διά την σύνταξιν προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, το ελάχιστον όριον της αµοιβής του µεν Δικηγόρου του εναγοµένου είναι ίσον προς το διά την σύνταξιν αγωγής, κ.λπ. οριζόµενον εν άρθροις 100 επ., του δε δικηγόρου του ενάγοντος είναι το ήμισυ ταύτης. (Διά την σύνταξιν προτάσεων εφ' εκάστης των ενώπιον των αυτών δικαστηρίων επομένων συζητήσεων της υποθέσεως, το ελάχιστον όριον της αµοιβής των δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων είναι ίσον προς το εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόµενον διά τον Δικηγόρον του ενάγοντος".

Ο ίδιος Κώδικας, για τη διασφάλιση της είσπραξης από το δικηγόρο της νόμιμης αμοιβής του, επιβάλλει κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο να προκαταβληθεί στο Ταμείο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου η προαναφερόμενη ελάχιστη νόμιμη αμοιβή για κάθε πράξη της προδικασίας και την παράσταση. Ο χρόνος δε προκαταβολής είναι ο χρόνος της συζήτησης της αγωγής, ενδίκου μέσου κ.λπ. (ΑΠ 191/2021), και όχι ο χρόνος που συντάχθηκαν αρχικά οι προτάσεις και κατατέθηκαν χωρίς να επακολουθήσει συζήτηση στο ακροατήριο διότι στην περίπτωση αυτή δεν γεννάται ακόμη αξίωση απαίτησης αμοιβής.

Η εκκαλουμένη, κατά τον ενδιαφέροντα τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε ότι η οφειλέτρια μεταξύ άλλων υποθέσεων ανέθεσε προφορικά στον αναιρεσίβλητο, περί τα τέλη του έτους 2007, την εκπροσώπηση της υπό την ιδιότητα της εναγομένης σε τρις αγωγές που είχαν ασκηθεί εναντίον της οι με αρ. εκθέσεως καταθέσεως 158750/8664/2006, 79483/4225/2006 και 77433/4070/2006 αγωγές οι οποίες συζητήθηκαν την 9-12-2010.

Στο πλαίσιο της εκπροσώπησης της ο αναιρεσίβλητος συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών: 1) Για την πρώτη αγωγή α) τις από 21-11-2007 προτάσεις (ημερομηνία κατάθεσης 21-11-2007 και την από 26-11-2007 προσθήκη-αντίκρουση, που κατέθεσε εντός της νόμιμης προθεσμίας, β) τις από 14-11-2008 προτάσεις (ημερομηνία κατάθεσης 19-11-2008 και την από 24-11-2008 προσθήκη-αντίκρουση, που κατέθεσε εντός της νόμιμης προθεσμίας και γ) τις από Ιό-Ι 1-2009 προτάσεις (ημερομηνία κατάθεσης 17-11-2009) και την από 20-12-2009 προσθήκη, που κατέθεσε εντός της νόμιμης προθεσμίας και παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο της 9ης Δεκεμβρίου 2009. 2) Για τη δεύτερη αγωγή α) τις από 16-11-2008 προτάσεις (ημερομηνία κατάθεσης 19-11-2008 και την από 24-11-2008 προσθήκη αντίκρουση, που κατέθεσε εντός της νόμιμης προθεσμίας) και β) τις από 16-11-2009 προτάσεις (ημερομηνία κατάθεσης 17-11-2009) και παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο της 9ης Δεκεμβρίου 2009, και 3) για την τρίτη αγωγή α) τις από 16-11-2008 προτάσεις (ημερομηνία κατάθεσης 19-11-2008 και την από 24-11-2008 προσθήκη αντίκρουση, που κατέθεσε εντός της νόμιμης προθεσμίας) και β) τις από 16-11-2009 προτάσεις (ημερομηνία κατάθεσης 11-11-2009) και την από 20-12-2009 προσθήκη-αντίκρουση, που κατέθεσε εντός της νόμιμης προθεσμίας.

Όλες οι παραπάνω ενέργειες έλαβαν χώρα εντός της κρίσιμης διετίας και για το λόγο αυτό οι απαιτήσεις του έχουν προνομιακό χαρακτήρα και ορθώς κατατάχθηκε στον ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης από την υπάλληλο του πλειστηριασμού συμβολαιογράφο για το συνολικό ποσό των 60.780 ευρώ προνομιακά και τυχαία υπό τον όρο τελεσίδικης επιδίκασης των απαιτήσεων του.

Υπό τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις με τα άρθρα 31 του ν. 1545/1985 και 6 παρ. 16 του ν. 2479/1997, και τις διατάξεις των άρθρων 91 παρ. 1, 92, 96 παρ. 2 98 παρ. 1 99, 100 και 107 παρ. 1 του Ν.Δ. 3026/1954 "Κώδιξ περί δικηγόρων" που τυγχάνουν εφαρμογής, κρίνοντας ότι προνομιακά κατατάσσονται οι ανωτέρω απαιτήσεις που κατέστησαν απαιτητές κατά το χρόνο συζητήσεως των αγωγών που ήταν η 9.12.2009, παρότι η κατάθεση των προτάσεων προηγήθηκε της συζήτησης, και επομένως εμπίπτουν στο χρονικό διάστημα των δύο ετών, με αφετηρία την 21.1.2008, δύο έτη πριν από την 21.1.2010, ημερομηνία που είχε ορισθεί αρχικά η διενέργεια του πλειστηριασμού και δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη με τον λόγο της αναίρεσης εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά ούτε και σε αυτόν του αριθμού 1 του ιδίου άρθρου, απορριπτομένης έτι ως αβασίμου της αιτίασης της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 11 για το λόγο οι πλημμέλειες εκ του άρθρου 975 ΚΠολΔ δεν αφορούν παραβάσεις που άπτονται του δικονομικού δικαίου.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτου, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσιβλήτου), τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα [άρθρα 176, 183, 191 § 2 Κ.Πολ.Δ., 22 §§ 1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του ν. 1738/1987].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-7-2019 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της με στοιχεία 143/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτου καθορίζει δε το ποσό τους σε τριακόσια ευρώ (300,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ